«Μέσ’ τη βλιώρα είναι αυτό το βζόμπαλο, μωρέ. Δώσ’ του τ’ άλλο!»
Ο Κωνσταντής έβηξε δυνατά κι έπιασε τ’ αχαμνά του. Κάθε φορά που σκυβε, βγάζοντας φλέμα, τον πονούσαν. Ήταν αφύσκος, μπουνταλάς, κάθε πόδι ζύγιζε περισσότερο κι απ’ τα δύο μικρούνια του. Καθάρισε το στόμα του μ’ ένα πανί και σηκώθηκε όρθιος. Έτσι που ‘βλεπε την τζου του να βυζαίνει το μωρό, του ρχόταν να την γατσιέψει και να την ρίξει στο πάτωμα. Απ’ το ένα θα βύζαινε αυτός, απ’ το άλλο το μωρό.
«Παράτα μας, ρε γκαφάλι. Γκιορεύεις όλη μέρα δω χάμου, πάρ’ τη γκλίτσα σου κι άντε στον καφενέ. Θα μας πεις και πώς θα βυζάξουμε».
Ο Κωνσταντής γέλασε δυνατά. Άπλωσε τη χερούκλα του κι άρπαξε τη γυναίκα απ’ το λαιμό.
«Μικρό μου γκριτζούνι, πρόσεξε πώς λαλείς, δε θα τα πάμε καλά. Τέλειωνε με το τάισμα, θέλω κι εγώ κανάκεμα».
Η Μαριώ δεν ήθελε με τίποτα την αραπόπουτσα του άντρα της. Τη σιχαινόταν, ακόμα και τα μωρά που της χάρισε μύριζαν. Τη ρουφούσαν λαίμαργα, σωστά λιαπήδια. Πολλές φορές ένιωθε τα βζόμπαλά της να κρέμονται σαν ξετσουμπρισμένα σταφύλια. Χαμογέλασε, με τη χερούκλα τ’ άντρα της στο λαιμό.
«Όχι, άντρα μου. Ό,τι θέλεις. Μόν’ άσε με, μιταίλντισα και δεν μπορώ να βυζάξω».
Ο Κωνσταντής τράβηξε το χέρι του. Της χαμογέλασε και μετά της χάδεψε τα μαλλιά.
«Είσαι όμορφη, Μαριώ. Κι εγώ δεν είμαι μουνούχι. Σπαρταράει ακόμη το μαυρίδι μου. Και σε θέλω».
«Πάνε να πιεις ένα τσίπουρο κι έλα μετά. Θα σου χω και μπάνιο έτοιμο».

Χτύπησε την γκλίτσα του στο πάτωμα και γύρισε πλάτη. Η Μαριώ άλλαξε στο παιδί βυζί κι έγειρε πίσω στην καρέκλα, κάνοντας τα ξεφτισμένα ξύλα να τρίξουν. Έκλεισε τα μάτια της όσο το παιδί ρουφούσε αβέρτα. Είδε τη μάνα της της, μικρή, να στουμπώνει το γαλοτύρι, χέρια γδαρμένα, να τα χώνει κάτω από την κουρίτα να δροσιστούν, να μαλακώσουν. Είδε τον πατέρα της, χωμένος μέχρι τα μπούνια στο κουμάρ, να σπαταλάει τα λεφτά λες κι είναι καλαμπόκι στις κότες. Είδε και την ίδια, νιούδι, σωστή τζούνα, να λοξοκοιτάει το ταβάνι όσο ο Κωνσταντής, αξιούραγος ακόμη, της φύτευε τα μωρά στη μήτρα της.
Κάποτε τον αγαπούσε. Η γκλάβα της δεν καταλάβαινε και πολλά, είχε δυνατά χέρια, τον ήξερε το χωριό κι ας ήταν μπερμπάντης. Τον παντρεύτηκε για να φύγει από την σκλάβα μάνα και τον κουμαρτζή πατέρα της.

Το βράδυ, ξαπλωμένη στο πλάι στην κρένα, προσπαθούσε μάταια να κοιμηθεί. Άκουσε τον Κωνσταντή που μπήκε τρεκλίζοντας, μπόχιαζε τσίπουρο από απόσταση, σωστό ακόντιο. Ξάπλωσε δίπλα της, την άμπωξε περισσότερο στο πλάι και σωριάστηκε φαρδύς πλατής. Ξεκίνησε το ροχαλητό σε δευτερόλεπτα. Την είχε γλυτώσει.
Την ώρα που ‘βλεπε ζαχαρωμένα όνειρα, κάτι απότομο την ξύπνησε. Ο Κωνσταντής ακούνητος, συνέχιζε το τραγούδι, ταράζοντας το δωμάτιο. Η Μαριώ σηκώθηκε, τα μαστάρια της έπεσαν βαριά στην κοιλιά της, κανένα ρούχο δεν τα κρατούσε πια. Μια αλιμούρα γυρόφερνε στο σαλόνι, κάποιο παράθυρο είχε ξομείνει ανοιχτό. Κίνησε η Μαριώ κατακεί, προσπαθώντας να μην ξυπνήσει τα μωρά.
Μία σκιά σάλευε δίπλα στην κουρτίνα. Η Μαριώ τρόμαξε, πισωπάτησε, έκλεισε το στόμα με το χέρι της.
«Άντρα, ξύπνα…» ψιθύρισε και κατάλαβε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ζουλέψει ο Κωνσταντής με τόσο ροχαλητό. Η σκιά, σα να την άκουσε, μαζεύτηκε και κρύφτηκε πίσω από την κουρτίνα. Η Μαριώ άκουσε ροκάνισμα κι υπέθεσε ότι καμιά βερβέρα είχε χωθεί απ’ τον αγρό. Άπραξε το σκουπόξυλο και κίνησε κατά κει, σαν φαντάρι που ξεκοίλιαζε κιτρινιάρηδες στον πόλεμο. Η σκιά προσπάθησε να σκαρφαλώσει απ’ το παράθυρο αλλά η Μαριώ, τελευταία στιγμή, τη κοπάνησε στη γκλάβα.
Με το που κατάλαβε τι ήταν, το μετάνιωσε.
«Ωχ, ζούδι μου, συγνώμη. Σε πόνεσα;»
Ένα κοριτσούδι, όχι πάνω από οχτώ, κόλλησε στην τοίχο. Έπιανε το κεφάλι του κι ήταν έτοιμο να τα μπήξει. Η Μαριώ την αγκάλιασε αμέσως και την κόλλησε στα ζεστά στήθη της.
«Ήσυχα, μικρό μου, όλα καλά. Δεν σε κατάλαβα. Συγνώμη. Πεινάς;»
Η μικρή έτριψε τα μάτια της και την κοίταξε. Κρατούσε ένα κομμάτι ψωμί, ξηραμένο και βρώμικο.
«Έλα, θα σου βάλω εγώ να φας. Οι γονείς σου;»
Δεν απάντησε. Η Μαριώ είδε δύο σημάδια μαυριδερά στο μέτωπό της. Κατάλαβε.

Κάθε βράδυ, από ‘κει κι έπειτα, η μικρή εισβολέας, γκανιασμένη και πεινασμένη, ερχόταν στο παραθύρι της Μαριώς. Ο Κωνσταντής γυρνούσε κουρούμπελο, δεν χαμπάριαζε, κι αυτή μαζί με τα μωρά, τάιζε και τη μικρή. Μιλιά δεν της έβγαλε κι ούτε την πίεσε. Της έδωσε καθαρά ρούχα τα οποία σούφρωσε από ένα πλυσταριό στο χωριό κι ένα ζευγάρι παπούτσια από τα παλιά παιδικά της.
«Σε γλιέπω, μικρό μου. Μη μου κρύβεσαι. Πού γκιορεύεις όλη μέρα πριν έρθεις σε μένα; Δεν πιστεύω να σε πασπατεύει κάνας ανώμαλος;»
Είχε ακούσει για τέτοιους η Μαριώ. Μπαχλαβάδες παππούδες που έψαχναν κοριτσούδια με μικρά μπορμπόλια, όπως αυτή. Κρέμασμα ήθελαν, οι ντουρνάδες.
Δεν είπε όχι η μικρή ούτε και ναι. Αυτό ήταν ακόμη πιο τρομαχτικό. Η Μαριώ της χάιδεψε τη γκλάβα κι έκλεισε τα μάτια. Έτρεμε τις δικές της κόρες σαν μεγάλωναν και πέταγαν στήθη, και περισσότερο, έτρεμε το σπίτι της παρά το χωριό.

Ένα βράδυ, η μικρή δεν φάνηκε. Η Μαριώ κόντευε να τρελαθεί. Βγήκε σαν χαροκαμένη να την ψάξει στο σκοτάδι. Όνομα δεν ήξερε, πώς να τη φωνάξει; Πήγε μέχρι τη γούρνα δίπλα, μήπως είχε σιμώσει εκεί για νερό. Τίποτα. Μπήκε σπίτι πάλι, έβαλε το ξεχειλωμένο της παλτό και ξαναβγήκε.
Κίνησε για την πλατεία του χωριού μέχρι που άκουσε μπουρτσόκλαιμα. Κάτι τέτοια έκανε κι η μάνα της για να τη λυπηθεί από το ξύλο ο πατέρας της. Σιγοψίθυροι και μετά ξυλιές. Η Μαριώ φοβήθηκε για τη μικρή αλλά και για τη ζωή της. Παντρεμένη γυναίκα και γυροβολάει στις νύχτες μόνη της;
Λίγο πριν αποφασίσει να γυρίσει πίσω, μία φιγούρα πετάχτηκε από τους θάμνους, κουτσαίνοντας. Ήταν η μικρούλα. Η μπλούζα που της είχε δώσει η Μαριώ ήταν σκισμένη και τα μικρά της στήθη εκτεθειμένα. Από πίσω της, πετάχτηκε ένας αδύνατος, λελέκι, με παντελόνι κατεβασμένο και τη ζώνη στα χέρια.
Η Μαριώ δεν χρειάστηκε εξηγήσεις. Αγνόησε το σκοτάδι, τον άντρα της που θα την έσπαγε στο ξύλο, τον αγείρτη που την κοιτούσε απειλητικά, τους πάντες. Όρμησε στον ντέμπλα και του σκασε κουτουλιά στο κεφάλι. Εκείνος, σοκαρισμένος, δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Μετά, άρπαξε τη ζώνη του και την κατέβασε με δύναμη στο κεφάλι του. Αγκράφα και μαύρο δέρμα άφηναν σημάδια στο πρόσωπό του. Η Μαριώ δεν σταμάτησε από τα ουρλιαχτά του, ούτε από τις φωνές των γειτόνων που έτρεξαν έξω. Σταμάτησε μόνο όταν την άρπαξε ο άντρας της που βγήκε με τα σώβρακα και την έριξε κάτω.

Την επόμενη, μία καρότσα σταμάτησε έξω από το βενζινάδικο στον επαρχιακό του χωριού. Ο οδηγός κατέβηκε, άρπαξε την μάνικα κι άρχισε να φορτώνει τ’ όχημα. Η καρότσα ήταν γεμάτη σανό, παραγγελιά για Θεσσαλία. Όταν τελείωσε το γέμισμα, ο οδηγός νόμισε ότι κάτι κουνήθηκε στην καρότσα του. Ήξερε για κουρκούταβλους που ήταν γεμάτη η περιοχή αλλά όχι τόσο μεγάλους. Πήγε πίσω, έψαξε, τζίφος. Ανασήκωσε ώμους και μπήκε στη θέση του οδηγού.
Κάτω από ένα δεμάτι σανό, ένα κεφαλάκι ξεπρόβαλε και κοίταξε προς το χωριό. Λέξεις δεν είχε να πει το στόμα του αλλά τα μάτια του έλεγαν πολλά.
Και σίγουρα, ένα απ’ αυτά, ήταν ευχαριστώ.