TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Η δασκάλα

Η δασκάλα

Οι εφημερίδες της εποχής αναφέρονταν στο Καδιώ, το πολυτελέστατο επιβατηγό, με διθυραμβικούς ύμνους, σημειώνοντας πως επρόκειτο για την ”εκπλήρωση του ονείρου της Κρητικής Ναυσιπλοΐας”. Ωστόσο, το Σεπτέμβρη του 1957 που ήρθε ο πρώτος διορισμός μου για ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, η ώρα αναχώρησης και η διάρκεια του ταξιδιού ήταν ακόμα ”τύποις”. Το βαπόρι δεν ξεκινούσε από το νησί αν πρώτα δεν φορτώνονταν τα σταφύλια που προορίζονταν για τις σκανδιναβικές χώρες. Έτσι, εκείνο το βράδυ, περιμέναμε για ώρες το Καδιώ στον Πειραιά, που ακόμα δεν είχε ξεκινήσει από το Ηράκλειο. Το ταξίδι μας διήρκεσε 18 περίπου ώρες που τις πέρασα με μερικές μαυροντυμένες ηλικιωμένες δίπλα στην τσιμινιέρα για να κρατηθούμε ζεστές.

Στο λιμάνι με περίμενε το ταξί που είχε στείλει ο γραμματικός για να με πάει στο χωριό. Στη διαδρομή, είδα πρώτη φορά βουνά με χώμα τόσο στεγνό και τόσο κόκκινο. Φτάσαμε στο χωριό τη στιγμή που το ρολόι χτύπαγε 12 το μεσημέρι και με υποδέχτηκε ο κύριος Διευθυντής, ένας λιγομίλητος άντρας γύρω στα 50.

Όταν την άλλη μέρα μπήκαμε μαζί στην τάξη, 11 αγόρια , κουρεμένα γουλί με το κουροψάλιδο και 7 κορίτσια με σφιχτοπλεγμένες κοτσίδες, σηκώθηκαν όρθια. Αφού έγινε η επιθεώρηση από τον κύριο Διευθυντή, έβγαλαν όλα από τη ντάσκα τους από ένα αυγό και τα άφησαν στην έδρα δίπλα στο ντυπόν και το ντενεκάκι του”γαλάτου” με το καθαρό νερό που μου είχαν φέρει από τη βρύση της πλατείας. Τα αυγά, μου εξήγησε, θα τα πήγαινα στο μπακάλικο στη χώρα για να πάρω κόλλες και κιμωλίες. Τα μπαλώματα στα ρούχα τους με έκαναν να κοκκινίζω για το γκρι αρζάν πουκάμισο με το δαντελένιο γιακά που μου είχε ράψει η αδερφή μου η Γιαννούλα πριν φύγω. Τα έστειλα σπίτια τους να φάνε, όπως μου είχε πει ο κύριος Διευθυντής, στις 2 και ξαναγύρισαν για το απογευματινό μάθημα την ώρα που το ρολόι της πλατείας χτυπούσε τρεις και μισή.

Μια Τετάρτη απόγευμα δεν θα γινόταν σχολείο. Ο Διευθυντής κράτησε 2 αγόρια και 2 κορίτσια από τα μεγαλύτερα για να κάνουν την καθαριότητα του σχολείου. Η Κατίνα, η γυναίκα του Γραμματικού, που είχε το δωματιάκι που έμενα, μας πήρε με την παπαδιά και την αδελφή του διευθυντή, τη Λένα, μια σιωπηλή κοπέλα γύρω στα 25, να ανάψουμε τα καντήλια στη σπηλιά του Αη Μηνά. Από εκεί ψηλά φαινόταν το ποτάμι που χώριζε τον κάμπο στα δυο, πέρναγε μέσα από τις ελιές και τα αμπέλια και χυνόταν στη χρυσή αμμουδιά στην άλλη άκρη του νομού.

Στο γυρισμό, πρόσεξα το κάρο. Μισό χωμένο στη λάσπη της όχθης και φορτωμένο ίσαμε πάνω με κιλίμια και χράμια, μπαγκάλια και μακάθια και σόγιωμους κουμπέδες. Τα χρώματα τους είχαν σκοτεινιάσει σα να ‘χε πέσει πάνω τους η στάχτη εκατό χρόνων. Έμεινα να το κοιτάζω απορημένη και πριν προλάβω να ρωτήσω τη Λένα που είχε έρθει δίπλα μου, η παπαδιά με τράβηξε απότομα από το μπράτσο. “Μη χαζεύετε!” Και μετά, πρόσθεσε χαμογελαστή: “Να πιούμε ένα καφέ στο σπίτι” . Προχώρησα με τις άλλες μα πρόσεξα ότι η Λένα, που ήταν η δασκάλα στο χωριό πριν από μένα, έμενε πίσω. Στράφηκα για να της κάνω νόημα να έρθει αλλά η Κατίνα ήρθε κοντά και μου ψιθύρισε “Ασ’την. Έχουν πάθει τα νεύρα της.”

Αργότερα, καθώς πίναμε καφέ στο σαλόνι της Πελαγίας, της παπαδιάς, και χαζεύαμε τα περιοδικά που της είχε φέρει η αδερφή της από την πρωτεύουσα, θυμήθηκα το κάρο και ρώτησα τις άλλες. Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή μεταξύ τους και μετά η Κατίνα που ήταν ντόπια, είπε μια ιστορία που φυσικά τότε δεν την πίστεψα :

“Πριν χρόνια, ένας γυρολόγος που περνούσε από δω είδε στο ποτάμι μια κοπέλα να πλένει. Τόσο πολύ του άρεσε που την άρπαξε από τη μέση για να την βάλει στο κάρο του και να την πάρει μαζί του. Οι κριτές του κάτω κόσμου που άκουσαν τις φωνές τις, άρχισαν να χτυπούν τη Γη με τα μπαστούνια τους τόσο δυνατά που γίνηκε σεισμός μεγάλος. Οι βράχοι ράγισαν, το ποτάμι, σα να ήταν ζωντανό, σήκωσε κύμα και άρπαξε το γυρολόγο κι η λάσπη τράβηξε το κάρο και το παράχωσε στην όχθη, μα άφησε να φαίνεται το μισό για να βλέπουν όσοι αδικούν, την τιμωρία που τους περιμένει. Όταν η μάνα της κοπέλας τη βρήκε αργότερα να τριγυρίζει σα σκιά μέσα στο σκοτάδι, λένε ότι άρπαξε την κακιά την ώρα – ήταν, λέει, εξίμισι, και την έβαλε σε ένα τσουβάλι και την πέταξε στη ρεματιά για να μην ξαναβρεί κακό το χωριό. Από τότε το ρολόι της εκκλησίας δε χτυπάει ποτέ 6.30.”

Χαμογέλασα και σκέφτηκα πως την άλλη μέρα έπρεπε να μάθω στα παιδιά του σχολείου την ώρα κι ας μην είχαν ρολόγια στα χεράκια τους. Μα η Κατίνα με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και σα να διάβαζε τη σκέψη μου, είπε: “Στο χωριό μας δεν έχουμε ποτέ έξι και μισή”.

Κοίταζα αφηρημένη το ρολόι στο χέρι μου που έδειχνε 6.15, όταν ξαφνικά φασαρία μεγάλη σηκώθηκε από τον οικισμό. Πεταχτήκαμε όλες επάνω και τρέξαμε στην πόρτα. Από τη συνοικία των χαλικούτηδων κόσμος πολύς ερχόταν αναστατωμένοι, ακολουθώντας μια γυναίκα. Τα κλάματα και τα ουρλιαχτά της έσκιζαν τις σιδερόπετρες και τα αγκωνάρια και τράβαγε τα μαλλιά της βγάζοντας τα με τα χέρια της. Φώναζε “Αννιώ” με φωνή που δεν είχα ξανακούσει από άνθρωπο.

Τρέξαμε μαζί τους και ψάχναμε το παιδί που δεν είχε γυρίσει όταν τελείωσαν την καθαριότητα του σχολείου.

Έξω από το σχολείο, ο διευθυντής κλείδωνε βιαστικά τη σιδερένια πόρτα της αυλής. Έτρεξα προς τα κει και του φώναξα μήπως είχε δει την Αννιώ. Μα πριν προλάβει να απαντήσει, βουή μεγάλη ακούστηκε από από τα βάθη της γης που σκίστηκε στα δυο σα να ‘τανε από χαρτί. Σηκώθηκε αέρας μανιασμένος και μέσα στο σκοτάδι που είχε πέσει, ακούστηκαν χτυπήματα και φωνές θυμωμένες σε μια γλώσσα απόκοσμη. Ο διευθυντής έκανε να τρέξει με τον κόσμο που σκόρπιζε τρομαγμένος, μα η αδερφή του, η Λένα ήρθε και στάθηκε μπροστά του κοιτάζοντας τον αυστηρά μέσα στα μάτια. Προσπάθησε να κουνηθεί και άνοιγε το στόμα του σα να ήθελε να φωνάξει μα τότε, χέρια αόρατα τρομερά με μια δύναμη φοβερή, τον τράβηξαν βαθιά μέσα στο άνοιγμα της αυλής που έκλεισε πίσω του.

Το βουητό και οι φωνές σώπασαν χορτάτες και δικαιωμένες και μια σκιά βγήκε μέσα από το αποθηκάκι του σχολείου. Καθώς η μάνα έτρεξε και άρπαξε την Αννιώ στην αγκαλιά της με κλάματα και φιλιά, το ρολόι της εκκλησίας χτύπησε έξι και μισή. Το παιδί είχε γλυτώσει.

……………………….

Έμεινα στο χωριό 7 χρόνια. Μάθαινα στα παιδιά γράμματα, αριθμούς και την ώρα. Μα πάνω απ’ όλα, τα μάθαινα το δίκιο και το άδικο. Την Αννιώ την έστειλαν στην πρωτεύουσα σε μια θεια της, έγινε νοσοκόμα και φρόντιζε αυτούς που είχαν ανάγκη. Τη Λένα, που έφυγε κι αυτή από το χωριό, ελεύθερη πια από τον αδερφό της, την ξαναείδα μια μέρα στο Σύνταγμα. Είχε πάει εκδρομή τις μαθήτριες της. Τους μάθαινε, μου είπε, γράμματα και αριθμούς αλλά πάνω απ’ όλα, τους μάθαινε το δίκιο και το άδικο.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Χαρά Λιακατά

Γράφω για τον ίδιο λογο που διαβαζω : για να ανοίξω το παράθυρο . Ναδω καλύτερα έξω και μέσα . Να δω βαθιά. Να δω μακριά- πίσω , στα παλιά, μπροστά, σε ότι έρχεται
Χαρά Λιακατά

Latest posts by Χαρά Λιακατά (see all)

2 σκέψεις στο “Η δασκάλα”

  1. Παντα μου αρεσουν τα κειμενα με την μυρωδια και τα χρωματα του παρελθοντος.Ποσο μαλλον οταν το αξιζουν.

    1. Χαρά Λιακατά
      Χαρά Λιακατά

      Χαίρομαι πολύ που απολαύσατε το κείμενο. Καλές αναγνώσεις και σε άλλα κείμενα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *