Διασχίζοντας την πλακόστρωτη πλατεία, δύσκολα θα προσπεράσεις το καφέ Florian. Μια σειρά από λευκές μαρμάρινες κολόνες στηρίζουν τις δαντελωτές καμάρες, μεγάλα παράθυρα περιμετρικά και διάχυτη στην ατμόσφαιρα ακόμα η μυρωδιά ευγενών και δόγηδων από άλλες εποχές. Τα επιτοίχια μουράνο φωτιστικά, ανοιχτά κατά την διάρκεια της ημέρας τους χειμερινούς μήνες, αλλά κι αυτά που κρέμονται νωχελικά στις ψηλοτάβανες αίθουσες, τρεμοπαίζουν ανεπαίσθητα συντονισμένα στις πυκνές συνομιλίες των θαμώνων. Οι τοίχοι στις πολυτελείς αίθουσες φιλοξενούν αλληγορικούς πίνακες και χειροποίητους σκαλιστούς καθρέφτες. Κατά μήκος κόκκινοι βελούδινοι καναπέδες και μαρμάρινα τραπέζια συγχρωτίζονται με το πλήθος από τουρίστες που επισκέπτονται καθημερινά το διάσημο βενετσιάνικο καφέ.

Στο βάθος της αίθουσας degli Uomini Illustri, ακριβώς κάτω από το πορτραίτο του Τιτσιάνο, ξεχωρίζει το φροντισμένο λευκό σινιόν της κυρίας Εύας. Το κεφάλι της, ελαφρά γυρτό προς τα εμπρός, τα δάχτυλά της πλεγμένα γύρω από το λευκό μουράνο φλιτζάνι του καφέ, η μύτη της υπνωτισμένη καθώς εισπνέει το ζεστό και πλούσιο άρωμα που αφήνει ένα λευκό ίχνος να αιωρείται στον αέρα. Το βλέμμα της μοιάζει προσηλωμένο στο βάθος του φλιτζανιού καθώς η μαύρη κασμιρένια ζακέτα της διπλώνεται ελαφρά γύρω από την μέση της.
«Μαζί έπρεπε να πίνουμε αυτόν τον καφέ», ψιθυρίζει. «Με άφησες νωρίς μόνη μου, χαμένη στην απουσία σου. Όσες φορές κι αν καθίσω στο αγαπημένο μας τραπέζι, δεν μπορώ να θυμηθώ τα χέρια σου να πιάνουν τα δικά μου, πάνω από τα μικρά πιατάκια με το κέικ που τόσο λαχταρούσαμε και οι δυο. Μπορώ μόνο να θυμηθώ, ξανά και ξανά την πλάτη σου όπως την έβλεπα απέναντι από τον καθρέφτη, να σκύβει προς εμένα με έρωτα».

Τα γεμάτα ρυτίδες χέρια της, στρέφονται προς την τσάντα της, ανοίγουν μηχανικά το πορτοφόλι κι αφήνουν απαλά ένα χαρτονόμισμα πάνω στο τραπέζι. Σηκώνεται με χάρη, ισιώνει το μαύρο πλεκτό φόρεμα της και κρατώντας το γούνινο παλτό στην αγκαλιά της, προχωρά αργά προς την έξοδο.

Το διακριτικό κουδουνάκι της πόρτας που κλείνει πίσω της την αιχμαλωτίζει στιγμιαία. Ο χρόνος κρατάει την ανάσα του καθώς εκείνη γυρίζει το βλέμμα της αριστερά και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της μαλακώνουν στη θέα του νέου άντρα.
«Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να μπούμε μέσα;» την ρωτάει καθώς βάζει τα χέρια στις τσέπες του χακί του μπουφάν για να τα ζεστάνει. Είναι το πρώτο τους ταξίδι. Εκείνη του εκμυστηρεύτηκε ένα βράδυ ότι ένα όνειρό της είναι να περάσει τον μήνα του μέλιτος στην Βενετία. Δεν είναι πολύ καιρό μαζί αλλά εκείνος αγαπάει τα ταξίδια κι αυτή την κοπέλα με τα πράσινα μάτια που τον κοιτάζουν τώρα με λατρεία.
«Δεν θέλεις να περπατήσουμε λίγο ακόμα;» την ρωτά ξανά.
Η φωνή της, γλυκιά, νεανική κι ερωτευμένη του απαντά.
«Μα σου είπα, κρυώνω τόσο πολύ. Δύο ώρες περπατάμε, δεν νιώθω τα πόδια μου. Έλα, πάμε μέσα, θα δεις που θα γίνει το αγαπημένο μας στέκι».
Γυρίζει το σώμα της κι ανοίγει και πάλι την πόρτα. Ο ήχος από τα τακούνια της σκεπάζεται από τις φωνές των σερβιτόρων που περνούν βιαστικά δίπλα της. Προχωράει με μικρά βήματα προσπερνώντας την μια αίθουσα μετά την άλλη. Σταματάει στην σάλα των Διάσημων Ανδρών. Περιεργάζεται τα πορτραίτα στους τοίχους.
«Κοίτα, ο Μάρκο Πόλο» δείχνει στον άντρα που την ακολουθεί πίσω της.
«Κι εκεί, ο Τιτσιάνο, ευτυχώς είναι άδειο το τραπέζι, εδώ θέλω να καθίσουμε» του λέει καθώς του τραβάει το χέρι.
Ο σερβιτόρος που το καθαρίζει, γυρνάει στο άκουσμα της φωνής της και την κοιτάζει.
«Κυρία Εύα, καλησπέρα», της λέει κι ένα τρυφερό χαμόγελο κατανόησης απλώνεται στο πρόσωπό του.
«Κύριε Μιχαήλ, τι χαρά που σας βλέπουμε πάλι. Πότε φτάσατε στην Βενετία;» ρωτά αμέσως μετά τον άντρα που στέκεται πίσω της.
«Καλησπέρα Πιέτρο, πριν λίγες ώρες. Ήρθα για να πάρω την μαμά πίσω στην Αθήνα» του απαντά εκείνος κατεβάζοντας ελαφρά τα ανοιχτά καστανά του μάτια στο πάτωμα.

Η κυρία Εύα έχει ήδη καθίσει, διαβάζει τον ανοιχτό κατάλογο χωρίς να παρακολουθεί την σύντομη συζήτηση μεταξύ των δύο αντρών. Λίγα λεπτά μετά ο Μιχαήλ κάθεται δίπλα της στον απαλό καναπέ. Το βλέμμα του κρύβει έγνοια και λύπη. Την περιεργάζεται. Φαίνεται πιο αδύνατη από την τελευταία φορά που την είδε. Εκείνη φαίνεται βυθισμένη στις τυπωμένες λέξεις. Όταν σηκώνει επιτέλους τα μάτια της, το σοκ και η έκπληξη αποτυπώνονται σε κάθε ρυτίδα στο πρόσωπό της.

«Αγόρι μου» ψελλίζει.

Μοιάζει χαμένη. Απλώνει τα χέρια της για να τον αγγίξει αλλά αυτά σταματούν στον αέρα καθώς ένας οξύς πόνος, που ξεκινά από τους κροτάφους κι απλώνεται σε όλο το υπόλοιπο κορμί της, θέτει τον χρόνο πάλι σε κίνηση για να την επαναφέρει χωρίς οίκτο στο τώρα. Αναρωτιέται με αγωνία μέσα της, τι συμβαίνει. Θα ορκιζόταν πως μόλις λίγα λεπτά πριν, μπήκε στο καφέ για πρώτη φορά μαζί με τον άντρα της, μόλις λίγα λεπτά πριν ήταν ακόμα στο ξεκίνημα της ζωής της. Τα χέρια της πέφτουν με δύναμη στα πλευρά της καθώς ο γιος της την φιλά απαλά ανάμεσα στα μάτια.

Λίνα Εξάρχου