Άλλο ένα ανούσιο ξενύχτι με ανούσιες παρέες . Δεν ήξερε τι ήταν καλύτερο από την αβάσταχτή μοναξιά του σπιτιού της ή να την βρίσκει το ξημέρωμα σε ένα ακόμη μπαρ. Σταμάτησε να κάνει ένα τσιγάρο, την ενοχλούσε πολύ η μυρωδιά του μέσα στο αυτοκίνητο. Το πρωινό του Σαββάτου ξεκινούσε για κάποιους και αυτή δεν είχε ακόμη κοιμηθεί. Μόλις που είχε φωτίσει αλλά διέκρινε καθαρά την φιγούρα μιας κοπέλας που στεκόταν στα κάγκελα της γέφυρας. Όταν την είδε να περνάει πάνω από τα κάγκελα, ενστικτωδώς βρέθηκε δίπλα της και την άρπαξε από το φούτερ της κουκούλας την ώρα που ετοιμαζόταν να πηδήξει. Το βάρος ήταν μεγάλο και δυσκολευόταν να την κρατήσει. Η κοπέλα ούρλιαζε και της φώναζε σώσε με αλλά οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν. Ένιωσε να της γλιστρά όταν δυο ακόμη χέρια εμφανίστηκαν και τράβηξαν την κοπέλα πάνω. Ξέπνοοι και οι τρεις καθισμένοι στο δρόμο προσπαθούσαν να ανακτήσουν τις δυνάμεις τους. Η κοπέλα ξέσπασε σε λυγμούς και η Στέλλα με τον άγνωστο άντρα που τους βοήθησε, την κοιτούσαν αμίλητοι.

Έπειτα από μερικές ώρες και μπόλικους καφέδες η παράξενη παρέα είχε ξεκαθαρίσει λίγο την κατάσταση. Με προτροπή του Πέτρου είχαν μεταφερθεί στο σπίτι του που ήταν ακριβώς απέναντι από το σημείο που είχε εξελιχθεί το συμβάν. Από το μπαλκόνι του είχε δει όλο το σκηνικό. Καθισμένος εκεί παρακολουθούσε την Βιβή που στεκόταν για ώρα στα κάγκελα της γέφυρας. Είχε προσπαθήσει να περάσει τα πόδια της κι άλλη φόρα αλλά δίστασε, τότε ακριβώς κατάλαβε τι επρόκειτο να συμβεί και έφυγε τρέχοντας από το σπίτι. Έφτασε εγκαίρως την κατάλληλη στιγμή, όπως αποδείχτηκε. Η Βιβή στα δεκαεφτά της είχε αποφασίσει να δώσει τέλος στην ζωή της, πιστεύοντας πως μόνο αυτή την επιλογή της είχε απομείνει. Προσφάτως διαπίστωσε την εγκυμοσύνη της από κάποιον που εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσαν να ήταν μαζί. Μια επιπόλαιη σχέση της μιας βραδιάς με έναν συμμαθητή της που τίποτα άλλο δεν τους ένωνε. Δεν υπήρχε ούτε μια περίπτωση να το συζητήσει με τον αυστηρό πατέρα της . Ίσως αν ζούσε η μητέρα της όλα να ήταν διαφορετικά, αλλά ο καρκίνος την είχε νικήσει πριν τρία χρόνια. Τότε ακριβώς άλλαξε και η συμπεριφορά του πάντα τρυφερού πατέρα της . Η απώλεια τον σκλήρυνε και τον έκανε απότομο και αυστηρό. Η μόνη φωτεινή ελπίδα της ήταν οι πανελλήνιες και η προοπτική μιας φοιτητικής ζωής όσο πιο μακριά από εκείνον. Η επικείμενη εγκυμοσύνη της όμως ανέτρεπε τα πάντα. Η Στέλλα άκουγε όλα όσα εξιστορούσε η νεαρή κοπέλα αμίλητη. Όταν πλέον τους είχε πει τα πάντα, ήταν και η πρώτη φορά που η Στέλλα μίλησε.

«Από σήμερα είσαι υπό την προστασία μου, αναλαμβάνω να αλλάξω τα πάντα, αυτό το παιδί θα γεννηθεί και εσύ θα περάσεις σε οποία σχολή επιθυμείς» Κάποτε είχε βρεθεί ακριβώς σε αυτή την θέση με την μόνη διαφορά ότι έκανε άμβλωση. Μπορεί να πέρασε στο οικονομικό πανεπιστήμιο αλλά από ένα λάθος του γιατρού δεν θα μπορούσε να κάνει ποτέ παιδία. Αυτός ήταν και ο λόγος που σχεδόν στα σαράντα της ήταν μεν επιτυχημένη στην δουλεία της άλλα μόνη στην ζωή από επιλογή της .

Οι δύο μήνες που έμεναν μέχρι τις εξετάσεις, η παρέα έγινε αχώριστη. Καθημερινά συναντιόντουσαν στο σπίτι του Πέτρου ή της Στέλλας και παράλληλα με τα φροντιστήρια η Βιβή δεχόταν την βοήθεια των δυο καλών της φίλων. Με την Στέλλα είχαν επισκεφθεί και τον γυναικολόγο της και είχε αναλάβει όλα τα έξοδα για τις εξετάσεις. Όλα είχαν πάρει τον δρόμο τους εκτός από το να μιλήσει η Βιβή στον πατέρα της. Όταν ξεκινούσε αυτή η συζήτηση η Βιβή σκοτείνιαζε και οι δυο φίλοι δεν ήθελαν να την ζορίσουν. Ήταν σίγουροί πως η απόπειρα είχε βγει εντελώς από το μυαλό της Βιβής αλλά δεν σήμαινε πως δεν είχε συμβεί. Ένα απόγευμα περιμένοντας την Βιβή που τελικά λόγω κάποιας αδιαθεσίας δεν ήρθε, η Στέλλα και ο Πέτρος βρέθηκαν για πρώτη φορά μόνοι τους. Ένιωσαν ξαφνικά πως πρώτη φορά έβλεπε ο ένας τον άλλον. Η Στέλλα προσπάθησε να θυμηθεί τι ήξερε για τον Πέτρο. Γνώριζε πως ήταν κοντά στην ηλικία της, καλλιτέχνης και καθηγητής στην σχολή καλών τεχνών. Το πρόβλημα της Βιβής τους είχε απορροφήσει τόσο πολύ που ούτε είχε προσέξει τους υπέροχους πινάκες που ήταν διάσπαρτοι στο διαμέρισμα του. Μέχρι το βράδυ βρήκαν ότι τους ένωναν πολλά πράγματα εκτός από την αγάπη του για την Βιβή και με δυσκολία αποχωρίστηκαν. Οι επόμενες μέρες μέχρι την ημερομηνία των εξετάσεων κύλησαν νερό. Κάτι όμως είχε αλλάξει και η Βιβή το αντιλήφθηκε πρώτη. Μέσα της χάρηκε πολύ στην προοπτική η Στέλλα και ο Πέτρος να γίνουν ζευγάρι.

Η μέρα των αποτελεσμάτων έφτασε και η Βιβή αρίστευσε. Πρώτη της επιλογή ήταν η φιλοσοφική σχολή της Θεσσαλονίκης. Ήταν η πόλη καταγωγής της μητέρας της και είχε ευχάριστες μνήμες από εκεί. Το μόνο πρόβλημα ήταν πως θα τα κατάφερνε όταν με το καλό ερχόταν το μωρό και πότε θα το αποκάλυπτε στον πατέρα της. Η Στέλλα την είχε καθησυχάσει πως τα είχε σκεφτεί όλα, έξαλλου θα ήταν και πλέον ενήλικη. Ένα απόγευμα ζήτησε από τον Πέτρο να μιλήσουν. Του ανακοίνωσε ότι είχε σκοπό να δεχτεί την θέση της οικονομικής διευθύντριας στο παράρτημα της εταιρίας της στην Θεσσαλονίκη. Ήθελε να είναι κοντά στην Βιβή και το μωρό και να την βοηθήσει με οπουδήποτε τρόπο. «Θα έρθω μαζί σας αλλά όχι απλά σαν φίλος θα έρθω μόνο αν ζήσουμε μαζί» Η Στέλλα ξαφνιάστηκε με την απόφαση του αλλά η καρδιά της φτερούγισε. Η απάντηση της, δόθηκε με ένα παθιασμένο φιλί που και οι δυο λαχταρούσαν. Επομένη κίνηση ήταν να αντιμετωπίσουν τον πατέρα της Βιβής. Η Στέλλα ήταν αποφασισμένη να τον αντιμετωπίσει με άμυνα και επίθεση. Η Βιβή είχε προετοιμάσει το έδαφος και είχε ζητήσει από τον πατέρα της να συζητήσουν ένα πολύ σοβαρό θέμα που αφορούσε την ζωή της και το μέλλον της.
5 χρόνια μετά….

Την μέρα της ορκωμοσίας η Βιβή έλαμπε από ομορφιά και υπερηφάνεια. Κάτω στο κοινό έστεκαν τα αγαπημένα της πρόσωπα. Η Στέλλα με τον Πέτρο, αγκαλιά με τον μικρό Αλέξανδρο. Πιο δίπλα ο πατέρας της και ο σύντροφος της ο Γιώργος. Στο οικογενειακό τραπέζι μετά την ορκωμοσία η Βιβή έκανε μια αναδρομή στα τελευταία χρόνια της ζωής της. Πόσο τραγικό θα ήταν να μην την είχαν προλάβει σε εκείνη την απόπειρα. Η Στέλλα και ο Πέτρος στάθηκαν δίπλα της παραπάνω από φίλοι. Ήταν πλέον οικογένεια, νονοί του μικρού Αλέξανδρου και κηδεμόνες του. Ο Γιώργος ειδικευόμενος γιατρός την ερωτεύτηκε από το μαιευτήριο και από τότε έγιναν αχώριστοι. Ο πατέρας της μετακόμισε και αυτός στην Θεσσαλονίκη και πλέον ζούσε μαζί τους. Η αλήθεια και όλα όσα άκουσε από την Στέλλα τον συγκλόνισαν και αγκάλιασε την Βιβή παραδεχόμενος τα λάθη του. Με ανακούφιση σταμάτησε να αναπολεί και έγινε μέρος της ευχάριστης παρέας που γέλαγε και διασκέδαζε με την καρδιά της.