Η γυναικεία κακοποίηση είναι ένα από τα πιο επίκαιρα θέματα. Σαφέστατα υπάρχουν διάφορα είδη κακοποίησης στην καθημερινότητα ενός άντρα ή μίας γυναίκας και τα ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις δεν αφορούν μόνο στο ίδιο το άτομο που υφίσταται αυτήν την πράξη αλλά και στον περίγυρο. Στο ρόλο που ο καθένας από εμάς επιλέγει, να ανοίγει ή να κλείνει τα μάτια του, να σιωπά με όποιο τίμημα.

Σήμερα λοιπόν θα σας πάω εκδρομή στη μαγευτική ευρύτερη περιοχή της Ορλεάν στην κεντρική Γαλλία και θα σας μιλήσω για μία ιστορία η οποία αποτελεί μέχρι σήμερα μία πολύ ενδιαφέρουσα υπόθεση δικαιοσύνης, μία υπόθεση με σοβαρές συνέπειες στη ζωή των ανθρώπων που την έζησαν από κοντά.

Η Ζακλιν Σοβάζ παντρεύτηκε νέα. Ερωτεύτηκε. Ένα φρέσκο κορίτσι που γνώρισε το συνομήλικό της Νορμπέρ. Μία σχέση γλυκιά σαν ζάχαρη. Μία σχέση που η οικογένειά της δεν ήθελε με τίποτα επίσης. Αμφιβολίες για το γαμπρό βάραιναν την ατμόσφαιρα ενώ η νεαρή κοπέλα υπερασπιζόταν σθεναρά το δικαίωμά της στην ευτυχία που πίστευε ότι αυτός ο άνδρας θα της πρόσφερε. Ο γαμήλιος βίος στην αρχή ήταν μελένιος, βελούδινος, γεμάτος χρώματα ευτυχίας.

Ο Νορμπέρ δεν ήταν όμως αυτό που λέμε εύκολος άνθρωπος. Ήταν δύσκολος, αυταρχικός. Ήταν ένας άξεστος που έδειχνε σκληρός. Πού ήθελε τη γυναίκα του να υποτάσσεται στις επιθυμίες του. Να κάνει παιδιά, τέσσερα στην περίπτωσή μας, να δουλεύει στην οικογενειακή επιχείρηση, να μαγειρεύει να πλένει και να καθαρίζει. Καθώς ο χρόνος περνούσε, ο Νορμπέρ έχανε τη γοητεία των νιάτων του και ήταν μόνιμα θυμωμένος.  Αδύνατον να ανεχθεί, ακόμα και σε έξοδο με φίλους, τη Ζακλιν να χορεύει με τη φίλη της και να λικνίζεται στους ρυθμούς του Γκολντμάν.

Μυαλά άλλης εποχής θα έλεγε κανείς. Ίσως τέτοιες πρακτικές να ανήκαν σε άλλες  δεκαετίες. Ένας άντρας που έχει δικαίωμα να πίνει, να μεθά, να ευτελίζει τη σύζυγό του, όχι απλά σηκώνοντας χέρι να τη χτυπήσει, όχι μόνο ρίχνοντάς την στο πάτωμα με γροθιές, τραβώντας την από τα μαλλιά στην σκάλα, σέρνοντάς την έξω από το σπίτι με τον πιο απάνθρωπο τρόπο, αλλά αφήνοντάς την ακόμα και με το ταπεινό της νυχτικό να ψάχνει μία στάλα θέρμη στον κήπο, με θερμοκρασίες υπό το μηδέν, παλεύοντας να καλύψει ακόμα και την παραμικρή σπιθαμή του κορμιού της όχι από ντροπή αλλά από το κρύο.

Τέσσερα παιδιά άκουγαν τα πάντα. Τα βράδια αγκάλιαζαν το μαξιλάρι τους και έσφιγγαν τα μάτια τους γερά κάθε φορά που άκουγαν τις κραυγές της μάνας τους. Στριφογύριζαν στο κρεβάτι τους σιωπηλά. Παιδιά φοβισμένα εμπρός στην καυτή ανάσα του πατέρα την ώρα του φαγητού, όταν εκείνος κουρασμένος άδειαζε το κρασί σαν νεράκι και σηκωνόταν «φορτωμένος» από νεύρα, κραυγάζοντας βρισιές και πετώντας πιάτα στη Ζακλίν. Τα παιδιά μάζευαν το κεφάλι στους αγκώνες και μετρούσαν τα δευτερόλεπτα, εφιαλτικά, μέχρι να εξαφανιστεί ο πατέρας από την τραπεζαρία. Μέχρι να πέσει στα πόδια της αιμόφυρτης Ζακλίν και να της ζητήσει για χιλιοστή φορά συγνώμη. Να την αγκαλιάσει, ενώ εκείνη μηχανικά τέντωνε τις παλάμες της μπροστά στο κεφάλι της σαν άμυνα. Ακόμα και όταν η τρικυμία είχε πια μετατραπεί σε θάλασσα ήμερη.

47 χρόνια. Τόσα ήταν τα χρόνια που κράτησε το μαρτύριο της γυναίκας αυτής. Αυτής της νεαρής δροσερής κοπέλας που έγινε γυναίκα φάντασμα, άβαφη, ατημέλητη, φοβισμένη με μαύρους κύκλους που μαρτυρούσαν το σιωπηλό της πόνο. Όπως είπε αργότερα ήξερε πως κάποια στιγμή θα έφευγε από τη ζωή. Ήταν αναμενόμενο η ιστορία της να έχει τέτοια κατάληξη.

Κι όμως, μετά από όλα αυτά τα χρόνια στη μαρτυρική φυλακή ενός βίαιου συζύγου, υπόδειγμα για τα αδέλφια του, παλιάνθρωπος για τους πελάτες του, αγροίκος για τους γείτονες όταν έβγαζε το κυνηγετικό όπλο και απειλούσε (για αυτό δε μιλούσαν), τα πάντα άλλαξαν. Άλλαξαν ένα βράδυ του φθινοπώρου πριν μερικά χρόνια, όταν η Ζακλίν υπέστη για τελευταία φορά την κακοποίηση. Όταν θόλωσε μετά από τα χτυπήματα, τις γροθιές και το μεθυσμένο βλέμμα του Νορμπέρ. «Βάλε μου να φάω γρήγορα και μην αργείς», άκουσε αργότερα το Νορμπέρ να της λέει καθισμένος στον κήπο παρέα με ουίσκι. Πραγματικά θόλωσε. Τα παιδιά ήταν πια μεγάλα. Και αυτός ποτέ δεν υπερασπίστηκε τη δική της προσπάθεια να κρατήσει την οικογένεια με ένα κεφάλι ψηλά. Με κρυμμένα μυστικά και πάθη. Ο δαίμονας αυτός έπρεπε να βγει βίαια από τη ζωή της. Πιο βίαια από όσο της φερόταν. Τέρμα το μαρτύριο. Επικέντρωσε στην ιδέα που της καρφώθηκε. Γέμισε γρήγορα την καραμπίνα. Τρεις πυροβολισμοί στην πλάτη του Νορμπέρ. Μοιραίοι. Αποτελεσματικοί.

Η λύτρωση που πίστευε ότι θα ένιωθε δεν είχε έρθει βέβαια. Ούτε όταν σήκωσε το τηλέφωνο να καλέσει την αστυνομία, ούτε όταν συνελήφθη. Για την ακρίβεια η απόφαση της αυτή, εν ψυχρώ, να σκοτώσει τον άντρα της είχε επιπλέον συνέπειες. Το ίδιο βράδυ του φόνου, ο γιος της αυτοκτόνησε.

Δύο δίκες σηματοδότησαν την υπόθεση αυτή. Μία δική με τη Ζακλίν ουσιαστικά «απούσα», χωρίς να εκφράσει το λόγο της σιωπής της όλα τα χρόνια, χωρίς να δώσει λεπτομέρειες  παρά μόνο να εκφράσει δύο λέξεις. «Με χτυπούσε». Λέξεις που δε συγκίνησαν καν τη γυναίκα δικαστή. Καταδικάστηκε λοιπόν. Και επέστρεψε, με την παρουσία των παιδιών της, στη δεύτερη δίκη/έφεση, λίγο πιο ευαισθητοποιημένη, όχι τόσο μετανιωμένη, αλλά πιο συνειδητοποιημένη απέναντι στα παιδιά της που έζησαν με το φόβο για τον πατέρα τους (στην πορεία της δεύτερης δίκης, βγήκε στην επιφάνεια επίσης η τραγική μαρτυρία των δύο κορών τις οποίες συστηματικά κακοποιούσε σεξουαλικά ο πατέρας κάθε φορά που η μάνα έλειπε από το σπίτι). Κι όμως. Κανείς δεν δικαιολόγησε το φόβο της γυναίκας αυτής σε βάθος χρόνου. Κι έτσι η έφεσή της απορρίφθηκε.

Η απόφαση αυτή συγκλόνισε μία πολύ θυμωμένη γαλλική κοινωνία. Η δικαιοσύνη δε δίνει συγχωροχάρτι σε μία γυναίκα που πλησιάζει πια τα εβδομήντα, μία χαριτωμένη αλλά θλιμμένη γιαγιά, που πάλεψε με το θεριό όλα αυτά τα χρόνια προκειμένου να βγουν τα παιδιά από το σπίτι της σώα.

Τη λύση έδωσε το Δεκέμβριο του 2016, με απόφαση καταλυτική της γαλλικής προεδρίας, ο Φρανσουά Ολλάντ, αποφασίζοντας ρητά και αμετάκλητα την άμεση ελευθέρωση της Ζακλίν Σοβάζ με τη μορφή προεδρικής χάρης.

Ποιος είναι λοιπόν ο ρόλος όλων μας μπροστά στην κακοποίηση; Μία συγκλονισμένη φιγούρα που  αντιπροσωπεύει τη γυναίκα που έχει κακοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο σε οποιαδήποτε κοινωνία, οποιαδήποτε ώρα και στιγμή, δεκαετία ή αιώνα, δε θα έπρεπε να την έχουν αντιμετωπίσει όλοι αλλιώς; Συνελήφθη με ένα κεφάλι γεμάτο αίματα και μώλωπες. Έζησε σε προηγούμενες εποχές με ταμπού και με κλειστές κοινωνίες, αποφάσισε να παντρευτεί μία λανθασμένη επιλογή και έζησε μαρτυρικά με το κεφάλι ψηλά. Ερωτώμαι πού ήταν τα παιδιά της ενήλικα πια. Γιατί ο φόβος των παιδιών, ακόμα και όταν μεγάλωσαν κι έκαναν δικές τους οικογένειες, ήταν αρκετός για να μην κάνουν έστω και μία καταγγελία; Μία καταγγελία που θα μπορούσε να γίνει αστυνομικό γαϊτανάκι με τη συμβολή γειτόνων, πελατών, φίλων και γνωστών, όλων αυτών που γνώριζαν. Η δική τους συμβολή θα μπορούσε να βάλει το Νορμπέρ φυλακή  και θα έδινε στη Ζακλίν μία δεύτερη ευκαιρία να ζήσει.

Η συνείδησή μας δεν είναι ανώτερη όταν κοιτάζουμε αυστηρά μία δυστυχισμένη γυναίκα που κρύβει τον πόνο της, ούτε είμαστε καλύτεροι άνθρωποι μπροστά από ένα ποτήρι σαμπάνιας και μερικά απερό μεζεδάκια, όταν στο διπλανό σπίτι ακούγονται ουρλιαχτά. Δεν είναι ελεύθερη γνώμη να λέμε ότι ήταν επιλογή της να παραμείνει κακοποιημένη. Ούτε δεδικασμένη πράξη τα γεγονότα ενός προαναγγελθέντος φόνου.  Η κακοποίηση είναι υπόθεση όλων μας. Και αν εσύ ξέρεις κάποιον που υφίσταται τη βια είναι και στο δικό σου χεράκι να την ξεσκεπάσεις. Πριν είναι πολύ αργά. Κάποιος φοβάται να μιλήσει. Ναι. Εσύ, γιατί φοβάσαι;