Εισαγωγή / Δύο Γράμματα (I)

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Κι εσύ, κοριτσάκι, να μην έχεις καταλάβει τίποτα. Να είσαι εκεί. Με υπομονή. Με επιμονή. Με μεθοδικότητα. Να με χτυπάς και να καρφώνεις πάντα σ’ ανοιχτές πληγές. Σου έλεγα να μην ανοίγεις τις ίδιες πληγές, μα εσύ δεν μ’ άκουσες ποτέ. «Κάποια στιγμή θα σηκωθώ απ’ το νεκροκρέβατο», στο είχα πει, το θυμάσαι; «Και τότε; Ποιος τον είδε τον παλαβό και δεν τον εφοβήθηκε».

Πέρασα πολλά βράδια μόνος μου, για σένα, μέσα στους δρόμους με αμφίβολες παρέες και αμέτρητο αλκοόλ. Είδα τους φίλους μου να με σηκώνουν ξημερώματα από το πάτωμα ενός μαγαζιού που κατέρρευσα. Για χάρη σου. Όλα για χάρη σου.

Κι εσύ εκεί… Να συνεχίζεις να με καρφώνεις, σα να σου είχα σκοτώσει την οικογένεια. Σαν να με μισούσες θανάσιμα. Συνέχιζες και συνέχιζες. Ποτέ δεν έμαθα το γιατί. Δεν βγήκα πουθενά. Στο τέλος γύριζα πάντα σε σένα. Ό,τι κι αν έκανα στην ζωή μου. Νόμιζα πως, δεν θα μπορούσα ποτέ, πραγματικά ποτέ, να σε προσπεράσω.

Δεν ξέρω πια αν λυπάμαι περισσότερο εσένα ή εμένα. Δεν ξέρω αν θα έπρεπε να έχουν έρθει έτσι τα πράγματα. Δεν έχω ακόμη καταλάβει. Κι όμως… Κι όμως σου έδωσα και την τρίτη ευκαιρία. «Το δις εξαμαρτείν…» έλεγα πάντοτε. Να που όμως το ξαναέκανα το λάθος. Το τρις εξαμαρτείν λοιπόν…

Ξέρω, αστέρι μου, πρέπει να κάνω την αναστροφή κι ας τρέχω πολύ, κι ας βρέχει κι ας μην έχω καλά λάστιχα. Όπως τότε που την είδα στο φανάρι κι έφυγα. Πρώτη και φίδια στην άσφαλτο, δευτέρα, σούζα, τρίτη και είχα εκατόν ογδόντα χιλιόμετρα στην ρόδα, δεν μ’ ένοιαζε τίποτα άλλο παρά να πέσει κάποιος πάνω μου.

Σφήνα ο κολλητός μπροστά και ηρέμησα. Κατάλαβα. Να τα όνειρα καλή μου Έλενα. Εδώ είναι ακόμη. Σε περιμένουν. Ψυχή βαθιά. Για όσα γίνανε και όσα πέρασαν. Για μια συγνώμη που περιμένω. Και για ένα μίσησέ με που είχα κάποτε πει.

Δεν θα μάθεις ποτέ τι ακριβώς πέρασα, στα είπα, δεν σ’ ένοιαξε, δεν πρόκειται να ξαναμπώ στην διαδικασία. Αλλά δεν πειράζει, δεν πειράζει καθόλου. Γιατί κι οι δυο θα επιβιώσουμε. Δυστυχώς έτσι είμαστε φτιαγμένοι…


Μην με κρίνεις για ότι ήμουν κάποτε, για ότι ήμουν στα δεκάξι μου και στα δεκαοχτώ μου. Μυαλό δεν είχα τότε, δεν ήξερα τι ήθελα. Ακόμη μια ευκαιρία θέλω. Μια ακόμη ευκαιρία ρε Βασίλη για να σου αποδείξω πως, ναι, πραγματικά σ’ αγαπάω. Μα εσύ δεν μου την δίνεις πια.

Ποτέ δεν ήταν ότι δεν ήθελα να σε γνωρίσω στις παρέες μου γιατί δεν ήθελα να ξέρουν για εμάς. Αλλά ζήλευα και ζηλεύω τις φίλες μου. Θυμάσαι ρε χαζέ εκείνη την μέρα που βγήκαμε με την Μαρία; Ένας φίλος μου, σε σύστησα και πόνεσα, και περισσότερο με πόνεσε που θύμωσες. Και περισσότερο ακόμη με πόνεσε που πιάσατε την κουβέντα και με γράψατε. Βγήκατε έξω μαζί και γνώρισε τον κολλητό σου. Γίνατε φίλοι. Αλλά εσύ δεν μπορείς να το καταλάβεις… Ποτέ σου δεν μπορούσες…

Δεν ήμουν ποτέ τόσο αγαπητή όσο εσύ. Κοινωνική μπορεί, μα όχι αγαπητή. Ποτέ δεν έμαθα το γιατί. Άλλαξα Βασίλη. Άλλαξα και προσπάθησα να σου μοιάσω. Αλλά ποτέ δεν θα καταφέρω να έχω το μάτι που έχεις εσύ. Ούτε να δώσω τις συμβουλές που δίνεις εσύ. Ούτε να πληγώσω τον εαυτό μου για κανένα φίλο όπως έκανες εσύ. Ο μόνος που σίγουρα κατάφερα να πληγώσω και το χω κάνει για να είναι κάποιος άλλος καλά, είσαι εσύ.

Έφυγα. Αναγκάστηκα να φύγω για να κάνω την ζωή μου. Και είπα στην αρχή καλά, πόνεσα κι έκλαψα που έφυγα από τους φίλους μου και από εσένα. Αλλά μετά, με τον καιρό  συνήθισα. Με περίμενες και δεν το εκτίμησα τότε. Μα το εκτιμώ τώρα. Το βλέπω τώρα.

Όμως τώρα πια, δεν γίνεται τίποτα, δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Προσπαθώ… Προσπαθώ και πάντα χτυπάω σε έναν ατσαλένιο τοίχο. Γυρνάς τον κόσμο μου ανάποδα και δεν μπορώ να το αποτρέψω ρε Βασίλη. Γύρισαν όλοι εναντίον μου, και το αστείο είναι ότι δεν τους έβαλες εσύ. Απλά τους έδειξες τον δρόμο, τι ακριβώς έπρεπε να κάνουν για να είναι εκείνοι καλά. Τον ίδιο ακριβώς δρόμο που τόσα χρόνια έδειχνες και σ’ εμένα και αρνιόμουν πεισματικά να ανοίξω τα μάτια…

Και μετά γύρισες ανανεωμένος. Με τέτοια δύναμη που δεν θα μπορούσα ποτέ να προβλέψω ότι είχες. Λυπάμαι για ακόμη μια φορά που αρνήθηκα να σε ακολουθήσω. Μου συμπεριφέρθηκες άσχημα όμως και δεν θα στο συγχωρήσω ποτέ. Με χώρισες στις εφτά το απόγευμα και στις τρείς το πρωί κοιμόσουν με κάποια άλλη. Θα μου το πληρώσεις Βασίλη. Πολύ ακριβά…

Κατεβάστε το ebook εδώ ή διαβάστε το επόμενο μέρος της ιστορίας

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook