Το κρεβάτι της Μαρίνας ήταν αφιλόξενο εκείνη την νύχτα. Τα σεντόνια την έκαιγαν κι ας βρισκόταν στην καρδιά του χειμώνα. Ανακάθισε και κοίταξε αν το φως από το σαλόνι είναι ανοικτό. Η σκέψη πως ο άντρας της έβλεπε τηλεόραση την ανακούφιζε. Δεν ήθελε να αισθάνεται μόνη.

Σαράντα μέρες. Την επόμενη μέρα ήταν το μνημόσυνο του μπαμπά της. Τα μισούσε τα μνημόσυνα. Δεν πίστευε στον Θεό, δεν πίστευε σε παράδεισο και κόλαση και κυρίως δεν πίστευε σε εκκλησίες και παπάδες. Στην κηδεία κόντεψαν να την πάρουν για τρελή. Καθόταν ανέκφραστη όλη την ώρα και κάπου κάπου της ξέφευγε κάποιο χαμόγελο, στην σκέψη πως αν ο μπαμπάς της έβλεπε τώρα, θα βλαστημούσε με τα θυμιατά και τα Κύριε Ελέησον – άθεος κι εκείνος.

Μα ήταν άνθρωπος που σεβόταν τους πιστούς. Η Μαρίνα θυμόταν μια Ανάσταση που περίμεναν το «Χριστός Ανέστη» και ο πατέρας κατσάδιασε την αδερφή της που είχε πάρει κι έτρωγε.
«Αφού ήρθαμε πρέπει να σεβαστείς τους ανθρώπους που πιστεύουν. Ντροπή» φώναξε και μείναμε όλοι στήλες άλατος.

Σαράντα μέρες που πέθανε κι η Μαρίνα τις πρώτες νύχτες τον έβλεπε στα όνειρα της.
Την πρώτη τον είδε να επιστρέφει σπίτι και να κάθεται στην θέση του στο κρεβάτι. Έτσι άρρωστος και κουρασμένος.
Του έλεγε να φύγει κι εκείνος της έγνεφε «όχι».
Την ένατη, η Μαρίνα δεν βάσταξε άλλο και του έβαλε τις φωνές.
«Σήκω. Είσαι ελεύθερος. Τρέξε. Μίλησε. Όλα τα μπορείς. Βάλε παπούτσια και φύγε»
Τότε εκείνος σηκώθηκε και της χαμογέλασε γνέφοντας «ναι».

Από τότε δεν τον ξαναείδε στον ύπνο της .
«Άτιμο υποσυνείδητο. Όλα τα καταγράψεις και τα βγάζεις στα όνειρα μου.» είπε εκείνο το πρωινό στον άντρα της κουρασμένη.
Και να που πέρασαν σαράντα μέρες χωρίς εκείνον. Κι όλα μοιάζουν απίστευτα ήσυχα .
Τα σεντόνια έκαιγαν . Έπρεπε να σηκωθεί. Δεν άντεχε άλλο την προσπάθεια να αποκοιμηθεί.

….

Το θέαμα που αντίκρισε την σόκαρε. Το σαλόνι της είχε μετατραπεί σε στάδιο με εξέδρες και στο κέντρο μια τρύπα στο μέγεθος ανθρώπου. Έβαλε τα χέρια της στο στόμα σε μια προσπάθεια να μην ουρλιάξει. Γύρισε να τρέξει στο δωμάτιο του γιου της μα βρέθηκε μπροστά στον πατέρα της. Έμεινε εκεί αποσβολωμένη για λίγα δευτερόλεπτα μην ξέροντας αν πρέπει να ξεφύγει ή να τον αγκαλιάσει. Της άπλωσε το χέρι κι εκείνη οπισθοχώρησε.
«Μην με πάρεις μπαμπά. Έχω μωρό. Δεν θέλω να το αφήσω ακόμα»

Εκείνος γέλασε. Σιγανά. Όπως στο τέλος. Τότε που δεν είχε πια φωνητικές χορδές και ψιθύριζε.
«Θα σε γυρίσω. Εμπιστεύσου με»

Η Μαρίνα του έπιασε το χέρι και με μια αστραπιαία κίνηση πήδηξαν μέσα στην τρύπα. Ένιωσε το σώμα της να γίνεται διάφανο και χιλιάδες γεωμετρικά σχήματα να παιχνιδίζουν στα μάτια της κατά την πτώση.
Προσγειώθηκαν μαλακά σε ένα βαγόνι τρένου, πολύ σκοτεινό και με πολλούς ανθρώπους μέσα του.
Η Μαρίνα έσφιξε το χέρι του κι εκείνος το άφησε ήσυχα πάνω στο πόδι της, κουνώντας το κεφάλι του αρνητικά.
Λίγο αργότερα η πόρτα άνοιξε και μερικοί άνθρωποι κατέβηκαν με σκυφτό κεφάλι. Σκοτάδι παντού.
«Φτάσαμε;»
«Προς θεού. Όχι ακόμα» σφύριξε μέσα από τα δόντια του εκείνος.

Οι στάσεις περνούσαν και κάθε φορά μια χούφτα άνθρωποι κατέβαιναν.
Όσο περνούσαν οι στάσεις τόσο πιο φωτεινά ήταν. Η Μαρίνα μπόρεσε να δει μερικούς ανθρώπους . Ήρεμοι ήταν και χαμογελαστοί.
«Στην επόμενη θα κατέβουμε» άκουσε πεντακάθαρα την φωνή του μπαμπά της και ενθουσιάστηκε.
Στάση έβδομη. Κατεβαίνουν από το βαγόνι κι η Μαρίνα αναρωτιέται αν είναι το τέρμα. Ακούει πίσω της το τρένο να φεύγει.
Κοιτάζει γύρω της και γαληνεύει η ψυχή της. Μοσχομυριστά δέντρα και λουλούδια παντού. Λίγο παραπέρα θάλασσα. Άνθρωποι χαμογελαστοί και … Θεέ μου! Παιδιά να φτιάχνουν κάστρα στην αμμουδιά. Κι ένα μπαράκι στην μέση. Με χυμούς και μπάλες και παιχνίδια και λιχουδιές.
Ο μπαμπάς της την κοιτάζει χαμογελαστός. Είναι νέος. Φοράει ένα παντελόνι -καμπάνα άλλης δεκαετίας και πουκάμισο. Είναι αδύνατος και έχει μακριά μαλλιά και φαβορίτες.
Δεν τον νιώθει οικείο. Τον νιώθει άυλο. Στεναχωριέται.

Την πλησιάζει .
«Δεν έχουμε χρόνο. Είσαι η μόνη από εμάς που μπορείς. Μαρινάκι μου κοίταξε με. Συγχωρέθηκα.»
Τι λέει; Από ποιον συγχωρέθηκε;
Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά.

Ο πατέρας της βλέποντας την απελπισία στα μάτια της συνέχισε σηκώνοντας το πουκάμισο. Εκεί που άλλοτε υπήρχε μια βαθιά κόκκινη τομή, ανάμεσα στα στήθια του, τώρα υπήρχε μόνο λευκό καθαρό δέρμα.
«Μαρινάκι θυμάσαι την νύχτα που ήρθε ένα παιδάκι και με έπιασε από το χέρι; Θυμάσαι που έκλαψα; Είπαμε τότε πως ήταν από το άγχος. Τα φάρμακα. Συγχωρέθηκα ματάκια μου είδες; Με καθάρισαν. Είμαι καλά. Πολύ καλά. Κάνε μου μια χάρη. Πριν φύγεις θέλω να πάρεις την μαμά τηλέφωνο.»

Η Μαρίνα τα είχε χάσει εντελώς. Σκεφτόταν τον άντρα της, τον μικρό της, την μαμά της. Αλλά της άρεσε τόσο πολύ που ήταν εκεί σε ένα τόσο όμορφο μέρος με τον μπαμπά της.
Εκείνος σαν να διάβασε την σκέψη της, την έπιασε από το μπράτσο και την έσπρωξε γλυκά προς το τηλέφωνο. Ήταν ένα πράσινο τηλέφωνο με καντράν σαν αυτό που έπαιζε εκείνη μωρό!
«Πάρε την μαμά καρδιά μου. Δεν έχουμε χρόνο. ΕΣΥ θα πας μετά την έβδομη στάση. Εδώ θα χωρίσουν οι δρόμοι μας. ΕΣΥ θέλω να κατέβεις μετά την έβδομη στάση.»
Τα νούμερα στο μυαλό της, έπαιζαν κρυφτό. Δεν μπορούσε να θυμηθεί το τηλέφωνο μα τα κατάφερε κι ένα νυσταγμένο «παρακαλώ…» ακούστηκε από την άλλη άκρη της γραμμής.
«Μαμά; Μαμά;» Η άλλη άκρη της γραμμής παρέμενε βουβή.
Η Μαρίνα μύρισε έντονα την θάλασσα και τα λουλούδια και γυρνώντας να δει τον μπαμπά της , εκείνος άρχισε να χάνεται. Γεωμετρικά σχήματα έπαιζαν μπροστά στα μάτια της και στον λαιμό της ένα σφίξιμο που έκρυβε «όχι. Άσε με λίγο ακόμα. Όχι. Μ ακούς πατέρα ;»
«Μπαμπά!!!!» ούρλιαξε καθώς πεταγόταν από το κρεβάτι μούσκεμα.

….

Η Μαρίνα δεν πίστεψε ποτέ στον θεό, αλλά παρέμεινε ηθική και σεβόταν πάντα την θρησκεία. Το όνειρο, της έδωσε κουράγιο και ήλπιζε να ήταν αλήθεια , όμως το προσπέρασε σαν ένα απλό όνειρο.
Λίγους μήνες μετά, γκρέμισε ότι είχε χτίσει και ξεκίνησε από την αρχή. Συνάντησε ανθρώπους που ενσωματώθηκαν στην καρδιά της με την οικογένεια της. Σε κάθε καλό που εισέπραττε έλεγε ευχαριστώ στον ουρανό και σε κάθε καλό που έδινε σκεφτόταν «μετά την έβδομη στάση».

Κι έγινε σκοπός και ευχή στους ανθρώπους που αγαπά να κατέβουν μετά την έβδομη στάση.