Ζωή μες την ομίχλη

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δεν πρέπει να υπάρχει χειρότερο, απ’ το να είσαι παντρεμένη με χειριστικό άντρα.

Σε διαλύει, σε μηδενίζει. Σε αποδομεί αργά και βασανιστικά, μέχρι να σε μετατρέψει στο απόλυτο τίποτα που μπορεί αγόγγυστα να εξουσιάζει.

Δεκαέξι χρονών, τι να ξέρω από την ζωή…  Μεγάλωνα σε ένα περιβάλλον που δεν ευνοούσε καμία μορφή ελευθερίας. Φτώχεια καταραμένη, οικονομική μα κυρίως, πνευματική!

Πλησίαζαν Χριστούγεννα και καμία χαρά δεν ένιωθα. Πάλι θα καθόμουν μόνη μου στο σπίτι μέχρι αργά. Μοναχοπαίδι. Δούλευαν και οι δύο γονείς. Η μαμά δούλευε σε σούπερ μάρκετ, αλλά και στην κάβα της γειτονιάς για έξτρα εισόδημα, μέρες που είναι. Χρόνια είχα να αλλάξω τον χρόνο μαζί της. Πάντα στην δουλειά. Τι κι αν έφερνε στο σπίτι μια σαμπάνια, δώρο του αφεντικού! Παιδί ήμουν, λαχταρούσα να με σφίξει στην αγκαλιά της, να είμαι το πρώτο άτομο που θα ευχηθεί καλή χρονιά!

Να φάμε μαζί ζεστό το φαγητό, να κόψουμε την βασιλόπιτα αμέσως μετά την αλλαγή του χρόνου, όπως έκαναν όλες οι φίλες μου με τις οικογένειές τους. Αντιθέτως, για μένα η βασιλόπιτα ήταν μία ακόμη αγγαρεία χαμένη μέσα στα έθιμα των ημερών.

Κι όμως, τα Χριστούγεννα του ’85 έμελλαν να γίνουν τα καλύτερα της μέχρι τότε μίζερης ζωής μας. Ή μήπως τα χειρότερα;

Μπαμπάς. Λίγος, έτσι φάνταζε στα μάτια μου. Η μόνη του ενασχόληση ήταν η δουλειά του στον οικογενειακό φούρνο. Σκληρή δουλειά. Κοιμόταν όλη την ημέρα και στις έντεκα το βράδυ ξεκινούσε για το μεροκάματο. Όλη τη νύχτα, ζύμωνε, φούρνιζε και ξεφούρνιζε. Γιατί μου φαινόταν λίγος; Γιατί σε αντίθεση με τα αδέλφια του, ποτέ δεν έκατσε στο σπίτι με την οικογένειά του. Ναι, ήταν ο μικρότερος, αλλά πως γινόταν να είναι ο μόνος που δούλευε ΠΑΝΤΑ βράδυ; Γιορτές, καθημερινές, αργίες, όλες ίδιες ήταν. Κοιμόταν την ημέρα και δούλευε την νύχτα. Αργότερα, έμαθα πως μέσα στην αδιάκοπη καθημερινότητά του, έκρυβε τα μικρά ή μεγαλύτερα ψυχωτικά επεισόδιά του. Όταν μεγάλωσε, του βάλαμε και ταμπέλα: διπολική διαταραχή.

Κάθε χρόνο μου έπαιρνε για δώρο ένα πρωτοχρονιάτικο λαχείο. Κάθε χρόνο, το κοιτάζαμε με λαχτάρα να δούμε μήπως κερδίσαμε κάτι. Ούτε τον λήγοντα, ποτέ! Και πάντα καταλήγαμε στην ευχή «Να είμαστε καλά και του χρόνου να ξαναδοκιμάσουμε την τύχη μας».

Το 1985 όμως, η τύχη μας γέλασε! 60.000.000 δραχμές! Δικά μας! Δικά μου! Από το λαχείο που μου πήρε δώρο ο μπαμπάς μου!

Δεν έχω ξαναδεί τόσο κόσμο στο σπίτι μας. Που ήταν άραγε όλος αυτός ο κόσμος όταν μερικά χρόνια αργότερα, πέθανε η μαμά μου;

Αγοράσαμε διαμέρισμα σε νεόκτιστη πολυκατοικία, αυτοκίνητο, και η μαμά σταμάτησε να δουλεύει. Τα υπόλοιπα χρήματα τα επένδυσε ο μπαμπάς σε έναν φίλο του εργολάβο, για να τα βρω όταν θα έφευγα για σπουδές. Χρυσές εποχές για τις οικοδομές τότε!

Απέκτησα υπόσταση, κάτι σαν celebrity του σχολείου… Και ο Στέλιος… Ο Στέλιος που μέχρι πρότινος αγνοούσε ακόμη και την ύπαρξή μου, άρχισε να κυκλοφορεί στους ίδιους χώρους με εμένα! Να μου χαμογελάει, αδιόρατα. Να μου δηλώνει την παρουσία του, διακριτικά. Ψηλός, μελαχρινός, γυμνασμένος, πάντα καλοντυμένος, με μια φυσική ευγένεια που ξεχώριζε ανάμεσα στους άξεστους έφηβους της εποχής.

Στημένο το παιχνίδι, και πώς να το ξέρω. Άγνωστη η τέχνη ακόμη και του φλερτ!

Σύντομα γίναμε ζευγάρι.

Η μαμά γοητεύτηκε από τους ευγενικούς του τρόπους. Ο μπαμπάς από το ότι δεν με άγγιζε. Με «σεβάστηκε». Νέος με αρχές, με ήθος, με σεβασμό προς τον πατέρα, προς την κόρη… Τυχερή βαπτίστηκα. Και καθημερινά άκουγα νουθεσίες και συμβουλές μη τυχόν και κάνω κανένα λάθος και το χάσω το παλικάρι. Τέτοιες τύχες δεν υπάρχουν! Τι κι αν λαχταρούσα να νιώσω γυναίκα στα χέρια του. Να με ακουμπήσει στα πιο απόκρυφα σημεία μου. Έβραζαν οι ορμόνες μου. Άκουγα και κάτι μισόλογα από τις φιλενάδες μου… Όλες είχαν εμπειρίες με άντρες, ερωτικές εμπειρίες. Οι δικές μου γνώσεις άρχιζαν και τελείωναν σε ένα κλεφτό φιλί κι ένα αδιόρατο χάδι στην περιοχή του στήθους και πάνω από τα ρούχα πάντα. Μάλλον ήμουν πολύ ντροπαλή και δεν ήξερα πώς να φερθώ.

Ο Στέλιος άρχισε να μονοπωλεί τον χρόνο μου.  Σπίτι, σχολείο, Στέλιος. Η ζωή μου όλη κλεισμένη μέσα σε τρεις λέξεις. Σε τέσσερις τοίχους. Άρχισα τις σπουδές μου σε ιδιωτικό κολέγιο των Αθηνών. Ο Στέλιος σπούδαζε μηχανολόγος. Νοικιάσαμε σπίτι. Μια μικρή γκαρσονιέρα, αλλά ήταν η φωλιά μας. Τα χρόνια των σπουδών μας τα περάσαμε μέσα στους τέσσερις τοίχους μιας ανήλιαγης γκαρσονιέρας στην Κυψέλη. Στο πατρικό μου, πήγαινα πλέον μόνο για ύπνο. Θα παίρναμε πτυχίο και θα παντρευόμασταν αμέσως μόλις τελείωνε με τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις.

Πότε πέρασαν τα χρόνια, ούτε που το κατάλαβα. Το μόνο που μου θυμάμαι είναι το πόσο μόνη ήμουν όταν έλειπε σαν φαντάρος. Δεν ένιωθα μόνη γιατί μου έλειπε. Ήμουν μόνη. Δεν είχα παρέες. Στα χρόνια που πέρασαν είχα χάσει κάθε επαφή με τις παρέες μου από το σχολείο. Ο Στέλιος ήταν πάντα το Α και το Ω στη ζωή μου. Πάντα οι δικές του παρέες ήταν πιο ψαγμένες, πιο ενδιαφέρουσες, πιο «δικές μου».

Ήμουν τόσο ευτυχισμένη νύφη! Δεν πρέπει να έχω χαρεί πιο πολύ στη ζωή μου! Κι ας ήταν συγκρατημένος εκείνος δίπλα μου. Άντρας είναι, τι περιμένεις να χασκογελάει σαν ερωτευμένη κοπελίτσα;

Η συζυγική μας ζωή ξεκίνησε σε ένα τεσσάρι στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας στο Κολωνάκι. Η προίκα μου. Η επένδυση του μπαμπά στον φίλο εργολάβο, πήγαινε πολύ καλά! Τώρα είχα πέντε διαμερίσματα στο όνομά μου και ένα οικόπεδο στην Κηφισιά.  Ο μπαμπάς ολόκληρη αλυσίδα με φούρνους. Ο Στέλιος όλη μέρα δίπλα μου. Να με προσέχει. Να με περιποιείται. Να με αγαπά. Νόμιζα.

«Μου είναι αγάπη μου δύσκολο να πάω στη δουλειά, πονάω μακριά σου!»

Κολακευόμουν. Έμεινα έγκυος. «Μωρό μου, πως μπορώ να σε αφήσω στην κατάσταση που είσαι; Να χρειαστείς κάτι και να μην είμαι δίπλα σου;»

«Αγαπάω τόσο πολύ το μωρό μας, δεν αντέχω μακριά σας! Είστε το κέντρο της ζωής μου, ο λόγος της ύπαρξης μου» Πόσο προφητικά αυτά τα λόγια!

Οι ελάχιστες ερωτικές μας συνευρέσεις, έγιναν σπάνιες. «Είσαι η μητέρα του παιδιού μου, σε λατρεύω σαν κάτι ιερό, δεν μου είναι εύκολο να σε κοιτάζω ερωτικά».

Κι όμως, έμεινα έγκυος, ξανά. Με τέσσερα χρόνια διαφορά οι κόρες μας, και ισάριθμες σεξουαλικές επαφές ανάμεσα στις δύο γέννες.

Αντιθέτως, η κοινωνική μας ζωή έπαιρνε την ανιούσα. Και αυτός ο άντρας μου! Πάντα μονοπωλούσε το ενδιαφέρον όλων! Ιδιαίτερα χαρισματικό άτομο, όλοι το παραδέχονταν!

Δεξιώσεις, επαφές με βουλευτές, με αρχιτέκτονες, με ανθρώπους της υψηλής κοινωνίας. Κι εγώ γινόμουν πιο αόρατη. Πιο διάφανη.

Στα μάτια με κοίταζε.  Με προστάτευε από τον ίδιο μου τον εαυτό. Με δοκίμαζε.  Με προειδοποιούσε. Με προκαλούσε. Και με αποτραβούσε από την οικογένειά μου. Ούτε στη βάφτιση της δεύτερης κόρης μου δεν ήρθαν. Τι δουλειά είχε ένας «φούρναρης» στην Αίγλη του Ζαππείου;

«Εδώ ακόμη κι εσύ βρε αγάπη μου τα κάνεις τα λαθάκια σου όταν συναναστρέφεσαι με ανθρώπους που είναι ανώτεροί σου! Ο πατέρας σου; Να πάθει και καμιά κρίση και να αρχίσει να τους βρίζει όλους; Αφού ξέρεις πως είναι εύθραυστη η ψυχολογική του κατάσταση! Εγώ για το καλό του το λέω!».

Μόνο το Πάσχα τους έβλεπα. Στο κτήμα στο χωριό! Γινόμουν ξανά παιδί. Όλα τα πρώτα ξαδέλφια με τις οικογένειές μας πλέον, οι θείοι, και ο μπαμπάς στον καλύτερο ρόλο του, αυτό του πάτερ φαμίλια! Του καλού οικοδεσπότη! Τι κι αν πλήθαιναν οι κρίσεις πανικού που πάθαινε, τι κι αν ο Στέλιος ασφυκτιούσε όλο και πιο πολύ μέσα στην οικογενειακή συγκέντρωση; Τι κι αν κάθε χρόνο προέβαλε όλο και πιο σθεναρές αντιστάσεις για να ακυρώσουμε την παρουσία μας στο οικογενειακό γλέντι; Ήταν ίσως, το μόνο πράγμα που δεν διαπραγματευόμουν. Η μόνη μου επαφή όπως αποδείχτηκε με την κανονικότητα.

Μετά την δεύτερη γέννα νομίζω ότι τα προβλήματα εντάθηκαν.

Άλλαξε ο τρόπος που μου μιλούσε. Ο τρόπος που μου έδειχνε την αγάπη του. Την άρρωστη αγάπη του. Αν έπαιρνα τον λόγο παρουσία του, με αγριοκοίταζε. Ντρεπόταν για εμένα. Για την καταγωγή μου, για την οικογένειά μου. Για την αδυναμία μου να συναναστραφώ τον κύκλο του. Δίκιο είχε. Δεν είχα ενδιαφέροντα, επαγγελματική υπόσταση, το μόνο που μπορούσα να επιδείξω, ήταν τα παιδιά μου! Ούτε καν τον εαυτό μου. Ντρεπόμουν ακόμη και το όνομά μου να πω. Όσο κρυβόμουν εγώ, τόσο άνθιζε ο Στέλιος μου! Τον περιτριγύριζε πάντοτε ένας μεγάλος κύκλος από άντρες επιχειρηματίες, βουλευτές. Από άντρες που αρέσκονταν να επιδεικνύουν την δύναμή τους, τα πλούτη τους και τις γυναίκες τους. Για την γυναίκα του ο Στέλιος ήταν φανερό ότι ντρεπόταν. Οικειοποιήθηκε – με τις δικές μου ευλογίες είναι η αλήθεια – την οικογενειακή περιουσία μου! Την προίκα μου, που μας ζούσε σαν οικογένεια! Γιατί το μόνο που έκανε ο Στέλιος, ήταν δημόσιες σχέσεις, που ΘΑ του επέφεραν ευκαιρίες για επαγγελματικές συνεργασίες. Που όμως, ποτέ δεν κυνήγησε, ποτέ δεν καρποφόρησαν, ποτέ δεν απέφεραν έστω μία δραχμή!

Στα δέκα χρόνια γάμου, είχαν βγει στην επιφάνεια όλα πλέον τα κόμπλεξ και οι ανασφάλειές του. Το πιο απλό; Απαγορευόταν να έχω εγώ χρήματα. Πίστευα ότι ντρεπόταν να μου ζητάει χρήματα για να πληρώσει αυτός. Ήταν ο άντρας μου, ο πατέρας των παιδιών μου, πως μπορούσα να αρνηθώ; Τα διαχειριζόταν αυτός όλα. Τα δικά μου χρήματα. Μας ήρθε μια κληρονομιά. Πέθανε μία θεία του και του άφησε ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό, μαζί με ένα ακίνητο στη Φιλοθέη. Πουλήθηκε σε μία νύκτα. Ακόμη δεν ξέρω τι έγιναν τα χρήματα.

Για ερωτικές επαφές, ούτε λόγος! Είχα αφεθεί κι εγώ μετά τις γέννες είναι η αλήθεια… Είχα πάρει κάποια κιλά, πέντε, δεν ήταν πολλά, αλλά… Αλλάζει το σώμα της γυναίκας μεγαλώνοντας… Και ζώντας μέσα στο σπίτι, η λίμπιντό μου είχε πάρει για τα καλά την κατιούσα. Και πως θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Ο Στέλιος πλέον έμενε σε άλλη κρεβατοκάμαρα. Επέστρεφε πολύ αργά από το γραφείο. Σχεδόν χαράματα κάθε μέρα. Κουραζόταν πολύ. Και κοιμόταν όλο το επόμενο πρωί. Γύρναγαν τα παιδιά από το σχολείο και πολλές φορές δεν είχε σηκωθεί ακόμη. Περίμενα να ξυπνήσει για να μου δώσει οδηγίες τι να μαγειρέψω. Μπούκωνα τα παιδιά με ψωμιά για να ξεγελάσουν την πείνα τους μέχρι να καταφέρουμε να καθίσουμε στο τραπέζι απόγευμα πλέον! Όλα ήταν τόσο μίζερα, φτωχά, χωρίς όμως να μας λείπουν τα χρήματα. Λίγα όμως, όλα όσα ζούσαμε ήταν λίγα!

Άρχισα να κάνω την επανάστασή μου. Ζήτησα να διαχειρίζομαι εγώ ένα ποσό από τα ενοίκια που παίρναμε από τα δικά μου διαμερίσματα, για τις ανάγκες του σπιτιού και των παιδιών. Του ζητούσα χρήματα για να αγοράσω ρούχα των παιδιών και μου έδινε ελάχιστα. Πήγαινε στα μαγαζιά για ψώνια μαζί τους και αγόραζαν τα καλύτερα, τα πιο μοντέρνα, τα πιο ακριβά!  Είχε αρχίσει να με μειώνει συνειδητά και βάση σχεδίου στα παιδιά μας. Άδικο το παιχνίδι που μου έπαιζε.

Οι εκρήξεις μου, καθημερινές πλέον. Μόνο που άλλαξε και η δική του αντιμετώπιση. Με προκαλούσε ανοικτά μπροστά σε τρίτους. Στην αρχή μπροστά στα παιδιά. Μετά μπροστά σε φίλους και συγγενείς. Τους δικούς του φίλους. Τους δικούς του συγγενείς. Εγώ πλέον δεν είχα κανένα. Και φρόντιζε εντέχνως, να ενημερώνει τους πάντες ότι ο πατέρας μου είχε διαγνωστεί με διπολική διαταραχή. Μάλιστα, κατόπιν δικής του έρευνας, ανακάλυψε ότι υπάρχει πιθανότητα κληρονομικότητας αλλά από τον πατέρα στην κόρη μόνο. Ευτυχώς για τα παιδιά μας, δεν γινόταν να κληρονομήσουν την τρέλα μου, όπως ανέφερε, χαριτολογώντας, συχνά – πυκνά.

Δεν έχει νόημα να αναφέρω περισσότερα. Ούτε το πόσα άντεξα τόσα χρόνια, ούτε το πώς βίωναν και διαβίωναν τα παιδιά μου με έναν ιδιαίτερα χαρισματικό, αλλά και εξαιρετικά χειριστικό πατέρα. Οι ισορροπίες είχαν διαταραχθεί οριστικά. Το τέλος ήταν μπροστά μου, αρκεί να έκανα το τελευταίο βήμα. Φοβήθηκα. Και μου φέρθηκε με τον χειρότερο τρόπο. Εξευτέλισε την γυναικεία μου υπόσταση. Μου έριξε το δόλωμα, κι εγώ το δάγκωσα.

Είχε και όνομα : Μάκης. Στενός του φίλος. Ούτε την φιλία τους δεν σεβάστηκε!

Θα με βοηθούσε σε μια προσωπική μου υπόθεση γιατί ο Στέλιος αδυνατούσε εκείνες τις ημέρες, έπρεπε να παρευρεθεί σε ένα συνέδριο στη Θεσσαλονίκη. Ορκισμένος εργένης αυτός, πεινασμένη και πληγωμένη εγώ, δεν αργήσαμε να βρεθούμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Τρεις μέρες μετά, παρουσία του Μάκη αλλά και των παιδιών μας, κατηγόρησε την ηθική μου, αλλά και τον παιδικό του φίλο για… τουλάχιστον ασέβεια! Άνοιξε η γη κάτω από τα πόδια μας. Παρουσίασε φωτογραφίες και ηχητικά ντοκουμέντα μπροστά στα παιδιά μας!!!! Φώναζα, παρακαλούσα, να φύγουν τα παιδιά από το δωμάτιο, ο Μάκης τραβούσε τις κόρες μου, να τις βγάλει έξω, να μην ακούν, να μην βλέπουν, να τις προστατέψει, όπως δεν έκανε ο ίδιος τους ο πατέρας. Τίποτα δεν σεβάστηκε.

Το ίδιο βράδυ, έφυγα από το σπίτι. Την επομένη το πρωί, επισκέφτηκα δικηγόρο για να υποβάλω αίτηση διαζυγίου.

Οκτώ χρόνια μετά, μένω σε άλλη πόλη. Με την μεγάλη μου κόρη. Είμαστε ακόμη στα δικαστήρια. Διεκδικεί, ακόμη και τώρα, διατροφή από εμένα. Στην δική μου θέση, έχει την μικρή μας κόρη. Την έπεισε τότε να μείνει μαζί του. Στηρίζεται πάνω της και την χειρίζεται σύμφωνα με το πώς τον συμφέρει. Διαχειρίζεται την ακίνητη περιουσία που της άφησε η μητέρα μου όταν πέθανε, και συνεχίζει να ζει παρασιτικά.

Πριν από λίγο καιρό, το μικρό μου αστεράκι με πλησίασε για πρώτη φορά. Δειλά, φοβισμένα, πληγωμένο. Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας, μέχρι να αποκαταστήσουμε τις σχέσεις μητέρας και κόρης, αλλά δεν χάνω τις ελπίδες μου.

Όσο για εμένα; Δεν έπαψα ποτέ να πιστεύω στους ανθρώπους και σε ένα καλύτερο αύριο. Τι κι αν συνάντησα στη ζωή μου τον χειρότερο δυνατό σύντροφο; Έμαθα. Με τον σκληρότερο τρόπο, αλλά έμαθα. Και δεν απογοητεύτηκα. Δεν έσκυψα το κεφάλι και το σύμπαν με αποζημίωσε.

Αύριο παντρεύομαι. Κάποιον που σεβάστηκε τις σιωπές μου, τις αγάπησε.

Αυτόν που αγάπησε εμένα και τα παιδιά μου.

Αυτόν που θύμωσε με όλα όσα είχα περάσει από τον σύζυγό μου, και πληγώθηκε, λες και φέρθηκαν στον ίδιο, με απαξίωση.

Αυτόν που αγάπησε πρώτα το μυαλό μου, και μετά το κορμί μου.

Που με έκλεισε σφιχτά στην αγκαλιά του, μέχρι να κολλήσουν όλα μέσα μου.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook