Εκατό πόντοι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

“Πράξεις σαν τη δική σας χρειάζονται στην κοινωνία μας. Πράξεις που να διασφαλίζουν την ενότητά μας, τη φροντίδα του ενός προς τον άλλον…”

“Και το συμφέρον σας”, ψιθυρίζει ο ΟΚ με τρόπο κοντά στο αυτί μου. Τον σκουντάω με τον αγκώνα στα πλευρά. Ώρες είναι τώρα να μας ακούσουν οι φρουροί και να βρεθούμε σε κανένα μπουντρούμι. Κοιτάζω γύρω μου θορυβημένη, ψάχνοντας με αγωνία να δω αν κάποιος μας παρατηρεί συνοφρυωμένος. Κανείς, ευτυχώς. Αρχίζω να χειροκροτώ όσο πιο δυνατά μπορώ, μα ταυτόχρονα αριστοκρατικά και συμμαζεμένα. Δύσκολος συνδυασμός. Δεν μου βγαίνει αρκετά καλό το χειροκρότημα. Στρέφω και πάλι την προσοχή μου στον άρχοντα που μιλάει ακόμα, και μαζί στο ζευγάρι που λάμπει από χαρά δίπλα του. Κρατάνε ο ένας το χέρι του άλλου, τα δάχτυλά τους έχουν πάρει μια λευκή όψη, αυτήν που παίρνουν όταν σου σφίγγουν το χέρι πολύ δυνατά. Παράξενο.

Όλοι γύρω μου χειροκροτούν ενθουσιωδώς, κάποιοι θαρραλέοι σφυρίζουν κιόλας την επιδοκιμασία τους. Πάνω στην εξέδρα, ο άρχοντας κρατάει το μικρόφωνο και συνεχίζει να μιλάει, προφανώς απολαμβάνοντας τον ήχο της φωνής του. Θα  μπορούσαμε άραγε να είμαστε ο ΟΚ κι εγώ κάποτε πάνω σε εκείνη την εξέδρα; Θα τα καταφέρναμε ποτέ να μαζέψουμε τους πόντους που χρειάζονταν ώστε να ανέβουμε εκεί και να κάνουμε το όνειρό μας πραγματικότητα;

Ο ΟΚ  σκύβει και μιλάει πάλι στο αυτί μου διακόπτοντας τις σκέψεις μου.

“Πήρα μια απόφαση”, λέει.

“Χειροκρότα”, του απαντάω.  Δεν τολμώ να πω περισσότερες λέξεις. Απορώ με το θάρρος του, να μιλάει ενώ ο άρχοντας βγάζει λόγο, ενώ τιμά το τυχερό ζευγάρι, και με όλους τους φρουρούς γύρω μας, που με άγρυπνο μάτι φροντίζουν να μην διαταραχθεί η τάξη. Τους είχα δει μια φορά πώς έπεσαν πάνω σε έναν δύστυχο καημένο που έκανε του κεφαλιού του και δεν χειροκρότησε ούτε μια φορά σε μια τελετή σαν την σημερινή. Τον είχαν πάρει σηκωτό, σέρνοντάς τον μέχρι ένας θεός ξέρει ποιο μπουντρούμι. Κανείς δεν τον ξαναείδε από τότε. Πάει καιρός.

Ευτυχώς ο ΟΚ αρχίζει να χειροκροτάει και να χαμογελάει. Πρώτη φορά τον βλέπω έτσι εδώ και πολύ καιρό.

“Αγαπητά μου παιδιά”, η φωνή του άρχοντα παίρνει επίσημη χροιά, “ όπως πολύ καλά ξέρετε, οι φίλοι μας προχώρησαν σε μια εξαιρετική πράξη καλοσύνης, σώζοντας ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Ως απόδειξη της ευγνωμοσύνης μας λοιπόν, τους χαρίζουμε σήμερα…”

Όλοι κρατούν την αναπνοή τους, μια απόκοσμη ησυχία απλώνεται. Ποιο είναι το ποσό άραγε; Θα είναι αρκετό για να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους, το όνειρο όλων μας; Για μια στιγμή χάνω την επαφή μου με το περιβάλλον γιατί δεν ακούω το ποσό, μα ευτυχώς το ξαναλέει.

“…Επαναλαμβάνω… δέκα χιλιάδες πόντους!” Το χαμόγελο καλύπτει ολόκληρο το πρόσωπό του. Κάνει τα χέρια γροθιές και πανηγυρίζει σηκώνοντάς τες στον αέρα. Θαρρείς και κέρδισε ο ίδιος την αμοιβή. Ο κόσμος δίπλα μου ξεσπάει σε ζητωκραυγές και σφυρίγματα . Οι φρουροί χαμογελάνε για λίγο, με σφιγμένα χείλη και μάτια που κοιτάζουν αεικίνητα γύρω τους, έτοιμα να πιάσουν και την παραμικρή ακατάλληλη αντίδραση.

“Χειροκρότα!”, φωνάζω στον ΟΚ μέσα στη βουή του πλήθους και οι παλάμες μου κοκκινίζουν και τσούζουν από την δύναμη που βάζω. Μόλις που προλαβαίνω να δω τον ΟΚ να χτυπάει τα χέρια του χωρίς ενθουσιασμό, όταν στο μικρόφωνο ακούγεται η φωνή της κοπέλας. Ο άρχοντας κάνει ένα βήμα πίσω και ιπποτικά της παραχωρεί το μέρος όπου στεκόταν εκείνος μέχρι τώρα.

“Ευχαριστούμε για την τιμή που μας κάνετε, άρχοντα. Η αλήθεια είναι πως δεν σκεφτήκαμε την ανταμοιβή μας την ώρα που βοηθούσαμε τους συνανθρώπους μας…”

Ο κόσμος σωπαίνει ξανά. Ο ΟΚ ξεροβήχει δίπλα μου. Εύχομαι να πνιγεί από τον βήχα αυτήν τη στιγμή, αλλιώς οι φρουροί μπορεί να καταλάβουν ότι το έκανε στα ψέματα και να μου τον πάρουν. Ξέρω ότι δεν πιστεύει ούτε μια λέξη από το στόμα της κοπέλας, θεωρεί ότι το κάνανε επίτηδες, μόνο και μόνο για τις δέκα χιλιάδες πόντους. Ξεσπάει σε βήχα αληθινό, ευτυχώς, και μόλις προλαβαίνω να ακούσω την κοπέλα να ξεστομίζει τα λόγια που με όλη μου την καρδιά εύχομαι να έλεγα εγώ.

“Με αυτές τις δέκα χιλιάδες πόντους, όμως, θα μπορέσουμε να αγοράσουμε το παιδάκι που πάντα ονειρευόμασταν… Αύριο κιόλας, στο σπίτι μας θα ακουστεί παιδική φωνή. Ευχαρ…”

Το πλήθος ζητωκραυγάζει ανεξέλεγκτο, χτυπάνε τα πόδια δυνατά στο έδαφος, πετάνε χαρτάκια στον αέρα. Νιώθω πως θα λιποθυμήσω. Ο ΟΚ με αγκαλιάζει και με παρασύρει σε χοροπηδητό. Μόλις που τον ακούω να μου λέει “ μας κοιτάζουν οι φρουροί…”


Πίνουμε κρασί κατευθείαν από το μπουκάλι, το περνάμε ο ένας στον άλλον. Ο ΟΚ μιλάει με πάθος, με αποφασιστικότητα, με ορμή που δεν έχω ξαναδεί επάνω του.

“Δεν πρόκειται ποτέ να βρεθούμε εκεί πάνω”. Χτυπάει το δάχτυλό του στο τραπέζι για έμφαση. “ Και δεν πρόκειται κανείς να μας χαρίσει δέκα χιλιάδες πόντους.”

“Μπορεί να κάνουμε κάτι ηρωικό”, λέω με χαμηλή φωνή.

“ Το μόνο ηρωικό που κάναμε ήταν που βρήκαμε εκείνα τα χρήματα και τα επιστρέψαμε στους φρουρούς. Και πόσα πήραμε γι’ αυτό; Εκατό πόντους. Εκατό ψωρο- πόντους!”

“ Και αν γίνει κάτι και μπορέσουμε να μαζέψουμε κι άλλους; Ούτε το ζευγάρι το περίμενε, είμαι σίγουρη.”

Ο ΟΚ κουνάει το κεφάλι του αρνητικά. Μου πιάνει και τα δυο χέρια και με κοιτάζει στα μάτια.

“ Μην ελπίζεις άδικα. Το πήρα απόφαση. Θα χρησιμοποιήσουμε αυτούς τους εκατό πόντους.”

Ξαφνιάζομαι και τραβάω τα χέρια μου μακριά του. Δεν πιστεύω ότι ακούω αυτά τα λόγια. Γελάω ειρωνικά και το γέλιο μου αντηχεί στο άδειο σπίτι.

“ Θα αγοράσουμε παιδί με εκατό πόντους;” φωνάζω. “Τι παιδί θα ‘ναι αυτό;”

Ο ΟΚ με κοιτάζει με μάτια που λάμπουν. “ Υπάρχει! Υπάρχουν παιδιά με εκατό πόντους! Κι όμως, πίστεψέ με! Ξέφυγε η κουβέντα προχθές από κάποιον γνωστό μου και μου το είπε! Μας τα κρύβουν για να αγοράζουμε μόνο τα πιο ακριβά, αλλά υπάρχουν! Θέλουμε ή δεν θέλουμε ένα παιδί να γεμίσει το σπίτι μας και η καρδιά μας;”

Για μια στιγμή μένω σιωπηλή, η απάντηση είναι προφανής και έτοιμη να βγει από τα χείλη μου. Θέλουμε, βέβαια θέλουμε. Μα συνέρχομαι αμέσως, σηκώνομαι από την καρέκλα και περπατάω γύρω γύρω στο δωμάτιο.

“Και τι παιδί θα αγοράσουμε με εκατό πόντους; Έχεις δει; Θα είναι μεγάλο; μικρό; θα βλέπει; θα ακούει; θα μιλάει; Μπορεί να μη μιλάει, να μην περπατάει, να μην μπορεί να κάνει τίποτα! Μπορεί να του λείπει χέρι, πόδι, μυαλό… Μπορεί να είναι ελαττωμ…”

Αργώ να καταλάβω ότι ο ΟΚ χτύπησε την πόρτα πίσω του φεύγοντας. Ελπίζω να τον πάρουν οι φρουροί.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook