Διώνη

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Καθισμένη στον άνετο καναπέ του σπιτιού της, κοιτάζει ανέκφραστη στο κενό. Το ποτήρι με το γλυκό κόκκινο κρασί απλά ακουμπά τα χείλη της, δεν το αφήνει να κατέβει ο κόμπος στον λαιμό. Πριν λίγη ώρα πληροφορήθηκε τον θάνατο της πολυαγαπημένης γιαγιάς της.

Είχε να την δει 7 χρόνια περίπου, από τότε που έφυγε. Η γιαγιά της ήταν εκείνη που την έπεισε. Με συνοπτικές διαδικασίες την έδιωξε σχεδόν, για την Αγγλία. Η Διώνη αρχικά ήταν αρνητική αλλά τα πράγματα στην Ελλάδα είχαν δυσκολέψει πολύ, έτσι άκουσε την γιαγιά της και έφυγε μακριά για το καλό της. Πριν φύγει μάλιστα η γιαγιά της την έβαλε να υποσχεθεί να μην γυρίσει ούτε μετά τον θάνατο της. Κάτι που φέρνει σε δύσκολη θέση την Διώνη αυτή την στιγμή. Δεν γίνεται να μην πάει να αποχαιρετήσει τον άνθρωπο που την μεγάλωσε και την προστάτευε σαν σπάνιο φυλαχτό. Η γιαγιά της ήταν σαν φύλακας άγγελος, ήξερε πάντα πότε και πως θα την βοηθήσει. Ήταν πάντα εκεί ακόμα και όταν η Διώνη έπρεπε να πάρει το μάθημα της. Την άφηνε να κάνει λάθη, λάθη που γινόντουσαν μαθήματα ζωής. Την λάτρευε αυτή την γυναίκα και ταυτόχρονα την φοβόταν. Ήταν σαν να τα ήξερε όλα πριν γίνουν και τον λόγο που γίνονται. Έβγαινε πάντα σωστή σε όλα της τα λόγια, κάτι που ήταν πολύ ενοχλητικό για μια νεαρή κοπέλα.
Ανασηκώθηκε και πήρε μια βαθιά ανάσα. Θα πάω, είπε σαν να βρισκόταν και κάποιος άλλος στο δωμάτιο. Χωρίς να χάσει χρόνο, ετοίμασε τα πράγματά της και έφυγε.

Μέχρι να φτάσει στην Αθήνα η Διώνη αγανάκτησε. Καθυστερήσεις, αναβολές πτήσεων, έχασε ακόμα και την βαλίτσα της. Να δεις που έχει θυμώσει μαζί μου, σκέφτηκε με το που πάτησε το πόδι της στην Αθήνα και χαμογέλασε μουδιασμένη.

Το πρώτο τηλεφώνημα ήταν από τον δικηγόρο της γιαγιάς της, που την πληροφόρησε ότι τα τελευταία χρόνια είχε μετακομίσει από την πρωτεύουσα στο χωριό. Ότι η κηδεία έγινε άμεσα, κατ’ εντολή της πελάτισσας του και ότι είχε να της παραδώσει τα κλειδιά των σπιτιών στο χωριό και στην Αθήνα. Η Διώνη, μετά το ραντεβού μαζί του, έπρεπε να ταξιδέψει άλλες 5 ώρες οδικώς για τις Μηλιές, το χωρίο της γιαγιάς της. Φυσικά έχασε το τελευταίο λεωφορείο και αναγκάστηκε να νοικιάσει ένα αυτοκίνητο. Ταξίδεψε όλη νύχτα και έφτασε στην περιοχή ξημερώματα, αφού χάθηκε τουλάχιστον 3 φορές. Μετά από οδηγίες των ντόπιων έφτασε επιτέλους έξω από το επιβλητικό παλιό σπίτι.

Η εικόνα του είναι σαν να χαράζεται με το ζόρι στην σκέψη σου. Στέκει εκεί στην μέση του πουθενά, σαν να θέλει να σου δείξει ποιος είναι ο άρχοντας της περιοχής. Τρομακτικό σαν την γιαγιά, σκέφτηκε η Διώνη. Κατέβηκε αργά και προσεκτικά από το αυτοκίνητο της, σαν να μην ήθελε να την ακούσει κάποιος. Μα ποιος να την ακούσει σε αυτή την ερημιά.

Προχώρησε στις σκάλες και κοίταξε πιο προσεκτικά το σπίτι. Μα δεν έχει παράθυρα! Τα πέτρινα κουφώματα στέκουν κενά. Τρελάθηκε αυτή η γυναίκα! Μα πως έμενε εδώ πέρα; Αμέτρητες ερωτήσεις κατέκλυσαν το μυαλό της. Μου αρέσει που έχει πόρτα, είπε και χαμογέλασε συνωμοτικά. Έφτασε στην είσοδο και έβγαλε το κλειδί από την τσάντα της. Το έβαλε προσεκτικά στην ασημένια περίτεχνη κλειδαριά της βαριάς ξύλινης πόρτας. Είναι και κλειδωμένα! Συνειδητοποίησε και το γέλιο της πλέον ήταν ξεκάθαρο και δυνατό στην ησυχία. Αχ βρε γιαγιά, είπε και έσπρωξε με δύναμη την πόρτα.

Ένα αεράκι την φύσηξε απότομα στο πρόσωπο της και αναρίγησε. Έκανε ένα βήμα μπροστά και βρέθηκε σε ένα άδειο μεγαλοπρεπές δωμάτιο παραδομένο στην φθορά του χρόνου. Αριστερά και δεξιά βρίσκονται δυο σκάλες που ενώνονται κυκλικά στο κέντρο του πρώτου ορόφου. Η αριστερή πλευρά είναι φτιαγμένη από ξύλο. Σαν ένα δέντρο να την αγκάλιασε με τις ρίζες του. Κλαδιά που μπλέχτηκαν σε χορό ανεβαίνουν προς τα πάνω και ανακατεύονται με την πέτρα της δεξιάς πλευράς με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Μα τι περίεργη κατασκευή, σκέφτηκε η Διώνη. Κοίταξε τριγύρω και δεν υπήρχε τίποτα που να μαρτυρά ότι κατοικούσε κάποιος άνθρωπος εδώ πριν λίγες ώρες. Μα τι στο καλό συμβαίνει γιαγιά, μονολόγησε. Ένας κρότος ακούστε από τον δεύτερο όροφο και η Διώνη τινάχτηκε σαν ελατήριο κρατώντας σφιχτά το στήθος της. Ωφ, τρελάθηκα από τον φόβο μου!

Άρχισε να ανεβαίνει την ξύλινη σκάλα προσεκτικά και εκείνη τρίζει σαν να πονά σπαρακτικά. Άγχος και φόβος τυλίγει την Διώνη όσο φτάνει στο σημείο που ενώνονται οι δύο σκάλες. Σταματά ακριβώς στο κέντρο και θαυμάζει τον τεράστιο πίνακα ζωγραφικής που βρίσκεται μπροστά της. Είναι ένα πανέμορφο ζευγάρι. Ένας επιβλητικός, μυστήριος νέος με μαύρα μακριά μαλλιά και μαύρα γατίσια μάτια. Φορά μαύρο κεντητό βικτωριανό κουστούμι με ασημένιες λεπτομέρειες και κρατά στην αγκαλιά του μια λεπτεπίλεπτη δεσποινίδα με ξανθά μακριά μαλλιά. Μα τι αντίθεση, σκέπτεται. Πόσο γλυκιά φαίνεται εκείνη και πόσο σκληρός εκείνος. Σαν πούπουλο την κρατά στα χέρια του και το αέρινο λευκό φόρεμα της, ίσα που καλύπτει το πορσελάνινο δέρμα της.

Η βαριά πόρτα που ξεκλείδωσε πριν λίγα λεπτά κλείνει απότομα και δυνατά πίσω της. Κόπηκε η ανάσα της Διώνης από την τρομάρα. Αν δεν πάθω καρδιά σήμερα…, είπε στον εαυτό της.

