Διακοπή

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Ξύπνησα, λέμε!»

«Εμένα μου λες; Άντε, σε περιμένουμε τόση ώρα!»

«Έρχομαι, είπα!»

Ο Άγης  έριξε ένα φαρμακερό βλέμμα στη μητέρα του και μπήκε στο ασανσέρ.  Κάθισε με το μέτωπο πάνω στον κρύο καθρέπτη και  μόρφασε. Στη μύτη του υπήρχε ένα τεράστιο  σπυρί. Προσπάθησε να το σπάσει.

«Χίλιες φορές σου είπα να μην τα πειράζεις!» Δεν της έδωσε σημασία και το πύον πετάχτηκε στο τζάμι. Το ασανσέρ σταμάτησε και ο Άγης έσυρε το κουφάρι του ως το αυτοκίνητο. Κάθισε αναπαυτικά και  έγειρε πίσω το κεφάλι του, για να ξυπνήσει μόλις το αμάξι σταμάτησε.

«Γιατί δεν με πας μέχρι την πύλη;»

«Δυο βήματα είναι, δεν θα πάθεις τίποτα να περπατήσεις ως εκεί, να ξυπνήσεις κιόλας. Πάλι ξαγρύπνησες ως αργά με το κινητό; Όλο το βράδυ άκουγα τα μηνύματα που έρχονταν.» Δεν της έδωσε σημασία και έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω του. Εφτά ώρες μαρτύριο έπρεπε να περάσει βαριόταν να ξεκινήσει και καυγά.  Κάθισε στο θρανίο του, έκρυψε τα ακουστικά κάτω από τα μακριά μαλλιά του και έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα, εξαφανίστηκε.

Όταν η μητέρα του επέστρεψε τον βρήκε μισοξαπλωμένο στην καρέκλα μπροστά στον υπολογιστή  να παρακολουθεί βιντεάκια στο youtube, φορώντας τα ακουστικά και  γελώντας μόνος του.

«Καλησπέρα καρδιά μου, πως τα πέρασες σήμερα;»

«…»

«Έφαγες;»

«Ε, ναι, αν και το ψυγείο είναι άδειο» της είπε με τόνο επίπληξης.

«Διάβασες;» του αντέτεινε αυτή

«…»

«Άγη, διάβασες;»  του είπε τραβώντας τα ακουστικά.

«Δεν έχω τίποτα».

«Είναι δυνατόν; Πως γίνεται να μην έχεις ποτέ, τίποτα; Άγη, κανόνισε! Πόσα ιδιαίτερα να πληρώσω; Οι βαθμοί πλησιάζουν κι εσυ το μόνο που κάνεις όλη μέρα είναι youtube, playstation και να στέλνεις μηνύματα στους φίλους σου».

«Έχουν συνάντηση οι καθηγητές αύριο, δεν έχω καν σχολείο!» Το κινητό του χτύπησε και κείνος το σήκωσε μη δίνοντας της χρόνο να συνεχίσει

«Έλα Σουρικάτα, τι κάνεις; Τι λες ρε φίλε!» προχώρησε προς το παντζούρι το έκλεισε και άνοιξε το playstation.

«Ναι , σε πέντε λεπτά συνδέομαι».

Η μάνα του κάθισε μπροστά από την οθόνη.

«Για μεθαύριο διάβασες;» τον ρώτησε επιτακτικά.

«Μου παράγγειλες τα καινούρια ακουστικά;»

Η μητέρα του ξεφύσησε εκνευρισμένη.

«Κάθε μέρα θες και κάτι, καινούρια ακουστικά, καινούρια θήκη,  άλλη μητρική.  Και εγώ θέλω κάτι! Θέλω να διαβάζεις. Δεν έχεις καμιά άλλη υποχρέωση, ούτε το κρεβάτι σου δε στρώνεις. Τίποτα δεν κάνεις μέσα σε αυτό το σπίτι. Δεν είναι κατάσταση αυτή, είσαι ολόκληρος άντρας πια…»

Έκανε να φορέσει τα ακουστικά  κοιτώντας τη με ύφος μπλαζέ.

«Σου μιλάω!» ξεφώνισε εκνευρισμένη και του τα τράβηξε

«Αν τα χαλάσεις θα μου πάρεις καινούρια».

«Τίποτα δεν σου παίρνω! Τέλος!»

«Είναι υποχρέωση σου, να μην έκανες παιδιά!»

«Και εσύ έχεις υποχρέωση, να διαβάζεις! Όσο εσύ δεν το κάνεις και εγώ…» Ο Άγης έβαλε τα ακουστικά και  άκουσε τη φωνή του φίλου.

«Σε ψέλνει και σένα ρε μαλάκα;»

«Δε μπορώ να καταλάβω τι πρόβλημα έχει, αφού κάνω αυτό ακριβώς που με έμαθε. Να περνώ καλά! Και θα πέρναγα καλύτερα αν δεν μ’ έπρηζε και μου ‘παίρνε όσα θέλω! Πρόσεχε!» φώναξε στο φίλο του και αφοσιώθηκε στο παιχνίδι τους.

Ένιωθε εξαντλημένος από τη συνεχή προσοχή που έπρεπε να δείχνει στο παιχνίδι, παρ`όλα αυτά δεν ήθελε ακόμα να τα παρατήσει εξαιτίας της αδρεναλίνης.  Είχε καταφέρει να σώσει το φίλο του αρκετές φορές και άλλες τόσες εκείνος αυτόν. Είχε κάνει ένα σωρό kills και είχαν καταφέρει να ξεκολλήσουν από το επίπεδο που τους παίδευε. Είχε ζήσει μια γεμάτη εικονική ζωή, που σε κάθε βήμα έπρεπε να πάρει  σημαντικές  αποφάσεις  ζωής και θανάτου. Ξαφνικά η οθόνη έκλεισε.

«Ρε μάνα έκλεισες το ρεύμα πάλι;»

«…»

«Μάνα!»

Σηκώθηκε εκνευρισμένος και έβγαλε το κινητό του για να φωτίσει, ήταν νεκρό. “What the fuck!Το ξέχασα αφόρτιστο;”.

Πήγε ως τον πίνακα του ρεύματος ψηλαφητά. Οι ασφάλειες έμοιαζαν εντάξει. “Να πάρει! Διακοπή ρεύματος!” σκέφτηκε και σύρθηκε ως την τουαλέτα.  Πόση ώρα κρατιόνταν; Αναρωτήθηκε καθώς ανακουφίζονταν.

«Μαμά;»

«…»

Προχώρησε προς την κουζίνα, σέρνοντας τα βήματα του. Ο πατέρας του και η μητέρα του κάθονταν στο τραπέζι και έτρωγαν  υπό το φως των κεριών.  Η μητέρα του χαμογέλασε και τον ρώτησε αν πεινά. Της έγνεψε καταφατικά και κείνη πήγε ως την κατσαρόλα και του γέμισε ένα πιάτο μακαρόνια με κιμά ως πάνω.

«Πόσο έβαλες;» διαμαρτυρήθηκε.

«Πρέπει να το φάμε όλο, ειδάλλως θα χαλάσει.»

«Ε… Πόση ώρα θα κάνει να έρθει το ρεύμα;»

«Η σωστή ερώτηση είναι , πόσες μέρες…» είπε γαλήνια ο πατέρας του χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του από το πιάτο του.

«Μέρες;»

«Από σένα εξαρτάται, καρδιά μου» του είπε γλυκά η μητέρα του.

«Από μένα;»

«Έχεις καταλάβει πόσες ώρες έπαιζες;»

«Πόσες ;» τους ρώτησε προκλητικά

«Παίζεις από χθες το απόγευμα…» του είπε σοβαρός ο πατέρας του κοιτώντας τον κατάματα.

«Από χθες;»

«Ναι, από χθες! Αν είχες σχολείο, δεν θα ‘χες πάει!» ύψωσε τη φωνή της η μητέρα του και αμέσως μετά μίλησε σε πιο συγκρατημένο τόνο.

«Είπαμε φάση είναι, θα περάσει. Είπαμε θα βαρεθείς. Τελικά βαρεθήκαμε εμείς να περιμένουμε, πότε θα βαρεθείς. Και δεν είναι μόνο το playstation, αλλά και το ρημαδοκινητό, και ο υπολογιστής. Τα φίλτρα και τους κόφτες, έμαθες να τα βγάζεις γρήγορα. Το να σου κόψουμε το ιντερνέτ δεν είχε νόημα, θα έβαζες κάρτα, θα έπαιρνες από το  γείτονα… Οπότε αποφασίσαμε, μαζί με τους γονείς των άλλων, να κόψουμε το ρεύμα».

«Να κόψετε το ρεύμα;» ψέλλισε κοιτώντας τους αποσβολωμένος. Η μητέρα του του γνέψε θετικά και απέστρεψε το βλέμμα της.

«Πάτε καλά; Και τι εννοείτε με τους γονείς των άλλων;»

«Των φίλων σου» εξήγησε μειλίχια ο πατέρας του τελειώνοντας το φαγητό του.

«Ρε πάτε καλά;» ούρλιαξε ο Άγης. Το ξέσπασμα του κράτησε αρκετή ώρα και τελικά κλειδώθηκε στο δωμάτιο του. Ξάπλωσε στο κρεβάτι του και κοιτούσε το ταβάνι, ώσπου βαρέθηκε. Έπειτα κοίταξε την νεκρή συσκευή στην  παλάμη του. “Τώρα τι κάνουμε;” Σκέφτηκε. Η ματιά του έπεσε σ΄ένα βιβλίο που είχε ξεκινήσει πριν κάτι μήνες. Ξεφύσησε συγχυσμένος και του γύρισε την πλάτη.

«Πώς είναι;» ρώτησε ο πατέρας του.

«Ηρέμησε προς το παρόν. Πιστεύεις πραγματικά πως θα πιάσει;»

«Εεε… Κι αν δεν πιάσει , τουλάχιστον θα χει περάσει μερικές ώρες μακριά από τις οθόνες».

«Μιας και δεν έχει σίδερο σήμερα, τι λες να αράξουμε στο κρεβατάκι μας υπό το φως των κεριών;»

«Λέω ότι είναι εξαιρετική ιδέα και να κλείνουμε πιο συχνά τον μετρητή!» της ψιθύρισε και χαχάνισαν και οι δυο.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook