Χαλαρή Δευτέρα σήμερα. Ακούω ατάραχος και χαμογελαστός το λογύδριο του CEΟ της εταιρείας μου για τις χαμηλές πωλήσεις του τριμήνου. Πρέπει να δουλέψουμε περισσότερο και να ζητάμε λιγότερα. Να καταλάβουμε ότι οι καιροί αλλάζουν κι αυτά που ξέραμε κομμένα. Ότι με αυτά τα μυαλά δεν πάμε πουθενά κι όχι αυξήσεις και προαγωγές δεν θα δούμε, αλλά αν πολυζορίσουμε την κατάσταση, η μαμά εταιρεία δεν το έχει και σε τίποτα να μας κλείσει κιόλας. Δε με αγγίζουν αυτά που ακούω. Είμαι αλλού.

Στην άλλη άκρη του τηλεφώνου οργισμένοι πελάτες απαιτούν, παραπονιούνται, παρακαλούν, βρίζουν, απειλούν και προσβάλλουν. Πάντα κάτι δεν κάνουμε σωστά. Πάντα μπορούμε και καλύτερα. Ο ανταγωνισμός είναι πάντα καλύτερος και οικονομικότερος και πώς είναι δυνατόν εμείς να μην μπορούμε να είμαστε. Απαντώ ευγενικά και ήρεμα. Δε με απασχολούν αυτά που λένε. Είμαι αλλού.

Στην οθόνη του κινητού μου αναβοσβήνουν οι ενδείξεις των μηνυμάτων. Λίστες για σούπερ μάρκετ, οικονομικές εκκρεμότητες, λογαριασμοί απλήρωτοι, παράπονα που δεν παίρνω συχνά τηλέφωνο να μάθω νέα. Οι φίλοι (υπαρκτοί και διαδικτυακοί) τσακώνονται για τα πάντα. Πολιτικά, αθλητικά, κοινωνικά, αισθηματικά. Οι άντρες είναι βόδια, οι γυναίκες γαϊδάρες κλπ.κλπ. Γελάω μόνος μου. Δε μου λένε τίποτα όλα αυτά. Είμαι αλλού.

Στο δρόμο χαμός. Μισή ψιχάλα κι όλα παραλύουν. Κόσμος περιμένει στο φανάρι και στην υποψία πράσινου κορνάρουν δέκα αμάξια πιο πίσω. Οι οδηγοί βρίζουν τους πεζούς γιατί περνάνε αργά τη διάβαση κι αυτοί με τη σειρά τους βρίζουν γιατί οι οδηγοί θεωρούν το τιμόνι προέκταση του «εγώ» τους. Ρακένδυτοι μετανάστες προσπαθούν να βγάλουν μεροκάματο πλένοντας τα τζάμια μέσα στη βροχή. Τους διώχνουν με νεύρα αλλά αυτοί πάντα χαμογελάνε. Ο κουλουράς πάει πόρτα-πόρτα και προσφέρει δεκατιανό με μισό ευρώ. Όλο αυτό μου δημιουργεί μια γλυκιά ζάλη, αλλά αισθάνομαι ότι συμβαίνει σε κάποιον άλλον. Είμαι αλλού.

Στο μικρό γωνιακό καφενείο ένα ετερόκλητο βουητό από ανθρώπινες ομιλίες, μουσικές και φωνές της πόλης. Οι πελάτες φωνακλάδικα παραγγέλνουν κι ο καφετζής τρέχει κάθιδρος και πανικόβλητος αλλά πάντα χαμογελαστός να εξυπηρετήσει. Οι φίλοι μιλάνε συνέχεια με παράπονο. Για όλα. Την μίζερη και μη ανταποδοτική δουλειά, την γκρινιάρα μάνα, τον ανικανοποίητο πατέρα, την μονίμως απαξιωτική πεθερά, την παραιτημένη γυναίκα, τα ανυπάκουα παιδιά, τους προδότες και κηφήνες πολιτικούς, την αγάμητη αφεντικίνα και τον μικροτσούτσουνο διευθυντή τους, τον πρόεδρο που δεν χώνει λεφτά στην ομάδα να την κάνει Μπαρτσελόνα. Λίγο γελάω, αλλά αλήθεια δεν νιώθω να με αφορούν. Είμαι αλλού.

Κατεβαίνω με τα πόδια την Αριστοτέλους. Κουκουλώνομαι με το κασκόλ και τον σκούφο μου, ο Βαρδάρης όταν φυσάει δεν αστειεύεται. Οι μαγαζάτορες συζητάνε για την κρίση και αναπολούν τις παλιές καλές εποχές. Κάποιοι ηλικιωμένοι πελάτες τους βρίζουν ότι έφαγαν με χρυσά κουτάλια για τρεις γενιές και δεν δικαιούνται να ομιλούν. Αυτοί απαντούν ότι δέκα κακοί επιχειρηματίες αμαυρώνουν όλο τον κλάδο. Για γέλια; Για κλάματα; Δεν με απασχολεί. Είμαι αλλού.

Η πιτσιρικαρία σκυμμένη πάνω από τις οθόνες των κινητών. Εδώ ξεκάθαρα έχω χάσει επεισόδια. Πού και πού βλέπεις κι ένα απομονωμένο ζευγαράκι. Πιο κάτω μια πολιτική συγκέντρωση με ντουντούκες και πανό. Λίγα τα άτομα αλλά αν μη τί άλλο παθιασμένοι. Λίγο μου θυμίζουν την οργισμένη νιότη μου. Εδώ δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Ακόμα υπάρχουν ρομαντικοί που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο. Τους αγαπάω λίγο παραπάνω αυτούς γιατί θυσιάζονται πολλές φορές για να ξεκουνήσουν εμάς τους κυνικούς, τους συμβιβασμένους, τους παραιτημένους. Τους ακούω, παίρνω και το φυλλάδιο που μου δίνουν και συνεχίζω στην παραλία. Είμαι ακόμα αλλού. Για λίγο.

Κάθομαι σε ένα παγκάκι κι αγναντεύω. Τα καραβάκια κάνουν την βόλτα τους στο Θερμαϊκό. Η παραλία γεμάτη ποδηλάτες, δρομείς κι ανθρώπους που περπατάνε αργά. Αυτοσχέδιες μπάντες παίζουν τα αγαπημένα τους τραγούδια. Άλλοι στέκονται και τους ακούνε, άλλοι προσπερνούν αδιάφορα. Δίνουν έναν τόνο πιο χαρούμενο στη μουντάδα του βροχερού απομεσήμερου. Τους αφήνω ένα κέρμα στην ανοιχτή βαλίτσα της κιθάρας και με ευχαριστούν με ένα πλατύ χαμόγελο. Τους το ανταποδίδω και ξανακάθομαι στο παγκάκι. Είμαι εκεί που πρέπει.

Πίσω από τον Λευκό Πύργο εμφανίζεται η σιλουέτα σου. Μικρή και αδιόρατη στην αρχή, μεγαλώνει και παίρνει το σχήμα σου όσο πλησιάζεις. Προσπαθείς να πας κόντρα στον δυνατό αέρα, ώστε να πλησιάσεις όσο γίνεται πιο γρήγορα στον τελικό σου προορισμό. Το παγκάκι που έχω ήδη κάτσει. Το παγκάκι μας. Το απαραίτητο μεσημεριανό μας διάλειμμα πριν βουτήξουμε ξανά στην καθημερινή μας παράνοια..

Φτάνεις σχεδόν τρέχοντας δίπλα μου και μπαίνεις με φόρα στην αγκαλιά μου. Σε σφίγγω στα χέρια μου προσπαθώντας να σε ζεστάνω και συγχρόνως να ρουφήξω όση περισσότερο μπορώ από την ενέργεια που βγάζουν τα ενωμένα μας σώματα. Καθόμαστε με τα χέρια μας σφιχτά μπλεγμένα. Το κεφάλι σου ακουμπάει στον ώμο μου.
«Πώς είναι η μέρα σου αγάπη μου;»
«Μμμμμ..»
Κρατάς κλειστά τα μάτια σου και παίρνεις βαθιές ανάσες. Μετά με κοιτάς με αυτό το βαθύ βλέμμα, το ίδιο που είχε κάνει την καρδιά μου να σκιρτήσει εκείνη την πρώτη φορά που, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, πρωτοκάτσαμε στο ίδιο παγκάκι, εξαντλημένοι από μια θεότρελη μέρα, προσπαθώντας να πάρουμε ανάσες.
«Τώρα είμαι καλύτερα. Πολύ καλύτερα. Η δικιά σου ημέρα;»
«Όπως πάντα. Χάλια!»

Γελάμε δυνατά με ανακούφιση. Ξαναχώνεσαι στην αγκαλιά μου. Δε χρειαζόμαστε τίποτα άλλο. Ένα χρόνο τώρα, κάθε μεσημέρι, την ίδια ώρα, στο ίδιο παγκάκι. Χωρίς τηλέφωνο, χωρίς μήνυμα, χωρίς συνεννόηση. Δεν μιλάμε. Δεν χρειάζεται. Τα λένε όλα οι κοινές μας ανάσες. Όση ώρα χρειαστεί για να πάρουμε δύναμη ο ένας από τον άλλον. Είναι η δύναμη που μας κάνει να σηκωνόμαστε κάθε μέρα στα πόδια μας. Η δύναμη που μου έδωσες για να ξεκολλήσω από τον πάτο που ήμουν. Η δύναμη που σου έδωσα για να καταλάβεις πόσο αξίζεις ως άνθρωπος. Είμαστε εδώ. Μαζί. Και μόνο αυτό μετράει.
Σηκωνόμαστε και περπατάμε μαζί για λίγα μέτρα μέχρι να χωρίσουν ξανά οι δρόμοι μας. Τελευταία σφιχτή αγκαλιά.
«Αύριο;»
«Αύριο.»

(Σε ευχαριστώ για όλα. Ξέρεις εσύ…)