Η Βούλα κοίταζε έξω, στο χιόνι και τον αέρα που λυσσομανούσε δίχως τέλος. Είχε ένα μαχαίρι στο δεξί της χέρι και το πηγαινοέφερνε μηχανικά στο αριστερό, σχεδόν ασυναίσθητα, με μια μονότονη κίνηση.

«Έχω μια σαρδελίτσα
την πλένω
την καθαρίζω
της βάζω λαδάκι
ξυδάκι
και της κόβω το κεφαλάκι!»

Όσο η Βούλα κοιτούσε έξω, στο διπλανό δωμάτιο επικρατούσε πανικός. Όπως κάθε γαμημένη μέρα. Όπως κάθε γαμημένη ώρα. Δε βγάζανε το σκασμό, τα κωλοπαίδια. Δεν την άφηναν επιτέλους ήσυχη!
Και αυτό το χειμώνα συνέβαινε ό,τι συνέβαινε τους τελευταίους εννιά χειμώνες, απ’ όταν θα έπρεπε τα παιδιά να είναι στον παιδικό σταθμό ή το σχολείο.
Η κωλοπεριφέρεια, στην μικρή ορεινή πόλη που έμενε η Βούλα, δεν είχε κωλοεκχιονιστικά και γαμωαλάτι ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΚΑΝΕ ΤΙΠΟΤΑ. Τίποτα, ούτε για δείγμα. Χιόνιζε λίγο; Κλειστά τα σχολεία. Έκλεινε κανένας δρόμος στη μέση του πουθενά; Κλειστά τα σχολεία. Είχαν συνέλευση στο εκτελεστικό όργανο; Εκλογές συνδικαλιστών; Ήταν ο Ερμής ανάδρομος με τον Πλούτωνα; ΚΛΕΙΣΤΑ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ.
Και να πεις ότι έμενε στην Αθήνα η Βούλα και χιόνιζε μια φορά τη δεκαετία; Ε, όχι, δεν έμενε. Δεν έμενε, γαμώ το στανιό της το μαύρο και το κέρατο του διαόλου μέσα.
ΔΕΝ ΤΟ ΞΕΡΑΝΕ ΟΤΙ ΘΑ ΧΙΟΝΙΖΕ ΟΠΩΣ ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ; ΤΙΠΟΤΑ; ΧΑΜΠΑΡΙ; ΙΔΕΑ; ΜΥΡΩΔΙΑ;

Αλλά βέβαια, κανείς δεν την καταλάβαινε τη Βούλα. Κανείς! Έπρεπε να υπομείνει τα βλαστάρια της να κάνουν το σπίτι γης μαδιάμ. Έπρεπε ο εργοδότης της επειδή «όλο ρεπό ζητούσε χωρίς λόγο» να υπονοεί εμμέσως πλην πολύ σαφώς ότι θα του κάτσει για να το ξεχάσουν. Και μια φορά στο τόσο, το έκανε κιόλας! Πώς να δικαιολογήσεις χίλιες μέρες άδεια στη δεκαετία, να πούμε, επειδή κάποιο μαλακιστήρι στην Περιφέρεια γουστάρει να κλείνει τα σχολεία;
Λες και δε μπορούσαν να άνοιγαν κανένα δρόμο και να είχαν θέρμανση. Λες και στις χώρες που χιονίζει για ψύλλου πήδημα σηκώνουν τα χέρια ψηλά και δεν ασχολούνται με τίποτα, τα αφήνουν τα παιδιά όσο τους καβλώσει χωρίς σχολείο γιατί βαριούνται, όπως στην μικρή ορεινή πόλη όπου έμενε η Βούλα!
Αυτά σκεφτόταν η Βούλα και ξαφνικά, ασυναίσθητα, ενώ ψιθύριζε συνωμοτικά «και της κόβω το κεφαλάκι» ένιωσε ένα τσίμπημα και έναν πόνο να πλημμυρίζει τον αντίχειρά της.
Φυσικά, φυσικάαααααα κόπηκε γιατί σκέφτεται ΜΑΛΑΚΙΕΣ, και γιατί σκέφτεται ΜΑΛΑΚΙΕΣ άραγε; Γιατί τα σχολεία είναι πάλι κλειστά. Και κανείς δεν νοιάζεται. Κανείς δε θέλει να νοιαστεί.
Πήγε φουριόζα μέχρι το μπάνιο της και έβαλε ένα τραυμαπλάστ στο δάχτυλό της μαζί με αντισηπτικό. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Δεν είδε αυτό που ήθελε να δει, έμοιαζε εξαντλημένη, απελπισμένη, κουρασμένη, παραιτημένη.
Αλλά ξέρετε κάτι; Ξέρετε κάτι; Δεν ήταν. Δεν ήταν καθόλου. Ως εδώ ήταν. Ως εδώ με την ανικανότητα. Με τον ωχαδερφισμό. Με το «έλα μωρέ πώς κάνεις έτσι μωρ’ συ;».

Σήμερα. Σήμερα θα πλήρωναν για όλες τις χαμένες μέρες της Βούλας. Με τεράστιο τόκο κιόλας.
Μετά από δέκα λεπτά η Βούλα ήταν φασκιωμένη με ένα μπορντό μπουφάν και έναν κόκκινο σκούφο που κάλυπτε όλο της το πρόσωπο. Φορούσε μεγάλα γυαλιά ηλίου.

Πέρασε από το δωμάτιο των παιδιών και τους είπε ότι θα πεταχτεί σε μια δουλειά, αλλά σε λίγο θα γυρνούσε ο μπαμπάς τους και να μην ανησυχούν. Χαμογέλασε και τα άφησε να παίζουν τα ηλεκτρονικά τους.
Πέρασε από την κουζίνα και ετοιμάστηκε. Έξω χιόνιζε ελαφριά και το είχε στρώσει. Καλύτερα. Είχε έρθει η ώρα.
Είκοσι λεπτά αργότερα, περπατώντας, είχε φτάσει η Βούλα στο δημαρχείο. Η ώρα πλησίαζε 13:00 και ήταν σα να μπήκε σε κτίριο φάντασμα. Εντόπισε έναν υπάλληλο να παίζει με το κινητό του στις πληροφορίες.

«Συγγνώμη; Μόνο εσείς είστε εδώ σήμερα;»
Ο υπάλληλος λοξοκοίταξε προς τα πάνω και της απάντησε βαριεστημένα, ενώ ακόμα έπαιζε με το κινητό του.
«Ναι κυρία μου εδώ εγώ είμαι. Έχει κηρύξει ημιαργία ο Δήμαρχος λόγω καιρού και…ξέρετε πως είναι τώρα αυτά, 1 η ώρα σχολάμε, κάποιοι συνάδελφοι θα λείπουν, δε θα μπόρεσαν να έρθουν και τέτοια… Μόνο επάνω, στον τέταρτο, είναι ο δήμαρχος και οι συνάδελφοι από την Πολιτική Προστασία, αυτοί δε μπορούν να φύγουν πιο νωρίς, σε κάνα τεταρτάκι όμως μάλλον θα κατεβούνε κι αυτοί!»
«Α, ώστε έτσι… Να σας ρωτήσω, δεν ξέρετε ότι είναι αγένεια να μιλάτε και να κοιτάτε το κινητό σας;»
Και πριν προλάβει ο υπάλληλος να σηκώσει το βλέμμα του και να απαντήσει αυτό που ήθελε, δηλαδή «Ά πάγαινε κυρά μου στην κουζίνα σου που θα μου κάνεις ΕΜΕΝΑ κήρυγμα! ΞΕΡΕΙΣ ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ;», το μπουφάν της Βούλας γέμισε κόκκινες πιτσιλιές, όταν το κουζινομάχαιρο έκοψε το λαιμό του στα δύο.

Ανέβηκε στον τέταρτο όροφο η Βούλα, προχωρώντας σαν υπνωτισμένη, με ένα χαμόγελο που σίγουρα δεν ήταν δικό της, το επίτασσε η στιγμή όμως.
Ψυχή δεν υπήρχε. Άκουγε φωνές από το γραφείο του δημάρχου όμως. Κάτι σαν τηλεόραση;
Άνοιξε σιγά-σιγά την δίφυλλη πόρτα που έγραφε «ΔΗΜΑΡΧΟΣ» με χρυσή πινακίδα απ’ έξω.
Μέσα, ήταν ο δήμαρχος με λυμένη τη γραβάτα στη μία άκρη ενός τραπεζιού και έπαιζε τάβλι με έναν γκριζομάλλη τύπο που φορούσε μπλε τζάκετ. Το τζάκετ έγραφε «ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ» στο πίσω μέρος του. Ένας χοντρούλης, πιο νεαρός τύπος καθόταν σε έναν καναπέ και έβλεπε ποδόσφαιρο Βραζιλίας στην τηλεόραση.
Το χαμόγελο της Βούλας μεγάλωσε κι’ άλλο.
«Συγγνώμη; Να κάνω μια ερώτηση;» είπε και καθώς τους διέκοπτε άκουσε κάτι σαν παρακαλωκυριαμουτιθελετε όλο μαζί.
«Εσείς εδώ δίνετε εντολή να κλείνουν τα σχολεία;»
«Ναι» της απάντησε κοιτώντας τη στραβά ο γκριζομάλλης. Σαν να υπονοούσε «τραβάς κάνα ζόρι μανίτσα μου;»
«Α. Πολύ ωραία. Πολύ ωραία!»
Πριν προλάβει να κουνηθεί κανείς, με μια κίνηση αστραπή η Βούλα βρέθηκε πίσω από τον γκριζομάλλη και του έκοψε τον λαιμό επίσης. Κι άλλες πιτσιλιές προστέθηκαν στο τζάκετ της, αυτή τη φορά πήραν και το σκούφο. Μα ήταν κόκκινα και μπορντό, δεν την πείραζε, δεν φαινόντουσαν!

Ο δήμαρχος κοκκάλωσε, ο χοντρούλης στον καναπέ πήγε να ανασηκωθεί αλλά ήταν πολύ αργά. Η Βούλα σιγοψιθύριζε, ενώ τους έκοβε τους λαιμούς με μαεστρικές, νευρικές κινήσεις:
«Έχω μια σαρδελίτσααααα
και της ΚΟΒΩ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΚΙ! ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΚΙ! ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΚΙ!»

Πλέον, δεν θα έδιναν ποτέ αυτοί οι άνθρωποι εντολή να κλείσουν τα σχολεία επειδή ήταν ανίκανοι. Όχι πια. Ποτέ άλλοτε.
Όλα θα πήγαιναν καλά. Τα παιδιά θα ήταν καλά. Θα πήγαιναν σχολείο. Θα προόδευαν. Όλα θα πήγαιναν καλά.
Αυτά σκεφτόταν η Βούλα λίγο πριν πετάξει το μαχαίρι στον καναπέ. Άνοιξε το παράθυρο διάπλατα. Είχε ακόμα το τεχνητό χαμόγελο στα χείλη της. Καβάλησε το πρεβάζι και έπεσε στο κενό.
Όλα θα πήγαιναν καλά.

*Κείμενο μυθοπλασίας αφιερωμένο στην Βούλα Ρ. και τις πολύ αληθινές περιπέτειες που περνάει όποτε κλείνουν τα σχολεία στην περιοχή της!