Εκκρεμότητα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τι είναι άραγε ο έρωτας; Ποιος τον ορίζει; Εμείς οι ίδιοι; Η μοίρα; Το πεπρωμένο; 

Ξέρεις, έτσι; Ήταν πάντα αυτό που λένε γραφτό να βρεθούμε. Δεν είχε να κάνει με το τι σου έλεγαν οι πιθανότητες και σε μένα η λογική. Τα νήματα απ’ τις ζωές μας, κάπου μπλέχτηκαν, δημιουργώντας ένα μικρό κόμπο. Κάπως έτσι γνωριστήκαμε.

Δεν ξέρω αν θα έπρεπε να το ονομάσω μοίρα, πεπρωμένο η κάρμα. Έπρεπε όμως να γνωριστούμε, έπρεπε να βρεθούμε, έπρεπε… Δεν ξέρω τι είδους εκκρεμότητα είχαμε αφήσει σε κάποια άλλη ζωή, το μόνο που ξέρω είναι πως ένιωσα και έπραξα εντελώς ακραία. Τι είναι όμως ο έρωτας άλλωστε; Αν όχι ακραίος, σκληρός και εθιστικός; Τη μία σε ρίχνει στα Τάρταρα και απ’ την άλλη σε ανυψώνει στους αιθέρες. Νιώθεις να ασφυκτίας, το οξυγόνο σου, η σωτηρία σου είναι μόνο εκείνος. Αυτός που θα σε βγάλει από τον βούρκο τον αμφιβολιών και των ανασφαλειών σου, αυτός που θα αποκαταστήσει την θέση σου στον αιθέρα, στο δικό σας, προσωπικό αιθέρα. 

Οι Πλατωνικοί πίστευαν πως οι ψυχές δε χάνονται. Μετουσιώνονται, μετά το θάνατο του σώματος, αφ’ ότου περιπλανηθούν για κάποιο καιρό στον κόσμο των Ιδεών. Στους αιθέρες. Όταν χρειαστεί να μετουσιωθούν πάλι, η ψυχή χωρίζεται και μετουσιώνεται σε δύο σώματα. Και δεν ησυχάζει. Μέχρι να βρει το άλλο της μισό που τόσο βίαια αποσπάστηκε από αυτή. 

Άλλοι πάλι πιστεύουν στις αλλεπάλληλες μετενσαρκώσεις τις ψυχής. Την συνεχή μετάβαση της από την μία ζωή στην επόμενη, και στα αποτυπώματα τα οποία αφήνει στην εκάστοτε ζωή. Έκανε κακό; Δε θα τιμωρηθεί. Παρά μόνο θα βιώσει καταστάσεις που να την κάνουν να συνειδητοποιήσει το κακό που ίσως κάποτε προξένησε, προκειμένου να μην ξανακάνει τα ίδια λάθη.

Εγώ δεν ξέρω τι να πιστέψω. Δεν μπορώ να γνωρίζω τι ισχύει και τι όχι. Το μόνο που νιώθω είναι ότι σε ξέρω. Πως πάντα σε ήξερα. 

Είδαμε ο ένας τον άλλον για πρώτη φορά ένα κρύο πρωινό του Μαρτίου. Είχε ήλιο, και ο καιρός τις τελευταίες αυτές μέρες προμήνυε το ερχομό της άνοιξης, παρόλο που η θερμοκρασία δεν έλεγε να ανέβει. Σε θυμάμαι να χαζολογάς με κάτι συναδέλφους, φωναχτά. Σε κοίταξα. Δεν έδωσα σημασία. Σε ξανακοίταξα όμως. Κάπου, κάπου σε ήξερα. Δεν έδωσα τροφή στις σκέψεις μου, είχα ήδη αρκετά να ασχοληθώ την περίοδο εκείνη. Ο καιρός πέρασε. Σε σκεφτόμουν κάποιες φορές. Μετά χαθήκαμε. Αλλού εγώ. Εσύ παρέμεινες εκεί. 

Το πλήρωμα του χρόνου όμως έφτασε και ξαναβρεθήκαμε. Κάπου εκεί συνειδητοποίησα το πόσο μου είχες λείψει από τη ζωή μου, κάπου εκεί άρχισα να προβληματίζομαι για το τι πραγματικά νιώθω για εσένα. Οι μέρες κυλούσαν και ξαφνικά, από το πουθενά, άρχισες να μου ανοίγεσαι. Να μου μιλάς για σένα. Με συγκίνησες, ένιωθα πως είχαμε τα ίδια βιώματα, είχαμε νιώσει τα ίδια ακριβώς πράγματα.  Σου ζήτησα να βρεθούμε, δέχτηκες. Είπαμε πολλά εκείνο το βράδυ, κυρίως για εμένα. Ήθελες να τα μάθεις όλα, ήθελα να στα πω όλα. Ένιωθα πως έχω απέναντι μου τον άνθρωπό μου, ας μη σε γνώριζα σχεδόν καθόλου.

Το τελείωμα της βραδιάς εκείνης με βρήκε νωρίς το ξημέρωμα. Παρέα με ένα μπουκάλι κρασί να καπνίζω και να σκέφτομαι. Εσένα. Το ότι δεν πρέπει. Από τη μία εσύ και το υπέρτατο θέλω μου, από την άλλη τα αμέτρητα πρέπει, η οικογένεια μου και τα δύο μου παιδιά. Κατέληξα στο ότι δεν γινόταν. 

Οι επόμενες μέρες ήταν δύσκολες. Αποζητούσα τις βραχνές καληνύχτες και τις διψασμένες σου καλημέρες. Έψαχνα αφορμή να σου μιλήσω. Δε γινόταν. Το ήξερα, έπρεπε μόνο να σταματήσω να σε σκέφτομαι. Το είχα ήδη αποδεχθεί. 

Ξεκίνησες να έχεις προβλήματα, σε έβλεπα ταραγμένο, ανήσυχο και μέσα μου στεναχωριόμουν πολύ. Αποφάσισα να σε πλησιάσω πάλι.  Να σε βοηθήσω με όποιον τρόπο μπορούσα. Δέχτηκες να σε πλησιάσω. Σα να με περίμενες. Βρεθήκαμε πάλι στο γνωστό μέρος, επέμενα. Ήπια πολύ εκείνο το βράδυ. Δεν άντεχα να σε κοιτάζω και να μη μπορώ να σε αγγίζω, προτιμούσα να πίνω, παρά να μιλάω, δεν ήξερα τι θα μπορούσα να ξεστομίσω. Ζήλεψα εκείνο το βράδυ. Ζήλεψα την ευτυχία μιας άλλης, που είχε την χαρά να σε έχει δικό της. Σε ήθελα δικό μου. Μόνο δικό μου. Μα δε γινόταν και το ξέραμε και οι δύο. 

Όσα ένιωθα για σένα ήταν πολύ πιο δυνατά από το εγώ μου, πολύ πιο δυνατά από εμένα την ίδια. Και όλα μα όλα ήταν τόσο γαμημένα οικεία…

Ένα βράδυ με περίμενες εσύ. Ήθελες να με δεις, και στο τέλος της βραδιάς με φίλησες. Ήταν βαθύ το φιλί σου και είχε μέσα του εγκιβωτισμένα τα συναισθήματα όλου του κόσμου. Τα συναισθήματα όλα αυτά που τόσο καιρό καταπιέζαμε, για καλό μας. Κοντοστάθηκες για μια στιγμή, παραξενεμένος. 

– Είναι σα να σε φιλάω χρόνια, μου είπες.

– Μα το κάνεις, σου απάντησα.

Έτσι ξεκίνησαν όλα. Ξαφνικά, απότομα, δυνατά, απόλυτα.

Παρασυρθήκαμε σε ένα αέναο χορό, στον δικό μας αιθέρα, στην δική μας εναλλακτική πραγματικότητα οπού τα αισθήματα μας ήταν πιο δυνατά από ότιδήποτε άλλο επέτασσε αυτός ο κόσμος και οι κανόνες του. Μόνο εγώ, μόνο εσύ. Μόνο εμείς.

Ήθελα να σου πω πολλά.

Σώπασα.

Δε χρειάζεται άλλωστε να μιλάμε. 

Μόνο να καθόμαστε αντικριστά και να πίνουμε.

Εκάτη

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook