Έκοψε εισιτήριο στο ταμείο, αγόρασε ένα μπουκαλάκι νερό, για το στόμα της που είχε στεγνώσει και προχώρησε προς την αίθουσα προβολής. Τα πόδια της έτρεμαν. Δεν ήταν σίγουρη για το αν έφταιγε το άγχος που ένιωθε κάθε φορά που τον συναντούσε ή το γεγονός πως δεν φορούσε τίποτα κάτω από το μαύρο της παλτό, που άφηνε ακάλυπτα τα γόνατά της. Με νευρικότητα, έσφιξε το πακέτο με τα τσιγάρα μέσα στη δεξιά της τσέπη. Πόσο χρειαζόταν ένα τώρα!

Ο ήχος από τις ψηλοτάκουνες γόβες της, ακουγόταν κατά μήκος του άδειου διαδρόμου.

“Πόρνη!”, μονολόγησε και χαμογέλασε σαρκαστικά στον εαυτό της. “Και μάλιστα, σε δωρεάν υπηρεσίες…”

Κοντοστάθηκε μετανιωμένη, για ένα μόνο βήμα και ύστερα συνέχισε πιο αποφασιστικά από πριν. Και να μην γινόταν τώρα, θα γινόταν κάποια άλλη φορά. Ήξερε πως να παίζει με το μυαλό της και εκείνη τον άφηνε. Μυαλό και συναισθήματα, ένα κουβάρι, καιρό τώρα.

Πέρασε την πόρτα της σκοτεινής αίθουσας και προχώρησε στην πρώτη σειρά του εξώστη. Η προβολή είχε ήδη ξεκινήσει. Είχε λίγο κόσμο, στις πίσω θέσεις, όπως το περίμενε. Η ταινία ήταν ένα film noir του ’50. Πόσοι πήγαιναν πια σε τέτοιες ταινίες;

Από πίσω, αναγνώρισε τη φιγούρα του. Κάθισε στη διπλανή του θέση από τ’ αριστερά. Δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Είχαν και οι δύο τα μάτια καρφωμένα στην οθόνη. Μόνο, πριν καθίσει, μπόρεσε να διακρίνει μια υποψία χαμόγελου στα χείλη του. Διψούσε τόσο να τα φιλήσει! Όμως, απλά και υπάκουα, συνέχισε το παιχνίδι του. Ακούμπησε το χέρι της στο πόδι του, προσπαθώντας να ελέγξει το τρέμουλό της. Προχώρησε αργά προς τα πάνω και με τα δάχτυλά της ξεκούμπωσε το κουμπί του παντελονιού του. Τον άκουσε να αναστενάζει απαλά. Και αυτός ο αναστεναγμός, ήταν αρκετός για να της κινήσει τα νήματα, σαν σε μαριονέτα.

Τι είναι στ’ αλήθεια ο έρωτας; Να θέλεις τα πάντα από τον άλλο. Έστω και αν είναι δυο χέρια που καίνε όταν σε αγγίζουν. Έστω και αν είναι ένας βρώμικος ψίθυρος στο σκοτάδι. Ποιος μπορεί στ’ αλήθεια να κριθεί σαν αμαρτωλός, όταν το λίγο του άλλου, γίνεται γι’ αυτόν προσευχή και λύτρωση;

Καθώς το δικό του χέρι ανέβαινε μέσα από το παλτό της, με την άκρη του ματιού της, παρατήρησε το πρόσωπό του. Εκείνες τις γραμμούλες στις άκρες των δικών του ματιών, που έλιωνε να τις φιλήσει, μία-μία… Θαρρείς κι’ εκεί ανάμεσα, ήταν ζωγραφισμένο όλο το παρελθόν του. Κάθε χαμόγελο και δάκρυ του. Κάθε τόπος που είχε αντικρίσει και κάθε άνθρωπος που άφησε σημάδι στη ζωή του.

Τι είναι στ’ αλήθεια αυτό που ξεχωρίζει την αγάπη από τον έρωτα; Εκείνο το φως της ψυχής μας, που αγκαλιάζει τον άλλο, σαν φυλαχτό, κάθε φορά που παίρνει το λίγο του και φεύγει από κοντά μας.

Όταν τον ένιωσε να τελειώνει στο χέρι της, ήξερε πως τελείωσε και η βραδιά.

“Ήταν τέλεια”, τον άκουσε να ψιθυρίζει, τη στιγμή που σηκωνόταν από τη θέση της, με τα μάτια του ακόμα καρφωμένα στην οθόνη.
Στο δεύτερό της βήμα και λίγο πριν τον αφήσει πίσω της στο σκοτάδι, για να χαθεί στο δικό της, σταμάτησε και τον κοίταξε πάνω από τον ώμο της.
“Σε μισώ.”