Κλειδιά στην πόρτα. Ύστερα ήχος από ψηλοτάκουνα παπούτσια επάνω στο μαρμάρινο πάτωμα. Αφήνει τον χαρτοφύλακά της επάνω σε μία πολυθρόνα. Η ημέρα της στο γραφείο ήταν πολύ κουραστική και θέλει όσο τίποτε άλλο να ξεκουραστεί και να χαλαρώσει. Ένα ζεστό αφρόλουτρο και ένα ποτήρι λευκό κρασί μοιάζουν ιδανικά. Το διαμέρισμά της, στον έβδομο όροφο μιας νεόδμητης πολυκατοικίας, είχε ανοιχτούς χώρους, μεγάλα παράθυρα και ήταν μάλλον λιτά επιπλωμένο. Από ένα σημείο της ζωής της και έπειτα αποφάσισε να έχει μόνο αυτά που πραγματικά χρειαζόταν: αυτοσεβασμό, ανεξαρτησία και ανάσες, πολλές ανάσες. Γι’ αυτό, κάθε φορά που γύριζε στο σπίτι της, άνοιγε διάπλατα τα παράθυρα και ανέπνεε αληθινά, βαθιά και ελεύθερα. Πολλά βράδια, ακόμα κι αν έκανε κρύο, καθόταν στη βεράντα της με τα ακουστικά στα αυτιά της και άκουγε την αγαπημένη της τραγουδίστρια. Όχι, κανείς δεν μπορεί να της κλέψει τις ανάσες της.

Θυμόταν τα λόγια του όταν τσακώνονταν: «Θα φύγω και θα καταλήξεις γεροντοκόρη στα σαράντα φεύγα σου, αγκαλιά με καμιά δεκαριά γάτες, και θα αναρωτιέσαι πού πήγαν τα καλά παιδιά, ακούγοντας έντεχνα καψουροτράγουδα». Καλό παιδί; Αν τα καλά παιδιά ήταν σαν αυτόν, τότε τα κακά παιδιά μάλλον θα έπρεπε να αλλάξουν όνομα. Ανώριμος, χειριστικός, κακομαθημένος. Το φαγητό της μάνας του ήταν πάντα καλύτερο, η πρώην του τον ικανοποιούσε περισσότερο, η Αθήνα τον έπνιγε, οι ξένοι του έπαιρναν τις δουλειές, και εκείνη ούτε τον αγαπούσε, ούτε τον καταλάβαινε. Κι όμως εκείνη άφησε μια πολύ καλή επαγγελματική ευκαιρία στο εξωτερικό για να μείνει μαζί του και να δουλέψει με τη σχέση τους. Προσπαθούσε με όλη της τη δύναμη να γίνει καλύτερη: νοικοκυρά, μαγείρισσα, σύντροφος, ερωμένη. Εκείνος όμως εξακολουθούσε να μην είναι ευχαριστημένος μαζί της. Ώσπου εκείνη άρχισε να πνίγεται. Ξυπνούσε τα βράδια κι ένιωθε τον αέρα να τελειώνει και τους τοίχους να την συνθλίβουν. Κάποια φορά, την ώρα που οδηγούσε, γυρνώντας από τα ψώνια της εβδομάδας, ένιωσε ότι θα έχανε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της. Δύσπνοια, ταχυκαρδία, τρέμουλο. Ευτυχώς κατάφερε να σταματήσει στην άκρη του δρόμου. Άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου της και προσπάθησε να πιεί λίγο νερό και να αναπνεύσει. Όταν γύρισε στο σπίτι, τον βρήκε να παίζει play station. Εννοείται φυσικά ότι δεν της έδωσε καμία σημασία, βρίζοντας και παραμένοντας προσηλωμένος στο παιχνίδι του, όσο εκείνη προσπάθησε να του πει τι της συνέβη. Τότε ένιωσε θυμό και απορία με τον εαυτό της. Αλήθεια, γιατί ματαιοπονούσε; Το ότι ήταν σαράντα δύο χρονών ήταν λόγος για να μένει σε μία τόσο τοξική σχέση; Υπάρχει κάποιος κανόνας βάσει του οποίου οι γυναίκες άνω των σαράντα θα μείνουν για πάντα μόνες εάν χωρίσουν; Και η μοναξιά στην τελική πόσο χειρότερη θα μπορούσε να είναι από αυτό;

Τετάρτη απόγευμα. Μόλις είχε τελειώσει με τα πιάτα και σιδέρωνε κάτι ρούχα, βλέποντας τηλεόραση. Εκείνος έλειπε. Είχε βγει με τους φίλους του για μπίρες. Κάποια στιγμή ένιωσε τα ασιδέρωτα ρούχα να γίνονται ένα τείχος και να την πνίγουν. Έβγαλε γρήγορα το σίδερο από τη πρίζα και βγήκε στο μπαλκόνι. Κάθισε στο κρύο δάπεδο και προσπάθησε να αναπνεύσει. Έπρεπε να βρει μια λύση, δεν πήγαινε άλλο. Το κινητό της άρχισε να χτυπάει ξαφνικά. Το όνομά του στην οθόνη και ο αριθμός του. Δεν ήταν όμως η φωνή του. Ένας φίλος του της εξιστορούσε έντρομος το πώς εκείνος τράκαρε με φορτηγό στο αντίθετο ρεύμα, προσπαθώντας να προσπεράσει αντικανονικά. Το αυτοκίνητό του είχε γίνει σίδερα και λαμαρίνες. Εκείνος ευτυχώς γλίτωσε με κατάγματα και στα δυο του χέρια. Θα έκανε χειρουργείο. Ξαφνικά εκείνη ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Με ψυχραιμία ντύθηκε και έφυγε από το σπίτι. Πήγε στο νοσοκομείο και έμεινε κοντά του για μία εβδομάδα. Ευτυχώς η νάρκωση για την επέμβαση και τα παυσίπονα που του χορηγούσαν, τον κρατούσαν ήρεμο. Το σόι του κατέφθασε πανικόβλητο από το χωριό. Πράγμα παράξενο, αλλά τη θαύμασαν όταν έμαθαν από το προσωπικό ότι δεν είχε φύγει από το πλευρό του για τόσες ημέρες. Μετά τον πήρε στο σπίτι και τον φρόντιζε, κλείνοντας τα αυτιά της στις βρισιές και τη γκρίνια του. Τώρα κοιμόταν μόνη της στον καναπέ του σαλονιού, και ήδη ένιωθε ότι μπορούσε και πάλι να αναπνέει.

Ήρθε η μέρα που εκείνος θα έβγαζε το γύψο. Μπήκαν στο αυτοκίνητό της. Κάθισε στη θέση του οδηγού με αυτοπεποίθηση. Άνοιξε τα παράθυρα και έβαλε το αγαπημένο της τραγούδι: Εκατό μικρές ανάσες. Εκείνος άρχισε να γκρινιάζει: «Γαμώτο! Σε κηδεία πάμε;». Εκείνη γέλασε αδιάφορα και έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο: «Πού ξέρεις; Μπορεί και να πηγαίνουμε». Εκείνος συνέχισε να βρίζει την μάνα της, τον πατέρα της, το σόι της, την πίστη της. Εκείνη όμως δυνάμωσε τη μουσική και πάτησε το γκάζι. Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη. Όχι μέρες. Ταχύτητες. Εβδομήντα, ογδόντα, εκατό, εκατόν τριάντα, εκατόν εξήντα, εκατόν ογδόντα. Η εθνική οδός ήταν άδεια και πραγματικά δεν την ένοιαζε καθόλου αν θα έπαιρνε κλήση. Εκείνος ούρλιαζε: «Γαμώτο σου! Μαλακισμένη! Θα σκοτωθούμε!». Βλέπεις με τα δύο χέρια στο γύψο, ένιωθε πραγματικά αδύναμος και ανυπεράσπιστος. Συνέχισε να βρίζει, αλλά εκείνη έμοιαζε να μην ακούει. Λες να ήθελε πραγματικά να τον σκοτώσει; Λίγο πριν φτάσουν στο νοσοκομείο, άρχισε να μειώνει σταδιακά την ταχύτητα του αυτοκινήτου. Όταν βγήκαν την εθνική, το αυτοκίνητο πήγαινε μάλλον αργά. Κατοικημένη περιοχή και ύστερα το νοσοκομείο. Το αυτοκίνητο σταμάτησε απότομα. Εκείνη βγήκε έξω και άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού. Του έλυσε τη ζώνη και του έκανε χώρο για να βγει. «Ως εδώ ήτανε. Από εδώ και πέρα συνεχίζεις μόνος σου. Ειδοποίησε το σόι σου από το χωριό να έρθουν να σε μαζέψουν. Εγώ φεύγω. Α, και να περιμένεις στο χωριό τα πράγματά σου. Θα σου τα στείλω όλα μόλις γυρίσω». Ο κόσμος την κοιτούσε παράξενα. Μα καλά, δεν ντρεπόταν να μιλάει έτσι σε έναν άρρωστο; Εκείνος έμεινε άφωνος. Όταν άρχισε να βρίζει, εκείνη ήταν ήδη μακριά.

Άδειασε το σπίτι, έστειλε τα πράγματά του στο χωριό, πέταξε ό,τι ήταν άχρηστο και έφυγε οριστικά. Γύρισε στην Αθήνα, μετατέθηκε σε ένα παράρτημα της εταιρίας της και νοίκιασε αυτό το όμορφο διαμέρισμα. Εδώ μπορούσε πια να παίρνει ανάσες.