Ένα αχνό νιαούρισμα την έβγαλε από το λήθαργό της. Το μωρό είχε ξυπνήσει. Σήκωσε το βαρύ κορμί της και πήρε το παιδάκι της της αγκαλιά. Αυτό άρπαξε λαίμαργα το στήθος της κι έκλεισε τα ματάκια του τραβώντας γερές ρουφηξιές.
«Δεν θέλω να ποτίζω το μωρό μου με λυπημένο γάλα», σιγομουρμούρισε μέσα από τα δόντια της.
«Πρέπει να σκεφτώ κάτι χαρούμενο τώρα».
Κοίταξε στο απέναντι κρεβάτι τέσσερα ασπρουδερά πατουσάκια. Πάλι βουβό κλάμα.
«Δεν θέλω Θεέ μου να μεγαλώσουν τα παιδιά μου χωρίς τον μπαμπά τους…»

Ένα βογκητό έσκισε την ησυχία της νύχτας. Πάλι πονάει! Οι μέρες του και οι νύχτες του βουτηγμένες στον πόνο. Χθες πάλι τον είδε να κλαίει. Πόνος, αφόρητος, βασανιστικός. Σε όλο του το σώμα. Δεν υπήρχε σημείο που να μην πονάει. Η κάθε του μέρα ένα αγώνας σκληρός και άδικος. Δυσκολευόταν ακόμη και το στόμα του να ανοίξει γιατί πονούσαν μέχρι και οι αρθρώσεις της γνάθου. Αυτός! Η δύναμή της! Ο πρώτος και μοναδικός έρωτάς της να υποφέρει κι εκείνη να μην μπορεί να τον βοηθήσει. Ήθελε με ένα άγγιγμα της να του πάρει όλον τον πόνο. Δεν τη κούραζε η σωματική κόπωση της φροντίδας του. Την σκότωνε η απελπισία στο βλέμμα του. Έβλεπε πως δεν ήθελε να το παλέψει πια. Δεν είχε άλλη δύναμη. Δεν είχε άλλη θέληση για ζωή. Παρακαλούσε να πεθάνει. Αυτό την τσάκιζε. Αυτό δεν μπορούσε να το πολεμήσει.

«Θεέ μου κάνε τον καλά. Μην μου τον πάρεις ακόμη. Είναι τόσο νέος. Δεν έχει χαρεί ακόμη τη ζωή του. Δεν έχει χορτάσει τα παιδάκια του. Δεν τον έχω χορτάσει ακόμη εγώ. Κάνε οι εξετάσεις του να διαψεύσουν τις προβλέψεις όλων.»

Ακούμπησε το μωρό απαλά στην κούνια του. Μια σταγονίτσα γαλατάκι κύλησε στο αφράτο μαγουλάκι του. Άφησε τρία ζεστά φιλιά στα παιδάκια της και κατευθύνθηκε στην κάμαρά της να του ρίξει μια ματιά. Φοβήθηκε να τον αγγίξει γιατί της φάνηκε ότι επιτέλους τον είχε πάρει ο ύπνος.
Έπρεπε να κατέβει να τυλίξει τα δώρα. Αύριο ξημέρωνε Πρωτοχρονιά. Δίπλωνε με επιμέλεια το περιτύλιγμα και μιλούσε πάλι με τους Αγίους, με την Παναγία, με το Θεό τον ίδιο. Τους εκλιπαρούσε πάλι με πόνο, με λυγμό.
Ξάπλωσε στον καναπέ. Αυτό το μαξιλάρι πρέπει να το πετάξει. Έχει μουσκέψει από τα δάκρυά της. Δεν προλαβαίνει να στεγνώσει. Έχει ποτίσει πια.
Ξυπνάει από τα βογγητά του. Ανεβαίνει κοντά του. Τον βοηθάει να πάει τουαλέτα, τον κάνει μπάνιο, τον σκουπίζει με περισσή φροντίδα. Του βάζει καθαρά εσώρουχα και πιτζάμες.
«Θέλεις να φας κάτι; Έχεις δυο μέρες να βάλεις μπουκιά στο στόμα σου»
«Όχι καλά είμαι.» είπε μέσα από τα δόντια του κι έκλεισε πάλι τα μάτια. Ξάπλωσε δίπλα του κι αποκοιμήθηκε.

Το πεινασμένο κλάμα του μωρού την σήκωσε πάλι. Τέσσερα γυαλιστερά ματάκια την κοιτάνε επίμονα. «Μανούλα να κατέβουμε κάτω; Ξυπνήσαμε!» Πήρε το μωρό αγκαλιά και κατέβηκαν όλοι μαζί. Ο μικρός είδε τα δώρα και χτυπούσε παλαμάκια από τη χαρά του. Η μεγάλη, αχ αυτή η μεγάλη, ζάρωσε σαν μια τοσοδούλικη σταφιδούλα κι έμπηξε τα κλάματα. Με το μωρό στο στήθος της έτρεξε κοντά της.
«Τι έχεις καρδούλα μου; Γιατί κλαις; Δεν θέλεις να ανοίξεις το δώρο σου; Κοίτα τι μεγάλο πακέτο σου έφερε φέτος ο Άγιος Βασίλης. Δεν θέλεις να δεις τι έχει μέσα; Τι έπαθες αστεράκι μου;»
«Μανούλα…», ψέλλισε μέσα από λυγμούς η μικρούλα γουρλώνοντας τα καταπράσινα ματάκια της.
«Εγώ είπα στον Αη Βασίλη ότι φέτος δεν θέλω παιχνίδι για δώρο. Του είπα πως θέλω να μου κάνει τον μπαμπά μου καλά. Ότι θέλω να βγει επιτέλους από το δωμάτιο, να κατέβει μόνος του τη σκάλα και να παίξει μαζί μας! Αφού αυτός μου έφερε παιχνίδι πάει να πει πως δεν θα γίνει καλά ο μπαμπάς, ε μαμά;»

Άφησε το μωρό στο πάρκο με αργές κινήσεις. Τα μηνίγγια της ήταν έτοιμα να σπάσουν. Ένιωθε όλο της το αίμα να έχει μαζευτεί στο κεφάλι της και νόμιζε ότι θα αρχίσει να αιμορραγεί από παντού. Μάζεψε όλο της το κουράγιο και πήρε αγκαλιά το δίχρονο αγοράκι της και το τεσσάρων χρονών κοριτσάκι της. Δεν είπε τίποτα. Δεν βγήκε λέξη από το στόμα της. Μια βουβή προσευχή πάλι, στους Αγίους της μόνο.
Και οι μέρες πέρασαν χωρίς να τις καταλαβαίνει. Με σιωπηλό κλάμα ανάμεσα στα αλλάγματα, τα πλυσίματα τα ταΐσματα.

Ο χτύπος του τηλεφώνου τη βρήκε να ανακατεύει τη σούπα. Η κουτάλα έπεσε στο γυμνό της πόδι και την έκαψε. Ντύθηκε στα γρήγορα. Φώναξε τη γειτόνισσα να της κρατήσει τα παιδιά.

Η διαδρομή για το νοσοκομείο της φάνηκε ατελείωτη. Σε όλο το δρόμο μουρμουρούσε προσευχές κι έκλαιγε γοερά. Ένιωθε τα βλέμματα όλων πάνω της αλλά δεν έδινε μια.

«Για καλή σας τύχη διέψευσε τις προβλέψεις όλων μας. Μπορεί να ξεκινήσει άμεσα θεραπευτική αγωγή και σταδιακά θα υποχωρήσουν τα συμπτώματα»
Κρατούσε απαλά το χέρι του. Τα δάχτυλά της πέρασαν πάνω από τα παραμορφωμένα του δάχτυλα. Τα μόνα που έμεινα να τους θυμίζουν το κακό όνειρο. Τον εφιάλτη. Κοίταξε τα τρία τους παιδάκια να παίζουν και να χαζογελούν. Ακούμπησε στο στήθος του. Συντόνισε την αναπνοή της με τους χτύπους της καρδιάς του. Ύψωσε το βλέμμα της στον ουρανό, σιγοψιθύρισε ένα «ευχαριστώ» και αποκοιμήθηκε ήρεμα στην αγκαλιά του.

Νάγια Ίνοβα