Το έχτισες αργά και σταθερά, σχεδόν πειθήνια, ακολουθώντας ένα πλάνο που σου υπαγόρευε το σκοτεινό γύρω σου. Δεν ήταν όλο δικό σου το πλάνο, το έβλεπες σε αχλή και το πήρες βήμα βήμα. Σαν πιστός σκύλος.

Το είδες απότομα μια μέρα να στέκεται θαμπό και σε τρόμαξε, καλά καλά δεν το γνώρισες. Είπες εγώ είμαι αυτό; Πότε έγινα έτσι; Γιατί έγινα έτσι; Τι έχω μέσα; Προσπάθησες να βρεις την χαραμάδα για να δεις μπας και καταλάβεις αλλά δεν υπήρχε. Το είχες κάνει άπαρτο, πάντα τα έφτιαχνες όλα τέλεια όταν είχες σχέδιο.

Το άφησες να μένει έτσι και να σκληραίνει μέρα την μέρα χωρίς να κάνεις τίποτα Είπες, αυτό είμαι, δεν φτιάχνω τώρα. Μήπως ήμουν πάντα έτσι; Σε τρόμαξε αυτό.

Ξαφνικά πάλι, όλα ξαφνικά τα αποφασίζεις, είπες: και αν γίνεται να το σπάσω; Δεν σκέφτηκες τι θα βρεις. Μόνο να το σπάσεις ήθελες. Δεν φοβήθηκες; Ναι πολύ αλλά έπειτα σκέφτηκες, τι θα χάσω παραπάνω; Δεν έχει μείνει τίποτα άλλο τίποτα να χαθεί.

Το σφυρί το κράτησε άλλος, δεν μπορούσες εσύ, δεν είχες δύναμη. Και έσπασε με μιας. Άκουγες το κέλυφος να διαλύεται και το είδες να γκρεμίζεται κομματάκι κομματάκι. Δεν άργησε και πολύ να σταθεί σωρός μπροστά σου. Ρημάδι. Είδες μέσα, κοίτα σημάδια είπες. Σημάδια στην ψυχή. Και τώρα; Ήταν μια κάποια λύση αυτό το άσχημο καβούκι.

Άναψες φωτιά πυκνή. Μήπως και το διαλύσεις.

Τι κάνεις όταν βλέπεις φωτιά; Μπα δεν την σβήνεις μόνη σου, έμαθες πια, έχεις σημάδια στο κορμί από αυτές τις άδικες φωτιές.
Είπες θα κάνω ότι πρέπει. Το δέχθηκες. Να μείνουν τα σημάδια στο κορμί, να φύγουν από την ψυχή. Όσο γίνεται δηλαδή.

Στο ζωγράφισαν. Δηλαδή εσύ το ζωγράφισες παρόλο που μια γραμμή ίσια δεν μπορείς να τραβήξεις. Σου κράτησαν το χέρι όσο έπρεπε. Ακόμα πρέπει να στο κρατάνε που και που.

Είχε και όνομα, πιασάρικο και βαρύ. Ήταν σαν να στο χάραξαν στο χέρι σου. Στο τσακ πρόλαβες και το πέταξες. Κάτι σημάδια έχουν μείνει αλλά ποιος νοιάζεται; Τα σημάδια τα μαλακώνει καλά η βροχή και αυτό το ξέρεις.

Την περιμένεις την βροχή τώρα. Πάντα την περίμενες. Το ξέρεις πως ότι πάρει μαζί της δεν το ήθελες στ΄ αλήθεια.

Θα αφήσει δύο ριζούλες δίπλα σου, τις θες αυτές, τις έφτιαξες εσύ γιατί τις ήθελες πάντα. Τις αγαπάς όσο τίποτα άλλο. Και αυτές σε αγαπάνε, σε κοιτάνε και σε αγκαλιάζουν.

Πονάς αληθινά; Τώρα, δηλαδή, γιατί παλιά όχι, δεν ήταν έτσι. Σε αγκάλιασαν οι δυο ριζούλες σου και στο θύμισαν.

Δεύτερη ζωή δεν έχει μάτια μου, άργησες αλλά το κατάφερες να το βάλεις βαθιά μέσα σου αυτό.

 

 

Μ. Χ.