Έγειρε το κεφάλι στο πλάι και έστρεψε το βλέμμα της προς τον ουρανό. Σε λίγο θα χάραζε. Πέρα στις βουνοκορφές άρχισαν να αναφαίνονται οι πρώτες ηλιαχτίδες. Σε λίγο θα άρχιζε η καθημερινότητα για τη μικρή τους πόλη, η κουτσουρεμένη καθημερινότητα των τελευταίων χρόνων. Σε λίγο η θεία Ηλέκτρα θα σηκωνόταν κι θα έβρισκε το γράμμα. Σε λίγο θα τελείωναν όλα. Όπως τελείωσε και αυτή.

Η Ευσταθία σάλεψε κάτω από τις κουβέρτες και την έβγαλε από τις μαύρες σκέψεις της. Το πρόσωπο της στο φως του κεριού φαινόταν αφύσικα χλωμό. Όχι ότι δεν ήταν. Ένας υγρός βήχας την τάραξε για λίγα λεπτά κι η Ειρήνη πετάχτηκε δίπλα της. Σύντομα η κρίση πέρασε. Χωρίς αιμόπτυση αυτή τη φόρα. Καημένη Ευσταθία. Δεν άνοιξε καν τα μάτια της. Η Ειρήνη τη σκέπασε ξανά, σκούπισε το ιδρωμένο μέτωπο της και έκατσε ξανά στη θέση της, δίπλα στο παραθύρι.

Το σπίτι άρχισε να ξυπνάει. Η ώρα πλησίαζε. Σε λίγο θα έμπαινε η μάνα στο δωμάτιο. Θα άρχιζε να φωνάζει. Δε συμφωνούσε που η Ειρήνη πέρναγε όλες τις ώρες της με την Ευσταθία. Της έφτανε μια κόρη άρρωστη. Δε χρειαζόταν και δεύτερη. Η Ειρήνη όμως δεν μπορούσε να αφήσει την αδελφή της. Ακόμα θυμάται τη μέρα που την έφεραν από την Αθήνα. Κατάχλωμη, πετσί και κόκαλο. Είπε ότι την κούρασε το ταξίδι. Κάνεις δεν την πίστεψε και ας έκαναν μια ολόκληρη μέρα να φτάσουν. Πήγε αμέσως να ξαπλώσει. Ο πατέρας είπε ότι τη βρήκε σε κακά χαλιά, σε ένα άθλιο υπόγειο μαζί με άλλες δύο κοπέλες που έβηχαν κι αυτές αίμα. Μέρες είχαν να φάνε, την έβγαζαν με ξεροκόμματα. Η Ευσταθία είχε να πατήσει πάνω από μήνα στη δουλειά της στην τράπεζα, αυτοί τους ειδοποίησαν. Τραγικά τα πράγματα στην Αθήνα, τους ψιθύρισε ο πατέρας, σα να φοβόταν να ακούσει κι ο ίδιος τη φωνή του. Οι Γερμανοί έχουν επιτάξει τα πάντα. Τροφή ούτε για αστείο. Το πανεπιστήμιο κλειστό για μήνες, όχι ότι άντεχε να πάει η Ευσταθία. Στην τράπεζα συνθήκες τριτοκοσμικές. Δεν μπορούσα να φανταστώ ποτέ ότι θα μπορούσε η οικονομία μιας χώρας να έχει τέτοια χάλια, του εξομολογήθηκε ο διευθυντής. Αυτός τους έστειλε με ένα συντοπίτη τους το γράμμα για την Ευσταθία, καλή του ώρα.

Μήνες είχαν να λάβουν νέα της. Και οι καλόγριες, τι γίναν οι καλόγριες, ρώτησε η μάνα με δάκρυα στα μάτια. Τους την εμπιστευτήκαμε! Ο πατέρας κατέβασε το βλέμμα. Τις καλόγριες τις σκότωσαν οι Γερμανοί, γιατί έκρυβαν Ιταλούς στο μοναστήρι και έστελναν στους αντάρτες εφόδια. Τελευταία στιγμή πρόλαβαν να το σκάσουν η Ευσταθία και οι άλλες κοπέλες που φιλοξενούσαν οι καλόγριες στο μοναστήρι. Τις προειδοποίησε η ηγούμενη, μάζεψαν τα πράγματα τους και τις έστειλε στο σπίτι ενός συγγενή της. Το σπίτι όμως ήταν μια υπόγα, τα κορίτσια ίσα που έβρισκαν φαγητό. Βοηθούσαν και στις φτωχογειτονιές, τόσες οικογένειες σε ανάγκη. Δεν ήξερε ο πατέρας ποια αρρώστησε πρώτη, δεν ήξερε να του πει η Ευσταθία. Φυματίωση, ψιθύρισε και η ήδη χαμηλή φωνή του έσβησε τελείως. Η μάνα άρπαξε τα μαλλιά της, όχι ότι δεν το ήξερε. Και τώρα; Βουβή ερώτηση.

Ο γιατρός είπε ξεκούραση, καθαρός αέρας- από δαύτον έχουμε μπόλικο- και να τρώει καλά. Ένα ξερό γέλιο ξέφυγε στην Ειρήνη. Τώρα να, πες στο γιατρό πάω να σφάξω ένα κοκόρι, έκρωξε κι απομακρύνθηκε βιαστικά. Γινόταν κακιά, το ήξερε. Η απελπισία της όμως, όλο και μεγάλωνε. Πως θα κατάφερνε να γίνει καλά η αδελφή της; Η πείνα τους θέριζε. Οι Γερμανοί αλώνιζαν, παρόλο που θέριευε η φήμη πως σύντομα θα ξεκουμπίζονταν. Κι ο Νικόλας, αχ ο Νικόλας. Κανένα μήνυμα τους τελευταίους έξι μήνες, από τότε που έφυγε στο βουνό. Από τότε που ήρθαν τα πάνω κάτω, που ήρθε η τελευταία συμφορά να γκρεμίσει τελείως τον ήδη τσακισμένο της κόσμο. Από τότε που οι αναθεματισμένοι Γερμανοί σκότωσαν το θειο της, τον πατέρα του Νικόλα. Γιατί δεν βρήκαν τον ίδιο. Γιατί αρνήθηκε να προδώσει το γιο του. Πότε δεν έμαθε ποιος τον κάρφωσε. Κάποιοι είπαν μπορεί και οι δικοί του. Το ίδιο βράδυ έφυγε. Τρόμαξε η Ειρήνη με το βλέμμα του. Δεν είπε τίποτα, μόνο έφυγε. Και την άφησε διαλυμένη. Μπορεί να ήταν ξαδέλφια, μα για την Ειρήνη ήταν πάντα κάτι παραπάνω. Πάντα τον αγαπούσε, με την καρδιά της να σφαδάζει από την αμαρτία και ήξερε πως την αγαπούσε κι αυτός. Δυο τρία κλεφτά φιλιά και μερικά χάδια, φοβισμένοι από την ίδια τους την αγάπη. Την αμαρτωλή αγάπη. Και χτες η αμαρτία πληρώθηκε, για την ακρίβεια πληρώθηκε μέρες πριν.

Την ξύπνησε ένα απαλό χτύπημα στο παραθύρι, όπου κοιμόταν κουλουριασμένη πάνω στο εσωτερικό περβάζι. Άνοιξε τα μάτια της κι έψαξε στο σκοτάδι. Μπας και της φάνηκε; Όχι να, και δεύτερο χτύπημα. Άναψε βιαστικά ένα κερί και τράβηξε απαλά το παραθυρόφυλλο. Και τότε τον είδε μπροστά της. Ο Θωμάς, ο φίλος του Νικόλα που ήρθε να τον πάρει μαζί του στο βουνό, το βράδυ που τον κυνηγούσαν. Τα μάτια του δακρυσμένα. Δε μίλησε, δε χρειάστηκε να μιλήσει. Της έβαλε στα χεριά δυο φακέλους, ο ένας έγραφε με τρεμάμενα γράμματα – τα γράμματα του Θεέ μου- το όνομα της. Το άνοιξε και ένιωθε την καρδιά της να στάματα στο στήθος της. Δυο λέξεις, σε αγαπώ και από κάτω συγχώρεσε με. Δεν έκλαψε. Έπνιξε το λυγμό της. Η καρδιά της πάγωσε. Κοίταξε το Θωμά. Λυπάμαι, κατάφερε να μουρμουρίσει. Τον βρήκαμε κρεμασμένο πριν 20 μέρες. Δίπλα του είχε αυτά τα γράμματα. Δεν άντεξε τη θυσία του πατερά του. Δώσε το άλλο γράμμα στη μάνα του, γι’ αυτήν είναι. Εγώ πρέπει να φύγω, ένας θεός ξέρει πως κατάφερα να φτάσω. Και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι. Και μαζί του και κάθε ελπίδα.

Η Ευσταθία σάλεψε πάλι. Η Ειρήνη της χάιδεψε το μέτωπο. Η μάνα δεν μπήκε. Δεν πρόλαβε. Ακούστηκε η κραυγή από το κάτω πάτωμα. Βρήκαν το γράμμα. Το τέλος, μουρμούρισε η Ειρήνη. Το τέλος και έκλεισε τα μάτια. Όταν τα άνοιξε η Ευσταθία την κοιτούσε. Πεινώ, της είπε και ανακάθισε στο μαξιλάρι. Και η ελπίδα γύρισε.

 

 

Eleni P.

 

 

Photo credits:
Starving Athenians looking for food in garbage bins.
Private collection Iassonas Chandrinos