Ευσεβείς Πόθοι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η χώρα ήταν σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Τα νέα φτάνανε από όλα τα σημεία του πλανήτη. Εισβολή.

Όλα άρχισαν λίγους μήνες πριν. Φωτάκια που παίζανε στον ουρανό. Τέτοιου τύπου συμβάντα ανέκαθεν κυκλοφορούσαν σε βίντεο στο ίντερνετ, αλλά κανείς δεν τα έπαινε στα σοβαρά. Έτσι συνέβη και στην αρχή. Τα φωτάκια όμως πήραν να πληθαίνουν. Ζευγαράκια, το βράδυ που καθόντουσαν αγκαλιά στο μπαλκόνι να μετρήσουν τα άστρα, βρίσκονταν σφιχταγκαλιασμένα τρέμοντας όταν τα αστέρια χορεύανε κυκλικά πάνω από τα κεφάλια τους. Μετά έκανε την επίσημη εμφάνισή του το πρώτο σκάφος. Ήταν μέρα μεσημέρι. Καμιά εικόνα δεν υπάρχει. Το ίντερνετ έπεσε. Μαζί και η δυνατότητα κοινοποίησης κάποιου βίντεο. Μαζί με το ίντερνετ νέκρωσαν και οι τηλεοράσεις, τα τηλέφωνα καθώς και, σύμφωνα με λεγόμενα που φτάνανε με τρόπους παραδοσιακούς (ταξιδευτές που κάτι άκουσαν), εκατομμύρια ανθρώπων.

Χωρίς την δυνατότητα σαφούς ενημέρωσης, η ανθρωπότητα δέχτηκε τα νέα με μια σχετική αμηχανία. Όσο όμως νέα περί συγκρούσεων, με μαζικούς νεκρούς, πλημμυρίζανε την υφήλιο, ο πανικός εισέβαλε στις συνειδήσεις σβήνοντας τον πολιτισμό σε πολλά σημεία της γης. Κόσμος έβγαινε στον δρόμο περιμένοντας το τέλος. Άλλοι ορμούσαν και χτυπούσαν τα αφεντικά τους, άλλοι βίαζαν σερβιτόρες που τις είχαν άχτι, άλλοι παρατούσαν τις οικογένειες τους και γινόντουσαν τραγουδιστές ή ποδοσφαιριστές. Κάποιοι αρχίζανε να διαβάζουνε το Μόμπι Ντίκ, ή το πόλεμος και ειρήνη. Ομαδικά όργια διεξάγονταν δίπλα από μαζικές προσευχές. Η έλλειψη αυτοκινήτων και το κλείσιμο των εργοστασίων (ποιος να πάει στην δουλειά;) καθάρισαν το περιβάλλον. Κάποιοι επιστήμονες μιλούσαν, μόνοι τους, για μεγάλο βήμα ενάντια στην υπερθέρμανση του πλανήτη. Λύκοι ουρλιάζαν στο φεγγάρι.   

Εν τέλει, μία-μία οι χώρες πήραν να εξαφανίζονται από τους μυστηριώδεις εισβολείς. Κανείς δεν ήξερε πως μοιάζανε ή τι κάνανε, γιατί κανείς που τους συναντούσε δεν ζούσε να πει την ιστορία. Μόνο φήμες κυκλοφορούσαν. Τελικά λέγονταν πως ο εχθρός, όποιος ή ότι και αν ήταν αυτός, είχε φτάσει κοντά στην χώρα.

Και η χώρα ερήμωσε.

Ήταν μια ερήμωση όμοια με φωτιά κρυμμένη κάτω από κάρβουνα μαζωμένα σε σωρό. Όλοι ήταν εκεί και όμως κανείς δεν φαίνονταν γιατί μένανε κλειδαμπαρωμένοι, να τσουρουφλίζονται από αγωνία, στα σπίτια τους. Ακόμη και τα σούπερ μάρκετ είχαν κλείσει. Υπήρχε πείνα και δεν υπήρχε ρεύμα, τροφή, τσιγάρα. Ένας ψιλικατζίδικο παρέμεινε ανοικτό. Τώρα είναι που βγάζει κανείς λεφτά…

Μέσα σε αυτή την αναστάτωση η νύχτα δεν έλεγε να περάσει. Η αναμονή για το χειρότερο που έπεται και που κανείς δεν ξέρει τι είναι αυτό, δεν άφηνε κανέναν να ξαποστάσει πραγματικά.

Μια γυναίκα κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Στεκότανε στην άκρη του τοίχου και παραμέριζε ελάχιστα την κουρτίνα, ίσα-ίσα για να βλέπει με το ένα της μάτι τι γίνεται έξω. Επικρατούσε το απόλυτο σκοτάδι. Η πολυκατοικία απέναντι ήταν σαν να είχε εξαφανιστεί. Μπορούσε να φανταστεί πως ήταν στο κατάστρωμα ενός πλοίου, βράδυ, και έβλεπε την θάλασσα. Το ίδιο θα ήταν.

Ξάφνου ένα φως άστραψε. Ήταν απότομο και λαμπερό. Η γυναίκα πάγωσε. Ήθελε να τρέξει μακριά από το παράθυρο αλλά η περιέργεια την κράταγε καθηλωμένη. Μπορούσε να διακρίνει κάτι το μακρουλό, αμυδρά λαμπυρίζον, να κινείται αργά.

Το κάτι, που το φως του αρκούσε, μέσα στο παχύ σκοτάδι, για να φωτίσει τα πράγματα γύρω από τα οποία κινούνταν, είχε σταματήσει έξω από την εξώπορτα της πολυκατοικίας. Με μια ανεπαίσθητη κίνηση την διαπέρασε ενώ ταυτόχρονα φάνηκε να σκορπά σε πολλά μικρά,  επίσης λαμπυρίζοντα, σερνάμενα πραγματάκια.

Η γυναίκα πίσω από την κουρτίνα κρατούσε την αναπνοή της. Η καρδιά της χοροπηδούσε στο ιδρωμένο στήθος της. Νιώθοντας ένα ρίγος, έσφιξε τα χέρια της γύρω από το μισόγυμνο κορμί της. Με γουρλωμένα τα μάτια κοίταζε απέναντι της, τα παράθυρα της πολυκατοικίας να λάμπουν. Είχε αρχίσει. Η εισβολή ήταν γεγονός και αυτή ήταν μάρτυρας.

Ένα-ένα τα φωτάκια αφήνανε να φανούν από τα παράθυρα σκηνές φρίκης. Σώματα διαμελίζονταν και εξαφανίζονταν. Στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου η μπαλκονόπορτα άνοιξε. Μια γυναίκα βγήκε στο μπαλκόνι. Ήταν μόνη της εκείνο το βράδυ μιας και ο άντρας της, όπως της είπε, θα πήγαινε να προσέξει την μάνα του που έμενε απέναντι. Μια λάμψη διαπέρασε κάθετα το κορμί της, το οποίο άνοιξε σε δυο κομμάτια που έπεσαν, το ένα αριστερά και το άλλο δεξιά.

Η καρδιά της γυναίκας στο παράθυρο έχοντας παραλείψει μερικούς παλμούς, από το θέαμα, άρχισε να τους αναπληρώνει χτυπώντας με διπλάσια ένταση και ταχύτητα. Απομακρύνθηκε γρήγορα από την κουρτίνα. Πέρασε το μικρό σαλονάκι με τα ροζ καλύμματα. Διέσχισε το αυτοσχέδιο διαχωριστικό, φτιαγμένο από χαρτόνι πάνω στο οποίο υπήρχαν φωτογραφίες των γονιών της, της γάτας της και δικές της, προσπέρασε την κουζίνα με το μικρό φουρνάκι και τα δύο πιάτα στο τραπέζι και χώθηκε στο δωμάτιο της. Κάτω από το ράφι με τα αρκουδάκια βρίσκονταν το κρεβάτι της. Με ρίγος στο κορμί χώθηκε κάτω από τα σεντόνια, δίπλα από τον γυμνό άντρα που κοιμόταν βαθειά.

Επιτέλους, σκέφτηκε, τώρα δεν θα έχει την γυναίκα του ως δικαιολογία και θα με παντρευτεί.

Με τέτοιες εικόνες στο κεφάλι, κοιμήθηκε ευτυχισμένη στην αγκαλιά του γείτονα.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook