Ελλοχεύει κίνδυνος

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Να τα πάλι εκείνα τα μάτια που την παρακολουθούν. Σάστισε προς στιγμή και μετά ανέβηκαν οι παλμοί της όπως πάντα. Σχεδόν κάθε μέρα ήταν εκεί και κάρφωνε το βλέμμα του στο δικό της. Σχεδόν κάθε μέρα τον ξεχνούσε, ξεχνιόταν στην δίνη της ημέρας της, στις χαρές της, στις λύπες της, στο τραγούδι που σχημάτιζαν τα χείλη της, στο γέλιο που θα ξεπηδούσε από μέσα της με την παραμικρή ευκαιρία και δεν θυμόταν Το Βλέμμα. Όμως να που αυτός ήταν πάλι εκεί κρυμμένος. Πως την καιροφυλακτούσε έτσι; Πως την έπιανε ανύποπτη και δεν τον περίμενε να είναι προετοιμασμένη;

Άθελά της σφίχτηκε πάλι η καρδιά της από φόβο. Όταν δεν τον έβλεπε έπειθε τον εαυτό της ότι δεν μπορούσε να της κάνει κακό. Τι ήταν άλλωστε; Ένας κακομοίρης που την παρακολουθούσε με το βλέμμα Εκείνη ήταν δυνατή, αγέρωχη, αντιμετώπιζε τους κινδύνους στα ίσια, καταπρόσωπο. Δεν έδινε στους ανθρώπους ευκαιρίες να την βλάψουν. Τι να της έκανε αυτός ο γέρος; Όμως μικρή φωνή που έβγαινε από μέσα της, της έλεγε να προσέχει. Της έλεγε πως παρά την κακομοίρικη εμφάνιση του, αυτός ήταν ένας επικίνδυνος, αλλιώτικος, ύπουλος άνθρωπος. Είχε κάνει άλματα η Λουίζα στη ζωή της. Υπερπήδησε πολλά και πλέον περήφανη όρθωνε το ύψος της, την ακεραιότητά της, την προσωπικότητά της, απέναντι σε κάθε αντιξοότητα, σε κάθε έναν επίβουλο, φθονερό και τους απέφευγε όπως θα απέφευγε μια λακκούβα με λάσπη στον δρόμο της. Τους άφηνε πίσω, τους ξεχνούσε και προχωρούσε στην πορεία της ζωής της με θάρρος και, γιατί όχι, γενναιότητα απέναντι σε ότι είχε να της σερβίρει.

Ετούτο το βλέμμα όμως, την έκανε με κάποιο τρόπο να αισθάνεται ξανά μικρή, φοβισμένη, με το στομάχι σφιγμένο γεμάτο άγχος και αγωνία για την επόμενη στιγμή και τι θα της φέρει.

Κούνησε νοερά το κεφάλι της να συνέλθει, έβαλε μπροστά τη μηχανή του αυτοκινήτου, κοίταξε μια ακόμη φορά στον καθρέφτη όπου στην αντανάκλασή του είχε προσέξει τον γέρο να την παραμονεύει, σιγουρεύτηκε ότι δεν ερχόταν άλλο αυτοκίνητο και ξεκίνησε, τον άφησε πίσω της να την κοιτάει και τον ξέχασε πάλι.

Πάρκαρε μισή ώρα αργότερα έξω από το μπαράκι στην Κηφισιά που την περίμεναν τα κορίτσια. Μπήκε μέσα και, από καθαρή φιλαρέσκεια, αισθάνθηκε την ίδια ικανοποίηση που αισθανόταν πάντα στα βλέμματα που κατευθύνθηκαν επάνω της. Καθώς προχώρησε με σταθερό βήμα και τα τακούνια της να ηχούν στο ξύλο σκέφτηκε “ακόμα το έχεις δικιά μου” και άνοιξε την αγκαλιά της στις φίλες της. Με κρασί, γέλια, το νοιάξιμο της μιας για την άλλη, με τα “δικά τους” αστεία και με σοβαρές συζητήσεις, αυτές οι συναντήσεις ήταν βάλσαμο για όλες τους. Καμιά τους δεν έβαζε άλλες σχέσεις πάνω από αυτά τα ραντεβού τους κάθε δεκαπενθήμερο. Όσο νοιάζονταν για αυτή την “οικογένεια” που ήταν η επιλογή τους, δεν νοιάζονταν για καμία συγγένεια και καμία δεν θυσίαζε αυτές τις βραδιές, τις δικές τους, ούτε για γκόμενο, ούτε για σύζυγο, ούτε ακόμα για παιδιά. Οι βραδιές τους ήταν η ψυχοθεραπεία τους και το απάγκιο τους, το καταφύγιό τους από όλα όσα τους είχε φυλάξει η ζωή και είχε πολλά φυλαγμένα η ζωή για την καθεμιά τους: Οι δύο χήρες, η μια με τεράστια προβλήματα υγείας και οικονομικών, η άλλη, μια γυναίκα νέα, όμορφη ακόμα και θαμμένη ζωντανή σ’ ένα σπίτι με τον άντρα της κατάκοιτο. Όλες είχαν πληρώσει το τίμημά τους στα χρόνια που πέρασαν και το πλήρωναν ακόμα.

Αυτά σκεφτόταν η Λουίζα καθώς ξεκλείδωνε την πόρτα του σπιτιού της στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Σκεφτόταν τα πόσα είχαν συμβεί μέσα στα τριάντα χρόνια που γνωρίζονταν με τις φίλες της. Έφερνε στο μυαλό της τις κουβέντες τους και τα μυστικά που εκμυστηρεύονταν η μια στην άλλη, ακριβά μυστικά ψιθυρισμένα, πόθους και ιστορίες παρούσες και παρελθούσες. “Τι να τον κάνω τον ψυχαναλυτή όταν έχω εσάς” τους έλεγε γελώντας και το εννοούσε. Όμως ήξερε πως ένα της μυστικό δεν το είχε μοιραστεί. Ένα της μυστικό ήταν πολύ βαρύ, αβάσταχτο και στην μόνη που το είχε εξομολογηθεί ήταν η ψυχολόγος της που, χρόνια πριν, της είχε πει “με την παιδική ζωή που έζησες, με αυτόν τον πατέρα, σου αξίζει μπράβο που δεν κατέληξες πόρνη ή τρόφιμος ψυχιατρείου”. Αυτά τα λόγια τα κουβαλούσε πάντα μαζί της, η πανάκειά της κάθε φορά που οι αναμνήσεις από το πατρικό της σπίτι απειλούσαν να την πάρουν από κάτω, να την κάνουν ξανά το φοβισμένο παιδί. Αυτά τα λόγια ήταν πίσω από το σταθερό της περπάτημα σήμερα, γιατί αυτά την βοήθησαν να σταματήσει το νυχοπάτημα που από παιδί είχε υιοθετήσει για να μην ακούγεται, για να μην κάνει θόρυβο και πέσει στην προσοχή του πατέρα της. Πατέρα τον αποκαλούσε τον μακαρίτη αλλά μόνο αυτός ο τίτλος δεν του άξιζε. Είρων, κακοποιητής, βάναυσος, άρρωστος ίσως αλλά “πατέρας” σίγουρα όχι. Μεγάλωσε η Λουίζα με μόνιμη παρέα τον φόβο. Φόβος για τα λόγια του τα καυστικά, φόβος για το χέρι του που σηκωνόταν με την παραμικρή αφορμή, φόβος για τις νύχτες και τα χέρια που είχαν σηκωθεί με άλλες προθέσεις. Φοβόταν και ζήλευε. Ζήλευε τις φίλες της που ο δικός τους μπαμπάς τις αγκάλιαζε και τις καμάρωνε. Ζήλευε όταν μιλούσαν για εκείνον με κτητικές περιγραφές. Ζήλευε που ήταν ο συνένοχος τους για τις παραβάσεις στα “όχι” της μαμάς τους, που τις πήγαινε στα μαγαζιά και τους αγόραζε παιχνίδια και ρούχα, που τις κάθιζε στα γόνατά του κι εκείνες κρέμονταν σφιχτά από τον σβέρκο του και ακουμπούσαν το μάγουλο τους στα γένια του. Η Λουίζα δεν μιλούσε ποτέ για τον πατέρα της, δεν τον αγκάλιαζε. Δεν καθόταν ποτέ στα γόνατά του και όταν έβγαινε από το μπάνιο φρόντιζε να τυλίγεται καλά στο μπουρνούζι της, το έκλεινε ψηλά στο λαιμό με το ένα χέρι, καθώς με το άλλο το έσφιγγε γύρω της να μην φανεί έστω και υποψία γυμνού δέρματος. “Απορίας άξιο πως εξελίχθηκες σ’ έναν φυσιολογικό άνθρωπο” είχε πει η ψυχολόγος της, που της έδειξε τον δρόμο για να ξεκινήσει να πιστεύει στον εαυτό της και βήμα-βήμα της αποκάλυψε -σε μάτια έκθαμβα και αυτιά που ρουφούσαν την κάθε λέξη- την γυναίκα που δεν ήξερε η ίδια πως κρύβει μέσα της, που της έμαθε να διεκδικεί την καλύτερη ζωή που μπορούσε να εξασφαλίσει στον εαυτό της. Που της έμαθε να πιστεύει ότι άξιζε η ίδια.

Έκλεισε την πόρτα πίσω της και άναψε τα φώτα στο σαλόνι. Άφησε την τσάντα της στο τραπέζι, πέταξε με ανακούφιση τα τακούνια και κατευθύνθηκε στην τζαμαρία για να κλείσει τα παντζούρια. Το χέρι της κοκάλωσε στην πετούγια της τζαμόπορτας και, με τα φώτα όλα ανοιχτά πίσω της, πάγωσαν τα μάτια της στο τζάμι και στην σκοτεινή νύχτα που απλωνόταν έξω: Εκεί ήταν πάλι αυτός, μ’ αυτά τα μάτια, ο γέρος να την παρατηρεί. Η θωριά του κρύα, τα μάτια του σκοτεινά χωρίς έκφραση, άδεια, χωρίς βάθος.

Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και με χέρι που δεν έτρεμε, δεν φοβόταν, δεν δίσταζε, τράβηξε τα δίφυλλα παντζούρια, ασφάλισε και τα τζάμια και στην αντανάκλασή τους έριξε τελευταία ματιά στο είδωλό της. Τα μάτια του πατέρα της μπορεί να τα κληρονόμησε, αλλά σε τίποτα άλλο δεν του έμοιασε. Τα δικά της μάτια είχαν ζωή και ζεστασιά και ρυτίδες έκφρασης από το έτοιμο χαμόγελο που αναπηδούσε στο πρόσωπό της. Μπορεί να τον έβλεπε στο σχήμα των ματιών της όταν κοιτιόταν στον καθρέφτη του αυτοκινήτου, στο μπάνιο το πρωί που βαφόταν, στην αντανάκλαση κάποιας τζαμαρίας, αλλά τον είχε αφήσει πίσω της προ πολλού, αδύναμο γεροντάκι στην άκρη του δρόμου, μέσα στις λάσπες.

 

 

Πίνακας cover: Bird of Paradise by Lillian Levi

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook