Υπάρχει ένας τόπος όμορφος σαν αρχαίος Κούρος και άγριος σαν τον θυμωμένο Ποσειδώνα, τον χτυπάνε τα ανταριασμένα κύματα του Λιβυκού πελάγους, σκάει η θάλασσα πάνω στα ψηλά βράχια κι ο αχός της μπαίνει μέσα στις ψυχές των ανθρώπων που τον κατοικούν και τους ξεσηκώνει τα λογικά, τους αντρειεύει και μ’ένα περίεργο τρόπο, αντί να τους φοβίζει, τους αψηλώνει το νου και την καρδιά, τους κάνει λεύτερους και αντρειωμένους, άντρες και γυναίκες με βαθιά ψυχή και παράστημα θεϊκό.
Σφακιά τον λένε αυτό τον τόπο, περήφανος στέκει πάνω στη Μεγαλόνησο και περήφανους ανθρώπους θρέφει στα σπλάχνα του, γενιά παλιά από τους Δροσουλίτες του Φραγκοκάστελλου που αφάνισαν τον Τούρκικο ζυγό πριν από δυο αιώνες.

ΜΑΡΙΑ
Σ’αυτό τον άγριο κι ευλογημένο τόπο γεννήθηκαν η Μαρία και η Δέσποινα, κόρες του άρχοντα του τόπου Καπετάν Αντώνη Ξενάκη. Τέσσερις αδερφούς είχαν τα κορίτσια, ψηλοί ως δυο μέτρα, με τα κεφαλομάντηλα πάντα δεμένα στα κορακίσια μαλλιά τους και τα στιβάνια να βροντάνε στους πλακόστρωτους δρόμους της πόλης. Καμάρι του πατέρα τους τα αγόρια αλλά μεγάλη του αδυναμία οι κόρες του, ξανθές και γαλανές, ψηλές και λυγερόκορμες, πήγαιναν κι έρχονταν τα προξενιά στο αρχοντικό για τη μεγάλη πρώτα, τη Μαρία. Μα εκείνη έκανε τη δύσκολη, όλο δικαιολογίες εύρισκε για να διώχνει τα προξενιά κι όλο στον αργαλειό της γύριζε να φτιάχνει τα προικιά της και με τρόπο να ξεφορτώνεται τις παρακλήσεις της μάνας της να αποφασίσει επιτέλους να παντρευτεί, να γίνει σύζυγος και μάνα, γιατί τι άλλο υπήρχε για μια κοπέλα έτσι κι αλλιώς;
Η Μαρία όμως είχε δώσει την καρδιά της προ πολλού. Ήταν αθεράπευτα ερωτευμένη με τον Πάτρικ, έναν Άγγλο αρχιτέκτονα που είχε βρεθεί στα μέρη τους για να μελετήσει τα φράγκικα κάστρα της περιοχής. Αυτόν ήθελε και ήταν αποφασισμένη να τον ακολουθήσει οπουδήποτε στον κόσμο, αρκεί να εύρισκε τρόπο να ξεφύγει από το κατεστημένο των καιρών που απαγόρευε στις νέες γυναίκες να αποφασίζουν μόνες τους για την τύχη τους. Έβγαινε από το αρχοντικό νύχτα να τον συναντά στο δωμάτιο που’χε νοικιασμένο εκείνος και μέσα εκεί ζούσαν τα όνειρά τους για ταξίδια στον κόσμο, για μια ζωή μαζί, θα της έδειχνε μέρη και ανθρώπους που δεν είχε καν φανταστεί, θα την οδηγούσε, μπροστά εκείνος και κείνη να τον ακολουθεί, στο απόλυτο.
Η κοινωνία του τόπου όμως, αυστηρή και άκαμπτη, είχε άλλη άποψη, δεν συγχωρούσε τα όνειρα των κοριτσιών. Την είδαν τη Μαρία να μπαίνει στο σπίτι του ξένου και την ίδια στιγμή το ήξεραν όλοι και πρόθυμοι έτρεξαν στον πατέρα της. Ο φθόνος για την ομορφιά, το ελεύθερο πνεύμα της κοπέλας και για το τόλμημά της έκαναν τη δουλειά τους.
Προσβολή μεγάλη δέχτηκαν ο πατέρας και τ’αδέρφια της, όσο κι αν την αγαπούσαν τους ήταν αδύνατον να πάνε κόντρα στα πατροπαράδοτα, την κλείδωσαν στο δωμάτιό της και φρόντισαν να εξαφανιστεί ο Πάτρικ από την πόλη τους μέσα σε μια νύχτα.
Σαν το λιοντάρι στο κλουβί η Μαρία προσπαθούσε να βρει τρόπο να αποδράσει από τη φυλακή της όταν άρχισαν οι πρώτες ναυτίες και τότε βεβαιώθηκε για τις υποψίες της, ήταν έγκυος και ξεκινούσε μια καινούργια πραγματικότητα για την ίδια και την οικογένειά της.
Σάστισε στην αρχή αλλά δεν πανικοβλήθηκε. Ζήτησε να μιλήσει στον πατέρα της, ήξερε πως της είχε αδυναμία κι εκεί πάτησε. Του τα είπε όλα με θάρρος και κοιτώντας τον αποφασιστικά στα μάτια και του ζήτησε να φύγει για την Αθήνα που είχαν συγγενείς. Κατάλαβε εκείνος πως άλλη λύση δεν υπήρχε, αν μαθευόταν η εγκυμοσύνη η κατακραυγή θα ήταν ανυπόφορη για όλους τους κι έτσι πήρε την απόφαση. Θα την έστελνε στην Αθήνα με κάποια αληθοφανή δικαιολογία γιατί στην Κρήτη δεν τα σήκωναν αυτά τα ρεζιλίκια.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ

Σαν έμαθε η Δέσποινα την απόφαση της αδερφής της ένιωσε πως έχανε τη γη κάτω απ’τα πόδια της. Τη λάτρευε τη Μαρία και τη θαύμαζε, την είχε πρότυπο και την ακολουθούσε παντού σαν το πιστό σκυλί. Δεν ήταν η Δέσποινα άβουλη και υποτακτική, είχε τον χαρακτήρα της αδερφής της αλλά φοβόταν λίγο και τον πατέρα και τ’αδέρφια της. Η Μαρία ήταν ο μέντοράς της και η έμπνευσή της, γι αυτό τρελάθηκε στη σκέψη ότι θα την έχανε.
Νύχτα μπήκε στο δωμάτιό της και λίγο πολύ απαίτησε να πάει μαζί της στην Αθήνα, «πάρε με μαζί σου» της είπε, «μου είναι αδύνατον να μείνω εδώ μόνη χωρίς εσένα». Αναθάρρησε η Μαρία, είχε φόβους μέσα της κι ας μην το έδειχνε, μπροστά της ξάνοιγε ένας άγνωστος κόσμος και την τρόμαζε και μια εγκυμοσύνη που έπρεπε να μείνει κρυφή από όλους και να τα βγάλει πέρα μόνη της.
Στο άκουσμα της απόφασης των κοριτσιών η μάνα έπεσε να πεθάνει, ο πατέρας που έβλεπε πιο μακριά, μέσα του συμφώνησε αλλά πρόβαλε και τις αντιρρήσεις του για να κρατήσει τη θέση του, τα δε αδέρφια τους μάλλον ανακουφίστηκαν που απαλλάσσονταν από τους δυο μεγάλους μπελάδες της ζωής τους.
Η δικαιολογία για τον κόσμο βρέθηκε – τα κορίτσια δεν φεύγουν χωρίς λόγο από το σπίτι τους – τάχα η ανύπαντρη αδερφή της μάνας τους στην Αθήνα ήταν βαριά άρρωστη και ήθελε βοήθεια, η συγκατάθεση δόθηκε και ο Καπετάν Αντώνης δύο πράγματα φρόντισε να τακτοποιήσει για τις κόρες του. Πρώτα ρευστοποίησε την προίκα τους και κατέθεσε ένα μεγάλο ποσό στην Τράπεζα στο όνομά τους και μετά βρήκε τον άνθρωπο που εν αγνοία τους και με το αζημίωτο θα τις ακολουθούσε στην Αθήνα, θα τις πρόσεχε από μακριά και θα έδινε αναφορά στον πατέρα τους που τις αγαπούσε, τις κατανοούσε, συμμεριζόταν τις ανησυχίες της νιότης τους, αλλά προς Θεού!!! ήταν αδιανόητο να το δείχνει, η κοινωνία τον ήθελε σκληρό και άτεγκτο!

ΧΡΗΣΤΟΣ

Ο Χρήστος ήταν νέος, όμορφος, ψηλός, γαλανομάτης και έξω καρδιά. Αυτά ήταν όσα έβλεπε ο κόσμος. Αυτά που έκρυβε επιμελώς ο ίδιος ήταν η απληστία του, ο τυχοδιωκτισμός του και η μεγάλη ιδέα που είχε για τον εαυτό του. Μάγειρος ήταν στο επάγγελμα στην ταβέρνα που σύχναζε ο Καπετάν Αντώνης. Στο πρόσωπο του Χρήστου νόμιζε πως βρήκε τον έμπιστό του ο Καπετάνιος και του πρότεινε να ακολουθήσει τις κόρες του στη νέα τους ζωή. Στην αρχή έκανε πως δεν ήθελε ο διπρόσωπος, αλλά τελικά συμφώνησε πριν προλάβει ο ανήσυχος πατέρας να ψάξει για άλλον. Είχε ήδη αρχίσει να καταστρώνει τα σχέδιά του.

ΑΘΗΝΑ
Με το που ξεμπάρκαραν οι δυο αδερφές στο λιμάνι του Πειραιά έψαξαν για ξενοδοχείο για να μείνουν τις πρώτες μέρες. Η Μαρία δεν ήθελε να εμφανιστεί στο σπίτι της θείας τους πριν κάνει αυτό που είχε στο μυαλό της. Έφαγε γη και ουρανό να βρει τι είχε απογίνει ο Πάτρικ. Αυτά που ανακάλυψε την τρίτη κιόλας μέρα τους στην Αθήνα την απογοήτευσαν για πάντα. Από την Αγγλική Πρεσβεία έμαθε ότι ο αγαπημένος της είχε γυρίσει στην πατρίδα του συνοδευόμενος από την κόρη του Άγγλου Πρόξενου που ήταν οικογενειακοί φίλοι, ίσως και κάτι παραπάνω…

Ούτε ένα δάκρυ δεν έχυσε η Μαρία για τα προδομένα όνειρά της. Απλά αποφάσισε πως δεν θα εμπιστευόταν ξανά ποτέ κανέναν άντρα και θα μεγάλωνε το παιδί της μόνη της και χωρίς να ζητήσει ποτέ βοήθεια από κανέναν. Και άρχισε να κάνει άλλα όνειρα, ένα σπίτι δικό της και μια δουλειά που να της επιτρέπει να ζει αξιοπρεπώς. Ήξερε τι δουλειά ήθελε να κάνει, θα αξιοποιούσε το ταλέντο της στη ραπτική μιας και τα χέρια της έφτιαχναν αριστουργήματα με ένα απλό κομμάτι πανί. Φυσικά θα είχε τη βοήθεια της Δέσποινας, που στάθηκε δίπλα της, τη στήριξε σαν βράχος αλλά τα βράδια κρυφά την έπιαναν τα κλάματα γιατί φοβόταν το καινούργιο, το άγνωστο, το αβέβαιο, δεν ήταν τόσο σκληρή όσο η αδελφή της.
Βρήκαν μια όμορφη μονοκατοικία με κήπο στο Παγκράτι, κοντά στο σπίτι της θείας τους. Το σπίτι επιπλώθηκε με τα βασικά για αρχή και το μπροστινό δωμάτιο, η σάλα, διαμορφώθηκε σε ατελιέ. Η θεία βοήθησε με τις γνωριμίες της και τα κορίτσια άρχισαν να δουλεύουν και να γίνονται γνωστές στη γειτονιά.
Τα πράγματα πήγαν καλύτερα από ό,τι είχαν φανταστεί τα κορίτσια. Η Μαρία είχε μια πολύ καλή εγκυμοσύνη χωρίς προβλήματα, οι πελάτισσες τους γλυκομιλούσαν και τις καλοπλήρωναν, έπιναν μαζί τους καφεδάκι τα απογεύματα και οι μεγαλύτερες τις έβλεπαν σαν προστατευόμενές τους. Είχε φροντίσει η θεία γι’αυτό διαδίδοντας πως το καημένο το κορίτσι ήταν χήρα και είχε φύγει από τον τόπο της για να ξεχάσει την πίκρα του θανάτου του αγαπημένου της συζύγου.
Τώρα τελευταία μόνο κάτι δεν της πήγαινε καλά της Μαρίας. Κάτι γινόταν με το Δεσποινάκι και ήταν ανήσυχο. Όλο παρατούσε τη δουλειά και πεταγόταν απέναντι στο καφενείο για πορτοκαλάδες και γκαζόζες. Και το μάτι της να φεύγει συνέχεια από τη βελόνα και να αναζητά κάτι έξω από το παράθυρο, στο δρόμο. Δεν άργησε να εντοπίσει την αιτία της αφηρημάδας και της περίεργης συμπεριφοράς της αδερφής της. Στο καφενείο απέναντι, κάθε απόγευμα ξεροστάλιαζε ένας άντρας, ψηλός, γαλανομάτης, όμορφος. Κάτι την ενόχλησε……….
• Που πας;
• Να πάρω μια πορτοκαλάδα αδερφούλα, στέγνωσε το στόμα μου, θες κι εσύ;
• Ποιος είναι αυτός;
• …………
• Λέγε, τον ξέρεις;
• Έχουμε μιλήσει……
• Και τι θέλει από σένα;
• Να βγούμε μια βόλτα, λέει
• Δεν μ’αρέσει η φάτσα του
• Ωχ ρε Μαρία! Δεν είναι όλοι σκάρτοι, μην γίνεσαι στριμμένη, ε; αδερφούλα;

Μισογέλασε η Μαρία αλλά δεν ησύχασε. Με μισή καρδιά δέχτηκε μετά από μέρες να τον φέρει η Δέσποινα σπίτι για ένα καφέ και μια καλησπέρα. Έπιανε το βλέμμα του να πέφτει ερευνητικό πάνω στο σπίτι τους, στα έπιπλα, στο ατελιέ, στο φαγητό τους, λες και ζύγιζε τη ζωή τους, τις συνήθειές τους, τα πράγματά τους κι αυτό δεν της άρεσε καθόλου αλλά και τι να πει; Μπορεί να ήταν και ιδέα της, άλλωστε δεν είχε και την καλύτερη εμπειρία από άντρες και σχέσεις.
Δύο μήνες μετά τη γέννα της ανιψιάς της και αφού η Μαρία ξεμπέρδεψε με τις λεχωνιές, η Δέσποινα παντρεύτηκε το Χρήστο με δόξα και τιμή. Το κακό είχε ξεκινήσει…

Η πρώτη απαίτηση του νέου γαμπρού ήταν να σταματήσει η Δέσποινα να δουλεύει με τη Μαρία, εκείνος είχε καλή δουλειά, αρχιμάγειρος σε μεγάλο ξενοδοχείο της Αθήνας, μπορούσε κάλλιστα να συντηρεί τη σύζυγό του, την ήθελε στο σπίτι κυρά κι αφέντρα! Άσε που είχε μεγαλόπνοο σχέδιο στο κεφάλι του, να ανοίξει δικό του εστιατόριο! Μάλιστα είχε ήδη βρει και το κατάλληλο μαγαζί σε κεντρικότατο σημείο στο Παγκράτι! Μόνο που… να… για να ξεκινήσεις τέτοια δουλειά χρειαζόταν κεφάλαιο και αυτά που είχε καταφέρει να μαζέψει δεν έφταναν και επειδή το μαγαζί ήταν ευκαιρία, μήπως θα μπορούσε η νέα του σύζυγος να τον βοηθήσει με κάποιο ποσό από την προίκα της; Εξάλλου σ’ένα χρόνο το αργότερο θα της τα κατέθετε πάλι στην Τράπεζα διπλάσια!
Ούτε για ένα λεπτό δεν σκέφτηκε η Δέσποινα να αρνηθεί, εξάλλου τι πιο φυσικό από το να βοηθήσει τον άντρα που ήταν ερωτευμένη μαζί του μέχρι θανάτου; Από την άλλη η Μαρία, βλέποντας του φόβους της να παίρνουν σάρκα και οστά, προσπάθησε με χίλιους τρόπους να μεταπείσει την αδερφή της αλλά μάταια, τα λόγια της πήγαν στράφι και ανήμπορη έμεινε να παρακολουθεί και να περιμένει τα χειρότερα.
Σύντομα ήρθαν τα χειρότερα. Το εστιατόριο άνοιξε και η Δέσποινα από κυρά κι αφέντρα, βρέθηκε να δουλεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ ανάμεσα σε κατσαρόλες, τηγάνια, λάντζα και ό,τι άλλο χρειαζόταν γιατί, όπως έλεγε ο Χρήστος, ήταν νωρίς ακόμη να προσλάβουν προσωπικό, έπρεπε πρώτα να δουν πως θα πάει η δουλειά.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και μπήκε στη ζωή τους το ποτό και ο τζόγος με το πρόσωπο των νέων φίλων του Χρήστου που έμπαιναν στο μαγαζί σαν προμηθευτές, συνεργάτες, πελάτες. Χρήματα άρχισαν να λείπουν από το ταμείο, τα χρέη να αυξάνονται κάθε μήνα και η Δέσποινα, έγκυος στον πέμπτο μήνα συνέχιζε να δουλεύει σαν σκλάβα και συγχρόνως να βγάζει από την Τράπεζα όλο και μεγαλύτερα ποσά και να τα δίνει στο Χρήστο. Κι αυτός να τα τρώει όλα στο τζόγο και μετά να ξεσπάει επάνω της με ξύλο και βιασμούς ξανά και ξανά.
Η Μαρία δεν άντεξε άλλο να βλέπει την κατάντια της αδερφής της. Πήγε και τον βρήκε, του μίλησε σκληρά, τον έβρισε και απαίτησε να δώσει τα χρήματα που χρωστούσε στην αδερφή της και να εξαφανιστεί από τη ζωή της για πάντα.
Το ίδιο βράδυ δυο άντρες μπήκαν στο σπίτι της Μαρίας, την έσυραν από το κρεβάτι της, την φίμωσαν για να μη μπορεί να φωνάξει και ξέσπασαν όλη την αρρώστια τους πάνω της. Μισοπεθαμένη από φόβο και πόνο σύρθηκε μέχρι το μπάνιο και εκεί, κάτω από το καυτό νερό, ορκίστηκε εκδίκηση…

Δεκαπέντε ημερών λεχώνα ήταν η Δέσποινα όταν γύρισε ο Χρήστος ένα βράδυ στο σπίτι τύφλα στο μεθύσι και της ζήτησε πάλι λεφτά. «Δεν υπάρχουν άλλα», του είπε κι έτρεμε, «τα τελευταία ήταν αυτά που σου έδωσα τις προάλλες, δεν έχω άλλα». Όρμησε πάνω της και τη χτύπησε χωρίς έλεος, της τράβηξε από το λαιμό το σταυρό της και από το χέρι της βέρα της κι εξαφανίστηκε. Και η Δέσποινα ορκίστηκε εκδίκηση……
Βρέθηκαν πάλι κάτω από την ίδια στέγη οι δυο αδερφές να μεγαλώνουν τις κόρες τους και να προσπαθούν να βάλουν πάλι σε τάξη τη ζωή τους. Τουλάχιστον αυτός δεν παρουσιάστηκε ποτέ πια μπροστά τους αφού ήξερε ότι δεν υπήρχαν άλλα λεφτά για να ταΐσει τα πάθη του. Τους όρκους τους όμως δεν τους ξέχασαν ποτέ, υπομονετικά περίμεναν.

Η Μαρία έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά της. Επέκτεινε το ατελιέ της και την πελατεία της και σε λίγα χρόνια βρέθηκε με ιδιόκτητο χώρο στο Κολωνάκι με πέντε έμπειρες μοδίστρες και τρεις κεντήστρες, να ράβει τουαλέτες για τις μεγαλοκυρίες της περιοχής.
Η Δέσποινα γράφτηκε σε Σχολή Νοσηλευτικής και διπλωματούχος πια Νοσηλεύτρια, δούλευε σε μεγάλο Κρατικό Νοσοκομείο.
Κι εκεί, σ’αυτό το Νοσοκομείο έμελλε να παιχτεί η τελευταία σκηνή αυτής της ιστορίας.

Εκείνο το απόγευμα παραλάμβανε η Δέσποινα τη λογοδοσία της επόμενης βάρδιας και τους φακέλους των ασθενών της πρωινής εφημερίας. Το όνομα του Χρήστου, γραμμένο με κεφαλαία γράμματα, πάνω σε έναν από τους φακέλους και δίπλα η διάγνωση «βαρύ ισχαιμικό επεισόδιο». Τηλεφώνησε στη Μαρία. Μίλησε με το γιατρό της βάρδιας, της είπε ότι ο ασθενής στο 324 ήταν βαριά, είχε ακόμη τις αισθήσεις του αλλά όχι για πολύ ακόμη.
Πολύ αργά, μετά τα μεσάνυχτα, η Μαρία φόρεσε την άσπρη στολή που της έδωσε η αδερφή της και κατευθύνθηκαν και οι δύο στο θάλαμο. Στάθηκαν πάνω από τον άρρωστο και τον κοίταξαν για ώρα βυθισμένες η κάθε μία στις σκέψεις της. Τα μηχανήματα πάνω από το κεφάλι του μετρούσαν τους ακανόνιστους παλμούς της καρδιάς του και το οξυγόνο σφύριζε μέσα από τη μάσκα που του έδινε ελάχιστη ακόμη αναπνοή.
«Χρήστο… Χρήστο μ’ακούς;» τον σκούντησε μαλακά η Δέσποινα, «άνοιξε τα μάτια σου, εγώ είμαι». Με δυσκολία άνοιξε τα μάτια του και είδε δυο θολές φιγούρες που δεν άργησε να αναγνωρίσει.
«Φοβάσαι Χρήστο; Ναι, εγώ είμαι, η γυναίκα σου, είμαι Νοσηλεύτρια τώρα, οπότε μη φοβάσαι, ξέρω καλά τη δουλειά μου. Ήρθα με την αδερφή μου για να μας δεις τελευταία φορά, να πάρεις τις μορφές μας μαζί σου εκεί που θα πας σύντομα. Ναι, εγώ θα σε βοηθήσω να εξαφανιστείς μια και καλή από αυτό τον κόσμο που έτσι κι αλλιώς του είσαι βάρος. Είναι καιρός πια να ξεκινήσω πάλι τη ζωή μου αλλά δεν θα μπορούσα να το κάνω όσο είσαι ζωντανός και μολύνεις τον αέρα. Το ίδιο ισχύει και για τη Μαρία. Εγώ θα κλείσω το οξυγόνο και η Μαρία το μηχάνημα. Καληνύχτα Χρήστο, σε περιμένει η Κόλαση»…

Άπλωσε το χέρι της και γύρισε τη βαλβίδα του οξυγόνου και έδειξε στη Μαρία ποιο κουμπί να πατήσει στο μηχάνημα. Όταν η γραμμή του καρδιογραφήματος έγινε ευθεία, το ξαναπάτησε και άνοιξε πάλι το οξυγόνο. Ο γιατρός έτρεξε για ανάνηψη αλλά δεν πρόλαβε.
Ξημέρωνε όταν έφυγαν από το Νοσοκομείο για το σπίτι τους. Στα Σφακιά έτσι κλείνουν οι παλιοί λογαριασμοί.