Διακοπές στο χωριό

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Κάθε Αύγουστο, σχεδόν, το ψαροχώρι μου είναι το meeting point της ζωής μου. Εκεί συναντώ κάθε καλοκαίρι συγγενείς, φίλους, συγχωριανούς. Κάθε 2-3 χρόνια καταφθάνουν και οι ξενιτεμένοι μας από Αμερική, Καναδά, Αυστραλία, Γερμανία. Εκεί κάνω τους μεγάλους μου απολογισμούς, στα χώματα που πάτησαν οι παππούδες μου. Δεν είχα την τύχη να μεγαλώσω στα πάτρια αυτά εδάφη, ξέρω όμως ότι αν αξιωθώ να γεράσω, εκεί θέλω να περάσω τα υπόλοιπα χρόνια μου, εκεί που είναι οι ρίζες μου.

Το χωριό είναι το ορόσημό μου. Εκεί μόνο καταλαβαίνω το πέρασμα των χρόνων. Οι άνθρωποι που γνώρισα όταν πρωτοπήγα, κοριτσάκι ακόμα, έχουν σχεδόν όλοι ‘φύγει’, μαζί και οι γονείς μου, που εκεί αναπαύονται. Είναι το μέρος που με γεμίζει αγαλλίαση και νοσταλγία, παράλληλα όμως και μια μελαγχολία. Κάθε σπιθαμή γης συνοδεύεται και από μία ανάμνηση. Νιώθω ότι όποια πέτρα και να σηκώσω από κάτω βρίσκεται ένα κομμάτι της ψυχής μου. ‘Περιμένω’ ότι από στιγμή σε στιγμή θα ακουστεί η βάρκα του μπάρμπα-Πέτρου, του μπαμπά μου, και θα τρέξω να τον βοηθήσω να ξεφορτώσει το παραγάδι με την πλούσια ψαριά. Μετά συνειδητοποιώ ότι μάταιη είναι η προσμονή. Πόσο στεναχωριέμαι που τα παιδιά μου δεν είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν, έστω και για λίγο, τον παππού τους. Γνώρισαν όμως το πατρικό του σπίτι, εκεί όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, το χτισμένο από τους προπάππους στα τέλη του 19ου αιώνα.

Μετά το μπάνιο στη θάλασσα, ξεχνιέμαι και λέω καμιά φορά στα παιδιά:

«Βγείτε τώρα να πάμε να φάμε. Θα κρυώσει η ψαρόσουπα της γιαγιάς». Η γιαγιά όμως έχει ήδη ‘φύγει’ τέσσερα χρόνια. Τουλάχιστον τη γιαγιά τους την ‘πρόλαβαν’. Έχουν αναμνήσεις οι γιοι μου, κάτι είναι κι αυτό.

‘Μυρίζω’ ακόμα την ξεροψημένη προπύρα *, που μόλις βγήκε από το χτιστό χωριάτικο φούρνο της αγαπημένης μου θείας Κούλας. Μοσχοβολάει. Ανυπομονώ να φάω με το ντόπιο τουλομοτύρι*, παρασκευής του μπάρμπα Γιάννη, φτιαγμένο παραδοσιακά μέσα σε τομάρια των ζώων με ολόκληρη ιεροτελεστία. Και οι δύο μου χαρίζουν ένα γλυκό χαμόγελο από εκεί ψηλά. Μετά ‘ακούω’ τη γιαγιά μου την Κώσταινα να μου φωνάζει να μη χαλάω πολύ νερό από τη στέρνα* γιατί θα αδειάσει και τον παππού να τη μαλώνει «Ασ΄ το κορίτσι». Εδώ και λίγα χρόνια έχουμε πια τρεχούμενο νερό από το δίκτυο. Δε συγκρίνεται όμως με το βρόχινο!

Ευτυχώς τα παραδοσιακά μας ταβερνάκια έχουν εντάξει στο πλούσιο μενού τους τις τοπικές μας νοστιμιές. Γαριδοπέτουλες*, σαΐτια ή αλλιώς καλτσούνια*, γκόγκλιες ή γκόγκες*, αρμάθια*, κατσουλέρια* και για επιδόρπιο σαμουσάδες*.

Απορώ με τους ανθρώπους που απαρνιούνται τον τόπο καταγωγής τους. Κανείς μας δεν ξεφύτρωσε, όλοι από κάπου προερχόμαστε. «Από πού είσαι;» ρωτάς τον άλλον. «Από Αθήνα», σου απαντάει. Πόσοι πια είναι οι αμιγώς Αθηναίοι, πάππου προς πάππου; Έλεος πια! Εδώ ολόκληρος Τέλης Σαββάλας (κανονικό όνομα Τσαβαλάς), ο θρυλικός Κότζακ της ομώνυμης σειράς των 70’s και νονός της διάσημης ελληνίδας Τζένιφερ Άνιστον, ο συντοπίτης μου, άφησε ολόκληρο Hollywood για να έρθει και να βρει τις ρίζες του στο χωριό, όπου άφησε στο – δυστυχώς κλειστό πια καφενείο – φωτογραφία και αφιέρωση στους συγχωριανούς! Όχι μόνο δεν απαρνήθηκε το χωριό του πατέρα του αλλά ήταν υπερήφανος γι΄ αυτό! Υπάρχει βέβαια και η άλλη κατηγορία. Άνθρωποι που μεγάλωσαν στο χωριό και 2-3 χρόνια αφότου έφυγαν, δεν ‘θυμούνται’ ούτε ποιος ήταν ο γείτονάς τους! Συγγνώμη αν θίγω κάποιους, αλλά αυτό δηλώνει μια μορφή συμπλεγματικής συμπεριφοράς. Το φυσιολογικό είναι να νιώθουμε περήφανοι για τον τόπο καταγωγής μας, για το χωριό μας, ρε αδελφέ, και να το επισκεπτόμαστε! Ας σκεφτούμε όλες αυτές τις χαμένες πατρίδες, όλους αυτούς τους συμπατριώτες μας που ξεριζώθηκαν βίαια από τον τόπο τους και δεν ορίζουν τίποτα πια εκεί.

Ευλογημένοι είναι οι άνθρωποι που έχουν ένα αποκούμπι στο τόπο τους. Ένα σπιτάκι, ένα χωραφάκι, έναν αγαπημένο συγγενή ή παιδικό φίλο που αποτελεί πόλο έλξης. Κακά τα ψέματα, καλοί και οι συναισθηματισμοί αλλά αν δεν έχεις που την κεφαλήν κλίναι δεν έχεις και ένα κίνητρο να το επισκεφτείς. Δεν είναι βέβαια και λίγες οι περιπτώσεις ανθρώπων που διαθέτουν τα παραπάνω αλλά η πυξίδα της καρδιάς τους δεν δείχνει τον τόπο τους. Προτιμούν εξωτικούς προορισμούς, κοσμοπολίτικα νησιά, κουλτουριάρικες παρέες με κοινωνική και οικονομική επιφάνεια, αντί για τους απλούς, γνήσιους ανθρώπους του χωριού. Συγχωρέστε με, μπορεί να κρίνω εξ ιδίων τα αλλότρια, αλλά οι δικοί μου συγχωριανοί τέτοιοι άνθρωποι είναι, καλόκαρδοι, φιλόξενοι και έξω καρδιά. Χαιρόμαστε όταν συναντιόμαστε, κυρίως στους αβέβαιους και χαλεπούς καιρούς που ζούμε.

Οι καιροί που ζούμε, αλήθεια, άλλο πικρό κεφάλαιο κι αυτό. Να μην μπορείς να σφιχταγκαλιάσεις και να ασπαστείς τους ανθρώπους που αγαπάς. Πάνε και για φέτος τα πανηγύρια μας, οι γιορτές που μικροί – μεγάλοι γλεντούσαμε μέχρι πρωίας. Γλέντι γνήσιο που έβγαινε από την ψυχή, στην πλατεία του χωριού με δικούς μας ντόπιους οργανοπαίχτες και τραγουδιστές, τον Παναγιώτη Γεωργακόπουλο και τη Μάτα Χάρη, τους Μανταίους, το μπάρμπα Νίκο τον Καραγκιοζάκη, τον Παναγιώτη Τσαβαλά, από τους νεότερους, και όχι ‘φίρμες’ και δηθενιές σε μπουζούκια με ψευτοφιγούρες σε πρώτο τραπέζι πίστα και πανέρια με γαρύφαλλα κλεμμένα από τα κοιμητήρια. Πρόλαβα τη ‘χαρτούρα’ και τις παραγγελιές στα πανηγύρια, όπου δε λείπανε καμιά φορά και οι παρεξηγήσεις. Ωραία χρόνια, υπέροχες αναμνήσεις! Γι’ αυτό επιμένω ότι είναι ευλογημένοι οι άνθρωποι που έχουν την ευκαιρία να επισκέπτονται τον τόπο που γεννήθηκαν και έζησαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους. Οι δικοί μου γονείς ήταν από το ίδιο μέρος. Όλο μου το ‘είναι’ στον τόπο αυτό έχει βαθιές ρίζες. Τα παιδιά μου έχουν δύο τόπους καταγωγής, ακόμα πιο τυχερά, καθώς γνωρίζουν μεγαλύτερη ποικιλία βιωμάτων. Από τη μία τα χαμογελαστά βουνά της λακωνικής γης, που, όπου και να κοιτάξεις βλέπεις πέτρα. Πέτρα σκληρή αλλά φιλόξενη. Από την άλλη τον απέραντο ηλειακό κάμπο που καλωσορίζει ανοιχτόκαρδα τους επισκέπτες του. Δε λέω, να πάνε και στη Μύκονο και στο Ντουμπάι και όπου τραβάει η ψυχή τους. Να ανοίξουν τα φτερά και το μυαλό τους. Να μην ξεχάσουν όμως το χωριό τους. Όποιος δε μαθαίνει τις ρίζες του, δε μαθαίνει τον ίδιο του τον εαυτό. Ο άνθρωπος, στην τελική, μπορεί να ξεφύγει από τα πάντα: τη φτώχεια, την αμορφωσιά, τη ρουτίνα του. Το μόνο από το οποία δεν μπορεί να ξεφύγει είναι οι καταβολές του. Σε κάθε μας κύτταρο βρίσκεται ένα κομμάτι από το παρελθόν. Αυτό κληροδοτούμε στους απογόνους μας και δημιουργούμε το μέλλον.
Όπως και να ’χει, το σημαντικό είναι να νιώθουμε περήφανοι για τον τόπο μας και να μην τον λησμονούμε. Δεν υπάρχει πιο πικρό θέαμα από το ερειπωμένο χωριό που κάποτε έσφιζε από ζωή. Ή από το χωριό που έχει πλήρως εγκαταλειφθεί από τους ντόπιους και τα οικήματα έχουν πουληθεί σε παντελώς άσχετους με την κουλτούρα, την ιστορία, τον ιδιαίτερο πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα του τόπου αυτού.
Κλείνω τον κύκλο της αναπόλησης των διακοπών στο χωριό με μία σκέψη ενός παλιού ναυτικού που έχει πια ‘αράξει’ εκεί.

«Πέντε φορές εγύρισα
Την υφήλιο όλη.
Μα την ομορφιά
Του μικρού μου του χωριού
Δεν την εξεπέρασε καμιά μεγάλη πόλη!»

Καλό χειμώνα σε όλους με υγεία!

 

———————————–
Προπύρα : αρχαιοελληνικό είδος ψωμιού, το όνομά της φανερώνει την τεχνική ψησίματος σε παραδοσιακό κτιστό ξυλόφουρνο που χρησιμοποιούταν για την παραγωγή της, δηλαδή προ της πυράς. Πασπαλισμένη με νιφάδες θαλασσινού αλατιού
Τουλουμοτύρι :τυρί που ωριμάζει μέσα σε τουλούμια, δηλαδή αναποδογυρισμένα τομάρια ζώων όπου οι τρίχες είναι προς την εσωτερική πλευρά και ακουμπούν το τυρί.
Γαριδοπέτουλες : Στα αβαθή νερά της λιμνοθάλασας του Γέρακα Λακωνίας, κάποιοι ψαράδες χρησιμοποιούν ακόμη μια αρχαία μέθοδο για το ψάρεμα της μικρής γαρίδας. Βυθίζουν στη λιμνοθάλασσα κλαδιά από θάμνους Οι γαρίδες συγκεντρώνονται στα ξερά κλαδιά των θάμνων και στη συνέχεια οι ψαράδες τους ανασηκώνουν και συγκεντρώνουν αυτό τον εκλεκτό μεζέ σε απόχες. Η γαριδοπέτουλα είναι ένας χυλός με μυρωδικά που τηγανίζεται.
Σαΐτια η καλτσούνια : χωριάτικο φύλλο σε σχήμα φακέλου γεμιστό με χόρτα.
Γκόγκλιες ή γκόγκες : σπιτικό ζυμαράκι που πλάθουμε σε ροδέλες, κόβουμε, βράζουμε και στη συνέχεια “καίμε” σε πρόβειο βούτυρο
Αρμάθια :αποξηραμένα χόρτα για βρώση περασμένα σε κλωστή
Κατσουλέρια : μικρές ντόπιες ελιές
Σαμουσάδες : βυζαντινή εκδοχή του μπακλαβά
Στέρνα : είδος χτιστής δεξαμενής για αποθήκευση βρόχινου νερού.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook