Ένας ωκεανός στο σαλόνι μας

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο έρωτας, ορισμένες φορές, είναι σαν αυτούς τους διανομείς φυλλαδίων· βάζεις ταμπέλα έξω από την πολυκατοικία «απαγορεύεται η είσοδος», ή προσθέτεις ειδικό μεταλλικό κουτί που αναγράφει «τοποθετείστε τα φυλλάδια εδώ», και αυτοί, μαγικά (ίσως η κ. Κούλα από τον 1ο που δεν ακούει καλά…) καταφέρνουν να τρυπώσουν στην πολυκατοικία για να αφήσουν τα φυλλάδιά τους έξω από την πόρτα σου. Τότε εσύ, κάποια μέρα, όντας πραγματικά πεινασμένος, αφού έχεις βάλει στην άκρη τις φοβίες σου περί κλεφτών και τις διαθέσεις σου να μην σε ενοχλήσουν, βλέπεις το φυλλάδιο και πληκτρολογείς το νούμερο.

Η Μυρτώ ανήκε στην κατηγορία των σαπισμένων – παντρεμένων, σε αυτούς που, μετά από εκατό χρόνια σχέση, αλληλοσκοτωμού και μουρμούρας, αποφάσισαν να διαιωνίσουν τη μιζέρια τους και να ολοκληρώσουν το σετάκι τους κάνοντας ένα παιδί. Υπάρχουν και αυτά τα ζευγάρια, αυτά που κόλλησαν μαζί, επειδή οι ψυχώσεις τους ταίριαξαν, όπως ας πούμε ένας μαζοχιστής και ένας σαδιστής. Περπατούν ανάμεσά μας, κάθονται σε διπλανά τραπέζια στο εστιατόριο που τρώμε, ενδεχομένως είναι εκείνο το ήσυχο ζευγάρι που καθ’ όλη τη διάρκεια του δείπνου δεν ανταλλάσει ούτε κουβέντα προκαλώντας μία ανεξήγητη θλίψη σε όσους το παρατηρούν. Μικρή η Μυρτώ όταν έβλεπε τέτοια ζευγάρια συννέφιαζε κι ευχόταν: Ας μην καταντήσω έτσι μεγαλώνοντας… Ο άντρας της Μυρτώς ήταν ένας κλασσικός, βαρετός, και αδιάφορος λογιστής. Ο Γιάννης λοιπόν, ζούσε τη ζωή του σύμφωνα με τους αριθμούς, τα χρήματα και την αποταμίευση. Τίποτε άλλο δεν τον ενδιέφερε πέρα από αυτά. Και παρότι είχε αρκετά ώστε να διάγει βίο πλουσιοπάροχο, μάζευε τα λεφτά του όπως το μυρμηγκάκι, εφευρίσκοντας κατά καιρούς διαφορετικό δικαιολογητικό λόγο για αυτή του την απόφαση οικονομίας: πότε φοβόταν χειρότερο ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης κι έπρεπε να μαζεύει, πότε φανταζόταν ότι θα αγοράσει σπίτι κι έπρεπε να κάνει οικονομίες, πότε, σε σύγκρουση με την προηγούμενη σκέψη του, κατέληγε ότι δεν ήταν καιρός να αγοράσει σπίτι, καθώς προέβλεπε περαιτέρω πτώση των τιμών, οπότε και πάλι έπρεπε να μαζεύει, πότε αναλογιζόμενος τι δεινά μπορεί να τον βρουν θεωρούσε πως το πιο συνετό ήταν να μαζεύει και πάει λέγοντας. «Πρέπει να κάνουμε οικονομία» έλεγε και ξαναέλεγε στην Μυρτώ, που κουνούσε το κεφάλι της με θυμό. Διότι το ζευγάρι αυτό, ως σαπισμένο καθώς ήταν, κάθε άλλο παρά σπάταλη ζωή έκανε, σπίτι – δουλειά – σπίτι, σουπερ μάρκετ, άντε και καμία έξοδο στη γειτονιά με κάποιο φιλικό ζευγάρι σε τίποτα φτηνά καφενεία με 3 ευρώ την μπίρα. Πόσο περισσότερη οικονομία θα μπορούσαμε να κάνουμε δηλαδή, αναρωτιόταν η Μυρτώ, σιχτίριζε την ώρα και τη στιγμή που τον γνώρισε, μουρμούριζε κάτι για την τύχη της και συνέχιζε βαριαναστενάζοντας. Η Μυρτώ ήταν ωραία γυναίκα, εντυπωσιακή, από αυτές τις γυναίκες που καμαρώνεις να κυκλοφορούν δίπλα σου, όμως, τα τελευταία χρόνια η μιζέρια θαρρείς και είχε σχηματίσει ένα πέπλο μπροστά στο πρόσωπό της και έκρυβε την ομορφιά της. Μόνο όταν έβλεπε το παιδί της να γελά θύμιζε κάπως την παλιά Μυρτώ….

Κάποιο βράδυ του Αυγούστου, με ένα διαρκές βουητό από κλιματιστικά σε λειτουργία απλωμένο σε όλο το λεκανοπέδιο, η Μυρτώ καθόταν με τον άντρα της στον καναπέ, όπως κάθε βράδυ, αφού είχε κοιμίσει το παιδί, και χάζευε διάφορες ειδήσεις στο κινητό της τηλέφωνο. Τότε, όπως κρυφοκοιτούσε τις ζωές των άλλων σε κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, είδε μία φωτογραφία… ένας άντρας, νεαρός, γεροδεμένος, με όμορφα χαρακτηριστικά ξαπλωμένος σε μία παραλία, αγκαλιά με μια γοητευτική κοπέλα. Υπάρχουν και αυτοί οι άνθρωποι σκέφτηκε. Κοίταξε δίπλα της τον Γιάννη στον καναπέ. Το πέπλο μιζέριας την σκέπασε ξανά.  -Υπάρχουν και αυτά τα ζευγάρια, συλλογίστηκε. Αυτά που ζουν ανάμεσα μας, κάθονται στο διπλανό τραπέζι στο εστιατόριο που τρώμε και μιλάνε και γελάνε ασταμάτητα. Υπάρχουν και αυτά τα ζευγάρια, αυτά που είναι καλά.

Το επόμενο βράδυ ήταν σαν να ήρθε απευθείας, σαν να μην μεσολάβησε πρωί, μεσημέρι, απόγευμα. Το πάθαινε συχνά τον τελευταίο καιρό. Σήκωνε τα μάτια της να ξαποστάσει ένα δευτερόλεπτο από την καθημερινότητα, κοίταζε το ρολόι και ήταν πάλι δέκα το βράδυ (μα πριν λίγο δεν ήταν πάλι δέκα το βράδυ; Αναρωτιόταν). Είχε μόλις κοιμίσει το παιδί, ο Γιάννης στο σαλόνι είχε λάβει τη γνωστή του θέση, για την ακρίβεια τη μία από τις δύο γνωστές του θέσεις στο γραφείο του σαλονιού (η άλλη ήταν στον καναπέ αγκαλιά με το τηλεκοντρόλ ή το κινητό του) κι έπαιζε κάποιο παιχνίδι στον υπολογιστή. Τον τελευταίο καιρό ζούσαν ο ένας δίπλα στον άλλον, ο καθένας στον καναπέ του και θαρρείς ένας ωκεανός βρισκόταν ανάμεσά τους σε αυτό το μικρό σαλόνι. Πως χωρούσε ολόκληρος ωκεανός σε ένα τόσο μικρό σαλόνι;

Θέλω να μιλήσουμε, του είπε σιγανά, με φωνή σταθερή, χωρίς ίχνος θυμού, πράγμα πραγματικά σπάνιο για αυτήν.

Για ποιο πράγμα; Απάντησε με ένα τόνο εκνευρισμού

Για μας. Θέλω να μιλήσουμε για εμάς.

Τι έκανα πάλι ρε Μυρτώ; Θέλεις πάλι να αρχίσεις να μου λες τι δεν κάνω καλά;

Νομίζεις ότι είμαστε καλά; Σχεδόν δεν χαιρετιόμαστε τον τελευταίο καιρό.

Ωχού. Να μιλήσουμε αύριο για εμάς, εντάξει; Αύριο, είπε με απάθεια και συνέχισε να παίζει στον υπολογιστή του σαν να είχε μόλις πει κάτι τόσο απλό όσο ότι προτιμάει να φάει πατάτες την επόμενη μέρα.

Συνέχισε να είναι ατάραχη, σηκώθηκε από τον καναπέ, κατευθύνθηκε προς το ψυγείο, πήρε μία μπίρα και βγήκε στο μπαλκόνι

Γαμώτο, ψέλλισε.

Ο Μηνάς χώρισε. Η είδηση έσκασε σαν βόμβα στα αυτιά της Μυρτώς. Δεν χάρηκε. Τον άκουγε έτσι καταβεβλημένο από αυτόν τον χωρισμό που δεν επέλεξε ο ίδιος αλλά η κοπέλα του, εντελώς απροσδόκητα, και στενοχωριόταν ειλικρινά για τον φίλο της. Τότε κατάλαβε… τον Μηνά τον πονούσε, τον νοιαζόταν, δεν ήταν κάτι απλώς ερωτικό αυτό που ένιωθε, ούτε φυσικά κάτι απλώς φιλικό. ‘Ένα σύνθετο συναίσθημα που δεν χωράει σε λέξη. Θα μπορούσε να εφεύρει μία λέξη μοναχά για τον συναίσθημά της προς τον Μηνά, θα ακουγόταν κάπως σαν φιλέρωτας ή ερωτοφιλία. Γέλασε με την σκέψη της και ξεκίνησε να πάει να τον βρει. Ήταν μεσημέρι Νοεμβρίου και οι δύο είχαν μόλις τελειώσει τις δουλειές τους. Συναντήθηκαν σε ένα ήσυχο μεζεδοπωλείο κοντά στη δουλειά του Μηνά. Μα τι όμορφος που είναι! Σκέφτηκε μόλις τον είδε. Ακόμα και τώρα, που σύννεφα εμφανίστηκαν σαν σκιές και στο δικό του πρόσωπο, παρέμενε γνήσια όμορφος. Χαμογέλασε στην εικόνα του και κάθισαν σε ένα τραπέζι να τα πούνε με την ησυχία τους. Ο Μηνάς με φωνή σταθερή και κατατονική της διηγήθηκε την ιστορία του με την Ντιάνα, πώς έφτασαν στον χωρισμό, ενώ πριν λίγους μήνες συζητούσαν για γάμους και παιδιά. Μιλούσε λογικά, ήρεμα και ένιωθε αδικημένος στην όλη κατάσταση. Έκανε φοβερή εντύπωση στη Μυρτώ πώς ένας άντρας κάθεται με τόλμη να εκθέσει έτσι τα συναισθήματά του. Τον συμβούλεψε σαν φίλη, τον παρηγόρησε σαν μητέρα, κρύβοντας καλά, όσο μπορούσε καλύτερα, το πρώτο συνθετικό από την ερωτοφιλία που ένιωθε. Μετά άρχισε να βρέχει. Πολύ. Καταρρακτωδώς. Μια βροχή που έλεγες δεν θα κοπάσει ποτέ. Έτσι, ο Μηνάς και η Μυρτώ εγκλωβίστηκαν στην στεγασμένη αυλή του μικρού μεζεδοπωλείου πίνοντας και καπνίζοντας. Ανοίχτηκε και η Μυρτώ, του είπε για τα προβλήματα με τον Γιάννη, για την κρίση που βιώνει, για το ενδεχόμενο ενός διαζυγίου. Ο Μηνάς έμεινε έκπληκτος. Την συμβούλεψε να προσπαθήσει, να τα βρουν μεταξύ τους, της είπε ό,τι θα της έλεγε ο οποιοσδήποτε ακούγοντας για το τέλμα ενός ζευγαριού. Μα τα μάτια του ήταν φωτιά. Τουλάχιστον έτσι τα έβλεπε η Μυρτώ. Τα μάτια του την προσκαλούσαν, έλα της έλεγαν, πάρε τα χέρια μου, πάμε μια βόλτα, να ξαποστάσουμε λίγο, η ζωή, της έλεγαν, είναι κάτι παραπάνω από συνδυασμένες, λογικά βαλμένες σε χρονική σειρά επιλογές. Η ζωή, σκέφτηκε η Μυρτώ, συνεχίζοντας την ψευδαίσθηση από τα μάτια του Μηνά, είναι εκκρίσεις υγρών, ταχυπαλμίες, εικόνες και χρώματα, και δεν έχει σχέση με νούμερα και καταστάσεις. Άρχισε να πιστεύει ότι χάνει τα λογικά της και έκρυψε ακόμη καλύτερα το συναίσθημά της προς τον Μηνά. Όταν επέστρεψε σπίτι το όλο σκηνικό της φάνηκε σαν ταινία. Σαν να είχε μόλις κάνει έρωτα. Μόνο με τα μάτια. Χωρίς καθόλου άγγιγμα. Αληθινά, περίεργο.

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook