Εμμονή

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ήταν ήδη πολύ αργά όταν ο Διονύσης πέρασε το κατώφλι του σπιτιού του. Η γυναίκα του και η μικρή κοιμόντουσαν. Εκείνος συνήθιζε να φεύγει αργά από το γραφείο και μετά να πηγαίνει σε ένα μπαρ κοντά στο σπίτι του για λίγο αλκοόλ. Του είχε γίνει πλέον εξάρτηση και δεν μπορούσε να σταματήσει. Τον βοηθούσε να χαλαρώνει και να ξεχνιέται. Έσυρε απρόθυμα τα πόδια του μέχρι το σαλόνι και ακούμπησε προσεκτικά το παλτό και την τσάντα του στην πολυθρόνα. Ήταν πολύ τακτικός και ιδιότροπος με την καθαριότητα. Δεν άντεχε το παραμικρό ίχνος βρομιάς και ακαταστασίας. Και πολύ περισσότερο τα ίχνη της γάτας της κόρης του, με την λευκή γυαλιστερή γούνα της, που άφηνε τρίχες στη σκούρα στόφα του καναπέ. Κατευθύνθηκε προς την κουζίνα όταν είδε το σημείωμα. «Μην ξεχάσεις το ραντεβού στο θεραπευτήριο. Αύριο στις 18:00».

«Άλλη μία μέρα που ήμουν έξω από τη ζωή τους», σκέφτηκε. Τον βασάνιζε πολύ αυτή η ρουτίνα της απουσίας. Από τη μία ήθελε να μην χάνει στιγμή από την ζωή της κόρης του, από την άλλη δεν άντεχε να την βλέπει καθηλωμένη σε μια καρέκλα, έχοντας ελάχιστη επαφή με το περιβάλλον και αρνούμενη να συνεργαστεί.

Η κούραση της μέρας, η αφόρητη ζέστη που ένιωθε και η κατανάλωση αλκοόλ στο μπαρ, τον έκαναν να ζαλίζεται. Παρά την χαμηλή θερμοκρασία και την παγωνιά που επικρατούσε έξω, ο Διονύσης ένιωθε να καίγεται κάθε φορά που έμπαινε στο σπίτι του, στην θέα της γάτας και στην σκέψη ότι θα αντικρύσει τα μάτια της κόρης του. Οι ίδιες εμμονικές σκέψεις τον κατέκλυζαν: η στιγμή του ατυχήματος και η ενοχή του που δεν πρόλαβε να αντιδράσει!

Σύρθηκε προς τον καναπέ και έκανε να ξαπλώσει, όταν την είδε να κάθεται ήρεμη και να γουργουρίζει ναζιάρικα, έτοιμη να δεχτεί τα χάδια του πρώτου εθελοντή που θα απλώσει το χέρι του προς το μέρος της. Το βλέμμα του έπεσε στην άλλη άκρη του καναπέ, εκεί από οπού είχε περάσει νωρίτερα, κρατώντας συντροφιά στην κόρη του. Τότε τις είδε. «ΠΑΝΤΟΥ ΤΡΙΧΕΣ!» αναφώνησε. «Τι το ήθελε το γατί η Ελένη; Δεν μας έφταναν όλα τα άλλα, έχουμε και αυτό τώρα». Αμέσως τον έπιασε πανικός. Αυτομάτως άλλαξε γνώμη και προτίμησε να πάει στο υπνοδωμάτιο.

Το ξημέρωμα τον βρήκε μόνο στο σπίτι στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι. Σηκώθηκε και με την ίδια ιεροτελεστία όπως κάθε μέρα, ετοιμάστηκε για την δουλειά. Πέρασε από το σαλόνι, στάθηκε στην εξώπορτα και έριξε μία φευγαλέα ματιά στον καναπέ. «Ακόμη εκεί είναι, δεν τις μάζεψε. Αυτό πρέπει να τελειώσει απόψε κιόλας! Η γάτα πρέπει να φύγει από το σπίτι!»

Η ρουτίνα της μέρας μόλις άρχισε και ο Διονύσης άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί από αυτή. Σήκωσε τα μανίκια και βούτηξε στη δουλειά σα να μην υπάρχει αύριο. Όταν πλέον σήκωσε το κεφάλι του, ο ήλιος είχε αρχίσει να κοκκινίζει και τα πρώτα ψήγματα ηλιοβασιλέματος είχαν κάνει την εμφάνισή τους. Κοίταξε το ρολόι του. 17:55 «Ωχ, το ραντεβού στο θεραπευτήριο!» μονολόγησε. Δεν έπρεπε να το χάσει. Πήρε βιαστικά αλλά προσεχτικά τα πράγματά του και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο.

Δύσκολη αυτή η ώρα για να οδηγεί κανείς. Η κίνηση στους δρόμους είναι μεγάλη και το θεραπευτήριο βρίσκεται στο δύσκολο κέντρο της πόλης, όπου οι θέσεις στάθμευσης είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Του πήρε αρκετή ώρα να φτάσει και ήταν σχεδόν βέβαιος ότι έχασε το ραντεβού. Οι τύψεις άρχισαν να τον κατακλύζουν. Αστραπιαία του πέρασαν από το μυαλό όλα τα γεγονότα σα να έβλεπε ταινία. Η στιγμή που το φορτηγό παρέσυρε την κόρη του, τα συναισθήματα που ένιωσε στην ανικανότητά του να την βοηθήσει, οι βασανιστικές ώρες στο νοσοκομείο, η μέρα που πήρε το κοριτσάκι του εξιτήριο χωρίς να έχει επαφή με το περιβάλλον, οι θεραπείες αποκατάστασης, η εκκωφαντική ησυχία που επικρατεί στο σπίτι ακόμη και τις ώρες που η Μαρία είναι εκεί, τα παιδικά γέλια και χαχανητά που στερήθηκε…

Τα πόδια του, τον έσυραν έξω από την πόρτα της θεραπεύτριας. Χτυπάει δειλά και γυρίζει το πόμολο.
«Κύριε Διονύση ήρθατε! Ομολογουμένως δεν σας περίμενα. Η κυρία Ελένη με τη Μαρία μόλις έφυγαν». Ο Διονύσης κάθισε στην καρέκλα, μπροστά από το γραφείο της θεραπεύτριας και περίμενε την επόμενη λέξη της.
«Καλό θα ήταν να έρχεστε πιο συχνά. Βοηθάει την ψυχολογία της Μαρίας όταν είστε και εσείς εδώ. Και με την ευκαιρία να σας δώσω τα συγχαρητήρια μου! Γνωρίζω πόσο δυσκολεύεστε με τις τρίχες και ειδικά των ζώων, αλλά η κίνηση να φιλοξενήσετε στο σπίτι γάτα ήταν πολύ καλή. Επιτέλους, σήμερα για πρώτη φορά, η Μαρία άρχισε να αντιδράει θετικά στις ασκήσεις και ήταν πολύ συνεργάσιμη. Με την προϋπόθεση όμως, πάντα, να έχει αγκαλιά την γάτα της. Όπως καταλαβαίνετε, είναι μία πολύ καλή αρχή και αν συνεχίσει έτσι, θα υπάρξει βελτίωση και ίσως καταφέρει μετά από καιρό να σταθεί ξανά στα πόδια της».

Ο Διονύσης σάστισε. Δεν ήξερε τι να κάνει. Από την μία, επιτέλους πήρε ένα αισιόδοξο μήνυμα για την κόρη του, και από την άλλη έπρεπε να συμφιλιωθεί με την γάτα και τις τρίχες της. Σηκώθηκε απότομα και σχεδόν τρέχοντας βγήκε στον δρόμο. Δεν ήξερε πώς να το διαχειριστεί όλο αυτό. Μπήκε βιαστικά στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του, με ένα σωρό σκέψεων να τον βασανίζουν.

Είχε περάσει η ώρα όταν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του. Βρήκε την Μαρία στο σαλόνι, έχοντας τη γάτα στην αγκαλιά της. Στάθηκε για λίγο και την παρατήρησε. Του φάνηκε πως είδε ένα ελαφρύ μειδίαμα στα χείλη της. Η Μαρία σήκωσε αργά το κεφάλι της προς το μέρος του και πράγματι χαμογελούσε. Όλα ξαφνικά φωτίστηκαν γύρω του. Ήταν αλήθεια. Αυτή η γάτα με την λευκή γούνα την βοηθούσε. Ήταν το κλειδί για την βελτίωση της Μαρίας. «Δεν είναι τελικά και τόσο άσχημη η συγκατοίκηση μαζί της», σκέφτηκε. «Άλλωστε δεν κάνει και τίποτα κακό, λίγες τρίχες αφήνει μόνο στη στόφα του καναπέ». Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε την απαλή της γούνα, συνεχίζοντας να κοιτάει αχόρταγα το χαμόγελο της Μαρίας. Είχε έρθει η ώρα να αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο που είχε στερήσει στο παιδί του και στον ίδιο.

 

Ελευθερία Τυλλιανάκη

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook