TheBluez.gr » 👶 The BabyBluez » Η Άνια στο Βασίλειο της Αυγής

Η Άνια στο Βασίλειο της Αυγής

Πέρα απ’ τα χιονισμένα βουνά και τα μαύρα λιβάδια, πέρα απ’ τον κρυστάλλινο καταρράκτη με τα διάφανα νερά που φωσφόριζαν στο φώς του φεγγαριού και λίγο πριν την θάλασσα με την γυάλινη παραλία, υπήρχε ένα κάστρο. Χτισμένο πάνω από την πόλη, σαν προστάτης, θεόρατο και επιβλητικό, αυτό ήταν το λευκό κάστρο της Αυγής.

Κανείς δεν θυμόταν πότε ακριβώς είχε χτιστεί, ούτε εκείνο, ούτε τα τεράστια τείχη που περιέβαλλαν το βασίλειο της Αυγής. Τα ξεφτισμένα βιβλία στις αχανείς βιβλιοθήκες του κάστρου έδιναν διαφορετικές ερμηνείες για την κατασκευή της τεράστιας πόλης και την θεμελίωσή της. Τα περισσότερα διαβεβαίωναν πως ήταν θέλημα των θεών να οδηγήσουν σ’ εκείνη την εύφορη γη τον άνθρωπο και να του διδάξουν τα μυστικά τους.

Η Άνια άνοιξε τα μάτια της αργά και νυσταγμένα. Ακόμη μια τεράστια μέρα ξεκινούσε για εκείνη. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και ντύθηκε. Βγήκε από το τεράστιο κυλινδρικό δωμάτιό και καλημέρισε τους θεόρατους φρουρούς που έστεκαν πάντοτε έξω από την πόρτα της. Δεν κουνήθηκε κανένας από τους δύο. Δεν είχαν το δικαίωμα να μιλήσουν στην πριγκίπισσα. Χτύπησαν τα ξίφη τους πάνω στις ασπίδες κι έπειτα στάθηκαν προσοχή μπροστά της. Τους χαμογέλασε και έφυγε. Περπάτησε στον φαρδύ και ψηλοτάβανο διάδρομο που θα την έβγαζε στην βιβλιοθήκη.

Ήταν βαρετή η ζωή για την Άνια που προετοιμαζόταν να αναλάβει την διακυβέρνηση του μικρού εκείνου κράτους. Όλη της η ζωή πέρασε μεταξύ ενός δωματίου, μιας τραπεζαρίας και μιας βιβλιοθήκης. Εκείνη την ημέρα έκλεινε τα δεκαπέντε και θα έκανε την πρώτη της δημόσια εμφάνιση στον λαό της. Θα αποστήθιζε τον όρκο της, θα ορκιζόταν στον λαό να τηρεί τις παραδόσεις και τους νόμους, θα στεφόταν βασίλισσα κι ύστερα θα αναλάμβανε τα πάντα, χωρίς να χρειάζεται τους αμέτρητους συμβούλους που την επισκέπτονταν κάθε μέρα σιωπηλοί για να τις δώσουν τα χαρτιά που έπρεπε να υπογράφει χωρίς να εκφέρει γνώμη.

Λάτρευε το διάβασμα. Είχε διαβάσει τα περισσότερα βιβλία απ’ όσα υπήρχαν στην βιβλιοθήκη του κάστρου. Είχε μάθει για τον κόσμο, για τις επιστήμες και για την τέχνη. Είχε μάθει για τον τόπο της και το βασίλειό της. Είχε μάθει την ιστορία του. Ή, αυτό που πίστευε πως ήταν η ιστορία του· τα βιβλία δεν έγραφαν πάντοτε τα ίδια. Ήξερε πως ένας πρόγονός της, τουλάχιστον πριν εκατό χρόνια, είχε οδηγηθεί εδώ με μια μικρή ομάδα ανθρώπων. Πώς όλοι μαζί έχτισαν τα πρώτα σπίτια απ’ την λευκή πέτρα που έδινε το κοντινό βουνό. Πώς έχτισαν τους πρώτους δρόμους· τεράστιους και επιβλητικούς, για να δείξουν την δύναμη του ανθρώπου. Πως πέθανε κάποια στιγμή και το πόδι του άφησε την κόρη του. Άνια την έλεγαν κι εκείνη. Η πρώτη βασίλισσα που χάρη στη σοφία της, θεμελίωσε το βασίλειο και του έδωσε την μορφή που επικρατούσε μέχρι τις μέρες της μικρής Άνιας.

Ένα παράξενο βουητό ερχόταν από το βάθος της βιβλιοθήκης. Περιπλανήθηκε μέσα στους ψηλούς διαδρόμους που φάνταζαν πολύχρωμοι από τις πλάτες των βιβλίων, μέχρι που έφτασε στο τέρμα της. Στον διάδρομο που δεν έπρεπε να πάει ποτέ. Ρυθμικός ο βόμβος που ακουγόταν πίσω απ’ την βαριά μεταλλική πόρτα που χώριζε την βιβλιοθήκη σε δύο μέρη. Δεν το σκέφτηκε καθόλου η Άνια. Είχε τα γενέθλιά της, αναλάμβανε το κράτος της και μπορούσε, πλέον, να περπατήσει σε όλο το κάστρο. Άγγιξε την πόρτα η οποία άνοιξε μ’ ένα μικρό τριγμό. Πέρασε το κατώφλι της και κοίταξε τα ράφια.

Άγνωστοι οι τίτλοι των παμπάλαιων βιβλίων, γραμμένοι με σύμβολα που δεν είχε αντικρύσει ποτέ της. Βούτηξε ένα από μια άκρη και το άνοιξε βιαστικά. Της φαινόταν παράξενα τα γράμματα που έμοιαζαν μεταξύ τους. Σαν να μην τα είχε γράψει άνθρωπος. Προσπέρασε μερικές σελίδες. Είδε εκείνη την παράξενη μηχανή, το σχέδιό της που την εντυπωσίασε και την τρόμαξε ταυτόχρονα. Ευχόταν να μπορούσε να καταλάβει τα μυστήρια σύμβολα για να αντιληφθεί την χρήση εκείνης της μηχανής που δεν είχε τροχαλίες και γρανάζια. Ήξερε όμως πως ήταν κάποιου είδους μηχανή.

Κράτησε την ανάσα της όταν άκουσε το βαρύ μεταλλικό ήχο που έκαναν οι μπότες των στρατιωτών. Φοβήθηκε. Δεν ήταν σίγουρη για το αν θα έπρεπε να είναι εκεί ή όχι. Κοίταξε βιαστικά γύρω της και είδε μια μικρή ξύλινη πόρτα. Έκλεισε το βιβλίο και έτρεξε, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, προς την κατεύθυνση που είκαζε πως υπήρχε κάποιου είδους δωμάτιο. Την άνοιξε βιαστικά και χώθηκε μέσα. Προσπάθησε να βρει την ανάσα της. Έτρεχε η καρδιά της. Δεν παρατήρησε καν που μπήκε.

Κωνικό το δωμάτιο και σε αντίθεση με το υπόλοιπο κάστρο που ήταν λευκό, ήταν μαύρο και φωτιζόταν από φωτιές που υπήρχαν κάτω από το διάφανο πάτωμα. Χτύπησε το πόδι της στο έδαφος μα δεν ακούστηκε κάποιος ήχος. Γνώριζε πως και οι πέτρες και τα μέταλλα ανέδιδαν κάποιο ήχο όταν προσέκρουε οτιδήποτε πάνω τους. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι περίεργο υλικό ήταν εκείνο που δεν έβγαζε κανένα ήχο. Υπολόγισε πως η ακτίνα του δωματίου ήταν είκοσι περίπου μέτρα. Ο χώρος ήταν περίεργος. Είχε δύο πόρτες στις αντίθετες πλευρές, αμέτρητες ψηλές μαύρες πολυθρόνες κι ένα γραφείο στην μία άκρη του. Πήγε και κάθισε στο γραφείο και άνοιξε πάλι το βιβλίο της. Προσπάθησε να βγάλει κάποια άκρη με αυτά που υπήρχαν μέσα. Έβαλε τον μυαλό της σε μια τάξη. Είχε διδαχθεί μαθηματικά, φυσική, χημεία. Είκαζε πως κάποιος παράξενος κώδικας έκρυβε μυστικά. Μέχρι που θυμήθηκε πως εκείνη ήταν η μέρα της και πως έπρεπε να φύγει.

Επικράτησε το εξερευνητικό ένστικτο της Άνιας και έφυγε από την άλλη πόρτα του δωματίου. Μια στενή, στριφογυριστή, χωμάτινη στοά απλωνόταν μπροστά της. Αποφάσισε να την ακολουθήσει. Κατηφορικό το έδαφος, όχι πολύ, αλλά την δυσκόλευε να περπατήσει. Άσχημη η μυρωδιά που επικρατούσε στην στοά. Ανυπόφορη η ζέστη που δεν ήξερε από πού ερχόταν. Δεν ήξερε πόση ώρα περπάτησε. Υπολόγιζε πως είχε κάνει χίλια βήματα. Ακόμη μια πόρτα μπροστά της. Το ίδιο παράξενο βουητό που είχε ακούσει στην βιβλιοθήκη άρχισε ξανά να ηχεί στα αυτιά της. Άνοιξε την πόρτα χωρίς να το σκεφτεί.

Απίστευτο ήταν το θέαμα που αντίκρισε. Χιλιάδες γρανάζια, τροχαλίες, δοκάρια και σχοινιά απάρτιζαν μία παράξενη κατασκευή που την εντυπωσίασε. «Πρέπει να είμαι μέσα στο βουνό. Στο ορυχείο» ψιθύρισε με δέος.

Γύρω απ την μηχανή υπήρχε μια χτιστή, περιμετρική σκάλα. Στα αριστερά της κατέβαινε προς τα κάτω. Στα δεξιά της, πήγαινε προς τα πάνω. Είχε διαβάσει πολλά για το ορυχείο που ήταν το μόνο μέρος στο οποίο βρισκόταν το μετάλλευμα που χρησιμοποιούσαν για να φτιάξουν σχεδόν τα πάντα στο βασίλειο. Από τα πιρούνια τους μέχρι τα βαριά σπαθιά που κράδαινε ο στρατός.

Την διαδικασία την ήξερε θεωρητικά. Έσκαβαν το βουνό για το μετάλλευμα με την αμυδρά μπλε απόχρωση κι ύστερα το έλιωναν. Το αναμείγνυαν με διαφορετικά υλικά για κάθε χρήση, για να πάρει διαφορετικό χρώμα. Το ροζ χρώμα των γυαλιών το έδινε η μίξη με μια μαύρη και σκληρή πέτρα που υπήρχε έξω απ’ τα τείχη του βασιλείου. Το λευκό χρώμα που είχαν οι πανοπλίες των στρατιωτών, το έπαιρναν από ένα παράξενο και πηχτό υγρό που έρεε κάτω απ’ την πόλη. Κάποιοι ήξεραν ακόμη και να το κάνουν ίνες και να φτιάχνουν γαλάζια, πράσινα και ροζ ρούχα απ’ αυτό. Έτσι ξεχώριζαν οι άνθρωποι στο βασίλειο της Αυγής. Από τα ρούχα που φορούσαν. Μόνο εκείνη που ήταν πριγκίπισσα επιτρεπόταν να φοράει τα πορφυρά αυτοκρατορικά ρούχα.

«Πάμε πάνω» μουρμούρισε σκανταλιάρικα η Άνια στον εαυτό της. Ανέβηκε δυο – δυο τα σκαλιά ενώ χάζευε το τεράστιο κατασκεύασμα που δούλευε ασταμάτητα. Δεν την ενοχλούσε πια η μυρωδιά και η ζέστη. Τα είχε ξεχάσει τελείως. Έτρεχε για αρκετή ώρα, μέχρι που σταμάτησε η μηχανή και η φασαρία. Είδε τα γρανάζια να επιβραδύνουν, τους κουβάδες με το μετάλλευμα να αδειάζουν, τις τροχαλίες να μην γυρίζουν για να κουνήσουν τα πολύ χοντρά σχοινιά. Προσπάθησε να υπολογίσει πόση ώρα είχε περάσει. Δεν το κατάφερε. Δεν είχε συντροφιά τον ήλιο που της επέτρεπε πάντα να υπολογίζει χρονικά διαστήματα. Συνέχισε να ανεβαίνει την σκάλα προς τα πάνω. Πίστευε πως θα φτάσει στην επιφάνεια.

Ώρες αργότερα, όταν είχε πια κουραστεί, κάθισε σ’ ένα σημείο της σκάλας για να ξαποστάσει και άνοιξε το βιβλίο που δεν είχε αφήσει από τα χέρια της. Χάζεψε ξανά τις εικόνες του και τα σύμβολά του. Έριχνε κλεφτές ματιές στην μηχανή που δεν δούλευε πια. Μπορούσε να την καταλάβει. Ήταν σίγουρη γι αυτό. Υπήρχε μια λογική πίσω από κάθε εξάρτημά της. Μα εκείνα τα κοφτά και άψυχα σχέδια του βιβλίου δεν είχαν λογική. Γραμμές, σχήματα, σύμβολα, όλα ακατανόητα για κείνη. Το έκλεισε και πήρε την απόφαση να συνεχίσει την ανάβαση.

«Έχω ανέβει τριάντα ορόφους» μουρμούρισε με παράπονο όταν συνειδητοποίησε πως έκανε ακόμη μια περιστροφή σ’ εκείνη την παράξενη σκάλα που ήταν σκαμμένη γύρω από την μηχανή εξόρυξης. Ένα αμυδρό βουητό έφτασε στα αυτιά της όταν, κάποια στιγμή, κοντοστάθηκε και κοίταξε το κενό. Έμοιαζε με ήχος νερού. «Ο καταρράκτης» σκέφτηκε χαρούμενα και βάλθηκε πάλι να τρέχει. Δυνάμωνε η βουή όσο ανέβαινε. Τρείς ορόφους αργότερα είχε βρεθεί στην κορυφή του βουνού. Λίγα σκαλιά είχαν απομείνει μπροστά της. Έβλεπε τον μαύρο ουρανό και λίγο πιο πέρα υπήρχε ο καταρράκτης που τροφοδοτούσε την πόλη με νερό. Είχε φτάσει στο ψηλότερο σημείο του κόσμου. Στην κορυφή του βουνού που έκανε παρέα στο βασίλειο. Ήταν ψηλότερο ακόμη κι από τον πιο ψηλό πύργο του κάστρου. Βούλιαξε η καρδιά της μόλις συνειδητοποίησε πως έχασε όλη την μέρα εξερευνώντας. Σκέφτηκε να κατέβει ξανά και να γυρίσει στο δωμάτιό της. Να δει τι ώρα είναι. Να ζητήσει συγνώμη από τον λαό της που είχε εξαφανιστεί. Όμως, την συνάρπασε ο καταρράκτης και ο τρόπος που το νερό έφτανε στην άκρη του και έπεφτε στο κενό.

Κοίταξε το είδωλό της στο νερό όταν έσκυψε για να πιεί λίγο. Η Άνια είχε πράσινα μάτια και γαλάζια μαλλιά. Τα πορφυρά ρούχα της έκαναν μεγάλη αντίθεση με τα χαρακτηριστικά της. Το μάτι της έπιασε ένα περίεργο φως που ερχόταν από τ’ αριστερά της. Έμοιαζε σαν σπηλιά, σαν τρύπα μέσα στον βράχο που φώτιζε την όχθη του μικρού ποταμιού. Παρορμητική η Άνια, μιας και ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τον κόσμο έξω απ’ το κάστρο της, ακολούθησε ένα μικρό μονοπάτι προς την σπηλιά. Άδεια η νύχτα από ήχους, πέρα απ’ τον ήχο του ποταμιού που έρεε, ολοένα και πιο ήρεμο.

Το νερό στην σπηλιά έσταζε από το ταβάνι της σε μια μεγάλη λίμνη που δεν φαινόταν πόσο βαθιά μπορεί να ήταν. Πεντακάθαρο και κρυστάλλινο, έδειχνε πως δεν κουνιόταν καθόλου. Πράσινα και αστραφτερά τα τοιχώματα της σπηλιάς, ανέδιδαν ένα απόκοσμο φώς. Μια μικρή, ξύλινη προβλήτα υπήρχε στην άκρη της κι εκεί ήταν δεμένο ένα μικρό βαρκάκι που χωρούσε μόλις ένα άτομο. Βάδισε για λίγο στην σπηλιά με την λίμνη και χάζεψε τις παράξενες αποχρώσεις που δημιουργούνταν στους τοίχους που έσμιγαν για να γίνουν ταβάνι. Βρήκε μια ανεμόσκαλα που ανέβαινε σε μια στενή τρύπα. Άφησε το βιβλίο της σε μια στοίβα με άλλα βιβλία για να την ανέβει. Δεν την παραξένεψε καθόλου το γεγονός πως βρήκε κι άλλα βιβλία εκεί.

Ο βραδινός αέρας στην κορφή του βουνού ήταν παγωμένος. Δεν μπορούσε πια να διακρίνει τίποτα, πέρα απ’ τον έναστρο ουρανό που εκτινόταν πάνω της. Κάτω, υπήρχαν μόνο παχιά μαύρα σύννεφα που, σε τακτά χρονικά διαστήματα, φωτίζονταν από κάποια αστραπή. Δεν υπήρχαν άλλα μονοπάτια για να εξερευνήσει και να ακολουθήσει. Το τέλος του ταξιδιού της ήταν ένα μικρό υψίπεδο που είχε μόνο μια τρύπα με ανεμόσκαλα, εκείνη η οποία την είχε οδηγήσει εκεί. Έψαξε με τα μάτια της τον ορίζοντα για κάποιο φώς, για κάποιο σημάδι, για κάποιον άλλο άνθρωπο, μα το μόνο που έβλεπε ήταν τα ελάχιστα αστέρια που το φώς τους δεν επαρκούσε για να φωτίσουν τον χώρο γύρω της. Απογοητεύτηκε και πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το κάστρο.

Είχε περάσει την λίμνη και τον καταρράκτη και κατέβαινε ξανά την περιστροφική σκάλα για να βρει την είσοδο του κάστρου. Μια άλλη πόρτα της έκανε εντύπωση. Σκέφτηκε πως δεν την είχε παρατηρήσει την πρώτη φορά που πέρασε από εκεί. Την άνοιξε και μπήκε σε μια στοά σκαμμένη στο βουνό. Ήταν σίγουρη πως είχαν περάσει άνθρωποι από εκεί. Αρκετά πράγματα ήταν σκαλισμένα στους τοίχους με εκείνα τα σύμβολα που είχε βρει στο μυστήριο βιβλίο. Τότε θυμήθηκε πως παράτησε το βιβλίο της στην σπηλιά. Δεν είχε νόημα να γυρίσει. Ήταν μακρύς ο δρόμος και είχε αρχίσει να κουράζεται και να νυστάζει. Υποσχέθηκε στον εαυτό της πως θα σταματούσε όπου έβρισκε και πως θα ξεκουραζόταν. Έψαχνε να βρει κάποιον απ’ τους στρατιώτες της για να την οδηγήσει στο δωμάτιό της, μα δεν υπήρχε κανείς. Είχε χαθεί μέσα στο βουνό και φοβόταν.

Ένα σκούντημα ξύπνησε την Άνια που δεν είχε καταλάβει πώς την πήρε ο ύπνος στην χωμάτινη στοά. Αντίκρισε ένα κορίτσι στην ηλικία της. Φορούσε ροζ ρούχα και την κοίταζε με τρόμο. «Σήκω. Πρέπει να φύγουμε. Δεν έπρεπε να είσαι εδώ. Θα μας βρουν» της είπε ενώ προσπαθούσε να την σηκώσει από το πάτωμα.

«Που να πάμε;» μουρμούρισε η Άνια νυσταγμένα.

«Πάμε!» συνέχισε επιτακτικά το κορίτσι τραβώντας την από το χέρι.

Κατηφόρισαν μαζί την στοά, σχεδόν τρέχοντας, ενώ ο ήχος της τεράστιας μηχανής του ορυχείου άρχισε να αντιλαλεί πίσω τους. Βγήκαν σε μια διασταύρωση. Η Άνια ακολουθούσε πιστά. Κατέβηκαν σκάλες σκοτεινές προς τα έγκατα της γης. Ο αέρας γινόταν ολοένα και πιο βαρύς. Δεν μπορούσε πια να ξεχωρίσει τους τοίχους και τις μυστήριες επιγραφές που ήταν παντού χαραγμένες. Θυμόταν πως έκλεισε τα μάτια της για μία στιγμή. Ύστερα τα άνοιξε για να βρεθεί σ’ ένα μικρό σπίτι. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι.

«Πρέπει να γυρίσω στο κάστρο» τραύλισε η Άνια.

«Είσαι άρρωστη» της είπε το κορίτσι.

Δεν πρόλαβε να απαντήσει η Άνια. Βυθίστηκε σ’ έναν ήρεμο ύπνο. Άκουγε φωνές που δεν καταλάβαινε. Έβλεπε όνειρα μυστήρια και παράξενα. Όλα είχαν να κάνουν με τα παράξενα σύμβολα που είχε δει στο βιβλίο και στις στοές του ορυχείου. Φωτιές, εκρήξεις και φωνές. Όταν ξύπνησε ξανά είχε ξημερώσει. Η κοπέλα που την είχε βρει καθόταν σ’ ένα τραπέζι ξύλινο και ρουφούσε σούπα από ένα πιάτο.

«Πως σε λένε; Θυμάσαι;» την ρώτησε.

«Άνια…»

«Με λένε Χίλα. Δουλεύω στο ορυχείο. Θυμάσαι πως βρέθηκες εκεί;»

«Ήμουν στο κάστρο και μετά…»

«Στο κάστρο;» την διέκοψε κοιτάζοντάς την περίεργα. «Αποκλείεται να ήσουν στο κάστρο. Κανείς δεν μπαίνει, ούτε βγαίνει απ’ το κάστρο. Κανείς δεν μπορεί να ξεγελάσει τους φρουρούς του».

«Μένω στο κάστρο…»

«Άνια, στο κάστρο μένουν μόνο οι ιερείς μας και η πριγκίπισσα. Κανείς άλλος».

«Είμαι η πριγκίπισσα. Χθες θα γινόμουν βασίλισσα…»

Η Χίλα σήκωσε το χέρι της απότομα για να την κάνει να σωπάσει. Βαριά μεταλλικά βήματα ακούστηκαν έξω από το σπίτι. Η πόρτα χτύπησε δυνατά. Είπε κάτι σε μια μυστήρια γλώσσα που η Άνια δεν κατάλαβε. Όποιος κι αν ήταν έξω απ’ την πόρτα έφυγε και περίμεναν να απομακρυνθεί αρκετά πριν συνεχίσουν την συζήτηση.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

TheBluez Guest

Αφήνω εδώ μια ιστορία, λίγες σκέψεις, δυο κουβέντες. Είμαι επισκέπτης, αναγνώστης, ένας φίλος, μια παρέα.
TheBluez Guest

Latest posts by TheBluez Guest (see all)