12 Δεκεμβρίου 2012

Με το πρόσωπο στραμμένο στον τοίχο, έβγαλε βιαστικά ότι χρήματα υπήρχαν στο καφέ παλιό πορτοφόλι και τα έβαλε στην αριστερή του τσέπη. Εξέτασε με γρήγορες κινήσεις όλες τις θήκες του πορτοφολιού, για να διαπιστώσει ότι περιείχε μόνο μια ταυτότητα και κάτι χαρτιά, άχρηστα για εκείνον. Έκρυψε το πορτοφόλι στην τσέπη του μπουφάν του και περπάτησε με αδιάφορο ύφος μέχρι τον κάδο στη γωνία. Το πέταξε διακριτικά και κοίταξε γύρω του. Ελάχιστοι άνθρωποι περπατούσαν κι αυτοί βάδιζαν βιαστικά, τυλιγμένοι στα χοντρά παλτό τους. Το κρύο εκείνο το βράδυ ήταν τσουχτερό κι ο Ντάνιελ ένιωθε να του τρυπάει τα κόκαλα. Μερικά κονιάκ ήταν ακριβώς ότι χρειαζόταν. Το «μεροκάματό» του ήταν φτωχό. Μόλις 12 ευρώ είχε η γριά στο πορτοφόλι της.
«Ας είναι. Αύριο το πρωί στο λεωφορείο θα τα πάω καλύτερα» σκέφτηκε και άνοιξε το βήμα του. Το μπαρ που σύχναζε, ήταν μόλις δύο τετράγωνα πιο κάτω.

Λίγα βήματα πριν φτάσει στην πόρτα του μπαρ, είδε κάτι παράξενο δίπλα στον βρώμικο πράσινο κάδο. Κάτι υπήρχε εκεί. Πλησίασε λίγο διστακτικά. Ένα μεγάλο μαύρο κουβάρι. Χαμήλωσε λίγο το κεφάλι του για να δει καλύτερα και τότε ξαφνικά είδε δυο μεγάλα μπλε σαν τον ουρανό μάτια να τον κοιτούν. Έκανε ένα βήμα πίσω ασυναίσθητα. Τι στο καλό ήταν αυτό; Τα μπλε μάτια συνέχιζαν να τον κοιτάζουν έντονα, ένιωθε να τον μαγνητίζουν. Γονάτισε μπροστά τους και κοίταξε πιο διερευνητικά. Ήταν ένα αγόρι. Ένα μικρό αγόρι 11-12 χρονών, κουκουλωμένο μ’ ένα παλιό μαύρο μπουφάν. Τουρτούριζε.
Δεν ήξερε τι ήταν αυτό που τον έσπρωξε στο να βγάλει το δικό του παλτό και να το ρίξει στην πλάτη του αγοριού. Το αγόρι συνέχισε να τουρτουρίζει. «Πεινάς;» τον ρώτησε με τα σπαστά ελληνικά του. Το αγόρι έγνεψε καταφατικά. Ο Ντάνιελ κοίταξε γύρω του. Δεν έβλεπε κάτι ανοιχτό τέτοια ώρα. «Έλα» του είπε και του έδωσε το χέρι του. Το αγόρι τον κοίταξε δισταχτικά. «Πάμε να φάμε κάτι», επανέλαβε ο Ντάνιελ με το χέρι του ακόμη προτεταμένο στο αγόρι. Το αγόρι του έδωσε το χέρι του διστακτικά και σηκώθηκε. Ήταν κοντό για την ηλικία του και πολύ αδύνατο, όμως τα μπλε μάτια του ήταν λαμπερά και φωτεινά. Φορούσε μια γκρι παλιά φούτερ φόρμα και ένα χοντρό μαύρο μπουφάν με κουκούλα.

Περπάτησαν για λίγο χωρίς να μιλάνε. Ο Ντάνιελ κάθε λίγο γύριζε το κεφάλι του και κοιτούσε το αγόρι εξεταστικά. Εκείνο περπατούσε αμίλητο στο πλάι του. Λίγα στενά παρακάτω βρήκαν ένα ανοιχτό μαγειρείο. Ο Ντάνιελ παρήγγειλε κρεατόσουπα και για τους δυο τους. Ο μικρός έτρωγε σαν να είχε να φάει μέρες. Όταν τέλειωσε το πιάτο του, ο Ντάνιελ έσπρωξε με τα δυο του δάχτυλα και το δικό του πιάτο μπροστά στο αγόρι. Εκείνο σήκωσε το βλέμμα του και τον κοίταξε. Χωρίς να πει λέξη, τράβηξε και το δεύτερο πιάτο μπροστά του και το άδειασε γρήγορα.
«Που μένεις;» ρώτησε ο Ντάνιελ όταν ο μικρός είχε ήδη τελειώσει το φαγητό του. Το αγόρι σήκωσε τους ώμους αδιάφορα. Ο Ντάνιελ τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα σκεπτικός.
«Έλα, πάμε», του είπε και το αγόρι σηκώθηκε και τον ακολούθησε. Λίγο αργότερα μπήκαν σε μια παλιά πολυκατοικία. Ο Ντάνιελ κατέβηκε τέσσερα σκαλιά και ξεκλείδωσε την ξεχαρβαλωμένη πόρτα.

Το αγόρι κοίταξε διερευνητικά το χώρο μπροστά του. Υπήρχε ένας παλιός καφέ καναπές και δυο μαύρες πλαστικές καρέκλες, μια καφέ ντουλάπα κι ένα μαύρο τραπέζι στη μέση. Πίσω απ’ αυτά ένας νεροχύτης κι ένα μικρό ψυγείο κι αριστερά ένα μικρό μπάνιο με πράσινα πλακάκια. Ο Ντάνιελ, έβγαλε το μπουφάν του και το κρέμασε σ’ ένα καρφί πίσω από την πόρτα. Έβαλε στη πρίζα ένα μικρό αερόθερμο που υπήρχε σε μια γωνιά και πήγε στη ντουλάπα. Έβγαλε από μέσα δύο φθαρμένες κουβέρτες και τις πέταξε στον καναπέ. «Ξάπλωσε εδώ» του είπε, χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει. «Κι εσύ;» ακούστηκε για πρώτη φορά η φωνή του αγοριού.

Το επόμενο πρωί, την ώρα που ο Ντάνιελ έμπαινε στο σπίτι, το αγόρι μόλις άνοιγε τα μάτια του. Ο Ντάνιελ πέταξε πάνω στο μαύρο τραπέζι μια διάφανη σακούλα μ’ ένα μπουκάλι γάλα και δύο τυρόπιτες. Μέχρι το μεσημέρι ο Νίκος, όπως ήταν το όνομα του αγοριού, είχε εξιστορήσει στον Ντάνιελ την ιστορία της ζωής του. Μεγάλωσε σε ορφανοτροφεία. Για τους γονείς του δεν είχε ιδέα. Η κατάσταση στα ιδρύματα ήταν άθλια! Ξύλο, φωνές και τιμωρίες. Πριν τρεις μέρες το έσκασε απ’ το ορφανοτροφείο που βρισκόταν το τελευταίο διάστημα. Ήταν κοινό μυστικό πως ο διευθυντής του ιδρύματος κακοποιούσε και σεξουαλικά κάποια παιδιά. Ο Νίκος κατάλαβε τι γινόταν κι αποφάσισε να το σκάσει.

Ο Ντάνιελ είχε έρθει στην Ελλάδα απ’ την Αλβανία παράνομα όταν ήταν πάνω – κάτω στην ηλικία του Νίκου. Το όνειρό του για μια καλύτερη ζωή, δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα. Για να ζήσει ξεκίνησε τις μικροκλοπές, με “ειδίκευση” στα πορτοφόλια. Που και που κατάφερνε να στέλνει και κάποια μικροποσά στους γονείς του στην Αλβανία. Δεν πήγε ποτέ να τους δει. Το όνειρό τους να προοδεύσει ο γιος τους στην Ελλάδα, δεν κατάφερε ποτέ να το εκπληρώσει και ντρεπόταν.

—–

15 Νοεμβρίου 2018

-Αυτά που να τ’ ακουμπήσω;
-Δίπλα στα άλλα! Φτιάξ’ τα λίγο όμορφα!

Ο Νίκος χαμογέλασε κι ακούμπησε την στοίβα με τις εφημερίδες δίπλα στα περιοδικά. Ο Ντάνιελ τον κοίταξε και του έκλεισε το μάτι.
Δεν ήταν εύκολα τα τελευταία 6 χρόνια. Δεν ήταν εύκολα για κανέναν απ’ τους δυο τους. Το ήθελαν όμως πολύ. Ήθελαν να καταφέρουν να χτίσουν μια ζωή διαφορετική απ’ αυτή που η μοίρα είχε ορίσει γι’ αυτούς, απ’ τη γέννησή τους. Κόντρα σε όλα και όλους, η δυνατή τους θέληση, τους οδήγησε σε καινούρια μονοπάτια.

-Συγνώμη κύριε, σας έπεσε το πορτοφόλι σας!

Ο Ντάνιελ κοίταξε το παλιό καφέ πορτοφόλι πεσμένο στα πόδια του πελάτη που στεκόταν στο ταμείο του ψιλικατζίδικου. Κοίταξε τον Νίκο στα μάτια και χαμογέλασε. Έσκυψε και το έδωσε στα χέρια του ηλικιωμένου άντρα.