Ελπινίκη

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δεκάξι χρονών την πάντρεψαν με τον Μανούσο από το διπλανό χωριό που είχε τα διπλά της χρόνια. Πολλά τα παιδιά στο σπίτι, ένα στόμα λιγότερο ήταν μεγάλο πράγμα. Δεν έψαχναν πολλά – πολλά εκείνα τα χρόνια. Μια δουλειά να ‘χει ο γαμπρός να ανοίξουν το σπίτι τους. Και ο Μανούσος είχε μια δουλειά. Μα είχε κι όλα τα στραβά και τ’ ανάποδα απάνω του. Έπινε, χαρτόπαιζε, έμπλεκε σε παράνομες δουλειές, βλαστημούσε, ξενοκοίταζε, και που και που σήκωνε και το χέρι του στην έρμη την Ελπινίκη, που ούτε που προλάβαινε να καταλάβει από πού της ερχόταν.

Τα χρόνια περνούσαν κι η Ελπινίκη μεγάλωνε, μα μια χαρά από ‘κείνο τον γάμο δεν είχε δει. Μονάχα έσκυβε το κεφάλι και δάγκωνε τα χείλη. Και όσο περνούσε ο καιρός, τόσο τα βλέμματα έπεφταν επίμονα επάνω στην κοιλιά της κι όσο αυτή δεν φούσκωνε, τόσο πλήθαιναν οι ψίθυροι στο διάβα της. Μα εκείνη χαιρόταν που δεν έμενε έγκυος, γιατί ήξερε πως δεν ήταν σπιτικό αυτό για να μεγαλώσει ένα παιδί. Ο Μανούσος δεν μιλούσε για αυτό το θέμα, κι όταν κανένας του έκανε κουβέντα τον αγριοκοίταζε και του ‘λεγε να κοιτάει τη δουλειά του. Φήμες στο χωριό έλεγαν πως όταν ήταν μικρός είχε πέσει από μια ελιά κι είχε χτυπήσει άσχημα και ίσως αυτό να ήταν η αιτία που δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Ο ίδιος δεν το είχε συζητήσει ποτέ. Το είχε ακούσει κι η Ελπινίκη αλλά δεν την ένοιαζε. Της αρκούσε που δεν θα έφερνε ένα παιδί στον κόσμο για να μεγαλώσει μέσα στην κόλαση που ζούσε εκείνη. Κι όση αγάπη είχε για να δώσει, έμενε μέσα της, θέριευε και την έπνιγε.

Κι ήρθε μια μέρα που ο Μανούσος δεν ξαναγύρισε στο σπίτι. Έτσι απλά. Οι μέρες περνούσαν κι η Ελπινίκη ντρεπόταν για την ανακούφιση που ένιωθε. Τα κουτσομπολιά έδιναν κι έπαιρναν και οι φήμες φούντωναν μέρα με τη μέρα. Ώσπου επιβεβαιώθηκε πως μια νύχτα τον είδαν να περιμένει με την κούρσα του, έξω από το σπίτι της χήρας κι έπειτα εκείνη να μπαίνει μέσα με μια βαλίτσα. Από τότε δεν τους ξαναείδε κανένας στο χωριό. Πολλοί ήταν εκείνοι που ήξεραν για τις συχνές επισκέψεις του στο σπίτι της χήρας τα τελευταία χρόνια, μα κανένας δεν περίμενε πως θα το έσκαγαν μαζί. Αλλά τα χρέη του όσο πήγαινε και μαζεύονταν και στένευαν τα περιθώρια. Πόσο να του έδιναν παράταση πια όλοι εκείνοι που τους χρωστούσε. Όσο για την Ελπινίκη, ήταν αμελητέα ποσότητα για εκείνον! Έτσι λοιπόν, της χάρισε την ελευθερία και την ηρεμία της, άθελά του.

Στην αρχή κανένας δεν ενοχλούσε την «καημένη» την Ελπινίκη, σεβάστηκαν την ατυχία και το κακό που τη βρήκε. Κανένας δεν φανταζόταν ότι εκείνη, κάθε μέρα άναβε το καντήλι και προσευχόταν στην Παναγιά να μην ξαναφανεί εκείνος ο άχρηστος! Μα μετά από καιρό, άρχισαν να ζητούν από εκείνη τα χρωστούμενα του Μανούσου. Δυο τρεις φορές εξήγησε ήρεμα πως από εκείνη δεν επρόκειτο να πάρουν τίποτα, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν είχε και τίποτα, αλλά κυρίως γιατί δεν είχε καμία απολύτως σχέση με αυτές τις δουλειές του άντρα της. Κι επιτέλους, ας την άφηναν στον «πόνο» της. Μα εκείνοι επέμεναν και συνέχιζαν να της χτυπούν την πόρτα. Και τότε ήταν που η ήσυχη και αγαθή Ελπινίκη, μεταμορφώθηκε! Τους πέταξε έξω με τις κλωτσιές, ουρλιάζοντας: «Αν εκείνος σας χρωστάει, να πάτε να τον γυρέψετε να σας τα δώσει! Και πείτε του χαιρετίσματα να μην τολμήσει να βρεθεί ξανά στο κατώφλι μου. Κι εσείς το ίδιο! Καμία σχέση δεν έχω πια με δαύτον! Παρατάτε με ήσυχη!»
Κι όταν έκλεισε την πόρτα πίσω της ανάσανε βαθιά και πήρε τις πιο σημαντικές, τις πρώτες αποφάσεις για τη ζωή της…

Την άλλη μέρα κιόλας άνοιξε διάπλατα τα παραθυρόφυλλα και έπαψε να κρύβεται από τα μάτια του κόσμου. Σήκωσε ψηλά το κεφάλι και περπάτησε στο χωριό αδιαφορώντας για τα βλέμματα και τους ψιθύρους που φούντωναν στο πέρασμά της. Ύστερα κοίταξε τα ντουλάπια της κι έπειτα το συρτάρι που άφηνε καμιά φορά ο Μανούσος λίγα λεφτά για το σπίτι… Ούτε τη βδομάδα δεν θα έβγαζε. Τι να έκανε; Να γύριζε στους γονείς της; Αδύνατον! Και ξαφνικά η Ελπινίκη για πρώτη φορά στη ζωή της, λίγο πριν να συμπληρώσει τα εικοσιπέντε της χρόνια, ήρθε αντιμέτωπη με την σκληρή πραγματικότητα. Μα δεν το έβαλε κάτω! Άνοιξε τη σερβάντα κι έβγαλε έξω τα εργόχειρα της. Τόσα χρόνια μοναχή σ’ ένα σπίτι, πώς να περάσει την ώρα της, έπλεκε και κεντούσε. Δειλά – δειλά την ίδια κιόλας μέρα, μίλησε στην κυρά Τασία απέναντι. Η καλοσυνάτη γυναίκα με χαρά δέχτηκε να βοηθήσει την χαροκαμένη κοπέλα και έδειξε τα εργόχειρα σε όσα σπίτια γνώριζε ότι είχαν κορίτσια της παντρειάς. Έτσι, σιγά – σιγά η Ελπινίκη απέκτησε τα πρώτα ολοδικά της χρήματα, χάρη στα ίδια της τα χέρια! Όσο περνούσε ο καιρός, οι παραγγελίες αυξάνονταν κι η Ελπινίκη κεντούσε ώσπου μάτωναν τα δάχτυλά της. Κι ύστερα φορτωνόταν τη βαλιτσούλα της και γύριζε τα γύρω χωριά μέχρι που δεν ένιωθε πια τα πόδια της. Με ζέστη και με κρύο, δε σταματούσε στιγμή. Μα ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός της για το ότι κατάφερνε να τα βγάζει πέρα ολομόναχη, που έβγαζε φτερά!

Στον γάμο της αδελφής της, ήταν η πρώτη φορά που θα συναντούσε την οικογένειά της μετά από τη φυγή του Μανούσου. Τα οικονομικά της της επέτρεπαν πλέον να αγοράσει ένα καινούριο φουστάνι και να περιποιηθεί τον εαυτό της, όπως του άξιζε. Ήθελε όλοι να δουν ότι ήταν καλά, να μην την λυπάται κανένας. Δεν δεχόταν άλλη ταπείνωση η αξιοπρέπειά της. Ντύθηκε, χτένισε τα μακριά της μαλλιά, έβαλε και λίγο κοκκινάδι στα χείλη και στα μάγουλά της και σχεδόν δεν αναγνώρισε τη γυναίκα που έβλεπε στον καθρέφτη. Παρατήρησε το πρόσωπο, το σώμα της, και συνειδητοποίησε πως ήταν μια όμορφη γυναίκα. Κι ήταν ακόμα τόσο νέα. Κι ας αισθανόταν γερασμένη η ίδια…

Ούτε που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί την αντίδραση των γονιών της όταν την αντίκρισαν. Η Ελπινίκη μπήκε μέσα στο σπίτι που ντυνόταν νύφη η αδελφή της, με το κεφάλι ψηλά και το κορμί ίσιο. Χαμογελούσε και φωτιζόταν όλο της το πρόσωπο. Όλα τα βλέμματα στράφηκαν επάνω της. Βλέμματα ξαφνιασμένα, βλέμματα αχόρταγα, βλέμματα εντυπωσιασμένα, μα και βλέμματα οργισμένα.

Ο πατέρας της την κοίταζε θαρρείς και προσπαθούσε να την σκοτώσει με τα μάτια. Η μάνα της την πλησίασε και με τρόπο την πήρε παράμερα.
«Δε φτάνει που δεν ήσουν άξια να κρατήσεις τον άντρα σου, τώρα γαμπρίζεις κιόλας!» έφτυσε τις λέξεις μέσα από τα δόντια της και τα μάτια της ξεχείλιζαν οργή.
Τα βλέφαρά της Ελπινίκης πετάρισαν για μια στιγμή καθώς τραβήχτηκε πίσω αποσβολωμένη. Κοίταζε τη μάνα της σαν να πάλευε να καταλάβει ποια ήταν η γυναίκα απέναντί της και σε ποιον απευθυνόταν. Άνοιξε το στόμα της δυο φορές, μα ήχος δεν βγήκε.
«Τι… τι κάνω;» ψέλλισε τελικά.
«Γι’ αυτό άφησες τον άντρα σου να σου φύγει; Για να ντύνεσαι και να στολίζεσαι και να κάνεις τη ζωή σου;»
«Μάνα τι λες;» τα είχε ολότελα χαμένα.
«Αυτό που βλέπω λέω» έλεγε και κοίταζε τριγύρω ανήσυχη, μη τυχόν ακούσει κανένας άλλος.
Η Ελπινίκη έσφιξε τα δόντια κι έπειτα πήρε μια βαθιά ανάσα. Έκανε μια προσπάθεια να εξηγήσει, όσο κι αν ένιωθε πως δεν όφειλε καμία εξήγηση:
«Τον άντρα μου δεν τον έδιωξα εγώ, εκείνος έφυγε χωρίς να μου πει κουβέντα. Κι απ’ ό,τι λένε όλοι στο χωριό, με καλή παρέα έφυγε, αφού το γλεντούσε και πριν να φύγει. Όταν έμεινα ολομόναχη, δεν ήρθα σ’ εσάς για να μη σας επιβαρύνω. Πάλεψα για να τα βγάλω πέρα μόνη μου. Και τα κατάφερα! Πίστευα ότι θα χαρείτε για μένα. Μα τι λέω… Πότε νοιαστήκατε για μένα για να νοιαστείτε και τώρα…» με κόπο συγκρατούσε τα δάκρυα που ανέβαιναν στα μάτια της και ένιωθε τον λαιμό της να καίγεται. Όταν είδε ότι η μάνα της δεν έλεγε κουβέντα, μονάχα έκανε πως χαμογελούσε για να μην καταλάβει ο κόσμος τι συμβαίνει, κούνησε το κεφάλι απογοητευμένη και πρόσθεσε: «Μην ανησυχείς, δεν θα σας ντροπιάσω άλλο, φεύγω και δεν ξανάρχομαι. Πες πως η μεγάλη σου η κόρη πέθανε. Αντίο μάνα!» κι εξαφανίστηκε αφήνοντας τη μάνα της αποσβολωμένη να την κοιτά να ξεμακραίνει με το κεφάλι ψηλά, όπως είχε έρθει.

Λίγους μήνες αργότερα, τα χτυπήματα στην πόρτα της Ελπινίκης θαρρείς θα την γκρέμιζαν. Έτρεξε να ανοίξει αναστατωμένη και δεν πίστευε αυτό που αντίκρισαν τα μάτια της: Η αδελφή της με τα ρούχα μισοσκισμένα και το πρόσωπο μελανιασμένο.
«Ευγενία τι έπαθες;» ρώτησε μα δεν πρόλαβε να πάρει απάντηση.
Η κοπέλα σωριάστηκε μπροστά στα πόδια της σαν άδειο σακί.
Λίγη ώρα μετά, η Ευγενία συνερχόταν στον καναπέ της Ελπινίκης κι αμέσως ένιωσε ανακούφιση όταν είδε το πρόσωπο της αδελφής της.
«Σε παρακαλώ, μην πεις σε κανέναν ότι είμαι εδώ! Σε παρακαλώ» έλεγε ανήσυχη.
«Μην ανησυχείς γι’ αυτό. Μόνο πες μου, τι έγινε; Ποιος σε πείραξε;» ρώτησε με το βλέμμα σκοτεινιασμένο.
«Αυτός…»
«Ποιος; Ο άντρας σου;»
«Ναι αυτός! Δεν πρόλαβαν να πέσουν τα ρύζια από πάνω μας και άρχισε να ξενοκοιτάει. Από καιρό το είχα καταλάβει. Μα σήμερα δεν κρατήθηκα άλλο και του έβαλα τις φωνές. Και τι ήταν να το κάνω… Κόντεψε να με σκοτώσει. Πάνω στη λύσσα του γλίστρησε κι έπεσε κι έτσι μπόρεσα να του ξεφύγω. Ούτε ξέρω πόσες ώρες περπατούσα για να φτάσω ως εδώ. Σε παρακαλώ μην πεις σε κανέναν ότι είμαι εδώ!»
«Μην ανησυχείς γι’ αυτό. Εγώ είμαι εδώ! Δεν θα σε αφήσω να ξαναγυρίσεις εκεί…» έλεγε και της σκούπιζε τα δάκρυα.
«Αχ Ελπινίκη μου… Δεν είναι τόσο απλό. Είμαι έγκυος… Και το ξέρουν όλοι, δεν θα με αφήσουν να φύγω έτσι!» είπε και ξέσπασε ξανά σε λυγμούς.
Το πρόσωπο της Ελπινίκης σκοτείνιασε άθελά της. Γέμισε με οργή για ‘κείνον τον αλήτη που δεν σεβάστηκε ούτε το παιδί που μεγάλωνε μέσα της.
«Να μην ανησυχείς για τίποτα εσύ! Εγώ είμαι εδώ και θα κάνω τα πάντα για σένα και το μωρό σου! Στο υπόσχομαι!» είπε περισσότερο για να την καθησυχάσει, χωρίς να ξέρει πώς στην ευχή θα τα κατάφερνε με όλα αυτά που θα έπρεπε να αντιμετωπίσει.

Μα το είπε και το έκανε η Ελπινίκη. Με όλους τα έβαλε για χάρη της αδελφής της και του μωρού της. Στάθηκε μπροστά, βράχος ακλόνητος κι όλα τα άγρια κύματα έσκασαν επάνω της. Πρώτοι και καλύτεροι οι ίδιοι τους οι γονείς. Και βρέθηκε η Ελπινίκη να αντιμετωπίζει το ίδιο το παράλογο κατά πρόσωπο: Πώς τόλμησε η κόρη η δική τους να παρατήσει τον άντρα της και να τους ντροπιάσει έτσι! Και τι έγινε που την σακάτεψε στο ξύλο; Άντρας της είναι, να μην του αντιμιλούσε! Έτσι διαλύονται τα σπίτια; Και το μωρό της, πώς θα μεγάλωνε; Σαν μπάσταρδο; Τι πράγματα είναι αυτά; Αλλά τι περιμένεις, αφού παίρνει παράδειγμα από τη μεγάλη της αδερφή που άφησε το σπίτι της να διαλυθεί. Αυτή φταίει για όλα που της φούσκωσε τα μυαλά…
Τόσα κι άλλα τόσα άκουσε η Ελπινίκη και δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να ουρλιάξει.

Ευτυχώς ο άντρας της Ευγενίας δε νοιάστηκε και πολύ. Κάνα – δυο φορές μόνο πήγε, απείλησε, φώναξε κι έφυγε άπραγος. Θαρρείς κι έπρεπε να δείξει ότι προσπάθησε για κάτι, ότι έκανε το χρέος του. Κι έπειτα δεν ασχολήθηκε ξανά, ούτε με την Ευγενία, ούτε με το παιδί του που θα ερχόταν στον κόσμο σε λίγο καιρό. Σαν να τον βόλεψε η φυγή της.
Είχε κι άλλα να αντιμετωπίσει η Ελπινίκη. Τις κατηγορίες εναντίον της, πως «παρασύρει την αδελφή της να κάνει επανάσταση, τι πράγματα ήταν αυτά, δύο γυναίκες μόνες με ένα μωρό πώς θα ζήσουν, εκείνη φταίει για όλα που δεν την αφήνει να γυρίσει στον άντρα της» και πολλά πολλά άλλα.
Μα μετά την πρώτη μπόρα, τα κατάφερε η Ελπινίκη κι έκλεισε την πόρτα της, αφήνοντας τους όλους απ’ έξω. Δεν επέτρεψε σε κανέναν να τις ταράξει ξανά.

Όμως το πιο δύσκολο που είχε να διαχειριστεί, ήταν η τσακισμένη ψυχολογία της αδελφής της. Ένα ανθρώπινο ερείπιο, που δεν είχε το κουράγιο, ούτε τη διάθεση να φροντίσει τον ίδιο της τον εαυτό. Ήταν και οι ανάγκες τους που όλο και αυξάνονταν κι ήταν δύσκολο πολύ να τα βγάλει πέρα ολομόναχη η Ελπινίκη. Μάτωνε τα δάχτυλα της μέρα και νύχτα να πλέκει και να κεντά, γέμιζαν πληγές τα πόδια της να γυρίζει στους δρόμους για να πουλήσει όσα περισσότερα μπορούσε, μετρούσε και ξαναμετρούσε τα χρήματα και πάλι δεν έφταναν.

Ώσπου γεννήθηκε το μωρό. Η ανηψιά της Ελπινίκης ήταν λες και της έδωσε ανάσα και κουράγιο να παλέψει τόσο κι άλλο τόσο! Και δεν θα άφηνε τίποτα να της λείψει. Χωρίς να το πολύ σκεφτεί, ένα πρωινό άρπαξε από το συρτάρι δυο δαχτυλίδια και μια χρυσή καδένα και τα έχωσε στην τσάντα της. Την επόμενη ημέρα αγόρασε μία καλή σόμπα, γιατί η άλλη είχε χαλάσει και βρωμούσε όλο το σπίτι πετρέλαιο. Και υφάσματα για να φτιάξει όμορφα ρουχαλάκια για το μωρό. Και κρέας για να τρώει καλά η λεχώνα, να δυναμώσει και να έχει γάλα. Και σιγά – σιγά περνούσε ο καιρός. Και το μωρό μεγάλωνε και άνθιζε. Και άνθιζαν κι οι δύο γυναίκες που το καμάρωναν.
Σύντομα η Ευγενία στάθηκε στα πόδια της και άρχισε να βοηθάει την Ελπινίκη. Έπιαναν τα χέρια της και φαινόταν πως είχε ταλέντο στη ζωγραφική. Έκανε τα πιο όμορφα και πρωτότυπα σχέδια για τα κεντήματα της Ελπινίκης, που γρήγορα γίνονταν ανάρπαστα.

Μα πάνω που έστρωναν τα πράγματα, η Ελπινίκη αρρώστησε κι έχασαν και οι δυο τη γη κάτω απ’ τα πόδια τους. Στην αρχή έσφιγγε τα δόντια και δεν το έβαζε κάτω. Μα σιγά – σιγά οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν και δεν μπορούσε πια να προσφέρει όσα χρειαζόταν το σπίτι της.

Ευτυχώς η Ευγενία ενεργοποιήθηκε γρήγορα. Εκείνη έβγαινε τώρα στους δρόμους και τα κατάφερνε περίφημα και με τις πωλήσεις. Ώρες ολόκληρες γύριζε στους δρόμους από πόρτα σε πόρτα κι όταν επέστρεφε στο σπίτι φρόντιζε την αδελφή της και την κόρη της ώσπου να πάνε για ύπνο.
Μια νύχτα η Ελπινίκη σηκώθηκε με κόπο για να πιει νερό. Τα γόνατα της λύγιζαν, μα προσπάθησε πολύ για να μην πέσει κρατώντας τους τοίχους. Βρήκε την Ευγενία στο μισοσκόταδο να μουλιάζει τα πόδια της σε μια λεκάνη με νερό. Στάθηκε λίγες στιγμές να την κοιτάζει.
«Συγγνώμη που δεν τήρησα την υπόσχεση μου…» ψιθύρισε μόνο και πνίγηκε στους λυγμούς.
«Τι λες αδερφή; Τι λόγια είναι αυτά ματιά μου; Εσύ έκανες τόσα για μας! Κι ακόμα κάνεις. Δεν ξέρω τι θα είχαμε απογίνει αν δεν ήσουν εσύ! Και λες τώρα τέτοιες κουβέντες… Για όνομα του Θεού! Σε παρακαλώ ψυχή μου, μην ξαναπείς τέτοια λόγια!» η Ευγενία έτρεξε και την αγκάλιασε, αδιαφορώντας για τα νερά που σκόρπισε στο πάτωμα. Της χάιδεψε απαλά τα μαλλιά και συνέχισε:
«Εγώ είμαι τώρα εδώ για σένα. Έτσι δεν πάει; Η μία για την άλλη! Και μόλις γίνεις καλά…»
«Δεν θα γίνω μικρή μου…» την διέκοψε.
«Ελπινίκη! Τι λες;»
«Ξέρω τι σου λέω. Το βλέπω να έρχεται το τέλος… Δεν θα γίνω καλά…» μιλούσε ήρεμα και στα χείλη της τώρα είχε σχηματιστεί ένα πικρό χαμόγελο.
Η Ευγενία κράτησε το πρόσωπο της αδελφής της στα δυο της χέρια και την κοίταξε κατάματα.
«Πάψε! Μην το ξαναπείς αυτό! Ακούς; Πότε τα παράτησες εσύ για να τα παρατήσεις και τώρα; Όλα θα πάνε καλά» έλεγε και η φωνή της έτρεμε.
«Να βαφτίσουμε τη μικρή, πρέπει να της βρούμε ένα όνομα…»
«Το ‘χω βρει το όνομα.»
«Να την βαφτίσουμε γρήγορα… Να προλάβω…»
«Σσστ μην το λες αυτό!»
Άλλες κουβέντες δεν βγήκαν από τα χείλη τους. Μονάχα λυγμοί που τους έκοβαν την ανάσα. Κι έμειναν για ώρα σφιχταγκαλιασμένες…

***

«Αυτή που λες μικρή μου Ελπινίκη, είναι η ιστορία της θείας σου που έχεις το όνομα της! Σκληρό καρύδι… Ποτέ δεν τα παράτησε εύκολα. Πάλευε με θηρία κι ακόμα κι όταν γονάτιζε, δεν το έβαζε κάτω. Τη ζωή μας την ίδια της χρωστάμε! Κι εσύ κι εγώ. Σπουδαίος άνθρωπος. Γενναιόδωρος, δυνατός! Βράχος για τους ανθρώπους της… Μα και αγύριστο κεφάλι, και πεισματάρα, και ξεροκέφαλη! Την ψυχή μου ‘χει βγάλει αυτή η θεία σου, μη νομίζεις!»
«Τι λες εκεί βρε στο παιδί;» η Ελπινίκη μπήκε από την πόρτα φουριόζα, τινάζοντας την ομπρέλα της έξω πριν κλείσει.
«Φεία μου!» φώναξε η μικρή και χώθηκε στην αγκαλιά της.
«Τίποτα, να εδώ λέμε ιστορίες ώσπου να σταματήσουν οι αστραπές…» χαμογελούσε η Ευγενία.
Η μικρή Ελπινίκη τύλιξε τα χεράκια της γύρω από τον λαιμό της θείας της και ζάρωσε τη μυτούλα πριν μιλήσει.
«Φεία…» φαινόταν προβληματισμένη.
«Τι είναι ψυχή μου;»
«Γιατί η μαμά σε είπε ψαροκέφαλη;»
«Άμα την πιάσω τη μαμά σου θα δει αυτή!» είπε η Ελπινίκη και ξέσπασαν σε γέλια…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook