“Άλλο κακό να μην σας βρει Λένα μου…” ήταν η τελευταία κουβέντα της κυρά Αθηνάς, βγαίνοντας απ’ το σπίτι της γειτόνισσάς της. Η πόρτα πίσω της έκλεισε κι εκείνη έστρωσε λίγο το μαύρο μαντήλι στο κεφάλι της και προχώρησε προς το δικό της σπίτι, που βρισκόταν ακριβώς απέναντι.

Σ’ αυτή την αυλή με τα μικρά χαμόσπιτα είχε γεννηθεί η κυρά Αθηνά, κάπου 60 χρόνια πριν. Εκτός από εκείνη και τον αδερφό της, που ήταν 1 χρόνο μεγαλύτερος, υπήρχαν κι άλλα παιδάκια τότε. Όλα μαζί έπαιζαν με αυτοσχέδιες μπάλες και κουρέλια που τα έκαναν κούκλες. Φτωχικά χρόνια, στερημένα.

Κόντευε 16 χρονών η Αθηνά, όταν πέθανε η μάνα της. Ο πατέρας της, την ακολούθησε λίγους μήνες αργότερα. Από τότε, η Αθηνά γυρνούσε μαυροφορεμένη κι ας της έλεγε ο Αρίστος, ο αδερφός της, πως έτσι έπρεπε να γίνει. Αυτό ήθελε ο Θεός κι έπρεπε να το δεχτεί και να συνεχίσουν τη ζωή τους. “Μας μεγάλωσαν και μας καμάρωσαν! Ευτυχισμένοι οι άνθρωποι που φεύγουν πάνω στην καλύτερη στιγμή της ζωής τους!” της έλεγε συχνά.

Τα οικονομικά τους, σε κακά χάλια. Δούλευε από εδώ κι από κει ο Αρίστος, αλλά δεν είχε κάθε μέρα μεροκάματα και τα χρέη άρχισαν να τους πλακώνουν. Εκείνη ως κορίτσι, δεν “έκανε” να δουλέψει. Ο αδερφός της ήταν ο “προστάτης” της, μέχρι να παντρευτεί. Τα χρόνια όμως περνούσαν και κανένα προξενιό δεν έφτανε στην πόρτα της. Όλα τα κορίτσια της αυλής, ακόμη και τα μικρότερα είχαν αρχίσει σιγά σιγά να φεύγουν για τα δικά τους σπίτια, η Αθηνά όμως έμενε ακόμη εκεί, στο μικρό σπίτι της αυλής.

Είχε μεγαλώσει αρκετά η Αθηνά, στα 25 της ήταν ακόμη ανύπαντρη κι είχαν αρχίσει να την συζητάνε από καιρό. Άλλοι έλεγαν πως έφταιγε που ήταν συνεχώς μαυροντυμένη κι απόμακρη, άλλοι πως έφταιγε που ήταν ασχημούλα κι άλλοι έλεγαν πως κανείς δεν θα την ήθελε έτσι που ήταν, χωρίς δεύτερο βρακί. Τα άκουγε η Αθηνά όλα αυτά. Τα άκουγε και ντρεπόταν πολύ! Τα βράδια έκλαιγε σιωπηλά στο κρεβάτι της, μην την πάρει χαμπάρι ο αδερφός της και τον στεναχωρήσει. Την αγαπούσε την Αθηνά, ήταν η μόνη του οικογένεια και δεν άντεχε να την βλέπει κλαμένη. Κι αυτή τον αγαπούσε, ήταν ο μόνος δικός της άνθρωπος και δεν ήθελε να τον φορτώνει και με τα δικά της. Ήξερε πως ήταν ήδη πολύ πιεσμένος που δεν είχε δουλειά. Όλα τα βάρη είχαν πέσει πάνω του και δεν είχε τρόπο να τον βοηθήσει.

Δεν ήταν εύκολη απόφαση να φύγει στα καράβια ο Αρίστος. Δεν ήταν εύκολη, αλλά ήταν η μόνη. Μόνο έτσι θα μπορούσε να βγάλει λεφτά και να προικίσει και την Αθηνά, η οποία πια στα 25 της, είχε βγάλει τελείως απ’ το μυαλό της το θέμα “γάμος”. Δύσκολη απόφαση, αλλά το συζήτησαν τα δυο αδέρφια και συμφώνησαν πως ήταν η μόνη λύση. Κάπως έπρεπε να ζήσουν. Θα μάζευαν λεφτά και θα κατάφερναν μια μέρα να αγοράσουν κι ένα ωραίο σπίτι κάπου αλλού, μακριά απ’ αυτή την φτωχική αυλή. Μακριά απ’ όλους τους ανθρώπους που μπροστά τους, τους συμπονούσαν και πίσω απ’ την πλάτη τους, τους κουτσομπόλευαν.

Την τήρησε την υπόσχεσή του ο Αρίστος και κάθε μήνα έστελνε λεφτά στην αδερφή του. Σύντομα ξεπλήρωσαν όλα τους τα χρέη κι η Αθηνά άρχισε να αποταμιεύει κιόλας. Κάποια στιγμή, θα συγκέντρωναν αρκετά χρήματα ώστε να καταφέρει ο Αρίστος να γυρίσει πίσω και να κάνει κάποια άλλη δουλειά, ώστε να μην είναι κι εκείνη μόνη. Της το έλεγε συνεχώς στα γράμματά του. Μέχρι που έφτασε ένα γράμμα στο σπίτι της, στο οποίο ο Αρίστος της έλεγε πως παντρεύτηκε σε μια ξένη χώρα και πως αποφάσισε να μην ξαναγυρίσει στην Ελλάδα. Της έγραφε να πάρει τα λεφτά που είχαν μαζέψει ως τότε, να βγάλει ένα εισιτήριο και να πάει εκεί να μείνουνε μαζί. Η Αθηνά, που πλέον είχε περάσει τα 30 και που το “γεροντοκόρη” ήταν σχεδόν το δεύτερο όνομά της, αποφάσισε πως δεν είχε λόγο να φύγει απ’ το σπίτι της. Αυτή ήταν η μοίρα της. Έστειλε τις ευχές της στον αδερφό της για “Βίον ανθόσπαρτον” και “Καλούς απογόνους”, αλλά του είπε πως δεν θα έφευγε απ’ το σπίτι της.

Ο Αρίστος συνέχισε να της στέλνει χρήματα και κάποια στιγμή, είχε έρθει και με την γυναίκα του και τα τρία παιδιά τους να την δουν. Χρυσή την είχε κάνει, να πάει μαζί τους. Η Αθηνά όμως, του το ξέκοψε. Ήταν ευτυχισμένη για τον αδερφό της, αλλά η δική της ζωή ήταν στην αυλή. Σ’ αυτή την αυλή που γεννήθηκε, μεγάλωσε, άνθισε και μαράθηκε…

Στα χρόνια που πέρασαν, οι ένοικοι της μικρής αυλής άλλαζαν συχνά πυκνά. Άλλες οικογένειες έρχονταν, άλλες μετακόμιζαν. Οι γηραιότεροι πέθαιναν και οι νεότεροι παντρεύονταν κι έφευγαν. Στη θέση τους έρχονταν άλλοι, καινούριοι. Μόνο η Αθηνά ήταν σταθερή κάτοικος της αυλής, μιας και στο μεταξύ είχε αγοράσει το μικρό χαμόσπιτο που έμενε. Πάντα ήταν αυτή που καλοδεχόταν τους καινούριους και που ξεπροβόδιζε αυτούς που έφευγαν. Πάντα ήταν αυτή, που είχε να πει μια καλή κουβέντα για όλους κι αυτή που έβγαινε και κερνούσε τα παιδάκια που έπαιζαν στην αυλή, λίγα καρύδια ή κανένα σπιτικό γλυκό. Την αγαπούσαν όλοι στην αυλή την κυρά Αθηνά που πια, στο κατώφλι των 60, παρέμενε ακόμη ανύπαντρη και μόνη.

Τα τελευταία χρόνια, κατάρα θαρρείς είχε πέσει στην μικρή αυλή. Όλο αρρώστιες και θάνατοι, τόσο που κάποιοι ένοικοι αποφάσιζαν να φύγουν. Η κυρά Αθηνά ήταν αυτή που τους έλεγε να μην πιστεύουν σε δεισιδαιμονίες και προλήψεις. Δεν υπήρχε τίποτα κακό, απλά τύχαιναν γεγονότα που οι άνθρωποι τα συνέδεαν, φτιάχνοντας με το μυαλό τους ανύπαρκτες ιστορίες.

Εκείνη η εβδομάδα, ήταν δύσκολη για τους κατοίκους της αυλής. Ο Κώστας, ο άντρας της Λένας, βρέθηκε νεκρός στο χωράφι του, στα 30 του χρόνια κι άφησε πίσω του μια γυναίκα και τρία μικρά παιδιά απροστάτευτα. Ήταν μόλις λίγες μέρες πριν, που λίγα σπίτια πιο πέρα, πέθανε η Ματούλα, μάνα πέντε παιδιών. Ήταν μόλις 37. Τα γεγονότα αυτά τους συγκλόνισαν όλους και η άλλοτε χαρούμενη και θορυβώδης αυλή, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη ντύθηκε στα μαύρα. Ούτε γέλια, ούτε παιδικές φωνές, ούτε τίποτα. Μόνο θρήνοι και μαυρίλα τριγύρω.

Η κυρά Αθηνά γυρνούσε απ’ τα μνήματα, που είχε πάει να ανάψει τα καντήλια των γονιών της, όταν συνάντησε τον κυρ Αριστείδη, έναν γείτονα που 3 μήνες πριν, είχε χάσει τη γυναίκα του κι ήταν ακόμη καταρακωμένος. Με τον κυρ Αριστείδη, είχε σχεδόν μεγαλώσει η Αθηνά, μιας κι ήταν γεννημένοι την ίδια χρονιά, στην ίδια αυλή. Αυτή την αυλή, στην οποία κάπου στα 20 του, είχε φέρει την Ευανθία, την γυναίκα του να ζήσουν μαζί. Τέσσερα παιδιά είχαν αναστήσει οι δυο τους, μέχρι που μια κακιά αρρώστια του πήρε την Ευανθία του. “Τυχερά είναι αυτά Αριστείδη μου! Τουλάχιστον ζήσατε χαρές οι δυο σας! Ας είναι ελαφρύ το χώμα που την σκεπάζει! Άλλο κακό να μη σε βρει!” του είπε όπως έμπαινε στο σπίτι της και διπλοκλείδωνε την πόρτα.

Έβγαλε προσεχτικά τα παπούτσια της και το μαύρο μαντήλι απ’ το κεφάλι της και πήγε στην κουζίνα. Άνοιξε το μικρό, γωνιακό ντουλάπι κι έβγαλε από μέσα κάποια μπουκαλάκια με πολύχρωμα υγρά κι ένα μικρό κουτάκι με μαύρη σκόνη. “Ευτυχισμένοι οι άνθρωποι που φεύγουν πάνω στην καλύτερη στιγμή της ζωής τους!” μουρμούρισε και βάλθηκε ν’ ανάψει το γκαζάκι.

Μέσα σε ένα μικρό τέντζερη, ανακάτευε ήδη τα πολύχρωμα υγρά με την μαύρη σκόνη και σιγοψιθύριζε ακατάληπτους στίχους σαν να έψελνε. Όταν τελείωσε τα “μαγειρέματα”, έσταξε λίγες σταγόνες απ’ το καυτό μείγμα, μέσα σε μια μεγαλύτερη κατσαρόλα που είχε ζεστή σούπα. Σέρβιρε μια γενναία μερίδα σ’ ένα μεγάλο πιάτο και βγήκε απ’ το σπίτι, περπατώντας με αργά βήματα προς το σπίτι της νέας της γειτόνισσας, της Άννας, που μόλις είχε γεννήσει ένα πανέμορφο αγοράκι. Χτύπησε την πόρτα της και χαμογέλασε…