Επιτέλους, κανονικά Χριστούγεννα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Είχε κλειστεί στο γραφείο του σπιτιού του. Είχε κλείσει και την ενδιάμεση πόρτα για να μην τους ακούει. Δεν είχε και πολλή δουλειά. Εκείνοι όμως δεν το ήξεραν αυτό. Έτσι, δεν θα τον ενοχλούσαν. Σήμερα θα στόλιζαν το δέντρο, το σπίτι και ό,τι μπορούσαν. Κάθε χρόνο υπερπαραγωγή. Χαιρόταν που κανείς δεν θα ζητούσε τη βοήθειά του. Ούτε καν στο κουβάλημα.

Άνοιξε το εξελόχαρτο και προσπαθούσε να συγκεντρωθεί. Οι φωνές τους ακουγόταν μέχρι μέσα. Ακόμα και με τις δυο κλειστές πόρτες. Είχαν βάλει και χριστουγεννιάτικη μουσική. Σταμάτησε να το σκέφτεται και επιτέλους συγκεντρώθηκε στους αριθμούς. Πάντα τους λάτρευε.

Ύστερα από λίγο τους άκουσε να τσακώνονται. «Μαμά, ο Γιάννης δεν το ανοίγει καλά». «Τι λες; Εσύ το κάνεις χάλια.» Σκέφτηκε να επέμβει, αλλά μάλλον δεν θα χρειαζόταν. Ξαναγύρισε στους αριθμούς. Τώρα του μύρισε και γλυκό. Έχει γούστο να ψήνουν και κέικ. Ξελιγώθηκε. Σκέφτηκε να πάει να δει, αλλά μετά θυμήθηκε το δέντρο. Αν πήγαινε όλο και θα του ζητούσαν να βοηθήσει κάπου. Θα παρατηρούσαν ότι ο μπαμπάς δεν στολίζει. Καλύτερα εδώ. «Αν ετοιμαστεί θα μου φέρουν ένα κομμάτι» μονολόγησε. Εξάλλου, είχε δουλειά.

Έπεσε με τα μούτρα στα χαρτιά και επανήλθε στην πραγματικότητα όταν τους άκουσε να τσακώνονται για το αστέρι. «Εγώ θα το βάλω εφέτος. Ο Γιάννης το έβαλε πέρσι.» Μάλλον τελειώνουνε. Τι κρίμα να μην έχει και εκείνος παιδικές αναμνήσεις από το στόλισμα δέντρου. Να μη θυμάται ποτέ το σπίτι του στολισμένο. Θυμάται πως οι γιορτές στο σπίτι του πέρναγαν σαν τις καθημερινές. Ούτε ένα λαμπάκι παραπάνω. Μόνο στους δρόμους τα έβλεπε. Και στα σπίτια των φίλων του.

Ευτυχώς τα παιδιά του θα τα ζήσουν με το παραπάνω. Η γυναίκα του «το ‘χει» πολύ με τις γιορτές. Και στολίδια, και γλυκά και τραγούδια. Από όλα. Και εκείνος εκεί και ας μη συμμετέχει. Χαίρεται να τους ακούει που χαίρονται. Θυμάται πως την πρώτη χρονιά που ήταν μαζί της το είχε ζητήσει σαν χάρη να μη στολίσουν μαζί. Πήγαν μαζί τα διάλεξαν τα κουβάλησαν και μετά εκείνος έφυγε για το γραφείο. Όταν γύρισε ήταν όλα έτοιμα. Τον περίμενε να βάλει το αστέρι στην κορυφή. Το έβαλε με χαρά. Και μετά έφαγαν μαζί το κέικ. Επιτέλους θα κάνω και γω κανονικά Χριστούγεννα, είχε σκεφτεί. Έστω και αργά.

Τα παιδιά μπούκαραν μέσα. «Μπαμπά έλα να δεις. Το φτιάξαμε.» Τον τράβηξαν κυριολεκτικά στο σαλόνι. Του έδειχναν όλο καμάρι τον στολισμό. Το κέικ είχε ψηθεί. Το κατάλαβε από τις σοκολάτες που είχαν στο στόμα τους. Εκείνη τον περίμενε εκεί με το αστέρι στο χέρι. Τον κοιτούσε πάντα τόσο τρυφερά. Πόσο χαιρόταν που δεν χρειάστηκε ποτέ να της εξηγήσει. Πήρε από τα χέρια της το αστέρι και μαζί με τα παιδιά το βάλανε στη θέση του. Τους σήκωνε εναλλάξ ο ένας το ίσιωνε και ο άλλος το έριχνε. Όταν πόνεσε η μέση του το παράτησαν εκεί, όπως κάθε χρόνο, λίγο στραβά. Αλλά ούτε αυτό πείραζε.

 

Ράινα Μελισσινού

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook