Ξημέρωσε πάλι μια τέτοια μέρα. Μια μέρα που δεν επιθυμώ να βγω από το πάπλωμα. Που θέλω να κουρνιάσω μέσα στον ζεστό μικρόκοσμο μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, και να κλείσω ολόκληρο τον κόσμο απέξω. Να κάτσω απλά εδώ. Να παγώσω τον χρόνο σε μια ατελείωτη συζήτηση, ή μονόλογο, μαζί σου. Θες να έρθεις; Θες να μοιραστούμε το παπλωματάκι με τα μικρά γαλάζια λουλουδάκια; Να σου μιλήσω; Έλα. Έξαλλου δεν έχεις και άλλη επιλογή. Είσαι δικός μου. Υπάρχεις εξαιτίας μου. Και εγώ επιβιώνω χάρη σε σένα.

Μου έχουν πει ότι Εσύ με έπλασες. Αλλά είμαι βαθιά πεπεισμένη ότι κάνουν λάθος. Εγώ σε δημιούργησα. Είσαι ο τρόπος που βρήκα για να σταματώ τον εαυτό μου από το να γίνω ό,τι δεν μου αρέσει. Δεν είσαι αυτός από τον οποίο προσμένω σωτήρια από τα κακά που περιβάλλουν τον κόσμο μας. Ούτε δικαίωση για όσα βαίνουν καλώς. Μου είναι αδιανόητο να ζητάμε από κάποιον να τιμωρήσει όσους πράττουν κακώς ενώ εμείς καθόμαστε και απλά παρακολουθούμε. Δεν έχει καμία λογική να κάνω το καλό επειδή φοβάμαι μια επερχόμενη τιμωρία έξωθεν. Δεν είμαι άπιστη. Γνωρίζω πως υπάρχεις. Όχι γιατί το λένε κάποιοι εκπρόσωποι σου. Αλλά γιατί σε ξέρω. Σε έχω μόνιμα να ζεις μέσα μου. Είσαι ο λόγος που σταματάει το χέρι μου όταν θέλω να χτυπήσω. Είσαι αυτός που μου ηρεμεί το μυαλό όταν μαλώνω. Που μου δίνει κουράγιο όταν δεν με γουστάρω και τόσο. Είσαι αυτός που εντέλει, θα με σπρώξει και σήμερα να βγω από το γαλάζιο πάπλωμα.

Δεν είσαι μεγάλος και ένας. Σαν εσένα υπάρχουν σχεδόν όσοι και οι άνθρωποι πάνω στη γη. Λέω σχεδόν γιατί δυστυχώς, κάποιοι δεν ασχολήθηκαν ποτέ να σε εφεύρουν. Να σε καλέσουν να ζήσεις μέσα τους. Αυτοί που δεν το έκαναν είναι όσοι δεν έχουν πυξίδα, στερούνται ηθικών φραγμών. Είναι αυτοί που καταστρέφουν την μεγαλύτερη εικόνα. Γιατί δεν ξέρω. Ίσως γιατί έχουν επαναπαυτεί στην ιδέα ότι απλά υπάρχεις εκεί έξω και θα τα κάνεις όλα μόνος σου. Ίσως γιατί απλά δεν τους νοιάζει. Ίσως πάλι, επειδή επέλεξαν να πλάσουν κάτι άλλο να κατοικήσει στη ψυχή τους. Κάτι πιο σκοτεινό. Κάτι πιο βρόμικο.

Το ξέρεις ότι ο κόσμος δεν μου αρέσει. Όμως δεν φταις εσύ γι’ αυτό. Εγώ φταίω. Μάλλον, ΚΑΙ εγώ φταίω. Πώς μπορείς εσύ, που είσαι μια ιδέα μοναχά, να σταματήσεις τον πόλεμο; Την πείνα; τον φόνο; Την αδικία; Δεν μπορείς. Τουλάχιστον όχι έτσι μαγικά και ως εκ θαύματος που πολλοί θα ήθελαν, που πολλοί πιστεύουν, που όλοι ενδόμυχα προσεύχονται. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι αυτό για το οποίο προσκλήθηκες να ζήσεις μέσα μου. Αυτό για το οποίο κάθε μικρός εσύ, έχει ως υποχρέωση να κάνει όταν κατοικεί μέσα σε κάποιον. Να μου χτυπάς καμπανάκια. Να μου στέλνεις τσιμπιές στην καρδιά κάθε που κάνω κάτι για το οποίο δεν είμαι περήφανη. Να με συμβουλεύεις. Να με νουθετείς. Να κάνεις εμένα και μόνο καλύτερη. Και έτσι τελικά μπορείς να είσαι τεράστιος. Γιατί κάθε εσύ που συμβουλεύει, επιβραβεύει, διδάσκει το σωστό μέσα σε κάθε εγώ, μπορεί τελικά να ενωθεί σε ένα γενικότερο ηθικό εμείς, και να φτιάξει αυτόν τον ακατανόητο και σκληρό κόσμο. Και έτσι τουλάχιστον θα δικαιώνονται όσοι λένε πως είσαι πανταχού παρόν. Και ελεήμων. Γιατί μπορεί να μην έχεις τη δυνατότητα να ελεήσεις το παιδί που σκοτώνεται από οικείο χέρι, αλλά μπορείς να φωλιάσεις σιγανά και αθόρυβα μέσα σε ανθρώπους και να τους σταματάς από το να βλάπτουν τα παιδιά γύρω τους. Να ελεήσεις εμένα με τη γνώση του πώς μπορώ να γίνω λίγο πιο όμορφη ψυχή. Λιγότερο ζηλιάρα, λιγότερο νευρική, λιγότερο αδιάφορη, περισσότερο κοντά στην ειδυλλιακή εικόνα που μας διδάσκουν από παιδιά ότι έχεις.

Ξέρω. Μου έχεις παράπονα. Γιατί ποτέ δεν σε παρακαλάω για κάτι. Δεν με έχεις δει ποτέ να προσεύχομαι. Μη μου θυμώνεις. Αφού με ξέρεις. Αφού είσαι εγώ και είμαι εσύ, δεν τα είπαμε; Οι ναοί στους οποίους λένε πως ζεις, είναι άδεια κτίρια. Μου θυμίζουν κάτι από μουσείο. Ένας φόρος τιμής στην ιδέα σου. Ο ναός σου, είμαι εγώ. Είναι ο δίπλα μου. Ούτε οι εκπρόσωποι σου με συγκινούν, φοβάμαι. Γιατί έχω και γω τις γνώμες μου, και μια από αυτές λέει απλά πως εκπρόσωπος σου είναι ο κάθε ένας μας. Είμαι εγώ. Όχι διαρκώς δυστυχώς. Γιατί είμαι άνθρωπος και ατελής. Γιατί ως άνθρωπος θα σφάλλω. Θα προσπεράσω κάποια βραδιά έναν συνάνθρωπο που έχει ανάγκη επειδή θα είμαι απορροφημένη σε ένα τηλεφώνημα, θα βιάζομαι να πάω σπίτι, ή ίσως πάλι, θα είμαι πολύ χαρούμενη για να εντοπίσω τη δυστυχία του άλλου. Αλλά κάποιες φορές θα σε εκπροσωπήσω με τον καλύτερο τρόπο που μπορώ. Στο υπόσχομαι. Όχι γιατί σε φοβάμαι. Όχι γιατί επιθυμώ να κερδίσω κάποιο μακρινό βασίλειο. Αλλά γιατί σε αγαπώ. Και σε χρειάζομαι. Να ζεις μέσα μου. Να γίνεσαι εγώ. Δεν θέλω να σταθώ κατώτερη σου και να φύγεις. Δεν θέλω να έχω κενό. Μπορεί λοιπόν, να σε εκπροσωπώ για εγωιστικούς λόγους, αλλά κάτι είναι και αυτό. Το αποτέλεσμα μετρά έτσι; Δεν σε παρακαλάω για κάτι, αλλά σε αναγνωρίζω, σε θαυμάζω και θέλω να σου μοιάσω όσο μπορώ. Θέλω να σε ευχαριστώ.

Δεν έχω κάνει πολλά στη ζωή μου. Προσπαθώ όμως αυτά τα λίγα που κάνω να με κάνουν να νιώθω ήρεμα. Ίσως και να σε κάνουν λίγο περήφανο; Γιατί όχι; Έξαλλου νομίζω γι’ αυτό υπάρχεις. Για να με αγαπάς, ακόμα και όταν ούτε εγώ δεν το κάνω, ούτως ώστε να παίρνω θάρρος να ξαναρχίζω μια σταλίτσα καλύτερα. Τι κι αν δεν προσεύχομαι τελικά; Τι και αν δεν σε ονομάζω θεία δύναμη, θεό, γιαραμπή, Ιεχωβά; Σου έχω δώσει ένα σπίτι μέσα μου. Ένα σπίτι που για χάρη της αγάπης σου, προσπαθώ να το κρατώ καθαρό και αντάξιο σου. Γι’ αυτό σε έπλασα. Ως κίνητρο για έναν καλύτερο εαυτό.

Τι λες λοιπόν; Πάμε να βγούμε από αυτό το πάπλωμα; Έχουμε δουλίτσα. Έχουμε να με κάνουμε λίγο ακόμα καλύτερη. Έχουμε να φωτίσουμε μια μικρή γωνίτσα στον κόσμο.