Ζωή σαν παραμύθι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

«Βράδυ Σαββάτου. Η Φαίδρα είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και χαμένη στις σκέψεις της… Σχεδόν έφτασε η στιγμή που θα συναντήσει τον Άλκη. Τον δικό της Άλκη. Έχει να τον δει πέντε ολόκληρα χρόνια. Πόσα να άλλαξαν άραγε μέσα σε αυτό το διάστημα; Θα είναι ακόμη ο άντρας εκείνος που αγάπησε και αγαπάει με όλη της την καρδιά ακόμη και σήμερα; Ή θα είναι κάποιος άλλος; Κάποιος που τον άλλαξαν τα χρόνια και η ξενιτιά; Κάποιος που πληγώθηκε τόσο λόγω της στάσης της και έχει ξεχάσει όσα ονειρεύτηκαν μαζί; Τριγυρίζουν τόσα ερωτήματα μέσα στο μυαλό της… Ερωτήματα που τη βασανίζουν τόσα χρόνια… Ερωτήματα που μπορούσε να της απαντήσει εδώ και καιρό η κοινή τους φίλη, η Ζωή, αλλά παρόλα αυτά είχε επιλέξει η ίδια να ζει μέσα στην άγνοια, καθώς ήταν φοβισμένη ότι μπορεί να μάθει κάτι από τη φίλη της, κάτι που θα την πλήγωνε μέχρι τα βάθη της καρδιάς της…

Με τις σκέψεις αυτές κοιμήθηκε και με τις ίδιες σκέψεις ξύπνησε και άρχισε να ετοιμάζεται για τον γάμο της Ζωής. Φόρεσε το μακρύ κόκκινο φουστάνι που είχε αγοράσει για εκείνη την πολυπόθητη μέρα. Τη μέρα του γάμου της καλύτερης φίλης της και τη μέρα που θα συναντούσε ξανά μετά από τόσο καιρό τον μεγάλο έρωτα της ζωής της. Έφτασε γρήγορα στην εκκλησία και βοηθούσε στις ετοιμασίες του πάγκου με τις μπομπονιέρες, έχοντας για λίγο ξεφύγει από τις σκέψεις της για τον Άλκη. Τότε άκουσε μια φωνή να λέει το όνομά της. Δεν ήταν η οποιαδήποτε φωνή. Ήταν μια φωνή γνώριμη, ήταν η δικιά του η φωνή. Γύρισε και τον κοίταξε. Είχε το ίδιο χαμόγελο που την έκανε να λιώνει κάθε φορά που τον κοιτούσε και την ίδια λάμψη μέσα στα μάτια του. «Φαίδρα, είσαι πανέμορφη» της είπε και της έπιασε το χέρι, βάζοντάς της μέσα σε αυτό ένα μικρό χαρτάκι και φεύγοντας και αφήνοντάς την εκεί. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Το έσκασε στα κλεφτά από τους υπόλοιπους και πήγε και άνοιξε το ραβασάκι του. «Μετά το μυστήριο συνάντησέ με πίσω από το εκκλησάκι» . Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη χαρά της και την ανυπομονησία της για να τον συναντήσει. Δάκρυα χαράς κύλησαν στα ροζ μάγουλά της, δάκρυα χαράς που περίμεναν πέντε χρόνια για να τρέξουν. Τα σκούπισε γρήγορα και γύρισε στη δουλειά της και προσπάθησε να σταματήσει για λίγο τη σκέψη της για εκείνον γιατί δεν ξέχναγε πως εκείνη η μέρα ήταν και η μέρα της Ζωής που χρειαζόταν τη βοήθειά της για να κυλήσουν όλα ομαλώς. Ο Άλκης, αντιθέτως, δεν σταμάτησε να την κοιτάει καθ’ όλη τη διάρκεια του μυστηρίου. Το μυαλό του ήταν μόνο σε εκείνη. Την κοίταζε με έναν θαυμασμό, ενώ αναδύθηκαν στον νου του τόσες όμορφες αναμνήσεις που είχε μαζί της. Μετά από λίγο τελείωσε το μυστήριο και έφτασε η ώρα για να συναντηθούν. Εκείνος ήταν ήδη εκεί και την περίμενε

“Άλκη, συγγνώμη” του είπε και δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια της. “Συγγνώμη που δεν ήρθα μαζί σου, συγγνώμη που ποτέ δεν σου εξήγησα τον λόγο που δεν σε ακολούθησα στην Ολλανδία όταν έφυγες. Ήταν άρρωστη η γιαγιά η Μάρω, η γυναίκα που ξέρεις ότι με μεγάλωσε. Δεν μπορούσα να την αφήσω και να φύγω. Δεν ήθελα όμως ούτε να σου πω την αλήθεια και να μείνεις πίσω για μένα, για να με στηρίξεις και να με βοηθήσεις, όπως ήμουν σίγουρη ότι θα έκανες. Στις 25 Σεπτεμβρίου, την ημέρα της πτήσης σου που μου είχες ζητήσει να έρθω να σε χαιρετίσω έστω πριν φύγεις, δεν ήρθα γιατί ήμουν στο νοσοκομείο και κρατούσα το χέρι της γιαγιάς. Ήταν η ημέρα που θα έκανε επέμβαση στην καρδιά της. Είδες η μοίρα καμιά φορά τι παιχνίδια παίζει… Εσύ εκείνη τη μέρα μου είχες πει ότι μου έδινες την τελευταία μου ευκαιρία για να σώσω αυτό που είχαμε. Ακόμα δεν μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου που δεν σου εξήγησα… Δεν ήθελα όμως να σε κρατήσω πίσω και να μην ακολουθήσεις τα όνειρά σου και τις σπουδές σου… Σε παρακαλώ συγχώρεσέ με” πήγε να του πει και από τα αναφιλητά δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τα λόγια της.

“Φαίδρα, τα ξέρω όλα” της είπε, παίρνοντάς την αγκαλιά. “H Ζωή με πήρε τηλέφωνο πριν από δύο χρόνια και μου τα είπε όλα. Εσύ μπορεί να επέλεξες να μην μαθαίνεις τα νέα μου επειδή φοβόσουν μήπως μάθεις κάτι που σε πληγώσει αλλά εγώ από τη μέρα που επικοινώνησα με την Ζωή μαθαίνω τα πάντα για την ζωή σου. Περίμενα πώς και πώς την κατάλληλη στιγμή για να σε συναντήσω ξανά. Στην αρχή σε μίσησα που μου το έκανες αυτό, αλλά ξέρεις πόσο κοντά είναι το μίσος και η αγάπη. Δεν έπαψα ποτέ να σε αγαπώ και από τη στιγμή που τα έμαθα όλα σε αγάπησα ακόμη παραπάνω. Μάζεψα χρήματα και θα μείνω εδώ τώρα μαζί σου, για να ζήσουμε μια ζωή σαν παραμύθι όπως μου έλεγες πάντα ότι ήθελες. Μην μου ζητάς συγγνώμη για τίποτα αγάπη μου” της είπε και τη φίλησε και τότε ένιωσαν και οι δύο να ενώνονται όλα τα σπασμένα κομμάτια τους» .

«Και μετά και μετά τι έγινε παππού?» ρώτησε η μικρή Φαίδρα τον παππού τον Άλκη, ενώ καθόντουσαν δίπλα από το τζάκι.

«Θα σου πω τη συνέχεια αύριο αγάπη μου μικρή» , της είπε και της έδωσε ένα φιλί και της είπε ότι είναι ώρα για να κοιμηθεί.

Τότε ο Άλκης πήγε στην αυλή και είδε τη Φαίδρα να κοιτάει τα αστέρια. «Τι σκέφτεσαι αγάπη μου;» τη ρώτησε.

«Σε άκουγα να λες για την πολυπόθητη ημέρα και θυμήθηκα ξανά τη στιγμή που σε είδα μετά από τέσσερα ολόκληρα χρόνια που ήσουν μακριά μου. Είχες και έχεις το πιο όμορφο χαμόγελο ακόμη και ας σου λείπουν τώρα κάποια δόντια» του είπε πειράζοντάς τον. «Το παιδί όμως είναι πολύ μικρό για να ακούει τις ιστορίες μας γέρο-Άλκη μου!»

«Ζωή σαν παραμύθι ζήσαμε αγάπη μου και μέσα από τις ιστορίες μας που εμείς τις ζήσαμε καλά, εύχομαι τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας που τις ακούν να ζήσουν ακόμη καλύτερα!» .

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook