Μόλις που έχω ξαπλώσει στον καναπέ μου όταν εκείνος εμφανίζεται.

Ο δαίμονας με τα πολλά πρόσωπα.

Ένα περίεργο πράγμα, όσα πρόσωπα κι αν έχει φορέσει όσα πρόσωπα και αν βρει ακόμη να βάλει σα μάσκες σε βενετσιάνικο καρναβάλι, πάντα μου μοιάζει. Η πιο πιστή μου αντανάκλαση, πιο πιστή ακόμη και από εκείνην στον καθρέπτη μου. Εκεί βλέπεις, με κοιτάζω χαμογελαστή, βαμμένη, μου κάνω γκριμάτσες σα παιδί. Ο δαίμονας ότι και αν θελήσω να δω στο τέλος μου δείχνει την αλήθεια. Την δική μου, προσωπική αλήθεια.

Και τι κοστούμια δεν έχει φορέσει για χάρη του καρναβαλιού που είναι η ψυχή μου. Μερικά βράδια ντύνεται αλκοόλ, κι άλλα ντύνεται παθιασμένος λιγομίλητος έρωτας. Μερικά πρωινά με περιμένει κρεμασμένος δίπλα από το παλτό μου ντυμένος άγχος κι άλλα πρωινά είναι ο πρώτος που μου λέει καλημέρα ντυμένος, σήμερα δεν θα σηκωθώ από το κρεβάτι. Μερικές φορές ντύνεται πολυλογάς, άλλες πάλι ντύνεται χαμόγελο. Έχει ντυθεί διανοούμενος, δεν πεινάω, είμαι απλά κουρασμένη, αχ βαριέμαι τώρα, συγγνώμη κάτι κάνω και δεν μπορώ να μιλήσω, ναι εννοείται θα πάμε για καφέ. Σωστό βεστιάριο κρατάει ο δαίμονας ανοιχτό και τακτοποιημένο για χάρη μου να μπορώ να απλώνω το χέρι να διαλέγω ανάμεσα σε τόσες και τόσες φορεσιές. Και φοράει πάντα το αγαπημένο μου άρωμα.

Παγωτό σοκολάτα και αυτοκαταστροφή.

Βέβαια, υπήρξαν τόσες και τόσες φορές που του έκλεισα την πόρτα στα μούτρα ή που ακόμη χειρότερα, πήρα τις φορεσιές του για αλήθεια. Μα εκείνες οι μέρες έχουν περάσει πια. Τώρα ο δαίμονας έχει γίνει σύντροφος. Πάει και έρχεται όπως του καπνίσει, διεκδικεί τον χώρο του στη ζωή μου, απαιτώ κι εγώ να τον αναγνωρίζουν όσοι ζουν παρέα μου. Θέλω οι άνθρωποι μου να μην τρομάζουν να τον δουν για αυτό που πραγματικά είναι. Ένα κομμάτι μου, όπως τα φουντωτά μαλλιά, το δυνατό γέλιο μου και το αστείο μου φτέρνισμα.

Σόρρυ παίδες, αλλά εάν με καλείτε στα πάρτυ σας η πρόσκληση αυτόματα γράφει ‘’συν ένας΄΄ και ο συν ένας μου θα είναι ο δαίμονας. Τον έχω εκπαιδεύσει καλά και απλά θα στέκεται σε μια γωνία χωρίς να μας χαλάσει το πάρτυ εκτός και αν υπάρχει καλό μαύρο τσάι και παγωτό. Του αρέσουν κάτι τέτοια.

Τι περίεργο πλάσμα που είναι. Άλλοτε γίνεται μια πιθαμή, ζητά αγκαλιές αλλάζει φωνή, ενθουσιάζεται με ένα κουτάβι, ένα μικρό δώρο, μαλλί της γριάς. Άλλοτε γρυλίζει απειλητικά σε όποιον υποψιάζεται πως πάει να με πληγώσει και πιστέψτε με, γίνεται σωστό τέρας άπαξ και καταλάβει πως κάποιος δικός μου πονάει, πληγώθηκε, αδικείται. Ο δαίμονας μου είναι τιμωρός και εραστής μαζί. Δάσκαλος και θεραπευτής. Αν είσαι εντάξει μαζί μου είναι ο καλύτερος φίλος σου. Αλήθεια, δεν υπάρχει λόγος να τον φοβάσαι.

Στην σημερινή του επίσκεψη δεν φοράει μάσκα, ούτε φορεσιά. Φαίνεται κι αυτός όσο κουρασμένη νιώθω εγώ.

Κοίτα μικρή, μας έχει φάει το άγχος τσάμπα και άδικα. Στο τέλος όλα θα γίνουν, πάντα έτσι πάει με εσένα απλά δεν θέλεις να το καταλάβεις, μου λέει καθώς κουρνιάζει στη πολυθρόνα.

Σηκώνομαι να βάλω τσάι να γίνεται. Μας αρέσουν και τους δύο κάτι τέτοια.

Εμένα άλλωστε μου αρέσει όταν δημιουργείς. Όταν γράφεις, όταν κλείνεσαι μέσα στον σκοτεινό θάλαμο ή κοιτάς μέσα από τη φωτογραφική σου.

Τον κοιτάω στραβά αλλά χαμογελάω. Βρε ψεύτη, μου έρχεται να του πω, εσύ τα λες αυτά που σπέρνεις μέσα μου όλη την ώρα ανησυχίες; Που όλο με κάνεις να πιστεύω πως δεν αξίζω;

Σαν να έχει διαβάσει τη σκέψη μου, χαμογελάει κι εκείνος.

Ρε μικρή, αφού το ξέρεις. Εγώ ντύνομαι ότι μου πεις να ντυθώ.

Ο γάτος μου πηδάει στην αγκαλιά του και τρίβεται στα φασματικά του χέρια. Καθώς σερβίρω το τσάι στην αγαπημένη μου κούπα ο δαίμονας γυρνάει και με κοιτάει.

Θα δεις, θα πάει φοβερά το πρότζεκτ σου. Και αυτό το κείμενο που σκέφτεσαι να γράψεις για εμένα, θα σου βγει αβίαστα και ας πέρασε τόσος καιρός από την τελευταία φορά που σκάρωσες λέξεις.

Κάθομαι μπροστά στο λάπτοπ και ανοίγω ένα νέο έγγραφο. Τον ακούω που γελάει καθώς ο γάτος μου γουργουρίζει στην αγκαλιά του.

Ει, μικρή; Μην ξεχάσεις να τους γράψεις εκείνο το ρομαντικό τετράστιχο που μου έγραψες ναι; Θα ήθελα να το διαβάσουν.

‘’ Οι Δαίμονες μου με ανάθρεψαν

Για αυτό φροντίζω τα χέρια που θα τους εναποθέσω

Να είναι το λίγο λίγο

Ματωμένα. ‘’