Η ώρα ακόμα δεν έχει πάει 11 και η Χρύσα γυροφέρνει στο μικρό της σαλόνι αναποφάσιστη αν θέλει να κάτσει στον καναπέ ή να μείνει όρθια κάνοντας σβούρες γύρω από τον εαυτό της. Ο καφές της ζεσταίνεται πάνω στο γυάλινο τραπεζάκι απλώνοντας μια κηλίδα νερού, που τώρα απειλεί να βρέξει τα χαρτάκια της. Τα απομακρύνει νευριασμένη. Ένα σύννεφο καπνού αιωρείται στο ταβάνι και φαίνεται εντονότερο από τις λίγες ακτίνες του ήλιου οι οποίες δειλά-δειλά αρχίσαν να μπαίνουν μέσα στην σκοτεινή της γκαρσονιέρα. Υπολογίζει ότι από την στιγμή που ξύπνησε, μάλλον έχει καπνίσει το μισό πακέτο καπνού της. «ΓΑΜΩ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ ΝΙΚΟ!» μονολογεί τσαντισμένη. Δάκρυα έρχονται στα μάτια της. Από το πρωί την πήραν οι φίλες της τηλέφωνο να της πουν τα νέα. Πάλι τον είδαν χθες βράδυ με κάποια να βγαίνει από ένα μπαρ χεράκι-χεράκι. Δεν προσπαθεί ούτε να κρυφτεί πλέον. «ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΘΡΑΣΟΣ!» φωνάζει στον τοίχο απέναντι, που την κοιτάει βουβός, με μια κορνιζαρισμένη φωτογραφία να κρέμεται στο κέντρο του: αυτή και ο Νίκος στον αρραβώνα τους πριν τρία χρόνια.

Ήταν πολύ ευτυχισμένη εκείνη τη μέρα. Φόρεσε ένα άσπρο δαντελωτό φόρεμα και μαζί με τον Νίκο και τους γονείς τους έφαγαν σε μια ταβέρνα. Αντάλλαξαν δαχτυλίδια, φιλήθηκαν αγαπησιάρικα και βγήκαν φωτογραφίες. Κάποια στιγμή τον έχασε βέβαια. Είχε βγει να μιλήσει «για μια δουλειά με τον Πέτρο» στο τηλέφωνο. Την πείραξε λίγο που έβαλε την δουλειά του πάνω από την ίδια μια τέτοια μέρα, αλλά δεν έδωσε παραπάνω σημασία. Τώρα θυμώνει με τον εαυτό της. Τελικά τα σημάδια ήταν πολλά. Από τότε και από πριν, μόνο που η ίδια δεν ήθελε να τα δει. Τα αγνοούσε επιδεικτικά. Μια φίλη που προσπάθησε να την προειδοποιήσει, την έπαψε από φίλη με συνοπτικές διαδικασίες. «Ζηλεύουν! Προσπαθούν να δημιουργήσουν ίντριγκες για να γεμίσουν κι αυτές τις ζωές τους» σκεφτόταν. Ναι. Αυτό πίστευε. Ότι θέλουν να την χωρίσουν. Ζήλευαν που ΑΥΤΗ, η μέτρια σε εμφάνιση, μέτρια σε κορμί, η ντροπαλή, η μαζεμένη, βρήκε ΑΥΤΟΝ που ήταν κούκλος, ψηλός, γυμνασμένος και πετυχημένος επιχειρηματίας. Που γύρισε ο ιδιοκτήτης της πιο τρέντυ καφετέριας της περιοχής να κοιτάξει ΑΥΤΗΝ και όχι κάποια άλλη φίλη της.

Και ο χρόνος περνούσε και αγνοούσε αναπάντητες αργά το βράδυ, μηνύματα που δεν της έλεγε ποιος είναι, τηλέφωνα που κρατούσαν πάνω από μισάωρο, αλλά ποτέ δεν την άφηνε να ακούσει ούτε μια λέξη και κλεινόταν ή στο υπνοδωμάτιο ή κατέβαινε κάτω στην πυλωτή. Και κάπως έτσι πέρασαν τρία χρόνια, με τον αρραβώνα να μην προχωράει σε γάμο, με την ίδια να ζηλεύει και να υποψιάζεται τους πάντες, με ομηρικούς καβγάδες όπου πάντα έβγαινε η τρελή, οι φίλες της κακές κι αυτός αθώος, με κλάματα και συνεχόμενα τηλέφωνα. Το τηλέφωνο του Νίκου είχε γίνει δεύτερη φύση της. Λογικό αν σκεφτεί κανείς ότι τον καλούσε τουλάχιστον 20 φορές τη μέρα. Ουκ ολίγες φορές είχε πληκτρολογήσει ασυναίσθητα τον αριθμό του, ενώ ήθελε να καλέσει την μητέρα της, την κολλητή της ή την πιτσαρία με της οποίας τις πίτσες κουκούλωνε τον κόμπο στο στομάχι της. Διόλου περίεργο που είχε πάρει κιλά τα τελευταία χρόνια. Αυτή είναι η καθημερινότητα της, η οποία πλέον δεν της φαίνεται καν προβληματική: ξυπνάει, τσακώνεται με τον Νίκο, κλαίει, πάει στην δουλειά, ψάχνει τον Νίκο στα τηλέφωνα, δεν τον βρίσκει, κλαίει, γυρίζει σπίτι, τσακώνεται με τον Νίκο, παραγγέλνει πίτσα, τρώει, κλαίει, επιστρέφει ο Νίκος σπίτι, τσακώνονται, την τουμπάρει, την καλοπιάνει, κάνουν σεξ, κοιμάται. Ρουτίνα.

Όχι όμως σήμερα. Σήμερα έρχεται ο κολλητός της από το Λονδίνο. Του υποσχέθηκε ότι θα βγουν. Όταν της είπε ότι έρχεται, λίγο μέσα της δυσανασχέτησε που θα έπρεπε να βγαίνει μαζί του και να πηγαίνουν για καφέ και ποτά. Δεν ήθελε να ταραχτεί η ρουτίνα της. Σίγουρα δεν ήθελε να της κάνει κήρυγμα για το πόσο χαμένη υπόθεση είναι ο αρραβώνας της και ότι χάνει τον χρόνο της σε κάποιον που δεν αξίζει και μπλαμπλαμπλα… Και η Χρύσα ήταν σίγουρη ότι θα είναι βασικό θέμα της κουβέντας τους. Μόνο που το σκεφτόταν, σκάρωνε στο μυαλό της δικαιολογίες για να αποφύγει την έξοδο μαζί του. Όχι πια όμως. Τα τελευταία νέα την θύμωσαν πολύ. «ΔΕΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΟΥΤΕ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙ ΠΛΕΟΝ!» μονολόγησε οργισμένη. «Με έχει κάνει ρεζίλι σε όλους! Όλοι με λυπούνται! ΔΕΝ ΜΕ ΑΓΑΠΑΕΙ! Τον ενδιαφέρει να πηγαίνει με την μια και την άλλη! Δεν θα με παντρευτεί ΠΟΤΕ!». Τώρα τα δάκρυα ξεκίνησαν να ρέουν άφθονα και η οργή της να φουσκώνει. «ΘΑ ΣΟΥ ΔΕΙΞΩ ΕΓΩ ΚΥΡΙΕ ΝΙΚΟ!» είπε στον τοίχο και έστειλε μήνυμα στον κολλητό της να επιβεβαιώσει το ραντεβού για το βράδυ. Ήξερε ΑΚΡΙΒΩΣ πού θα πήγαιναν: στο στέκι που την έσερναν κάποιες φορές οι συνάδελφοι της μετά την δουλειά για «ποτάκι». Δεν ήταν κανένα φοβερό μαγαζί, μάλλον της σειράς, ΑΛΛΑ ο μπάρμαν που δούλευε εκεί 2-3 φορές την είχε φλερτάρει. Της είχε πει πόσο όμορφα μάτια έχει (ώρες-ώρες ξεχνούσε και η ίδια ότι τα μάτια της είναι γαλαζοπράσινα) και την είχε κεράσει ποτά. Εκεί θα πήγαινε σήμερα λοιπόν και θα φλέρταρε κι αυτή με τον μπάρμαν και ας κατέληγαν και στο κρεβάτι!

Η ώρα έφτασε 9 και η Χρύσα είναι ντυμένη στην τρίχα, βαμμένη με τρόπο που τονίζονται τα μάτια της (καιρό είχε να φτιαχτεί τόσο) και περιμένει τον κολλητό της να την πάρει. Φτάνουν στο μαγαζί και κάθονται στο μπαρ. Ξεκινάει μια συζήτηση για την ζωή στο Λονδίνο, τις βλακείες που έκαναν ως φοιτητές, τα πλανά για διακοπές. Την παρακαλάει ο κολλητός της να πάνε με την παλιά παρέα στην Πάρο. Δυσανασχετεί. Τουλάχιστον δεν της είπε ακόμα για τον Νίκο. Η Χρύσα απαντάει σχεδόν μηχανικά. Όλη αυτή την ώρα έχει προσέξει ότι ο μπάρμαν την κοιτάει. Κάποιες φορές της χαμογέλασε πλατιά όταν συναντήθηκαν τα βλέμματα τους. Είναι κολακευμένη και προσπαθεί να φαίνεται όσο πιο γοητευτική μπορεί. Ο κολλητός της πάει στην τουαλέτα. Η ευκαιρία που έψαχνε! Είναι μόνη της! Ο μπάρμαν έρχεται προς το μέρος της και της πιάνει κουβέντα. Της λέει πόσο όμορφη είναι σήμερα. Ότι περίμενε πώς και πώς να έρθει και πολύ χάρηκε που τελικά είναι εδώ. Ότι θα ήθελε πολύ να την γνωρίσει καλύτερα. «Δώσε μου τον αριθμό σου, θες;» της λέει και η Χρύσα αμέσως αποστηθίζει τον αριθμό ενώ αυτός τον πληκτρολογεί στο τηλέφωνο του.

Ο κολλητός ήρθε από την τουαλέτα και ο μπάρμαν απομακρύνεται διακριτικά. Το μυαλό της Χρύσας όμως είναι συνέχεια σ’ αυτόν. Νιώθει ευτυχισμένη, δικαιωμένη, ικανοποιημένη, ΠΟΘΗΤΗ! Βλέπει τον μπάρμαν να γράφει κάτι στο κινητό του και να την κοιτάει. Το κινητό της όμως βουβό. Ξαναγράφει κάτι και της κάνει νόημα. Κοιτάει το κινητό της… βουβό. Η ώρα περνάει, ο κολλητός πιάνει κουβέντα με έναν γνωστό που μόλις μπήκε. Ο μπάρμαν την πλησιάζει. «Σου στέλνω μηνύματα! Δεν σου έρχονται;» «Όχι!» απαντάει η Χρύσα απορημένη. «Να δες!» της λέει και γυρνάει το κινητό του προς το μέρος της. Κοιτάει το μήνυμα στην οθόνη: «ΧΡΥΣΑ ΕΙΣΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΥ ΕΧΩ ΔΕΙ. ΑΝΥΠΟΜΟΝΩ ΝΑ ΣΧΟΛΑΣΩ ΚΑΙ ΑΝ ΘΕΣ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ ΜΑΖΙ». Χαμογελάει κολακευμένη. Κοιτάει τον αριθμό παραλήπτη και το χαμόγελο της παγώνει. Η δύναμη της συνήθειας την πρόδωσε. Δεν είναι το νούμερο της. Έδωσε το νούμερο του Νίκου από κεκτημένη ταχύτητα! Ξαφνικά αισθάνεται μια σκοτοδίνη. Χλωμιάζει. Τα ποτά ανεβαίνουν στο λαρύγγι της και με προσπάθεια δεν ξερνάει επί τόπου. Πάει να πέσει από το σκαμπό και ο κολλητός της την κρατάει. Το τηλέφωνο της χτυπάει. Έχει μήνυμα από το Νίκο: «ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΣΟΥ ΤΗΝ ΠΕΦΤΕΙ ΜΩΡΗ ΠΟΥΤΑΝΑ;»