Με το κλείσιμο της πόρτας μετακινήθηκε και ο πίνακας. Δεν της έκανε εντύπωση της Διώνης, ο αέρας θα φταίει σκέφτηκε. Έπιασε με δύναμη να ισιώσει το τεράστιο έργο τέχνης, όταν ένιωσε ότι κάτι υπάρχει πίσω του. Τον πλάγιασε με προσοχή και ανακάλυψε μια μυστική πόρτα. Το ίδιο περίτεχνη με την σκάλα, μισή από ξύλο, μισή από πέτρα και τα δύο μαζί ενωμένα σαν να προστατεύει το ένα το άλλο. Ξαφνιασμένη αλλά γεμάτη περιέργεια χώθηκε στο κενό ανάμεσα στον πίνακα και την πόρτα, έσπρωξε απαλά και έντονο φως την τύφλωσε.

Έκλεισε τα μάτια της και έκανε πίσω ζαλισμένη. Ακούει φωνές γύρω της και ανοιγοκλείνει τα μάτια της για να δει καλύτερα αλλά η όραση της είναι θολή και έχει τρομάξει πραγματικά. Βρίσκεται σε ένα διαφορετικό σπίτι, με όμορφα σκαλιστά έπιπλα, με βαριές κεντητές κουρτίνες στα παράθυρα. Η σκάλα είναι από μάρμαρο και πάνω της κρέμονται λουλούδια. Άνθρωποι πηγαινοέρχονται σαν σκιές, κάτι περιμένουν και κοιτούν όλοι την πόρτα πίσω της. Ακούει κλάμα μωρού, η καρδιά της σφίγγεται. Η μορφή μιας γυναίκας, σαν υπηρέτρια σπρώχνει την μυστική πόρτα. Προχωρά στο υπέροχο δωμάτιο. Στέκεται μπροστά στο κρεβάτι με τα σκαλιστά τριαντάφυλλα στο ξύλο και τα μεταξένια υφάσματα. Μια γυναίκα θηλάζει ένα βρέφος και κλαίει από ευτυχία. Δίπλα της ένας μαυροφορεμένος άντρας συγκινημένος της χαϊδεύει τα ξανθά μαλλιά της. Και οι δύο ξαφνικά καρφώνουν το βλέμμα τους πάνω της. Η Διώνη παγώνει. Από μέσα της, σαν φάντασμα περνά η γιαγιά της, εντελώς διαφορετική, σαν από άλλη εποχή. Το ζευγάρι δείχνει τρομαγμένο. Η μάνα κρατά σφιχτά το παιδί στα χέρια της και ο πατέρας σηκώνεται όρθιος έτοιμος για μάχη. Κάτι μονολογεί η γριά γυναίκα και ξαφνικά οι δύο γονείς παγώνουν. Με ευκολία πήρε το μωρό στα χέρια της, γύρισε προς το μέρος της Διώνης και δυνατά της φώναξε. Σου είπα να μην έρθεις, ακόμα κι αν πεθάνω!

Μια λάμψη την τύφλωσε και βρέθηκε πάλι στο παλιό σπίτι, μπροστά στον τεράστιο πίνακα. Έξω έχει σχεδόν νυχτώσει και η Διώνη έχει χάσει την αίσθηση του χρόνου. Από την ένταση πέφτει στα γόνατα και κλαίει με λυγμούς, δυνατά και σπαραχτικά. Ένα χάδι στα μαλλιά της την κάνει να ανατριχιάσει, πετάγεται προς τα πίσω. Η γυναίκα του πίνακα είναι ζωντανή μπροστά της, κάνει ένα βήμα και απλά βγαίνει έξω από το χρυσαφένιο κάδρο. Ο άντρας και αυτός , αφού φτιάξει τον γιακά του, βγαίνει καμαρωτός και περήφανος. Στέκεται δίπλα στην γυναίκα του σαν στρατιώτης. Η Διώνη έχει κολλήσει στην άκρη της σκάλας και έχει παγώσει κυριολεκτικά. Η γυναίκα με μία κίνηση του χεριού της αλλάζει τον χώρο. Το σκοτάδι γίνεται φως και το παλιό καινούργιο. Τώρα ίσως νιώσεις καλύτερα γλυκιά μου, λέει στην Διώνη και της δίνει το χέρι χωρίς να την κοιτάζει στα μάτια. Εκείνη ένιωσε ασφάλεια και ανταπέδωσε. Σηκώθηκε και ακολούθησε την γυναίκα που την οδήγησε στο μυστικό δωμάτιο.

Εδώ ήρθες στην ζωή πριν εκατοντάδες χρόνια και ήταν πραγματικά ένα θαύμα Διώνη μου. Εγώ και ο πατέρας σου προερχόμαστε από δύο αντίθετους κόσμους, όμως αγαπηθήκαμε με όλη μας την ψυχή. Δυστυχώς η αγάπη μας, γέμισε με μίσος τις οικογένειες μας. Οι γονείς του μας τιμώρησαν παίρνοντας το φως από τα μάτια μου και την φωνή από τα χείλη του. Αυτό δεν ήταν ικανό όμως να μας λυγίσει. Η μητέρα μου επίσης, πίστευε ότι ο σύντροφος μου, αργά ή γρήγορα θα μου κάνει κακό, ότι είναι στην φύση του. Την ημέρα που σε γέννησα ήρθε με μια κατάρα στη αγκαλιά της. Μας τιμώρησε να μείνουμε για πάντα μαζί, φυλακισμένοι μέσα στον πίνακα που μας έκανε δώρο η ίδια. Μέχρι να μισήσει ο ένας τον άλλον, αυτή ήταν η ελευθερία μας. Αλλά αυτό ήταν αδύνατο να γίνει. Η αγάπη μας έγινε ακόμα πιο δυνατή. Σε πήρε μέσα από την αγκαλιά μου Διώνη και αυτό δεν της το συγχωρώ ακόμα και αν σε μεγάλωσε με αγάπη σε αυτή την εποχή για να σε προστατέψει.

Η Διώνη ακούει αποσβολωμένη τα απίστευτα λόγια και βλέπει μπροστά της απίστευτες εικόνες. Δεν ξέρει πλέον που ξεκινά η φαντασία και που η πραγματικότητα.

Η γιαγιά σου γύρισε μετανιωμένη και προσπάθησε για πολλά χρόνια να σπάσει την κατάρα που μας έριξε. Το μόνο που κατάφερε είναι να μπορούμε να ζούμε στο σπίτι αυτό ελεύθεροι αλλά χωρίς εσένα. Ο χρόνος έχει παγώσει και ζούμε κάθε μέρα την στιγμή της γέννησης σου, σε χάνω μέσα από την αγκαλιά μου συνεχώς κόρη μου.

Η γυναίκα αγκάλιασε σφιχτά την Διώνη και εκείνη ένιωσε όλη την θαλπωρή και την αγάπη της μάνας σε αυτή την αγκαλιά. Ένιωσε τα χέρια του πατερά να την τυλίγουν και να την σφίγγει απαλά. Ασφάλεια και σιγουριά στην αγκαλιά του και ας μην μπορούσε να μιλήσει. Ένα έντονο φως τους τυλίγει.

Ξαφνικά ακούγεται ένα τηλέφωνο να χτυπά. Η Διώνη πετάγεται τρομαγμένη. Μα που βρίσκομαι! Μα τι στο καλό συμβαίνει, αναρωτιέται και αλαφιασμένη κοιτάζει γύρω της. Το ποτήρι με το κρασί της έχει πέσει στο πάτωμα. Με ανοιχτό το στόμα κοιτάζει γύρω της. Όλο αυτό ήταν όνειρο! Ε όχι!

Θα τρελαθώ αλήθεια στο τέλος, μονολογεί και μπαίνει να κάνει ένα κρύο μπάνιο.

Ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή είναι σε αναμονή.
-Κυρία Αναστασίου, σας τηλεφωνώ από την Γραφείο Απολεσθεισών Αποσκευών. Η βαλίτσα σας βρέθηκε. Επικοινωνήστε μαζί μας για λεπτομέρειες. Σας ευχαριστώ.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook