TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Η Άνια στο Bασίλειο της Αυγής – II

Η Άνια στο Bασίλειο της Αυγής – II

Προηγούμενο

Το βασίλειο της Αυγής ήταν το τελευταίο καταφύγιο της ανθρωπότητας. Ελάχιστοι το γνώριζαν. Σ’ αυτούς δεν συμπεριλαμβάνονταν η Άνια που, όπως πίστευε, επρόκειτο να κυβερνήσει. Η ιστορία του ήταν ένας θρύλος που πέρασε από γενιά σε γενιά, από στόμα σε στόμα, ατόμων που είτε δούλευαν στα ορυχεία, είτε έφτιαχναν του τεράστιους δρόμους, είτε οικοδομούσαν κτήρια.

Ο μύθος έλεγε πως κάποια στιγμή, πολύ παλιά, ξέσπασε πόλεμος μεταξύ των ανθρώπων. Κανείς δεν ήξερε τον λόγο. Άλλοι έλεγαν πως έγινε για τα λεφτά, άλλοι πως χωρίστηκαν σε στρατόπεδα οι θεοί και χώρισαν και τον άνθρωπο σε στρατόπεδα. Άλλοι έλεγαν πως δεν υπήρχε λόγος, απλά η ανθρωπότητα βαρέθηκε κι άρχισε να πολεμάει. Κανείς δεν ήταν βέβαιος, μα οι περισσότεροι πίστευαν πως ο στρατός της Αυγής, προϋπήρχε του βασιλείου.

Δεν πίστευε στα αυτιά της η Άνια, όταν άκουσε την εξιστόρηση της Χίλα. Της είπε πως το κάστρο είχε χτιστεί με την μια πλευρά πάνω στο βουνό για να είναι κοντά το ορυχείο που τους τροφοδοτούσε με το πολύτιμο μετάλλευμα. Πώς πέθαναν χιλιάδες άνθρωποι για να καταφέρουν να σκάψουν τις δαιδαλώδεις στοές που απλώνονταν μέσα στο βουνό και την γη. Πώς τους ανάγκασαν να ζουν κάτω από την πόλη για να μην βλέπουν την βρωμιά και την μιζέρια τους εκείνοι που είχαν καλύτερες θέσεις. Οι μορφωμένοι, οι γραφιάδες, οι στρατιώτες, οι ιερείς.

Η Άνια γνώριζε τα πάντα για τους τέσσερεις θεούς που προστάτευαν το βασίλειο και που χάραζαν, μέσω των αρχιερέων τους, την πορεία του. Η Πίττσια ήταν η Θεά της Αυγής, εκείνη που ήταν υπεύθυνη για την ανατολή και την δύση των τριών ήλιων που φώτιζαν και ζέσταιναν τον κόσμο. Η πρώτη μεταξύ ίσων, εκείνη που καθόριζε την μοίρα των αστεριών και του ουρανού. Ο Γιεκντέους, ο θεός των σκιών, εκείνος που υπήρχε παντού και έβλεπε τα πάντα, καθόριζε την μοίρα της ανθρωπότητας και του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Αν, ένας άνθρωπος ήθελε κάτι, θα απευθυνόταν σ’ εκείνον, αναπαράγοντας την παλιά ιεροτελεστία που έκαναν οι άνθρωποι όταν έψαχναν να βρουν ένα τόπο για να ζήσουν. Η Ντίννια ήταν η θεά της ζωής, εκείνη που ασχολούνταν αποκλειστικά με την δημιουργία κάθε ξεχωριστού πλάσματος και φυσούσε μέσα του την δύναμή της, πριν το παραδώσει στους γονείς του. Και το πάνθεο συμπλήρωνε ο Ναμαγκάρρ, εκείνος που πρόσεχε και προστάτευε τις ψυχές που έφευγαν από τον κόσμο και έκαναν το μεγάλο ταξίδι προς το αχανές βασίλειό του. Ο θεός του θανάτου.

Αυτοί οι τέσσερεις διοικούσαν το σύμπαν και έδωσαν ζωή μόνο σ’ εκείνο τον τόπο. Ο κάθε ένας τους διάλεξε κι έναν άνθρωπο για να τον εκπροσωπήσει στην ανθρωπότητα, κάποιον που ήταν ίδιος με εκείνο στον χαρακτήρα, κάποιον που θα ήταν τα μάτια και το στόμα του. Αυτοί οι τέσσερεις έφτιαξαν το πρώτο κονκλάβιο των ιερέων. Τέσσερεις αρχιερείς που επέλεξαν από σαράντα δύο μαθητές και συνάμα βοηθούς.

Ο πρώτος και καλύτερος μαθητής κάθε αρχιερέα, αναλάμβανε τον ρόλο στρατηγού. Τέσσερεις στρατηγοί διοικούσαν τον στρατό του Βασιλείου και οι τέσσερεις δοξαζόταν από τον κόσμο για τα κατορθώματά τους. Βέβαια, δεν ήξερε κανείς τι ακριβώς είχαν καταφέρει, γιατί το βασίλειο δεν είχε πολεμήσει ποτέ. Ο στρατός είχε δημιουργηθεί για να προλαμβάνει τους πολέμους και όχι για να δημιουργεί νέους. Αυτοί ήταν που επέλεγαν τους νέους στρατιώτες που θα απάρτιζαν τον στρατό, αυτοί προήγαγαν και υποβίβαζαν τον κάθε στρατιώτη ανάλογα με το πώς εκτελούσε τα καθήκοντά του και αυτοί επέβαλλαν τον νόμο σαν δικαστές και δήμιοι μαζί.

Αν το ιερατείο ήταν η πιο προνομιούχα κάστα, σίγουρα οι στρατιωτικοί, ήταν ακριβώς η επόμενη, σε προνόμια, τάξη. Ύστερα βρισκόταν η τάξη εκείνων που δούλευαν στο κάστρο, σαν γραφείς, σαν επιστήμονες, σαν δάσκαλοι. Έπειτα ήταν ο κόσμος που ζούσε στην πόλη, όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι.

«Και τέλος, οι σκλάβοι…» αναστέναξε η Χίλα που άκουγε προσεκτικά την Άνια.

«Μα… Δεν υπάρχουν σκλάβοι!»

«Ήμαστε κάτω από την πόλη. Όσοι δουλεύουν στο ορυχείο ζούνε εδώ και δεν έχουν δικαίωμα να ανέβουν πάνω. Τιμωρούμαστε με θάνατο αν φύγουμε»

«Δεν σε πιστεύω!» φώναξε η Άνια

«Δεν σου ζήτησα να με πιστέψεις. Να με ακούσεις σου ζήτησα. Μου είπες πως είσαι η πριγκίπισσα. Όλοι ξέρουμε πως η πριγκίπισσα κοιμάται εδώ και πολλά χρόνια και πως κάποια μέρα θα ξυπνήσει για να βασιλέψει σ’ αυτό τον τόπο. Κάνεις δεν ξέρει ούτε πόσο κοιμάται, ούτε γιατί κοιμάται. Κάποιοι, όμως, ξέρουν γιατί δεν έχει ξυπνήσει ακόμη».

«Δεν γίνεται…» μουρμούρισε μυξοκλαίγοντας η Άνια.

«Κι όμως, αυτή είναι η δική μου αλήθεια. Η αλήθεια όλων όσων βρίσκονται εδώ κάτω. Κάτω απ’ την φαινομενικά ήρεμη και αγγελικά πλασμένη πόλη. Εδώ που δεν μας βλέπει κανένας θεός…»

«Παντού βλέπουν οι θεοί…»

«Αν βλέπουν παντού, επιλέγουν να μην κοιτάζουν τα παιδιά που πεθαίνουν, ακόμη, στα ορυχεία» κατέληξε με στόμφο η Χίλα.

Η Άνια κοίταξε γύρω της. Ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι, δύο καρέκλες κι ένα μικρό έπιπλο με συρτάρια, όλα ξύλινα, απάρτιζαν την επίπλωση του ξύλινου δωματίου. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ κάτι τέτοιο. Ούτε είχε διαβάσει κάτι παρόμοιο στα βιβλία της. Ήξερε όμως πως όλα αυτά ήταν αληθινά. Πως τα έβλεπε με τα μάτια της. Πως δεν γινόταν τα μάτια της να της λένε ψέματα. Ούτε για το ορυχείο, ούτε για τις στοές, ούτε για το τεράστιο μηχάνημα εξόρυξης, ούτε για το σπίτι εκείνο.

«Θέλω να σε πιστέψω…» μουρμούρισε η Άνια.

«Κι εγώ το θέλω. Όμως, δεν μπορώ να ξεχάσω όλα όσα ξέρω. Αν είσαι η πριγκίπισσα και έπρεπε να στεφθείς βασίλισσα χθες, θα σε έψαχνε όλος ο στρατός. Θα είχαν αλωνίσει την πόλη για να σε βρουν. Όμως, δεν σε ψάχνει κανείς. Ο κόσμος συνεχίζει την ζωή του όπως και χθες. Όπως και προχθές. Όπως και κάθε μέρα που περιμένουν να ξυπνήσει η πριγκίπισσα και να τους βγάλει απ’ την μιζέρια τους».

«Είπες πως κάποιοι ξέρουν γιατί δεν έχει ξυπνήσει…»

«Έχεις ακούσει για την μαύρη ταξιαρχία;»

«Για τους ληστές που ζουν πέρα απ’ την κρυστάλλινη παραλία;»

«Ναι. Γι αυτούς» της απάντησε χαμογελώντας η Χίλα.

Μισόκλεισε τα μάτια της η Άνια προσπαθώντας να θυμηθεί όσα είχε ακούσει και όσα είχε διαβάσει. Ήταν κάποια άτομα, με παράξενες ιδέες, που έφυγαν πριν χρόνια απ’ το βασίλειο και εγκαταστάθηκαν σε κάποιο άλλο μέρος, μακριά απ’ τα τείχη της Αυγής. Έγραφαν τα βιβλία πως ο αρχηγός τους είχε βλέμμα που μπορούσε να σε σκοτώσει μόνο που τον κοίταζες. Ήταν άγριοι. Βάρβαροι. Καβαλούσαν μαύρα άλογα και κράδαιναν τόξα, όχι σαν εκείνα των στρατιωτών της, μα πιο μικρά, μαύρα, με βέλη που τρυπούσαν τα πάντα. Μαύρα και τα ρούχα τους, ολόσωμα φορέματα που άφηναν μόνο τα μάτια τους εκτεθειμένα.

Κι ύστερα της ήρθε μια εικόνα στο μυαλό. Ένα ζευγάρι μάτια που είχαν διαφορετικό χρώμα. Ένα μπλε κι ένα πράσινο. Ένα βέλος. Και μετά σκοτάδι.

«Πάνε πολλά χρόνια. Ίσως τριάντα. Μπορεί και παραπάνω. Κάποιοι, λίγοι, αγανακτισμένοι, έφυγαν από εδώ. Βλέπεις… Κουράστηκαν να περιμένουν την πριγκίπισσα να ξυπνήσει από τον βαθύ ύπνο της. Αυτοί ξέρουν περισσότερα από εμένα» μουρμούρισε η Χίλα.

«Υπάρχει τρόπος να τους βρω;»

«Αφού είσαι η πριγκίπισσα, γιατί δεν γυρνάς στο κάστρο;»

Τρόμαξε η Άνια με εκείνη την ερώτηση. Υπήρχε κάτι μέσα της που την φόβιζε, μα δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς ήταν αυτό. Ένιωθε πως μια ανώτερη δύναμη πρόσταζε τις σκέψεις και τις πράξεις της. Πως ήταν πολύ σημαντικότερο το να γνωρίσει τους φυγάδες ληστές, παρά να επιστρέψει στον πύργο της.

«Δεν ξέρω…» τραύλισε η Άνια.

«Μπορώ να σε πάω. Θα φύγουμε μόλις νυχτώσει».

«Σ’ ευχαριστώ…»

«Δεν χρειάζεται. Μακάρι να είσαι η πριγκίπισσα και να σε βοηθήσουν να βρεις την αλήθεια. Μακάρι να τελειώσει αυτός ο εφιάλτης».

Η μέρα των κοριτσιών πέρασε με συζήτηση. Η Άνια μιλούσε για την ζωή στο κάστρο και η Χίλα για την ζωή των ανθρώπων κάτω από την πόλη. Προσπαθούσαν να συνδέσουν τα πάντα μεταξύ τους, αλλά δεν έβγαζαν άκρη. Ήταν σαν να μιλούσαν για δύο, τελείως διαφορετικούς και άγνωστους μεταξύ τους, κόσμους.

Σώπασαν όταν ακούστηκαν ξανά τα μεταλλικά βήματα και το χτύπημα στη πόρτα. Κοφτές οι κουβέντες σ’ εκείνη την γλώσσα που η Άνια δεν καταλάβαινε. Πέρασαν δύο λεπτά σιωπής. Ύστερα πέντε. «Νυχτώνει» μουρμούρισε η Χίλα που άρχισε να ετοιμάζεται.

Τα κορίτσια βγήκαν απ’ το σπίτι και η Άνια αντίκρισε στοές και κόσμο που περπατούσε λερωμένος και σκυφτός. «Γυρίζουν στα σπίτια τους» ψιθύρισε η Χίλα. Την έπιασε απ’ το χέρι και ανακατεύτηκαν με τον κόσμο. Κανείς δεν έδινε σημασία γύρω του. Κανείς δεν γύρισε να κοιτάξει εκείνο το παράξενο κορίτσι με τα λερωμένα πορφυρά ρούχα.

Ανηφόρισαν για λίγο κι ύστερα έστριψαν δεξιά. Ο κόσμος, γύρω τους, πλήθαινε. Έφτασαν σε ένα πλάτωμα που φαινόταν πως είχε σκαφτεί από ανθρώπους. Έμοιαζε με πλατεία. Ένα μικρό και βρώμικο ποτάμι την διέσχιζε. Η Άνια είκαζε πως ερχόταν από το ορυχείο. Έστριψαν αριστερά και περπάτησαν κατά μήκος του ποταμιού. «Δεν μας βλέπει κανένας;» ρώτησε η Άνια ψιθυριστά.

«Είναι πολύ κουρασμένοι για να μας δουν. Πολύ κουρασμένοι για να κάνουν το οτιδήποτε αυτά τα δεκαπέντε λεπτά που διαρκεί η αλλαγή της φρουράς. Θα περπατήσουμε δίπλ’ απ’ το ποτάμι μέχρι να βγούμε έξω» της απάντησε η Χίλα και όντως αυτό έκαναν. Περπάτησαν σ’ εκείνη την στενή στοά που κυλούσε το ποτάμι μέχρι που είδαν την άκρη του και το λιγοστό φώς της νύχτας.

«Είμαστε έξω απ’ τα τείχη…»

Κοίταζε γύρω της η Άνια και δεν πίστευε στα μάτια της. Έρημος τόπος, νεκρός. Βράχια και πέτρες. Χώμα παντού. Δεν υπήρχαν ούτε δέντρα, ούτε ζώα, ούτε φυτά. Έκανε μερικά βήματα μπροστά και κοίταξε τα πανύψηλα λευκά τείχη που υπήρχαν πίσω της. Ήταν πια έξω απ’ την πόλη και το μόνο που μπορούσαν να δουν τα μάτια της, ήταν εκείνο το βρώμικο ποτάμι που έρρεε μέχρι την κρυστάλλινη παραλία. Εκεί γινόταν ένα με την θάλασσα. Κι απ’ όσο μπορούσε να καταλάβει, είχε αρκετό δρόμο μέχρι να φτάσει εκεί.

Βάδιζαν αμίλητες για ώρα μέσα στην νύχτα. Το μόνο που άκουγαν, εκτός από τα βήματά τους, ήταν ο ήχος του νερού που κυλούσε ήρεμα δίπλα τους. Μέχρι που έφτασαν στην παραλία. «Πρόσεχε πως κατεβαίνεις. Κόβει άσχημα αυτό το γυαλί» προειδοποίησε η Χίλα την Άνια, όταν χρειάστηκε να κατέβουν τα απότομα, γυάλινα και κοφτερά κομμάτια που σχημάτιζαν ένα μικρό οροπέδιο δίπλα από την θάλασσα που δεν είχε τελειωμό. Πρώτη φορά έβλεπε θάλασσα η Άνια και την χάζευε. Της άρεσε ο τρόπος που κινούνταν ρυθμικά και που φωτιζόταν παράξενα από το φεγγαρόφωτο. Γύρισε κι έψαξε με τα μάτια της το κάστρο. Μινιατούρα θύμιζε από εκεί που το κοίταζε. Τα τείχη του σχημάτιζαν ένα ημικύκλιο που χανόταν μέσα στο βουνό και πάνω του, το κάστρο δέσποζε επιβλητικό, κοιτάζοντας τα πάντα γύρω του. Κατάφερε να δει και τον πύργο που έμενε, τον ψηλότερο πύργο, εκείνος που της φαινόταν πια σαν μια οδοντογλυφίδα. Μόνο τον καταρράκτη δεν μπορούσε να δει, μα, ήταν σίγουρη πως υπήρχε ακόμη εκεί.

Ένας καλπασμός έφτασε στα αυτιά της και την έβγαλε απ’ το ταξίδι που έκανε με το μυαλό της. Κοίταξε γύρω της μα δεν είδε κάτι. «Έρχονται» μουρμούρισε η Χίλα. Έψαξε η Άνια να δει ποιος έρχεται, μα δεν είδε κανέναν. Προσπάθησε να προσανατολιστεί και να καταλάβει από πού ερχόταν ο ήχος, μα οι κρυστάλλινοι βράχοι έκαναν καλά την δουλειά τους και δεν την άφηναν να καταλάβει. Έπρεπε να περάσουν μερικές στιγμές για να διακρίνει πέντε ζώα, μικρά άλογα, που κουβαλούσαν πάνω τους πέντε ανθρώπους. Μαυροφορεμένοι, με σπαθιά πάνω στις ζώνες τους και τόξα στις πλάτες τους, τις πλησίαζαν γρήγορα. Τότε θυμήθηκε η Άνια πως εκείνη την σκηνή την είχε ξαναδεί σε κάποιο όνειρό της. Ήξερε τι θα συνέβαινε αλλά δεν προσπάθησε να το αποφύγει. Κοίταξε τον καβαλάρη που βρισκόταν στην μέση, ανάμεσα στους άλλους τέσσερεις. Είδε τα μάτια του. Ένα μπλε κι ένα πράσινο. Έκανε να σκύψει το κεφάλι της, μα δεν της βγήκε. Κοίταξε το βέλος που προοριζόταν για εκείνη, σαν να κοίταζε κάποιον στα μάτια. Έπειτα ήρθε ο πόνος. Ύστερα η συνειδητοποίηση και μετά το σκοτάδι. Τριγμοί πάνω στο έδαφος. Κάτι την άγγιξε. Ίσως. Δεν ήταν πια σίγουρη. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρη.

«Αντίο, Άνια» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή κι όλοι γύρισαν προς εκείνη που σκότωσε την πριγκίπισσα με το βέλος της. «Χίλα, σιγουρέψου ότι πέθανε» διέταξε κοφτά και η Χίλα υπάκουσε. Έγνεψε καταφατικά αφού έπιασε τον σφυγμό της. «Μάρεκ! Τα ρούχα!» συνέχισε να διατάζει η γυναίκα. Ο άντρας που στεκόταν δίπλα της, έβγαλε τον βαρύ, μαύρο μανδύα και τον έδωσε στην Χίλα. Κάτω απ’ τον μανδύα φορούσε ρούχα σκλάβου, την ροζ ενδυμασία που, τώρα, κάλυπτέ η Χίλα με τα μαύρα ρούχα. «Ροιμάτα! Πήγαινε τον Μάρεκ στην σκλαβογειτονιά. Να γυρίσεις πριν το χάραμα και να προσέχεις!» διέταξε και το άλογο που βρισκόταν στα αριστερά της κινήθηκε εμπρός. Ο Μάρεκ, ένας ψηλός και γεροδεμένος νεαρός, ανέβηκε πάνω και κάθισε πίσω απ’ τον αναβάτη του αλόγου. Έφυγαν για το κάστρο χωρίς να χάσουν χρόνο.

«Δεύτερη που μας στέλνουν μέσα σ’ ένα μήνα… Έχουν αυξήσει την παραγωγή…» μουρμούρισε η Χίλα καθώς καβαλούσε το άλογο.

«Σκέφτεσαι πως μας κήρυξαν τον πόλεμο;» ρώτησε η γυναίκα κι άρχισε να καλπάζει μπροστά από τους άλλους που την ακολούθησαν.

«Σκέφτομαι πως το μόνο που μπορεί να έρχεται, είναι μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία».

«Ο πατέρας μου, έλεγε, πως κάθε λάθος που δεν συνυπολογίζεται σε ένα σωρό λαθών, επιφέρει σωρεία λαθών. Το λάθος τους το έκαναν, είκοσι δύο χρόνια πριν. Αυτό μας έφερε εδώ. Ένα μεμονωμένο λάθος».

«Ναι, αλλά…» έκανε η Χίλα και η γυναίκα την κοίταξε και σταμάτησε το άλογό της. Σταμάτησαν και οι υπόλοιποι μαζί της. Τους έδειξε την θάλασσα. «Δεν μπορούμε να δούμε ό,τι υπάρχει πέρα απ’ αυτά που βλέπει το μάτι μας. Ξέρουμε τι υπάρχει εκεί πέρα. Το είδαμε κάποτε. Χειρότερο είναι απ’ αυτόν τον ρημαγμένο τόπο. Χειρότερο ακόμη κι απ’ την Αυγή των σκλάβων. Χειρότερο απ’ τα ορυχεία που σκοτώνουν τον κόσμο για να μαζέψουν πλούτη…»

«Τότε, γιατί δεν γύρισες ποτέ στην Αυγή;» ρώτησε μια άλλη γυναίκα.

«Επειδή δεν πίστεψα ποτέ στους θεούς του πατέρα μου. Δεν πίστεψα στην θεοκρατία, την στρατοκρατία και την βασιλεία. Δεν ήθελα ποτέ να διοικώ με τέτοιο τρόπο. Δεν ήθελα να ζω πάνω από αγράμματους σκλάβους, αλλά δίπλα σε ίσους μ’ εμένα ανθρώπους. Μόνο φεύγοντας και διαλύοντας αυτό που υπήρχε θα το κατάφερνα» κατέληξε κι ύστερα έλυσε το μαύρο μαντήλι που σκέπαζε το κεφάλι της.

Ήταν η Άνια. Γερασμένη πια, κόντευε τα σαράντα. Είχαν σκάψει το πρόσωπό της οι κακουχίες της έρημης γης. Θλιμμένο ήταν το βλέμμα της. Κάθε φορά που σκεφτόταν το παρελθόν της βούρκωνε. Όσο κι αν ήθελαν όλοι να την βλέπουν σαν πολεμίστρια, σαν εκείνη που θα απελευθέρωνε τους σκλάβους και θα έφτιαχνε ένα νέο κράτος, ήξεραν πως ήταν συναισθηματική και εύθραυστη. Γνώριζαν, επίσης, πως είχε κάτι παράξενο πάνω της εκείνο το κορίτσι. Πως γνώριζε περισσότερα απ’ όσα έλεγε.

«Άνια…» ψέλλισε η Χίλα.

«Γνωρίζω μόνο όσα μπορώ να καταλάβω και τίποτα περισσότερο. Δεν τους ζω αυτούς τους ανθρώπους. Δεν συναναστρέφομαι μαζί τους. Βάζω στοίχημα πως έχουν παραδώσει στους επόμενους αρχιερείς και οι νέοι, απλώς, ακολουθούν μια διαφορετική γραμμή από τους προκατόχους τους. Πάμε. Τα υπόλοιπα θα τα πούμε στο καταφύγιο» είπε η Άνια κι ύστερα έφυγε μπροστά και την ακολούθησαν όλοι. Χάθηκαν μέσα στην νύχτα αφήνοντας το πτώμα της μικρής με τα πράσινα μάτια ανάμεσα σε κρυστάλλινους βράχους. Ήξεραν πως το φώς της αυγής θα εξαΰλωνε τα πάντα σ’ εκείνο το τοπίο καθώς θα καθρεπτιζόταν από κρύσταλλο σε κρύσταλλο, από πέτρα σε πέτρα κι από βράχο σε βράχο. Αυτή ήταν μία απ’ τις κατάρες του τόπου του. Και όχι η χειρότερη απ’ όσες τον βάραιναν.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

TheBluez Guest

Αφήνω εδώ μια ιστορία, λίγες σκέψεις, δυο κουβέντες. Είμαι επισκέπτης, αναγνώστης, ένας φίλος, μια παρέα.
TheBluez Guest

Latest posts by TheBluez Guest (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *