Έτρεχε. Έτρεχε να προλάβει γι’ άλλη μια φορά. Κουρασμένος και ιδρωμένος, πάλευε με τσίκνα, τηγάνια και παράλογες απαιτήσεις για το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, ωστόσο ακόμα και τώρα που σχόλασε έτρεχε. Βιαζόταν να προλάβει τα χειρότερα, ελπίζοντας πως θα είχε μια από τις σπάνιες ειρηνικές βραδιές. Μα μέσα του δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι, στο πίσω μέρος του μυαλού του παίζονταν τα χειρότερα δυνατά, μα τόσο ρεαλιστικά, σενάρια.
Έτσι χαμένος στις σκέψεις του, έφτασε αλαφιασμένος στη πόρτα της γκαρσονιέρας που με τόσο κόπο μίσθωνε, πήρε μια βαθιά ανάσα, μπήκε μέσα και την αντίκρισε.

Καθόταν, ως συνήθως, στο σαλονάκι με τα κόκκινα μαξιλάρια και έπαιζε βιντεοπαιχνίδια. Δεν χρειάστηκε καν να αναγκαστεί να κάνει πως τη φιλάει, όπως έκανε συνήθως απλά για να τη μυρίσει. Γύρω της είχε τρία άδεια μπουκάλια ρετσίνα και τα μάτια της είχαν εκείνη τη δυστυχώς τόσο γνωστή, σχεδόν δαιμονική λάμψη.
«Ώου! Ήρθε ο μεγάλος σεφ! Τι έγινε χόρτασες με τα πουτανάκια σου ενώ εγώ είμαι κλεισμένη εδώ τόσες ώρες μόνη;» είπε, πετώντας το χειριστήριο στο φρύδι του ανοίγοντας ξανά τη παλιά του πληγή.
Εκείνος έσκυψε στωικά και το μάζεψε, μαζεύοντας παράλληλα όλο του το σθένος ώστε να μην κλάψει γι’ άλλη μια φορά και να της απαντήσει όσο πιο ήρεμα και λογικά μπορούσε.
«Μα, αγάπη μου, σχολάω στις δώδεκα και τώρα είναι δώδεκα και τέταρτο. Ήρθα τρέχοντας όπως πάντοτε. Δεν υπάρχει καμία άλλη πέρα από εσένα και το ξέρεις, μα ακόμα και να υπήρχε σου εξηγώ ότι δεν υπάρχει χρόνος. Δες το λίγο λογικά σε παρακαλώ. Όσο δεν δουλεύω είμαι εδώ μαζί σου.» Μα στην κατάσταση της δεν υπήρχε λογική. Άλλωστε, τα τελευταία τρία χρόνια αυτή ήταν πάνω κάτω η καθημερινότητα τους. Κι όμως υπήρχε εποχή, τότε στην αρχή, που ήταν ερωτευμένοι, εκείνος τουλάχιστον, μα ο έρωτας κρατάει όσο το μυστήριο, έτσι δεν λένε; Πως μπορούσε να ξέρει ότι αυτό το όμορφο κορίτσι που εμφανίστηκε τόσο ξαφνικά στη ζωή του, ω, σαν ένα πληγωμένο σπουργιτάκι, ταλαιπωρημένο και κατατρεγμένο με μια ζωή μίσους και κακοποίησης, έκρυβε μέσα του ένα οργισμένο τέρας;

Εκείνη εγκατέλειψε τη χώρα της αφήνοντας τα πάντα πίσω για να ‘ναι μαζί του, όπως δεν παρέλειπε ποτέ να του υπενθυμίζει, κι εκείνος έκανε πέρα καθετί δικό του, για να της το ανταποδώσει, αφιερώνοντας τον εαυτό του ολοκληρωτικά για το καλό της. Πίστευε πως με αγάπη και κατανόηση θα μπορούσε να γιατρέψει όλα τα κακά που εκείνη υποστήριζε πως της είχαν συμβεί. Όσο ο καιρός περνούσε η ιστορία της όλο γέμιζε «τρύπες». Μέσα στη ζάλη του αλκοόλ και την φρίκη των ψυχικών διαταραχών οι λεπτομέρειες έχαναν τη συνοχή τους. Μία ότι το παιδί της πέθανε από εγκληματική αμέλεια του πρώην της, που τον έβαλε φυλακή και μία ότι είναι ζωντανό και της το είχαν πάρει κατηγορώντας εκείνη. Μία πως οι γονείς της την κλείδωναν σε ντουλάπα σαν τον Χάρρυ Πότερ και της είχαν σπάσει το κεφάλι με σφυρί, ενώ σημάδια δεν είχε. Όποια και να ήταν η αλήθεια, εκείνος δεν μπόρεσε ποτέ να την μάθει, ακόμα και όταν τα άφησε όλα και πήγαν μαζί στη χώρα της μήπως και τα πράγματα βελτιώνονταν (για εκείνη πάντα!), παρόλο που είχε σε μια γωνιά του απελπισμένου του νου να την αφήσει τελικώς εκεί. Όταν κι εκεί ακόμα ο ίδιος, δύο φορές κόντεψε να χάσει τη ζωή του, τελικά επέστρεψαν μαζί πίσω στην Ελλάδα της κρίσης.

Τώρα στις φτωχογειτονιές που μετά βίας συντηρούνταν, η πραγματικότητά του έμοιαζε σαν ένας ξεκάθαρος μονόδρομος. Ή θα την έκανε καλά ή άπλα δεν θα σταματούσε ποτέ να προσπαθεί. Για άλλη μια φορά δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τις ίδιες επαναλαμβανόμενες σκέψεις από το να πλημμυρίσουν σαν χείμαρρος το μυαλό του. Εξάλλου τόσα χρόνια έψαχνε άδικα τη λύση στο πρόβλημα του, ένα πρόβλημα που και ο ίδιος πολλές φορές αρνιόταν πεισματικά να παραδεχτεί.
«Να ξέρεις, θα φύγω.» του είπε για μια ακόμα φορά.

Η καρδιά του σκίρτησε για μια στιγμή σε ένα αλλοπρόσαλλο συνονθύλευμα ελπίδας και φόβου. Τόσο πολύ τον είχε εξουθενώσει αυτό το συναισθηματικό τρενάκι του τρόμου τα τελευταία χρόνια ώστε, πέρα από τις σκέψεις του, ακόμα και τα συναισθήματα του ήταν μπερδεμένα, αν όχι ολότελα κατεστραμμένα. Από τη μία ήξερε πως αν φύγει ίσως επέλθει η λύτρωση που τόσο λαχταρούσε. Από την άλλη αυτό που τον φόβιζε περισσότερο απ’ όλα ήταν ο φόβος της αποτυχίας. Είχε βρεθεί λίγος και στο παρελθόν, σπουδές, χόμπι, σχέσεις, δουλειές, οι αποτυχίες είχαν συσσωρευτεί στα λίγα του χρονιά κι ένιωθε πως δεν τον έπαιρνε να ‘χει κι άλλες. Όχι, ειδικά όχι σε αυτή τη περίπτωση που αφιερώθηκε ολοκληρωτικά για να είναι εκείνη καλά. Μα ποιον κορόιδευε; Ήξερε πως δεν επρόκειτο να φύγει και απλά τον βύθιζε ξανά σε εκείνο τον συναισθηματικό λαβύρινθο που οδηγούσε τελικά στο ίδιο αναπόφευκτο αδιέξοδο.
Πριν ακόμα προλάβει να βάλει τις σκέψεις του σε μια κάποια τάξη, έπεσε επάνω του και τον φίλησε με λυσσασμένο πάθος προσπαθώντας να του βγάλει τα ρούχα με μεθυσμένη μανία. Εκείνος, αν και το τελευταίο που ήθελε ήταν να ανταποκριθεί, ήξερε πως έπρεπε, προκειμένου να αποφύγει τα χειρότερα. Έτσι προσπάθησε να χαλαρώσει και κατέληξαν στο κρεβάτι. Ενώ ήταν από πάνω της και όλα φάνηκαν να φτιάχνουν έστω προσωρινά, τα μάτια της ξαφνικά σαν να νέκρωσαν κι άρχισε να κοιτάει τον τοίχο σταματώντας να ανταποκρίνεται στις κινήσεις του. Εκείνος σταμάτησε και τη ρώτησε τι τρέχει. Του είπε να μην σταματήσει και να τελειώνει. Της είπε πως δεν έχει νόημα αν δεν το απολαύσουν και οι δυο και γύρισε να την αγκαλιάσει με στοργή ελπίζοντας πως θα ηρεμήσει και θα κοιμηθούν. Αντ’αυτού άρχισε να τον βρίζει και να τον κλωτσάει κατηγορώντας τον ότι με τις πουτάνες του τα κάνει όλα ενώ με εκείνη δεν θέλει. Τη πήρε μια σφικτή αγκαλιά κι ενώ εκείνη έκλαιγε, έσπρωχνε κι έβριζε, τελικά γονάτισε κι άρχισε να τον γλύφει μέχρι που έγινε ξανά σκληρός και του κούνησε το κώλο της προκλητικά. Μπήκε μέσα της με μίσος και τη σφυροκόπησε μέχρι που τελείωσε δυνατά στη πλάτη της. Τουλάχιστον τον άφησε έστω αυτή τη φορά να τραβηχτεί.

Ξάπλωσε δίπλα της σωματικά και ψυχολογικά εξουθενωμένος και κοιμήθηκε.

Το επόμενο ξημέρωμα τους βρήκε και τους δυο εξαντλημένους από το βραδινό επεισόδιο. Τουλάχιστον όταν ήταν κουρασμένη δεν είχε βίαιες εξάρσεις. Επίσης, έτυχε να θυμηθεί ότι ήταν τα γενέθλια του οπότε επέλεξε να του δωρίσει μια, όχι και τόσο σπάνια, άλλα ολότελα ανειλικρινή, απολογία για το χτεσινό κατηγορώντας το αλκοόλ και τη μοναξιά. Εκείνος την αγκάλιασε και τη φίλησε εξηγώντας της όπως πάντα, πως δεν χρειάζεται να του απολογείται, ότι καταλαβαίνει τι περνάει και πως μαζί θα τα ξεπεράσουν όλα. Είχαν ανάγκη να το πιστέψουν και οι δύο, μα εκείνος λίγο περισσότερο.

Οι ώρες πέρασαν μέχρι που τελικά πήγε ξανά στα τηγάνια και τις σχάρες για ακόμα ένα βασανιστικό οκτάωρο. Σχόλασε και βρέθηκε πάλι να τρέχει στο δρόμο του γυρισμού κουβαλώντας το γνώριμο του άγχος. Έφτασε στη πόρτα, πήρε μια βαθιά ανάσα και την άνοιξε έτοιμος για όλα. Δεν ήταν κανείς εκεί. Φώναξε ξανά και ξανά κοιτάζοντας τριγύρω μέσα στην γκαρσονιέρα ψάχνοντας την. Ανησύχησε μην είχε κάνει καμιά τρέλα όπως είχε αποπειραθεί και στο παρελθόν. Ενώ η απελπισία τον κυρίευε τα μάτια του έπεσαν σε ένα διπλωμένο χαρτί.

«Στο είχα πει πως θα φύγω. Μην με αναζητήσεις. Είμαι με τον Τάδε εδώ και καιρό.»
Αυτό ήταν. Τρεις αράδες αχαριστίας για τρία χρόνια καμμένα για πάρτη της. Το έσκισε σε χίλια κομμάτια ουρλιάζοντας, μην έχοντας άλλο τρόπο να διαχειριστεί το μέγεθος αυτής της προδοσίας. Έσπασε τα πάντα γύρω του κι έμεινε γονατισμένος στα συντρίμμια των επιλογών του να κλαίει με το κεφάλι ανάμεσα στα χεριά. Όλα γύριζαν, όλα ήταν χαμένα. Τόσος χρόνος, τόσος κόπος για το τίποτα. Είχε αποτύχει.

Μετά από λίγο, αφού ανέκτησε τα ψήγματα αυτοκυριαρχίας που του απέμεναν, σηκώθηκε, γύρισε ίσια τη καρεκλά, έστριψε ένα τσιγάρο κι άνοιξε την τηλεόραση. Τον υποδέχτηκε ο Λάκης με τα ψηλά ρεβέρ και του χάρισε τη σοφία του «Αυτός ο άλλος».