Η Τούλα άνοιξε την πόρτα φουριόζα και ανύποπτη (παραμύθι και καλά) μ’ έναν αέρα ανεμελιάς, που φυσούσε πρώτα, πρώτα ανάμεσα στα κρεμμώδη, ζουμερά της στήθη καθώς τα χε προτάξει λαχταριστά κι άσπρα, άσπρα έξω από το ντεκολτέ της και τα είχε πιέσει μέχρι τον λάρυγγα σε σημείο πνιγμού! Κακάρισε γαργαλιστικά “Ποιος είναι;” δήθεν ότι την έπιασαν στον ύπνο και σχεδόν ταυτόχρονα αντίκρισε τον βοηθό υδραυλικού που τον περίμενε Αλέξη Γεωργούλη και της προέκυψε Φραγκίσκος Μανέλλης με χοντρά μυωπικά γυαλιά (εντάξει στο περίπου)
– Μα δεν με είδες κερά Τούλα από το θηριοτελέφωνο; απάντησε το αγνό λαϊκό παιδί και στόχευσε επιτυχημένα το ένα μάτι της Τούλας και την ελληνική γλώσσα μαζί αλλά αυτά είναι δευτερευούσης σημασίας διότι η Τούλα είχε φαντασίωση με υδραυλικό κι αν υπήρχαν μικρές αποκλίσεις στο casting και τους διάλογους ποσώς την αποθάρρυναν.
– Ναι, τέλος πάντων, του απάντησε, Πέρασε μέσα. Πως σε είπαμε παλικάρι μου;
– Εγώ είμαι κερά Τούλα, ο Ηλίας της κυρά Σούλας απέναντι, που πηγαίναμε στο ίδιο ΕΠΑΛ με τον γιο της κερά Κούλας στο παρακάτω στενό, που έρχεται και σας κόβει τους κάλους και σας τρίβει τις φτέρνες και σας λέει και τον γκαφέ και που σας έλυσε και τα μάγια που σας είχαν κάνει με τις τρίχες τις κατσαρές γύρω από το καρούλι..
– Ναι, κατάλαβα τον έκοψε η Τούλα που αν έγραφε το σενάριο της φαντασίωσης της θα τον διάλεγε μουγκό τον επιβήτορα ή τουλάχιστον αφρόαμερικανικής καταγωγής άρτι αφιχθέντα στη χώρα ώστε να μην ομιλεί την ελληνική ή θα του δίνε τρεις τέσσερις ατάκες το πολύ γιατί δεν αντεχόταν η παρλαπίπα του πρωί πρωί.
Καλώς τον Ηλία, λοιπόν που έχει όλα τα εργαλεία, είπε με νόημα το οποίο αν και παιδί τζιμάνι στην τέχνη του σε κάτι τέτοια ο Λιάκος δεν χαμπάριαζε!
– Όχι, κερά Τούλα το παπαγαλάκι έφερα μόνο ένεκα βιαζόσουν για την βρύση και μ έστειλε σούμπιτο ο μαστρό Παντέλας. Τα υπόλοιπα εργαλεία τα έχω στο φορτηγάκι.

Η Τούλα φούντωσε, άλλαξε δυο τρία χρώματα, φρίζαρε κι άλλο το μαλλί, το καμένο από το ντεκαπάζ, σκέφτηκε την θειά της τη χορεύτρια – που δεν είχε – αλλά της ευχήθηκε να πάει να κάνει το γνωστό ακατονόμαστο για να εκτονωθεί η ίδια γιατί για μια αρπαχτή πήγαινε που ήταν ευκαιρία τώρα που έλειπε ο άντρας της, αν ήταν να της σπάσει τα νεύρα το βλαμμένο που της έστειλε ο Παντελής, θα τον ζούλαγε μέσα στο σιφόνι να ησυχάσει. Αλλά έλα που μετά είχε προγραμματίσει ραντεβού με τη νυχού, ψώνια και καφέ με τις φίλες της και τους είχε τάξει ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Δεν βαριέσαι, θα έκανε ακόμα υπομονή.

Στο μπάνιο που είχε ήδη προωθηθεί ο νεανίας δόκιμος υδραυλικός είχε βουτήξει με τα μούτρα κάτω από τον νιπτήρα από υπερβάλλοντα ζήλο λες κι έψαχνε το άγιο δισκοπότηρο κι όχι την βλάβη κι αντί η Τούλα να ανάψει και να κορώσει θαυμάζοντας τα «μεγάλα» και «μακριά» εργαλεία του, αντίκρισε με τρόμο ένα φαντασμαγορικό θέαμα, το γνωστό και ως «χαμόγελο του υδραυλικού», δηλαδή ότι εξέχει (προκλητικά, να το πω; Άσε, ας το αφήσουμε ανοιχτό, δεν το χαρακτηρίζω) από το παντελόνι από την πίσω μεριά όταν αυτό χαμηλώνει επικίνδυνα. Δεν το έλεγες και πολύ καυτό, καθότι κι αρκετά δασώδες για οπίσθιο αλλά ο καημένος ο Ηλίας για δουλειά είχε πάει κι όχι για να μοστράρει για γαμπρός κι έτσι η εικόνα του τον άφηνε μάλλον αδιάφορο.

Όχι, εκεί Ηλία μου, η βρύση είναι που έχει πρόβλημα. Εκτός αν θέλεις να αφήσουμε τη βρύση και να πιάσουμε το χιχιχιχι, έπνιξε η Τούλα ακόμα ένα πονηρό κακάρισμα και πέρασε στην κατ’ ευθείαν επίθεση στην μικρή περιοχή του μαθητευόμενου Ηλία μήπως δει χαρά και η δική της μικρή περιοχή.
– Να αφήσουμε τη βρύση κυρά Τούλα και τι να πιάσουμε; Μετενσάρκωση του Ραν Ταν Πλαν ο Ηλίας, μόνο το σάλιο από το στοματάκι δεν του έτρεχε!
– Τι κάνει ρίμα με την βρύση καλέ Ηλία; Δεν έχεις δει την ταινία; Άντε πάλι κακάρισμα με νόημα η Τούλα.
Ζαγάρι όρθιο ο Ηλίας την κοίταζε σαν λοβοτομημένος.
– Ξέρω εγώ; Το Παρίσι;

Της τέλειωνε ο χρόνος της υπομονής της Τούλας και έβραζε γιατί δεν ένιωθε τα λαγόνια της να φλέγονται όπως στα αισθησιακά βιβλία τσέπης που ρουφούσε ανελλιπώς αλλά η φουσκωτή σαν λάχανο πορτοκαλοκίτρινη κόμμωση της καθώς σιχτίριζε την τύχη της που έπεσε σε τέτοιο κελεπούρι. Κι εννοείται πως η βρύση ήταν κακοτεχνία χρόνων κι επίτηδες η Τούλα το άφηνε να διαιωνίζεται για να καλεί αραιά και πού κι όταν ήθελε να βιώσει έντονες συγκινήσεις νεαρούς υδραυλικούς με φουσκωμένες φλέβες στα χέρια και τετράγωνα πιρούνια, με συγχωρείται πηγούνια.

Ακουμπώντας αισθησιακά στην πόρτα του μπάνιου, δίπλωσε τις μακριές της γάμπες την μια πάνω στην άλλη και έβαλε μπροστά στη μύτη σχεδόν του γονατιστού ακόμα υποψήφιου θύματος της, το χνουδωτό πασούμι από το οποίο εξείχαν δυο δάχτυλα με άψογο εκκεντρικό πεντικιούρ με μανό μαύρου χρώματος και πασπαλισμένο γαργαλιστικά με άφθονα στρασάκια! Δεν θα της γλίτωνε ο πιτσιρίκος της άντροτραγανίστρας της Τούλας, αν και έριχνε πολύ τα κριτήρια της.

Σε πέντε λεπτά, ο Ηλίας άνοιγε την πόρτα σε έξαλλη κατάσταση, τρέχοντας αλαλάζοντας ακατάληπτα με ένα εκκολαπτόμενο καρούμπαλο στον κρόταφο (η Τούλα του πέταξε το παπαγαλάκι στο κεφάλι) κι εξαφανιζόταν με εντυπωσιακό πλονζόν με ταχύτητα φωτός μέσα στο φορτηγάκι. Τόλμησε, να της πει ότι το πόδι της έχει μαυρίσει και να κοιτάξει το σάκχαρο της καθότι «πολύ ύπουλη ασθένεια ο διαβήτης, κυρά Τούλα μου!»

Η βρύση δεν φτιάχτηκε ποτέ! Το κεφάλι του Ηλία πάλι, ευτυχώς σχετικά σύντομα!