Ερατώ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ήταν δεν ήταν δεκάξι, όταν την γκάστρωσε ένας δήθεν πολιτισμένος κυριούλης τουρίστας στο νησί. Χωρίς πατέρα, η αλαφριά Ερατώ όπως την φώναζαν στη γειτονιά,  με αδελφό ανάπηρο και μάνα πλύστρα, ποιος να τη νοιαστεί, ποιος να την φροντίσει, ποιος να της δείξει τη ζωή; Πότε φούσκωσε η κοιλιά, πότε γλίστρησε το μωρό στα πατώματα ένα καυτό καλοκαιρινό βράδυ του Ιουνίου, μήτε η ίδια το κατάλαβε μήτε η μάνα ως τότε είχε πάρει μυρωδιά. Η επιτήδεια ξαδέλφη εξ Αμερικής, τουρίστρια κι εκείνη τα καλοκαίρια, τύλιξε το μωρό σε βρωμοκούρελα και μες στη νύχτα το παράτησε  στα σκαλιά της εκκλησίας. Εκεί ήταν η θέση του και της Ερατούς μαζί της, μακριά στην μεγαλούπολη, όσο γινόταν πιο γρήγορα.

Νύχτα μπήκαν στο καράβι, δυο βρακιά κι ό,τι φορούσε ήταν οι αποσκευές της. Νύχτα φτάσανε στη μεγάλη πόλη, μετά από μέρες ταξίδι και χωθήκαν σε ένα μεγάλο σπίτι σαν τα αρχοντικά που έπλενε η μάνα  στο νησί. Σκάλες  μαρμάρινες, πόρτες σκαλιστές, πατώματα γυαλιστερά, έπιπλα ακριβά, φωτεινό, αρωματισμένο και δροσερό κι ένα κατάδικό της μεγάλο πλουμιστό δωμάτιο, διπλό κρεβάτι με ουρανό. Πρώτη φορά θα ξάπλωνε σε κρεβάτι, σε στρώμα,  σε σεντόνια λευκά. Μια μαρμάρινη μπανιέρα με χρυσά πόδια δέσποζε στο δωμάτιο, πρώτη φορά το ταλαιπωρημένο σώμα θα άγγιζε ζεστό νερό και σαπούνια αρωματικά θα ευωδίαζαν την ψυχή της. Πρώτη φορά αντίκρισε φορέματα και τέτοια χρώματα, χτένες και μπιχλιμπίδια για τα μαλλιά, φτιασιδώματα  για το πρόσωπο, μπουκαλάκια με λογιών λογιών αρώματα, όλα τακτοποιημένα μπροστά από έναν φωτισμένο καθρέπτη και ντελικάτα  παπούτσια ακόμη στα δαντελένια κουτιά,  περίμεναν την πριγκίπισσα των παραμυθιών να τα φορέσει. «Κάνε να μην είναι όνειρο» ήταν τα τελευταία λόγια πριν κλείσουν τα βλέφαρα, βαριά από την ταλαιπωρία. Η λήθη σιγά σιγά σκέπασε την ασχήμια της ζωής που είχε περάσει. Η εικόνα ενός κοριτσιού μόνο, κάθε βράδυ τάραζε τον ύπνο της. Πάντα έκλαιγε και πονούσε, άπλωνε τα χέρια προς το μέρος της και κάτι έλεγε, κάτι έδειχνε στο μέρος της καρδιάς. Άκρη δεν έβγαζε όταν ξυπνούσε, ώσπου η βαλεριάνα τη λύτρωσε κι από αυτό.

Στο μεγάλο αρχοντικό συνέρρεε κόσμος κάθε βράδυ. Φώτα, μουσικές, χοροί, ακριβά ποτά σε κρυστάλλινα  ποτήρια, άντρες γυναίκες απολάμβαναν τη ζωή. Γέλια παντού και ευτυχία, γυαλιστερά φορέματα  και αστραφτερά κοστούμια στροβιλίζονταν υπό τους ήχους της μουσικής,  αφθονία και  πλούτος  μπαινόβγαινε στο αρχοντικό και πόρτες ανοιγόκλειναν όλη τη νύχτα, προσφέροντας ηδονές  με  πρωταγωνίστρια  στο θέατρο την πανέμορφη ξανθιά  Ερατώ. Όπως συνέρρεε ο κόσμος στο αρχοντικό, έτσι αλώνιζαν το κρεβάτι της και τη ζωή της κάθε βράδυ. Μπουρδέλο πολυτελείας ήταν το παραμύθι που είχε στήσει η ξαδέλφη, ολόκληρη επιχείρηση από δύσμοιρα πεινασμένα κορίτσια που περιμάζευε και γέμιζαν το πορτοφόλι της με πολλά λεφτά και φήμη. Τις πρόσεχε ιδιαίτερα τις πουτάνες της, με τον γιατρό τους,  την υπηρέτρια, τη μαγείρισσα, καθώς οι υπηρεσίες δεν προορίζονταν για την πλέμπα, τα κορίτσια της έπρεπε να είναι  η ελίτ της πουτανιάς.  Φρόντιζε ταυτόχρονα η Ερατώ και τη μάνα και τον αδερφό όλα τα χρόνια, έστελνε λεφτά να ζούνε καλύτερα. Χαιρόταν η Σεβαστή στο νησί με την κόρη στο εξωτερικό που διέπρεψε, φύγανε από την παράγκα που είχανε για σπίτι, αγόρασε μεγάλο με όλες τις ανέσεις, σταμάτησε να ξενοπλένει και να καθαρίζει τις βρομιές των άλλων. Το παιδί είχε πια γιατρό και φάρμακα, ρούχα να ντυθούνε, φαγητό στην κατσαρόλα και οι δοσάδες  πληρωμένοι, όλα τα τακτοποίησε η αλαφριά Ερατώ της, ας είναι καλά. Κι ας μη την ξανάδε ποτέ, κι ας μην έφτασε  ποτέ στο νησί απ’ τα δεκάξι που έφυγε, μόνο ένα γράμμα «Όλοι ζούμε καλά», αυτό της έφτανε.

Το κασέ της  Ερατούς  ανέβαινε όσο περνούσαν τα χρόνια και η φήμη της εξαπλωνόταν. Η ξαδέλφη άφησε χρόνους, μαζί με όλη την περιουσία και την επιχείρηση στην ίδια, μαντάμ στο μπουρδέλο ήταν πλέον η Ερατώ. «Καιρός να έρθει νέο αίμα, δύστυχες ευτυχώς υπήρχαν πάντα και παντού». Κοντές, ψηλές, γεμάτες, αδύνατες, ξανθιές, μελαχρινές, κοκκινομάλλες και μια ασθενική πανέμορφη σαν αερικό. Δεκαπέντε κορίτσια σαν τα κρύα νερά ήταν ο νέος στόλος. Πλύθηκαν, ντύθηκαν, πέρασαν από το γιατρό, κάνανε τα φροντιστήρια τους και ρίχτηκαν στη μάχη. Ο κόσμος προχωρούσε και οι απαιτήσεις μεγάλωναν. Οι ορέξεις του καθενός άγγιζαν τη φαντασία και τα κασελάκια της μαντάμ ξεχείλιζαν λεφτά, κοσμήματα, λίρες. Κατά έναν παράξενο τρόπο τα περισσότερα  πλούτη τα έφερνε το αερικό. Τους τραβούσε η ομορφιά της, η εύθραυστη παρουσία της, το βλέμμα το ονειρικό. Έβηχε, ξανάβηχε κι η πόρτα ανοιγόκλεινε όλη νύχτα. Ένας, δύο, πολλοί μαζί, παράξενοι, απαιτητικοί,  όσο πιο πολλά λεφτά έφερνε, τόσο πιο πολύ την έριχνε στη δουλειά. Κάτι σιρόπια και βοτάνια την πότιζε,  που μαζί με το βήχα που κόβανε τη στέλνανε στο απόλυτο κενό,  να μη καταλαβαίνει και πολλά.

Κορμιά πήγαιναν και έρχονταν. Ρήμαζαν το σώμα και την ψυχή της, τη ρίχνανε στην κόλαση. Συνηθισμένη από μικρό παιδί σε τέτοια ζωή, πεταμένη στα σκαλιά μιας εκκλησίας σε ένα ξερονήσι, δε νοιαζόταν και πολύ για το ριζικό της πια. Μάνα πατέρα δε γνώρισε, ούτε πώς είχε βρεθεί εκεί. Ένας μέθυσος την είχε περιμαζέψει και την έβγαλε στο κλαρί να του φέρνει τα πιόματά του. Τίποτα άλλο δεν ήξερε, μόνο να δίνεται. Ούτε όνομα δεν είχε, “βρώμα” την ανέβαζε, “βρώμα” την κατέβαζε. Άρρωστη πολύ είχε χωθεί σε ένα καράβι παράνομα, το τελευταίο ψήγμα θάρρους αναζητώντας  λίγη ανθρωπιά, μόνο που οι δαίμονες δεν κατοικούν στην κόλαση και είχε βρεθεί στα χέρια ενός ακόμη.

Σμαράγδα την είπε η Ερατώ για τα μάτια της. Την κοιτούσε και κάτι της θύμιζε, ίσως τον εαυτό της κάπου στα δεκάξι. Πόσο της έμοιαζε. Κι εκείνη όμορφη, ξανθιά, αθώα, με όνειρα για μια καλύτερη ζωή. Πάει πολύ καιρός  που η, κάποτε αλαφριά, Ερατώ  έπαψε να έχει ανθρωπιά και ευαισθησίες. Μάταια την παρακαλούσε εκείνο το βράδυ η Σμαράγδα να μη δουλέψει. «Κουρασμένη είμαι κυρά, πονάει το στήθος μου πολύ, ανάσα δεν παίρνω, το σιρόπι μόνο το μυαλό μου θολώνει. Άσε με για σήμερα, ούτε φαΐ ούτε λεφτά σου ζητώ,  να γείρω λίγο να κοιμηθώ, να ξεκουραστώ, μόνο αυτό και μόλις γίνω καλά διπλά θα σου τα φέρω». Γέλασε η Ερατώ, την μπούκωσε γιατροσόφια και την πρόσφερε βορά στην απόλυτη διάθεση των ορέξεων όλων. Εκείνο το βράδυ οι καλεσμένοι ήταν ιδιαίτεροι και αυτά που άφησαν ήταν περισσότερα από κάθε άλλη φορά.

Το επόμενο μεσημέρι η Σμαράγδα δεν κατέβηκε για φαγητό, ούτε το βράδυ εμφανίστηκε στη σάλα. Οργισμένη η μαντάμ με τα τερτίπια της, ανέβηκε στο δωμάτιο να το σύρει από τα μαλλιά το παλιοκόριτσο. Ένα σώμα παγωμένο, μελανιασμένο, πληγιασμένο και ξεραμένα αίματα την περίμεναν. Πεταμένη στο πάτωμα σαν κουρέλι, με μάτια ανοιχτά, θολό το πράσινο των ματιών της κοιτούσε στον ουρανό, προσμένοντας ένα καλύτερο κόσμο. Μέσα στις πολλές πληγές, ένα σημάδι κατακόκκινο στο μέρος της καρδιάς  ξεχώριζε, σχηματίζοντας ένα μεγάλο δάκρυ.

Ένα ίδιο δάκρυ, στο ίδιο σημείο, με αυτό που είχε και η Ερατώ και η πλύστρα η μάνα της.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook