Μαλάκα.
Αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία σκέψη της Φραντζέσκας τρεις μέρες τώρα. Δεν μπορούσε να το πιστέψει όταν είδε τον πρώην της και τη γκόμενά του να μπαίνουν μια ωραία πρωία στο μικρό ταξιδιωτικό μαγαζί που λειτουργούσε, το Tour Specialist. Τι στο καλό σκεφτόταν ο ηλίθιος;

Η Φραντζέσκα ήθελε να τον πιάσει και να τον χτυπήσει με ό,τι έβρισκε μπροστά της. Να του σπάσει τα μούτρα, χωρίς έλεος. Αλλά είχε μια επιχείρηση που προσπαθούσε να κρατήσει με όσες δυνάμεις είχε ακόμα, καθότι το μεγάλο ταξιδιωτικό γραφείο που άνοιξε πριν δύο χρόνια στην πόλη της πήρε πολλούς πελάτες. Οπότε εκείνη έπρεπε να δέχεται, να υφίσταται ενίοτε, όποιον έμπαινε στο μαγαζί και ήθελε να πάει μια βόλτα στα βουνά της περιοχής.

Αλλά ο μαλάκας ο Τόλης… Η Φραντζέσκα είχε χρειαστεί δύο μήνες για να πάρει πρέφα τι σκατά κουβαλούσε στο καρυδότσουφλο που είχε για κεφάλι. Πενήντα τριών χρονών, πλούσιος, πέφτουλας. Και η γκόμενα που έφερε το πρωί της Τετάρτης αποδείκνυε του λόγου το αληθές: τριαντάρα, βαμμένο μαλλί και βυζιά για άρμεγμα. Το θυμόταν ότι προτιμούσε τα βυζιά από τον κώλο. Όταν τα είχαν, της την έλεγε που δεν ήθελε να πάει να τα «φτιάξει» με δικά του έξοδα. Εκείνη του τόνιζε πως δεν γούσταρε τέτοιες μαλακίες για το σώμα της, αλλά εκείνος το χαβά του.

Μία, δύο, τρεις. Πόσο άλλο; Του έδωσε τα παπούτσια στο χέρι, κάτι που τη χαροποίησε, γιατί είδε πώς γινόταν η φάτσα του όταν του έριχνες χυλόπιτα. Πιο γέρος και από απολίθωμα δεινοσαύρου.

Μαλάκα, σκέφτηκε και τώρα η Φραντζέσκα που έβλεπε το ερωτευμένο ζευγαράκι να περπατάει μπροστά της. Αγκαλιά. Χαζολογούσαν. Ο Τόλης έλεγε τις γνωστές κρυάδες του και η τύπισσα -που είχε ένα «κανονικό» όνομα, όμως φαινόταν να προτιμά το «Μανάρι»- γελούσε. Εντάξει, δεν την κατηγορούσε η Φραντζέσκα. Δεν της έφταιγε σε τίποτα αυτή. Ίσα-ίσα, θα ήθελε να την προειδοποιήσει για την τύχη της, αλλά, όταν άκουσε πάνω από δύο φορές να ρωτάει το Μανάρι πότε θα της αγοράσει ο Τόλης καινούργιο φόρεμα ή πότε θα πάνε στα μπουζούκια, η Φραντζέσκα αποφάσισε πως τελικά δεν έδινε δεκάρα –σε αντίθεση με τον Τόλη, που πρέπει να έδινε τα ευρώ με το τσουβάλι.

Σταμάτησαν λίγο πριν φτάσουν στο πιο σημαντικό σημείο της περιήγησης, στη Γέφυρα των Επιθυμιών. Η ώρα ήταν έντεκα προ μεσημβρίας, το τζιπ γύρω στα έξι χιλιόμετρα πίσω τους και ο καιρός ανοιξιάτικος, με αμυδρή συννεφιά.
«Φρανς, έλα να καθίσεις μαζί μας», είπε ο Τόλης.
Σκάσε, γαμώτο σου.
«Ναι, Φρανς, έλα», συμφώνησε και το Μανάρι.

Η Φραντζέσκα το σκέφτηκε μερικά δευτερόλεπτα, αλλά εν τέλει πλησίασε και κάθισε παραδίπλα. Έβγαλε από το σακίδιο το θερμός με τον καφέ και το ντόνατ. Ο γιατρός είχε πει να προσέχει με τη διατροφή της -όδευε προς τα πενήντα-, αλλά έπρεπε να διατηρήσει τη ψυχραιμία της και να ανεχθεί το καθίκι με τη γκόμενά του.

Έριξε κάποιες κλεφτές ματιές προς το ζευγάρι, καθώς γευμάτιζαν. Ο Τόλης δεν ήταν ντόπιος, είχε έρθει πριν δεκαπέντε χρόνια. Απ’ όσα είχε ακούσει η Φραντζέσκα εκ των υστέρων, ο κύριος δεν έμενε σε σχέση πάνω από τρεις μήνες. Μαζί είχαν κάτσει κοντά στους δυόμιση μήνες. Είχε δει την ακριβή ζωή που έκανε ο Τόλης. Αρχικά, δεν υπήρχε πρόβλημα, αλλά σταδιακά φάνηκε ότι, αν ήθελε το καλό της, θα έπρεπε να διακόψει. Ο τύπος φαινόταν καλός και, εντάξει, ήταν όμορφος, αλλά από συναισθήματα το καράβι βούλιαζε. Αν δεν του έκανες το χατίρι, φώναζε ή κορόιδευε. Ή και τα δύο.

Βαρέθηκε στα δύο λεπτά και σηκώθηκε, αφού έβαλε στο σακίδιο το θερμός και το χαρτί από το ντόνατ. Περπάτησε μέχρι την άκρη του γκρεμού. Μάζεψε καθαρό αέρα με την ανάσα της. Δεν έπρεπε να αφήνει τα νεύρα της να γίνονται τσατάλια με τον μαλάκα και το Μανάρι του.
«Ωραία θέα».
Γύρισε και είδε πως ο Τόλης ήταν δίπλα της. Το Μανάρι καθόταν και κάπνιζε. Άλλος ένας λόγος για αντιπαθήσει αυτή τη γυναίκα. Η Φραντζέσκα το έκοψε πριν δύο χρόνια, αλλά κάτι τέτοιες φορές το μετάνιωνε.
«Πες της να μη το πετάξει εδώ. Γιατί θα γυρίσει μόνη της στην πόλη».
«Έλα τώρα, Φρανς. Μη μου πεις ότι σπάστηκες».
«Φύγε, γιατί θα ζηλέψει».
«Δεν θα πάθει τίποτα. Είναι εκπαιδευμένη».
Η Φραντζέσκα δεν μίλησε.
«Ωραία μέρα έχει. Ιδανική».
«Αν δεν είσαι αλλεργικός».
«Ιδανική, Φρανς. Ιδανική».
Ναι, το είχε καταλάβει. Ο Τόλης μόνο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση χρησιμοποιούσε αυτή τη φράση.
Η Φραντζέσκα δεν μίλησε. Κάτι της έλεγε πως θα ήθελε ένα τσιγάρο τώρα. Αλλά όχι για να το καπνίσει.
«Τι λες, το ψήνεις;»
Τον κοίταξε. Είχε γκρίζους κροτάφους και περιποιημένη εμφάνιση. Μέσα στα ρούχα που φορούσε (μπλουτζίν και τζάκετ, πουκάμισο από μέσα) ήταν ακόμα όμορφος.
«Όχι», του είπε για εκατομμυριοστή φορά. Της είχε προτείνει τρίο και όταν ήταν μαζί, αλλά η Φραντζέσκα δεν γούσταρε τέτοια.
Αυτός ήρθε λίγο πιο κοντά. «Έλα τώρα, Φρανς. Κοίτα την. Αξίζει, σου λέω».
Η Φραντζέσκα ήθελε να του χώσει ένα αναμμένο τσιγάρο στον κώλο. Αλλά είπε: «Φεύγουμε. Γυρνάμε πίσω».
«Τι; Γιατί;» ρώτησε το Μανάρι.
«Πλάκα κάνει», πετάχτηκε ο Τόλης.
«Όχι, δεν κάνω. Φεύγουμε».
«Όχι. Πρώτα θα πάμε στη Γέφυρα των Επιθυμιών. Πληρώσαμε για να τη δούμε».
Μαλάκα.
«Σωστά», είπε το Μανάρι. «Θέλω να τη δω κι εγώ. Ο Τόλης έχει πει ότι είναι τέλεια».

Η Φραντζέσκα θυμόταν όταν είχαν πάει για πρώτη φορά οι δυο τους. Ήταν οι πρώτες εβδομάδες της σχέσης τους, μες στα μέλια. Είχε ευχηθεί κάτι, όπως όφειλε καθένας που περπατούσε στη Γέφυρα. Εύχομαι να είμαι μαζί με τον Τόλη. Για πάντα. Αυτό είχε ευχηθεί.

Ήμουν ηλίθια. Αναστέναξε. «Εντάξει. Μέχρι τη Γέφυρα», είπε και συνέχισαν. Καθώς προχωρούσαν, η Φραντζέσκα πρόσεξε πως σιγά-σιγά, τα σύννεφα πλήθαιναν και κάλυπταν τον ουρανό.
Ήταν όπως την είχαν αφήσει οι άνθρωποι που την έφτιαξαν πριν πολλά χρόνια. Ξύλινη, στενή, γύρω στα πέντε μέτρα από τη μια άκρη ως την άλλη. Το ποτάμι από κάτω έφερνε μπόλικο νερό, ενώ η ανθισμένη πλάση έσφυζε από χρώματα.
«Ω, είναι πανέμορφα», είπε το Μανάρι. Έπιασε σφιχτά από το μπράτσο τον Τόλη και μαζί πλησίασαν τη Γέφυρα. Κοίταξαν το ποτάμι και φιλήθηκαν χαμογελαστοί.
Η Φραντζέσκα γύρισε αλλού το βλέμμα. Θυμόταν πως και τότε που είχαν έρθει με τον Τόλη και έκανε την ευχή της, αμέσως μετά της πέρασε από το νου η πιθανότητα να την πληγώσει. Είχε παρακαλέσει να μην κάνει κάτι τέτοιο, γιατί γι’ αυτήν θα ήταν καταραμένος.
«Δεν μπορούμε να μείνουμε πολύ», είπε. «Θα βρέξει».
Δεν της απάντησαν.
Τους είδε να ανεβαίνουν στη Γέφυρα. Στάθηκαν και…
Μαλάκα.
… φιλήθηκαν.
Γαμημένε μαλάκα. Γύρισε αλλού τη ματιά.

Δεν ακούστηκαν βροντές, κάτι που περίμενε η Φραντζέσκα να γίνει από στιγμή σε στιγμή. Ένιωθε να την πονάει το κεφάλι της. Έβγαλε να πιει μια ακόμα γουλιά καφέ, αλλά ένα ουρλιαχτό την τρόμαξε.
Στράφηκε και έμεινε άφωνη.
Δεν υπήρχε γέφυρα, αλλά ένα άυλο πέπλο πάνω από το ποτάμι. Θολό, άχρωμο. Στην αρχή. Μετά, το είδε να βάφεται πορφυρό. Σαν να άδειαζες ατμό από κόκκινη μπογιά. Οι κραυγές ξανακούστηκαν. Η Φραντζέσκα δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν έβλεπε τίποτα.
Φώναξε τον Τόλη. Ρώτησε τι συμβαίνει.
Άκουσε την τύπισσα να ουρλιάζει και πάλι.
Πλησίασε διστακτικά. Ξαναφώναξε. Σκέφτηκε να καλέσει βοήθεια, αλλά τότε κάτι πετάχτηκε από την ομίχλη και έπεσε πάνω της. Ήταν η τύπισσα. Ζωντανή, σε σύγχυση. Έκλαιγε.
Και τότε η ομίχλη διαλύθηκε. Ο Τόλης ήταν νεκρός. Μια άμορφη μάζα.

Όπως τον είχε φανταστεί η Φραντζέσκα όταν ευχήθηκε να μην την πληγώσει.