TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Εμμονή

Εμμονή

Το παρελθόν λένε πως δεν σε αφήνει ποτέ να το ξεχάσεις. Πως μένει μέσα σου αναλλοίωτο. Κι άλλοτε σου δίνει δύναμη να συνεχίσεις κι άλλοτε σε στοιχειώνει για πάντα. Και την Εριφύλη την στοίχειωσε…

Τον Παύλο τον γνώρισα τυχαία στα μαθήματα κεραμικής που διοργάνωνε το Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου. Με τράβηξε η σιωπή του, με καθήλωσε ο τρόπος με τον οποίο άγγιζε κι έπλαθε τον πηλό. Και μάρτυς μου ο Θεός, ευχήθηκα από την πρώτη στιγμή να’ μουν ένα κομμάτι πηλού στα χέρια του. Μα μια κινέζικη παροιμία λέει πρόσεχε τι εύχεσαι γιατί μπορεί να σου συμβεί…

Σαν τώρα θυμάμαι τη στιγμή που αδυνατώντας να δώσω σχήμα στην άμορφη μάζα πηλού που’ χα μπροστά μου, με πλησίασε και ψιθύρισε στο αυτί μου “Μην προσπαθείς να δώσεις σχήμα με το μυαλό σου. Ζέστανέ τον πηλό με τη φωτιά της καρδιά σου και κοίτα τον με τα μάτια της ψυχής σου”. Αυτό ήταν. Ένας έρωτας ξεκίνησε, ένας δεσμός ζωής και θανάτου.

Κι ήταν σαν η ζωή μου ν’ άρχισε τη μέρα που τον γνώρισα. Οι σκέψεις μου, οι χτύποι της καρδιάς μου, οι ανάσες μου, όλα για εκείνον. Ήμουν τόσο ερωτευμένη που οι ώρες της ημέρας δεν αρκούσαν για να ζήσω, να νιώσω με όλο μου το “είναι” το πάθος μου για κείνον. Τον ήθελα απεγνωσμένα. Κι ας τον είχα. Εγώ τον ήθελα κι άλλο. “Θα πέθαινα για σένα” του έλεγα, κι εκείνος γελούσε για να με πειράξει. “Κι εγώ. Κι εγώ νομίζω πως θα πέθαινα για σένα” συμπλήρωνε και με έσφιγγε στην αγκαλιά του. Όμορφες στιγμές. Αθώες. Γιατί απλά δεν είχαμε σκεφτεί πως κάποιος από τους δυο μας μπορούσε πράγματι να πεθάνει.

Κι ύστερα ήρθε η ανακοίνωση της εξάμηνης μετεκπαίδευσης στο Βερολίνο, η σε επτά μήνες μετακόμιση, και η μέγαιρα μου χτύπησε την πόρτα. Αναρωτιέσαι ποια είναι η μέγαιρα; Ποια άλλη; Η ίδια η ζωή… Πανικοβλήθηκα. Πώς θα άντεχα να ζήσω μακριά του; Πώς θα μάθαινα να ζω χωρίς αυτόν; Κι αν γνώριζε κάποιαν άλλη; Αν με ξεχνούσε; Μάτια που δεν βλέπονται γρήγορα ξεχνιούνται. Έτσι δεν λένε; Κι εγώ δεν είχα καμία διάθεση να τον χάσω. Είχα 7 μήνες, 210 ημέρες, 5.040 ώρες για να αλλάξει τα σχέδιά του και να μείνει κοντά μου. Για πάντα.

Την ίδια κιόλας μέρα σταμάτησα τα αντισυλληπτικά, χωρίς να του πω λέξη. Κι αυτό ήταν μόνο η αρχή. Οι εβδομάδες που ακολούθησαν ήταν πιο μαύρες κι από το βαθύ σκοτάδι. Ολημερίς κι ολονυχτίς έψαχνα τρόπο να τον εμποδίσω. Παντού. Με κάθε τρόπο. Κι όσο εγώ προσέγγιζα τους κολλητούς του φίλους, τους συναδέλφους του αλλά και τη μητέρα του – σε μια απεγνωσμένη και καλά συντονισμένη προσπάθεια να βρω συμμάχους- το μυαλό μου δούλευε ασταμάτητα. Εμμονικά ερωτευμένη καθώς ήμουν, άφησα το μυαλό μου να με παρασύρει σε μονοπάτια τόσο σκοτεινά, που ακόμα και τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια, αναρωτιέμαι αν όλα αυτά που ακολούθησαν, απλά τα φαντάστηκα.

Κάπου είχα διαβάσει ότι ό,τι σε αποκόβει από τον κόσμο, γεννάει το απόκοσμο. Ναι, αυτό ακριβώς έγινε. Η εμμονή μου για κείνον με είχε αποκόψει από την ως τότε ζωή μου, τα ενδιαφέροντά μου, τους φίλους μου, την ίδια την πραγματικότητα που δεν ήταν άλλη από το νόημα της αληθινής αγάπης. Εκείνης που λυτρώνει, εκείνης που μοιράζεται, εκείνης που δεν έχει αλυσίδες. Η εμμονή μου για κείνον ήταν αυτή που τελικά γέννησε το απόκοσμο.

Μια φωτογραφία. Μία τρίχα από το στέρνο του ∙από το σημείο που χτυπά η καρδιά του. Ένα πουκάμισο. Όχι καθαρό ∙ νοτισμένο από τον ιδρώτα και το άρωμά του. Μια κούκλα, φτιαγμένη από πηλό, με χώμα που πάτησε και νερό που πλύθηκε. Ένα κόκκινο κερί. Κι ένα ξόρκι. Για δέκα μέρες, κάθε βράδυ, επαναλάμβανα τα ίδια λόγια, καίγοντας σιγά την κούκλα, που έφτιαξα στο όνομα της αγάπη μας.

“Όπως σε καίει το κερί, έτσι να καίγεσαι για μένα.
Όπως σε λιώνει το κερί, έτσι να λιώνεις από έρωτα για μένα”

Και αφού πέρασαν οι δέκα μέρες, την έδεσα σφιχτά με μια δεύτερη κούκλα – ομοίωμα δικό μου – που στην καρδιά της είχε μια φωτογραφία μου, μια τρίχα απ’ τα μαλλιά μου, κι ήταν πλασμένη με δάκρυα από τα δάκρυα που έχυνα για χάρη του, και αίμα από το αίμα που έρρεε μ’ ορμή στις φλέβες μου για κείνον.

«Σε δένω μαζί μου για πάντα. Αιώνια αγάπη ως και μετά τον θάνατο».

Θυμάμαι πως με κοίταζε σαστισμένος εκείνο το απόγευμα σαν γύρισα απροειδοποίητα νωρίς σπίτι. Σχεδόν ικετευτικά, λες και ήταν εκείνος που κρεμόταν στο χείλος του γκρεμού εκλιπαρώντας για βοήθεια. Τι ειρωνεία. Ήθελε να μου κάνει έκπληξη για την επέτειό μας ∙ μια επέτειο που μέσα στο χάος του μυαλό μου είχα ολότελα ξεχάσει. Είχε γεμίσει τα κρυστάλλινα ποτήρια – προίκα της γιαγιάς μου – με το αγαπημένο μου κόκκινο κρασί. Porto. Μεθυστικό σαν τον έρωτα. Πλάνο μέχρι την τελευταία σταγόνα. Κι έπειτα, ψάχνοντας για κηροπήγια στο παλιό σκρίνιο της γιαγιάς, εκεί που είχα κρύψει βιαστικά το προηγούμενο βράδυ τις όσο πιο σφιχτά γινόταν δεμένες κούκλες, βρήκε αυτό που δεν έπρεπε να βρει. Και τα κεριά δεν άναψαν ποτέ. Τα ποτήρια δεν τσούγκρισαν.

Σαν τον είδα να κρατά τα δύο ομοιώματα, πάγωσα. Για μια στιγμή έψαξα μανιωδώς στο μυαλό μου να βρω μια δικαιολογία. Μα ήταν τόσο άδειο και χαμένο το βλέμμα του, που όσο κι αν ήθελα να δικαιολογήσω τα αδικαιολόγητα, δεν έβγαινε λέξη από το στόμα μου. Και να πω τι άλλωστε;… Ήθελα να τον αγκαλιάσω. Να τον παρηγορήσω, όπως η μάνα το πληγωμένο παιδί, αλλά δεν με άφησε καν να τον πλησιάσω. “Είσαι τρελή. Είσαι θεότρελη” μονολόγησε, εκσφενδονίζοντας στον τοίχο τις δύο κούκλες, σπάζοντάς τες σε χίλια κομμάτια. Κι ύστερα άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Κι έφυγε τόσο μακριά που κανένα αεροπλάνο δεν μπορεί να με πάει πια σε κείνον.

Λίγα λεπτά αργότερα, λίγα μέτρα από το σπίτι, παραβίασε ένα stop. Πέθανε για μένα. Μου το είχε πει άλλωστε. “Κι εγώ νομίζω πως θα πέθαινα για σένα”.

– Και μετά;
– Για καιρό αγωνιζόμουν να ξεφύγω από την θύμησή του με ηρεμιστικά και αλκοόλ. Υπήρξαν μέρες που όσο κι αν διέταζα το μυαλό μου να πάψει να σκέφτεται, αυτό δεν υπάκουε. Έπρεπε να αντιμετωπίσω την αλήθεια, να ζήσω μ’ αυτή. Και μπορεί τα παραμύθια να έχουν ευτυχισμένο τέλος, αλλά στη δική μου ιστορία το τέρας είμαι εγώ. Κι εγώ ήμουν ζωντανή. Κι ας μύριζε ο αέρας γύρω μου θάνατο.
– Και τώρα;
– Νομίζεις πως είμαι τρελή; Πώς τα έχω χάσει; Όχι. Κι αυτό είναι η τιμωρία μου. Σκότωσα τον άντρα που ήμουν ερωτευμένη μαζί του. Και μετά ήρθες εσύ. Η τελετή είχε ολοκληρωθεί με επιτυχία. Μέσα από τόσο πόνο και θάνατο, ζωή όμως για μένα δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Δεν έπρεπε να υπάρξει. Και αφού ανθρώπινος νόμος δεν έχει γραφτεί ακόμα για να με τιμωρήσει, με τιμώρησα εγώ δίνοντάς σε στη γιαγιά σου να σε μεγαλώσει. Εγώ που ξέρω πως είναι να αγαπάς για πάντα, σε έδωσα με τα ίδια μου τα χέρια. Σε αποχωρίστηκα, γιατί ήξερα την αλήθεια. Και τώρα την ξέρεις κι εσύ. Μη με λυπάσαι λοιπόν και μη με ψάχνεις. Δεν είμαι παρά ένα φάντασμα, και τα φαντάσματα δεν έχουν καρδιά. Δεν είμαι παρά το απομεινάρι του αλλοτινού εαυτού μου που ζει στη σκιά ενός έρωτα που πέθανε για να περάσει στην αιωνιότητα. Εγώ ήμουν που επέλεξα να ζω θαμμένη στις αναμνήσεις και στις τύψεις, χωρίς εσένα, χωρίς εκείνον. Θα πέθαινα για χάρη του, του έλεγα, κι εκείνος γελούσε. Τι κρίμα που δεν έζησε να με δει πως το εννοούσα.
– Τον αγαπάς ακόμα;
– Αιώνια αγάπη. Ως και μετά τον θάνατο.
– Γιατί; Γιατί έπρεπε να μάθω;
– Τα σημαντικότερα πράγματα είναι αυτά που δυσκολεύεσαι περισσότερο να πεις, αυτά που πιότερο δεν αντέχεις να ακούσεις. Κι εσύ έπρεπε να μάθεις πως είσαι η ζωή μετά τον θάνατο. Πως είσαι η χαρά μετά τον πόνο.
– Γιατί;
– Γιατί είσαι η απόδειξη της αιώνιας αγάπης ως και μετά τον θάνατο.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

ΈΞΙΣ .

Έξις.
Γιατί όλα στη ζωή είναι συνήθεια… κι είθε η συνήθεια να μην γίνει εξάρτηση…
ΈΞΙΣ .

Latest posts by ΈΞΙΣ . (see all)