Η εντολή της Κόμισσας – Μέρος Δεύτερο – 3

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προηγούμενο

Μπραν, Τρανσυλβανία

5 Μαρτίου 1897 μ.Χ.  

Έκανε κρύο, αλλά ο χώρος φωτιζόταν επαρκώς. Δεν υπήρχαν αναμμένα κεριά ή φανάρια ή δαυλοί, όμως τα σπασμένα παράθυρα ήταν αρκετά, ενώ πλέον υπήρχε και η μισάνοιχτη πόρτα, από την οποία εκείνος παρακολουθούσε τους στρατιώτες.

Τους έβλεπε που κυκλοφορούσαν στο χωριό, ενώ εκείνος παρέμενε κρυμμένος. Ήταν νέοι και φαίνονταν δυνατοί. Είχαν άλογα και όπλα. Περιπολούσαν στους χιονισμένους δρόμους. Έψαχναν για απαντήσεις σε κατεστραμμένα κτίρια. Φορούσαν στολή της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας –συγκεκριμένα, φορούσαν στολή Ούγγρων ορειβατών τυφεκιοφόρων. Να που είχαν έρθει τελικά, σκέφτηκε ο άντρας, παρότι ο ίδιος και πολλοί δικοί του δεν πίστευαν πως θα έρχονταν. Για τρίτη φορά, μάλιστα, απ’ όσο ήξερε. Ήταν περισσότεροι από τις προηγούμενες δύο. Δεν απομακρύνονταν πολύ ο ένας από τον άλλο. Το δάχτυλο, στη σκανδάλη. Είχαν και σκυλιά μαζί τους, τα οποία μύριζαν τον αέρα και το έδαφος.

Περισσότεροι και καλύτερα προετοιμασμένοι. Υποτίθεται. Αυτό ήταν το σχέδιό τους. Να μην την πάθουν όπως συνέβη με τους προηγούμενους, με τους συναδέλφους τους που είχαν έρθει αρχικά και οι οποίοι είχαν σφαγιαστεί ή μετατραπεί σε τέρατα.

Άραγε, ετούτοι να ήξεραν τι είχαν απογίνει οι δικοί τους; Τι ακριβώς τους συνέβη, και ειδικά αυτούς που είχαν χαθεί; Πόσα να γνώριζαν σχετικά με το Μπραν και το κάστρο και τα ανώτερα όντα που κατοικούσαν σε αυτό; Μάλλον, όχι πολλά. Αλλιώς δεν θα έρχονταν, σωστά; Αυτό δεν θα ήταν το πιο λογικό; Να φοβηθούν και να μείνουν μακριά από το χωριό, εφόσον αυτό είχε καταληφθεί από πανίσχυρα τέρατα;

Μπορεί, απάντησε μόνος του στο μυαλό του ο άντρας. Αλλά, από την άλλη, μπορεί να νομίζουν ότι θα τα καταφέρουν. Ότι θα νικήσουν. Ότι θα πάρουν εκδίκηση. Ναι, αυτό θα θέλουν σίγουρα. Εκδίκηση. Για τους νεκρούς συναδέλφους τους. Χαμογέλασε και έξυσε ελαφρώς με τα βρόμικα νύχια του την πόρτα, τη στιγμή που οι ένοπλοι άντρες συνομιλούσαν ανά υπο-ομάδα, όπως κυκλοφορούσαν λίγο παραπέρα. Του φαίνονταν τόσο ανίδεοι, που σχεδόν τους λυπόταν. Ήταν παιδιά. Κάποιοι δεν θα είχαν περάσει καν τα τριάντα. Και τους είχαν αναθέσει μια τόσο επικίνδυνη και δύσκολη αποστολή. Τους είχαν στείλει για σφαγή κι αυτούς.

Θα ήταν κρίμα, αν το μόνο που τους περίμενε ήταν ο θάνατος. Αλλά όχι, δεν θα είχαν τέτοια μοίρα. Τα ανώτερα όντα που διαφέντευαν αυτόν τον τόπο, και που σύντομα θα αναλάμβαναν την κυριαρχία όλης της Τρανσυλβανίας και αργότερα κάθε πιθαμής του κόσμου, θα τους άλλαζαν και θα τους έδιναν την ευκαιρία να υπηρετήσουν τον σκοπό τους. Όπως έκανε ο ίδιος.

Τότε ο άντρας πρόσεξε έναν άλλο ψηλό και γεροδεμένο τύπο που είχε διαφορετική αμφίεση και που τον ακολουθούσαν άντρες με στολές. Αυτός φορούσε πολιτικά ρούχα, ένα μακρύ παλτό, καφέ παντελόνι και μαύρες μπότες. Στο κεφάλι, είχε ένα καπέλο σαν αυτά που προτιμούν οι κύριοι στις μεγαλουπόλεις. Ο άντρας δεν άργησε να καταλάβει ότι ο συγκεκριμένος τύπος ήταν ο επικεφαλής της μονάδας που είχε σταλεί. Επίσης, από τα λίγα που κατάφερε να ακούσει, ο τύπος είχε γερμανόφωνη προφορά. Ή κάτι τέτοιο. Πάντως, δεν ήταν Ούγγρος ή Τρανσυλβανός.

Σήμαινε κάτι αυτό; Είχε κάποια σημασία;

Ο άντρας σκέφτηκε πως όχι. Όποιον κι αν είχαν επικεφαλή οι Ούγγροι το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο. Όλοι θα γίνονταν βρικόλακες. Ή θα πέθαιναν σαν τα σκυλιά.

Πάνω που τα συλλογίστηκε, ο άντρας είδε δύο από αυτά να γαβγίζουν προς το μέρος του και αμέσως έκανε πίσω, κλείνοντας την πόρτα. Δεν πρόφτασε να ακούσει τον Φάμπιαν να στρέφεται προς το κρησφύγετο του.

***



2 Μαρτίου 1897 μ.Χ.

Βουδαπέστη

Ήταν νωρίς το πρωί όταν ο Φάμπιαν, έχοντας ανεβάσει το γιακά του παλτού του λόγω της βροχής, επέστρεψε στο Evidenzbureau, κουρασμένος από το ξενύχτι στο νοσοκομείο. Εκείνος και η γυναίκα του, η Έμιλυ, είχαν περάσει όλο το βράδυ πλάι στην Ορέλια, η οποία ευτυχώς είχε έναν σχετικά ελαφρύ ύπνο, χωρίς πολύ πυρετό. Το στήθος της μικρής ανεβοκατέβαινε με σχετικά σταθερό ρυθμό, ενώ η ανάσα της δεν ήταν ιδιαίτερα βραχνή. Μόνο δύο φορές ξύπνησε και έβηξε και τότε οι γονείς της, καθώς και δύο νοσοκόμες, έσπευσαν να τη βοηθήσουν να ηρεμήσει.

Να ηρεμήσει, είχε σκεφτεί κάποια στιγμή ο Φάμπιαν, όταν η κόρη του έγειρε ξανά πίσω στο μαξιλάρι και εκείνος βγήκε από το δωμάτιο για λίγο, για να καπνίσει. Ήταν ειρωνική η σκέψη του, γιατί δεν ήξερε αν η Ορέλια ξεκουραζόταν πραγματικά. Η μικρή δεν του έδινε αυτή την εντύπωση. Ο πυρετός δεν έλεγε να υποχωρήσει σε υποφερτό επίπεδο, η βραχνάδα διαπότιζε τη φωνή της και οι υποτροπές στο βήχα που την έπιανε ξεσπούσαν σε ακανόνιστο χρόνο. Δεν υπήρχε κάποια σταθερότητα στα συμπτώματα, κάτι που ναι, ήταν λογικό, οι ασθένειες είχαν συχνά σκαμπανεβάσματα, αλλά του Φάμπιαν, που είχε συνηθίσει την πειθαρχία και τη ρουτίνα του στρατού, δεν του αρκούσε αυτή η εξήγηση. Θα προτιμούσε να ξέρει πώς θα προχωρούσε η κατάσταση της Ορέλια, τι να περιμένουν με την Έμιλυ. Αλλά ο γιατρός Μολνάρ τους έλεγε ότι και γι’ αυτόν ακόμα ήταν δύσκολο να προβλέψει την πορεία της νόσου. Κάτι που, πρακτικά, προκαλούσε περισσότερο εκνευρισμό στον Φάμπιαν, παρά τον παρηγορούσε. Αλλά δεν ξεσπούσε στον Μολνάρ. Ο άνθρωπος έκανε ό,τι μπορούσε. Ήταν παρών και έσπευδε να βοηθήσει την Ορέλια. Θα ήταν άδικο αν ο ίδιος ή και η Έμιλυ του επέρριπταν περαιτέρω ευθύνες, αν του επιτίθονταν.

Όμως, μέσα του, ο Φάμπιαν έτρωγε την ίδια του την ψυχική γαλήνη, κρατώντας μεγάλο μέρος των παραπόνων του για τον εαυτό του. Κάπνιζε περισσότερο απ’ όσο συνήθως, όταν σκεφτόταν την πνευμονία της Ορέλια, φυσούσε και ξεφυσούσε σαν να είχε επισκεφτεί κάποιο σκουπιδότοπο. Οι συνεργάτες του του είχαν τονίσει ορισμένες φορές ότι τους τρόμαζε η όψη του, αφού στεκόταν ακίνητος, με σμιγμένα φρύδια και μισόκλειστα μάτια που είχαν καρφωθεί σαν λεπίδες σε ένα συγκεκριμένο σημείο του χώρου, ενώ δε φαινόταν να ακούει τίποτα. Κάποια στιγμή, το ήξερε, θα έβγαζε τον θυμό του σε όλη την ένταση που συσσώρευε σαν παιδάκι που ζητιανεύει. Αυτό που ήλπιζε -εφόσον δεν θα μπορούσε να αποφύγει την έκρηξή του- ήταν να είχε απέναντί του το καθίκι, τον Τζούρτζου. Δεν θα τον ένοιαζε αν θα ήταν μόνοι ή μαζί με άλλους. Εκείνη τη στιγμή, δεν θα τον ένοιαζε ακόμα και αν τον έβαζαν φυλακή μετά. Απλά θα αφηνόταν.

Δεν θα πήγαινε στο σπίτι, τουλάχιστον όχι μέχρι το μεσημέρι. Σύμφωνα με το ασημένιο Watchers View που είχε περασμένο στην ζώνη του, η ώρα ήταν οκτώ. Είχε ήδη αργήσει πολύ για το γραφείο. Ο συνταγματάρχης Ορμπάν μάλλον θα ήταν έξω φρενών με την πάρτη του. Τους ήθελε όλους απίκο, όταν είχαν υπηρεσία. Ο Φάμπιαν δεν σκοτιζόταν και πολύ για τον ίδιο τον Ορμπάν, παρά μόνο έως ένα βασικό επίπεδο –το ότι ήταν ο προϊστάμενός του. Το οποίο σήμαινε ότι ο συνταγματάρχης θα μπορούσε να του προκαλέσει προβλήματα, αν τον έβαζε στο μάτι.

Όχι ότι κι εγώ δεν μπορώ, βέβαια, σκέφτηκε ο Φάμπιαν. Αλλά άφησε αυτή τη σκέψη για άλλη στιγμή.

Όπως πάντα, ο αμαξάς που τον είχε παραλάβει από το νοσοκομείο, ο οποίος μάλλον είχε καταλάβει ότι ο Φάμπιαν δεν είχε όρεξη για συνομιλίες και έτσι τον άφησε στην ησυχία του σε όλη τη διαδρομή, σταμάτησε δύο οδούς παρακάτω από τη συμβολή της Κίραϊ με την Κις Ντιόφα. Άναψε τσιγάρο, πλήρωσε τον αμαξά και κατέβηκε στο πεζοδρόμιο και, περνώντας τον κόσμο που περιφερόταν γύρω του, έφτασε στον τοπικό σταθμό της υπηρεσίας του. Χτύπησε το ρόπτρο στην πόρτα και περίμενε, κοιτώντας δεξιά και αριστερά του. Όπως συνέβαινε τις περισσότερες φορές, η Κις Ντιόφα δεν είχε πολλούς περαστικούς, αλλά το Φαντάστικους Ίνζεκ είχε ήδη τους πρώτους του πελάτες, κυρίως άντρες με καπέλα, οι οποίοι είχαν στριμωχτεί στο εσωτερικό για να αποφύγουν τη βροχή, και είτε είχαν καθίσει σε τραπέζια, είτε στέκονταν ο ένας πίσω από τον άλλο, διαβάζοντας εφημερίδα ή συνομιλώντας αναμεταξύ τους, αναμένοντας να εξυπηρετηθούν, τη στιγμή που οι σερβιτόροι έτρεχαν χαμογελαστοί, για να μη μείνει κανένας παραπονεμένος. Ο Φάμπιαν, βλέποντας όλους αυτούς, ένιωσε το στομάχι του να διαμαρτύρεται, αφού «έπιασε» με την μύτη του τις θεσπέσιες μυρωδιές των φαγητών του εστιατορίου. Ζήλεψε λίγο τους πελάτες εκείνους και ευχήθηκε οι συνεργάτες του να είχαν προμηθευτεί καμιά λιχουδιά. Ίσως κάνα στρούντελ. Ένιωσε τη γεύση του χθεσινού στρούντελ, που είχε γεύση μήλου. Ανατρίχιασε, ενθυμούμενος πόσο ωραίο ήταν.

Την επόμενη στιγμή, όμως, αναστέναξε. Γιατί σκέφτηκε πως εκείνος, και να μην είχαν πάρει κάτι οι συνεργάτες του, θα μπορούσε να πεταχτεί κάποια στιγμή στο εστιατόριο και να φάει αξιοπρεπώς, ενώ η Έμιλυ θα έμενε στο νοσοκομείο και θα έπρεπε να αρκεστεί σε ό,τι της έφερναν εκεί. Καμιά σούπα ή νερόβραστο κρέας. Ή κάτι τέτοιο. Κάτι που ναι, ήταν πιο εύγεστο από σχεδόν ό,τι έφτιαχναν στα μαγειρεία οποιουδήποτε στρατοπέδου, αλλά και πάλι, δεν σε έπειθε ιδιαίτερα να θέλεις να το φας. Ήταν άδικο, δεν ήταν; Ειδικά, αν σκεφτόταν κανείς και το λόγο που θα έμενε στο νοσοκομείο η Έμιλυ.

Όμως, σκέφτηκε, αν η Ορέλια είναι καλά, τότε το τελευταίο που θα νοιάξει την Έμιλυ είναι το τι θα φάει. Ήταν αλήθεια. Και ο ίδιος αυτό θα έκανε, στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ούτε που θα σκοτιζόταν για το φαγητό.

Ναι, αλλά…

Τότε ο επιλοχίας άνοιξε την πόρτα και ο Φάμπιαν τον χαιρέτισε, κρατώντας μια σημείωση στο μυαλό του για αργότερα. Έσβησε το τσιγάρο του και μπήκε στον τοπικό σταθμό, βγάζοντας το παλτό του, που είχε υγρανθεί πολύ. Δυστυχώς, μέσα δεν είχε πολλή ζέστη, αλλά δεν θα παραπονιόταν και γι’ αυτό.

«Καλημέρα, κύριε ταγματάρχη!» είπε ο νεαρός, κλείνοντας και ακολουθώντας τον Φάμπιαν ως το γραφείο της εισόδου, όπου πήρε την πένα και σημείωσε την άφιξη του ανωτέρου. Έπειτα, σήκωσε το βλέμμα. «Πώς είναι η κόρη σας;»

«Είχαμε δύσκολη βραδιά. Ευτυχώς, όμως, δεν… δεν ξέφυγε η κατάσταση».

Ο επιλοχίας ένευσε. «Λυπάμαι, κύριε. Εύχομαι να καλυτερεύσει».

«Ευχαριστώ». Ο Φάμπιαν κοίταξε το χώρο. Πόρτες κλειστές. Ελάχιστος φωτισμός. Μυρωδιά από χαρτιά και πολύ τσιγάρο. Αντρικές φωνές που πότε υψώνονταν και πότε χαμήλωναν. Κάτι του φάνηκε αλλιώτικο. Χρειάστηκε δύο δευτερόλεπτα ακόμα και κατάλαβε τι συμβαίνει: όλα τα γραφεία ήταν κατειλημμένα. Όλες οι βάρδιες μέσα. Για του λόγου το αληθές, είδε έναν συνάδελφο, τον αρχιλοχία Έντρε, της ομάδας του σταθμού που συνήθως αναλάμβανε υποθέσεις της Γαλλίας και της Γερμανίας, να βγαίνει από το γραφείο του και να πηγαίνει προς την έξοδο. Χαιρετίστηκαν, αλλά βιαστικά. Όλοι μέσα. Όχι και τόσο συχνό φαινόμενο εν καιρώ ειρήνης. Κάτι που σήμαινε πως υπήρχαν εξελίξεις. Δυσάρεστες εξελίξεις. Τότε συνειδητοποίησε πως τις τελευταίες ώρες δεν είχε σκεφτεί καθόλου την υπόθεση του Μπραν, ενώ αυτή ήταν η βασική που ερευνούσαν. Θυμήθηκε πόσο παράξενα ευρήματα είχαν και πόσο άσχημη ήταν η κατάσταση στο χωριό εκείνο. Ένας θεός ξέρει τι άλλο συνέβη χθες, σκέφτηκε.

Γύρισε προς τον επιλοχία. «Τι έγινε;»

«Ήρθε γράμμα από τον Κοινό Στρατό του Μπρασώφ, κύριε».

Τέλεια. «Και;»

«Φοβάμαι ότι δεν μπορώ να σας πω άλλα εγώ. Θα πρέπει να μιλήσετε με τον συνταγματάρχη. Είναι εντολή του, όλοι οι αξιωματικοί, και δη οι επικεφαλείς των επιμέρους ομάδων, να περνάνε από το γραφείο του, από τη στιγμή που θα φτάσουν στον σταθμό. Πάντως, δεν είναι καλά τα νέα, κύριε».

Ο Φάμπιαν κατένευσε. Έκανε να πιάσει το πακέτο, αλλά σκέφτηκε πως θα ήταν καλύτερα να δει τον Ορμπάν χωρίς να δίνει την αίσθηση πως είναι μια τυπική μέρα. «Καλώς» είπε. «Θα μιλήσουμε αργότερα, επιλοχία».

«Μάλιστα, κύριε. Αλλά…» Κοίταξε γύρω του. «Υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθετε. Δεν πρόλαβα να σας το πω χθες».

«Τι;»

Ο επιλοχίας έσκυψε μπροστά και ο Φάμπιαν έκανε το ίδιο.

«Χθες ήρθε ένα ακόμα γράμμα. Δεν ξέρω τι έγραφε, αλλά ο λοχαγός το πήγε κατευθείαν στον συνταγματάρχη. Και μετά, που τον ρώτησα, ήταν εχθρικός απέναντί μου. Και δεν μου είπε τι έγραφε». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Σκέφτηκα ότι θα θέλατε να το ξέρετε, κύριε».

«Δεν σου είπε; Περίεργο». Ο Φάμπιαν περίμενε, αλλά ο επιλοχίας απλά ανασήκωσε τους ώμους του. «Όπως και να έχει, σε ευχαριστώ!» Στάθηκε πάλι όρθιος. «Μην ανησυχείς. Θα μάθω γι’ αυτό, χωρίς να σε αναμείξω».

Ο επιλοχίας ένευσε.

Πριν φύγει, ο ταγματάρχης τον ρώτησε: «Στο σπίτι; Όλα καλά;»

«Τα ίδια, κύριε».

«Σε ποιον μήνα είναι η γυναίκα σου, είπαμε;»

«Στον όγδοο».

«Ε, δεν θα αργήσει πολύ. Θα σας έρθει σύντομα ο μικρός. Ή η μικρή».

«Ή τα μικρά».

«Τι, μπορεί να περιμένει περισσότερα από ένα;»

Ο επιλοχίας χαμογέλασε. «Τι να σας πω. Έχει παχύνει πολύ. Δεν ξέρω αν είναι από το παιδί ή τα παιδιά ή από το φαγητό».

Ο Φάμπιαν χαμογέλασε κι αυτός. Τον συμπαθούσε πολύ τον επιλοχία.

Τον χαιρέτισε και στράφηκε και πήγε ως το γραφείο του Ορμπάν. Η διάθεσή του επανήλθε στην κατήφεια. Ωραία αρχίζει η μέρα, είπε μέσα του, ένα λεπτό πριν πάρει άδεια για να εισέλθει.

Ο χώρος ήταν άδειος από άλλους, πέραν του διοικητή του τοπικού σταθμού. Ωστόσο, ήταν φανερό πως η δράση είχε ξεκινήσει από νωρίς. Ίσως και από χθες το βράδυ, αν δεν είχε φύγει καθόλου ο Ορμπάν. Ο χώρος είχε γεμίσει με καπνό και ιδρώτα. Το παράθυρο πίσω από τον συνταγματάρχη ήταν κλειστό, με παραμερισμένες τις κουρτίνες, αποκαλύπτοντας έτσι την ίδια πολυκατοικία που είχε χτιστεί πριν πολλά χρόνια. Ο Φάμπιαν είδε πως τα ρούχα που ήταν χθες απλωμένα δεν υπήρχαν πλέον εκεί.

Βάρεσε προσοχή ενώπιον του ανωτέρου του και περίμενε.

«Ανάπαυση, Άσπελ» διέταξε ο Ορμπάν. Κοιτούσε τον Φάμπιαν απευθείας στα μάτια. Βασικά, τον είχε ακολουθήσει με το βλέμμα του, από τη στιγμή που μπήκε μέχρι που έφτασε κοντά του. Χωρίς να μιλάει. Χωρίς να χαμογελάει ή να κατσουφιάζει ή κάτι τέτοιο. Δίχως κάποια αντίδραση γενικά. Ήταν τσουβαλιασμένος στην θέση του, με το μουστάκι, το πουκάμισο, το γιλέκο και τη γραβάτα να έχουν λερωθεί τόπους-τόπους από υπολείμματα φαγητού. Το παλτό του το είχε πετάξει σε μια καρέκλα, λες και ήταν άχρηστο πια. Στη φαλάκρα του κεφαλιού του, αντιφέγγιζε το γκριζωπό φως της βροχερής ημέρας. Ο Φάμπιαν δεν θυμόταν να τον έχει ξαναδεί σε τέτοια κατάσταση. Δεν έμοιαζε ενοχλημένος με τον Φάμπιαν, παρά εξουθενωμένος με κάτι άλλο, επαγγελματικό πιθανώς. Αλλά δεν τον λυπήθηκε.

«Διατάξτε, κύριε συνταγματάρχη» είπε μόνο.

Ο Ορμπάν δεν μίλησε αμέσως. Έπαιξε με τους αντίχειρές του, χτυπώντας τους μεταξύ τους. Φούσκωσε τα μάγουλά του και πέταξε τον αέρα. Έπειτα, έπιασε το τσιγάρο του που σιγόκαιγε στο σταχτοδοχείο. Ρούφηξε τον καπνό και μετά τον έβγαλε από μέσα του, προς τον Φάμπιαν. «Έχουμε νέα, Άσπελ. Στο Μπραν, έγινε κι άλλη σφαγή. Δικών μας. Δηλαδή, των Ούγγρων. Της μονάδας έρευνας που είχε σταλεί εκεί, μετά την άφιξη των χωριατών στο Μπρασώφ και τις καταγγελίες τους. Έξι νεκροί πολιτοφύλακες, Άσπελ. Νεκροί όπως οι χωριάτες του Μπραν. Σαν ζώα».

«Τι; Κι αυτοί;» Ο Φάμπιαν δεν μπορούσε να το πιστέψει. Είχε την πεποίθηση ότι οι εκπαιδευμένοι και ένοπλοι πολιτοφύλακες θα έκαναν τη διαφορά, ότι θα φόβιζαν τους φονιάδες. Αλλά, απ’ ό,τι φαινόταν, δεν είχε σκεφτεί το πράγμα διεξοδικά. Και υπήρχε λόγος γι’ αυτό. Δεν είχε πλήρη εικόνα της κατάστασης. Ήξερε για τις σφαγές. Ήξερε για τους αφιχθέντες στο Μπρασώφ. Ήξερε κάποια παρελθοντικά γεγονότα και  ότι στα Καρπάθια χάνονται άνθρωποι που, είτε δεν ξαναβρίσκονται, είτε τους βρίσκουν νεκρούς. Όμως, για την παρούσα περίπτωση, τα στοιχεία τους ήταν κατ’ ουσίαν ελλιπή. Το οποίο δικαιολογούσε τις αστοχίες τους. Εν μέρει. Αλλά αυτή η σκέψη με τίποτα δεν παρηγορούσε τον Φάμπιαν. Οι πολιτοφύλακες είχαν πεθάνει. Άδοξα. Και είχαν οικογένειες. Γονείς, σύζυγο, μπορεί και παιδιά. «Για όνομα του Θεού…» σχολίασε και έτριψε τον λαιμό του, νιώθοντας σαν να είχε χάσει τον ρυθμό της αναπνοής του.

Τότε συνειδητοποίησε κάτι ακόμα. «Έξι, είπατε; Νόμιζα ότι είχαν στείλει περισσότερους, κύριε».

«Ναι. Όντως, είχαν στείλει περισσότερους. Δεκαπέντε. Ο ένας έφυγε πιο νωρίς, για να ενημερώσει το Μπρασώφ για ό,τι είχαν βρει και δεν ξαναγύρισε στο Μπραν. Έμειναν δεκατέσσερις. Από αυτούς, η μονάδα ελέγχου του Κοινού Στρατού βρήκε μόνο τους έξι. Νεκρούς. Μες στα αίματα. Ο ένας ήταν απανθρακωμένος, σαν παραψημένο λουκάνικο». Ύψωσε τα δασιά φρύδια του, νεύοντας καταφατικά σε μια ερώτηση που δεν άκουσε, παρά μόνο στο μυαλό του. «Τραγωδία, Άσπελ. Γαμημένη τραγωδία. Γαμημένη ήττα. Εις βάρος της Αυτοκρατορίας. Υπ’ ευθύνη μας, που να πάρει ο διάολος. Αυτά έπρεπε να τα προλάβουμε. Να τα αποτρέψουμε. Να μην ξεφύγει κι άλλο η κατάσταση. Αλλά τα σκατώσαμε. Κι εσύ με τους άλλους δύο έχετε μεγάλη ευθύνη επ’ αυτού, Άσπελ. Είναι δική σας υπόθεση».

Ο Φάμπιαν δυσανασχέτησε. Δεν του άρεσε να απολογείται σε έναν τύπο σαν τον Ορμπάν. Όχι ότι ο άλλος είχε εντελώς άδικο. Κι αυτό ήταν που τον τσάντιζε. Το ότι, από τη μια, ο συνταγματάρχης ορθώς του τα ’ψελνε, αλλά, από την άλλη, αγνοούσε σκοπίμως ουσιώδεις λεπτομέρειες.

Είπε «Κύριε συνταγματάρχη, δεν είχαμε αναλάβει εξ’ αρχής την υπόθεση. Δεν ξέραμε τι συμβαίνει. Ακόμα δεν ξέρουμε, με σιγουριά. Δεν ξέρουμε ποιοι είναι οι εχθροί μας και γιατί κάνουν ό,τι κάνουν. Δεν ξέρουμε τι όπλα έχουν στη διάθεσή τους, τι πληροφορίες κατέχουν. Δρούμε με όσα ξέρουμε και με όσα μπορούμε να μάθουμε».

Ο Ορμπάν σηκώθηκε από τη θέση του. «Πρέπει να μάθουμε κι άλλα, Άσπελ. Αλλά όχι από εδώ. Θα πρέπει να στείλουμε δικούς μας στο Μπραν. Κατασκόπους του Evidenzbureau. Μαζί με άντρες του Κοινού Στρατού. Μεγάλη μονάδα, όσο περισσότερους γίνεται. Θα πρέπει να ξεψαχνίσουμε όλο το ρημαδότοπο. Θέλω αποτελέσματα, Άσπελ. Θέλω συλληφθέντες. Θέλω νεκρούς, αλλά όχι δικούς μας. Πρέπει να λυθεί αυτή η υπόθεση, πριν βρούμε πραγματικά το μπελά μας».

Ήτοι μην αναμειχθεί το υπουργείο και ο Αυτοκράτορας, σκέφτηκε ο Φάμπιαν. Γιατί τότε θα έχουμε την ίδια μοίρα με τον Ζαλάν. «Κατανοητό, κύριε».

«Να θυμάσαι, Άσπελ». Ο Ορμπάν έδειξε τον Φάμπιαν. «Εσείς θα την πληρώσετε πρώτα, αν συνεχίσετε να τα σκατώνετε. Ξέρω ότι τραβάς ζόρια με το αρρωστιάρικο, το παιδί σου, αλλά αυτό δεν είναι δικό μου πρόβλημα. Ούτε του τοπικού σταθμού. Ούτε κανενός άλλου. Είναι δικό σου πρόβλημα. Το οποίο, λυπάμαι, θα πρέπει να το παραμερίσεις. Τέρμα πια οι έξοδοι εν ώρα υπηρεσίας. Δεν με νοιάζει τι συμβαίνει με την κόρη σου. Η υπόθεση του Μπραν με νοιάζει. Γιατί επείγει. Έχουμε συνεχείς εξελίξεις και δεν είναι καθόλου καλές. Όπως θα έχεις καταλάβει, όλες οι βάρδιες είναι μέσα. Σε επιφυλακή. Για παν ενδεχόμενο. Για να είμαστε όλοι έτοιμοι να δράσουμε. Λοιπόν, πήγαινε στην ομάδα σου και σκεφτείτε πώς θα οργανώσουμε την αποστολή που θα πάει στο Μπραν. Πόσοι θα πάτε, ποιοι θα πάτε, τι θα έχετε μαζί σας κλπ. Ποιους στρατιώτες του Κοινού Στρατού θέλετε να σας συνοδεύσουν. Όλα. Εντός της ημέρας θα πρέπει να έχετε οργανώσει την αποστολή. Κάθε τι που σχετίζεται με αυτήν».

Ο Φάμπιαν κατένευσε. Ήξερε πως αναπόφευκτα θα έφταναν σε αυτό το σημείο. Ενδόμυχα, το είχε σκεφτεί. Αλλά ήλπιζε να μη χρειαζόταν. Γιατί ο ίδιος, σαν επικεφαλής της ομάδας του, ήταν ο πρώτος που θα έπρεπε να πάει. Ο Ορμπάν έβγαλε εκτός τον εαυτό του. Δεν θα πήγαινε για κανένα λόγο. Μόνο αν ερχόταν ειδική διαταγή από τα ανώτερα κλιμάκια. Κάτι που δεν θα συνέβαινε, φυσικά. Εκτός συγκλονιστικού απροόπτου. Ακόμα πιο συγκλονιστικού απροόπτου, δηλαδή. Βασικά, όλοι οι εργαζόμενοι του τοπικού σταθμού του Evidenzbureau ήξεραν πως, αν η Βιέννη αναμειγνυόταν στα σοβαρά, τότε ένα ταξίδι ως το Μπραν θα ήταν το μικρότερο πρόβλημα του συνταγματάρχη.

Δεν ήθελε να πάει. Ξεκάθαρα. Όχι γιατί φοβόταν την ίδια την αποστολή, αλλά γιατί δεν ήθελε να αφήσει μόνες την Έμιλυ και την Ορέλια. Τον χρειάζονταν. Όπως και εκείνος χρειαζόταν την γυναίκα και την κόρη του, κοντά του. Το να φύγει μακριά τους, ακόμα και στα πλαίσια μιας σημαντικής αποστολής, θα τον ζόριζε. Γιατί φοβόταν πως ο νους του θα ήταν πιότερο στο νοσοκομείο της Βουδαπέστης, παρά στην υπόθεση. Κάτι που δεν θα βοηθούσε κανέναν.

«Μάλιστα, κύριε συνταγματάρχη» είπε. «Υπάρχει κάτι άλλο, κύριε;» Είχε θυμηθεί το γράμμα που του ανέφερε ο επιλοχίας.

«Όχι. Προς το παρόν, όχι» απάντησε ο Ορμπάν, που έσπευσε να σβήσει το ένα τσιγάρο (το οποίο είχε μισοκαεί) και να ανάψει άλλο. Παιδεύτηκε μια δυο στιγμές, με τα χέρια του να τρέμουν ελαφρώς, αλλά εν τέλει τα κατάφερε. «Μπορείς να… να πηγαίνεις, Άσπελ. Περιμένω νεώτερα εντός της ημέρας».

Ο Φάμπιαν κατένευσε, βάρεσε προσοχή ξανά και αποχώρισε από το γραφείο του Ορμπάν, χωρίς να δει τον συνταγματάρχη να τον παρακολουθεί μέχρι να κλείσει η πόρτα.

Ο ταγματάρχης χαιρέτισε έναν συνάδελφο από το τρίτο κατά σειρά γραφείο και έπειτα χώθηκε στο δικό του. Βρήκε τον Ράινχελ και τον Βολφ να κάθονται δίπλα-δίπλα, μπροστά από το γραφείο, αφήνοντας την θέση του επικεφαλής στον ίδιο τον Φάμπιαν. «Καλημέρα, παίδες!» είπε. Άφησε το πανωφόρι του στον καλόγερο και πήγε και κάθισε.

«Καλημέρα!» του απάντησαν. Και, όπως και ο Ορμπάν, άφησαν στην άκρη τις όποιες σκέψεις περί δουλειάς και έμειναν να τον κοιτούν κι αυτοί από τη στιγμή που μπήκε έως που κατέλαβε την θέση του. Μόνο που οι δύο συνεργάτες του Φάμπιαν είχαν πολύ πιο αγνά κίνητρα από τον διοικητή του τοπικού σταθμού.

«Πώς είναι η Ορέλια;» ρώτησε ο Ράινχελ, όπως είχε κάνει και την προηγούμενη μέρα.

Ο Φάμπιαν δεν απάντησε αμέσως. Πρώτα, έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. Έπειτα, πήρε ένα από τα ποτήρια με καφέ και ήπιε. Ύστερα, έκανε να πιάσει ένα στρούντελ, αλλά το ξανασκέφτηκε -δεν είχε όρεξη- και το απέρριψε. Τέλος, κοίταξε τους άλλους και ανασήκωσε τους ώμους. «Έπαθε μια από αυτές τις κρίσεις που συμβαίνουν κατά καιρούς. Ευτυχώς, προλάβαμε τα χειρότερα. Όταν έφυγα, κοιμόταν, και η Έμιλυ μου υποσχέθηκε ότι θα κοιμόταν λίγο και η ίδια».

«Ωραία, ωραία» σχολίασε ο Βολφ. Αναστέναξε. «Ο γιατρός τι λέει;»

«Τρέχει κι αυτός. Λέει ότι τέτοιες εξάρσεις είναι συχνές. Α, και πως η μικρή μάς χρειάζεται. Και εμένα και την Έμιλυ».

«Λογικό».

«Μμμ. Αλλά δεν είναι εύκολο. Γιατί, απ’ ό,τι έμαθα από τον προϊστάμενο, η δουλειά στο Μπραν στράβωσε κι άλλο και θα πρέπει να επισπεύσουμε τις διαδικασίες. Που σημαίνει, κύριοι, ότι θα πρέπει να στείλουμε ξανά μια μεγάλη στρατιωτική μονάδα. Αλλά αυτή τη φορά, θα τη συνοδεύουν και κατάσκοποι του Evidenzbureau. Δικοί μας. Μπορείτε να φανταστείτε τι σημαίνει αυτό, ναι;»

Μπορούσαν. Και γι’ αυτό η ματιά που αντάλλαξαν ήταν αποθαρρυντική. Γιατί και αυτοί ήξεραν πως όλοι -από τον κατώτερο στρατιώτη έως τον ανώτατο διοικητή του υπουργείου Εξωτερικών και τον Αυτοκράτορα- θα περίμεναν να αναλάβει την πλήρη ευθύνη της αποστολής ο ταγματάρχης Φάμπιαν Άσπελ.

***


Η Έμιλυ είχε σταυρώσει τα χέρια της στο στήθος της και είχε ρίξει το πανωφόρι της πάνω της. Καθόταν στην άβολη καρέκλα και κοιμόταν, ή αυτό προσπαθούσε, γιατί συνεχώς προσπαθούσε να βρει την κατάλληλη στάση για την μέση της, κάτι που αποδείχτηκε ανώφελο. Και το ήξερε. Αλλά ήθελε πολύ να ξεκλέψει μια δυο ώρες, αφού δεν ήταν πια τόσο νέα, για να αντέχει κάθε κακουχία, όπως η έλλειψη ύπνου και τα καθίσματα που δεν έχουν φτιαχτεί για να κοιμάται ένας άνθρωπος. Ευτυχώς, μέσα στο δωμάτιο του νοσοκομείου έκανε ζέστη, πράγμα που βοηθούσε λίγο.

Δεν ένιωθε πραγματική, ψυχική κούραση, από αυτή που της προκαλούσαν οι, κατά την γνώμη της, ανούσιες κουβέντες περί πολιτικής και κατασκοπίας. Όχι. Αυτό που ένιωθε ήταν σωματική κούραση. Στο πρόσωπό της, μπορούσε κανείς να δει τους μαύρους κύκλους και τα υπολείμματα από τα δάκρυα που είχαν ξεχυθεί πριν από μερικές ώρες. Ακόμα και όταν μπόρεσε να κοιμηθεί η Ορέλια, η Έμιλυ δεν είχε πάψει να κλαίει. Σταματούσε και άρχιζε, έχοντας τον Φάμπιαν να την αγκαλιάζει και να την παρηγορεί, ενώ και ο γιατρός Μολνάρ και οι νοσοκόμες έδειχναν εμπράκτως ότι ανά πάσα ώρα και στιγμή θα έσπευδαν για να βοηθήσουν. Δεν της άρεσε που η κόρη της την έβλεπε τόσο αδύναμη, ενώ έπρεπε να δείχνει πολύ δυνατή, όπως έδειχνε ανέκαθεν ο Φάμπιαν. Η Ορέλια χρειαζόταν και τους δύο, να είναι έτοιμοι και να της σταθούν. Τώρα που έβλεπε πως η μητέρα της δυσκολευόταν να ανταποκριθεί στον ρόλο της, τι θα σκεφτόταν;

  Μαμά, είσαι κουρασμένη. Έτσι της είχε πει χθες, πριν αρχίσουν να λένε για τη δουλειά του Φάμπιαν. Φυσικά και θα καταλάβαινε. Αυτό έλειπε. Η Ορέλια ήταν πανέξυπνη, το ήξεραν και οι δύο. Σίγουρα, μια μέρα θα κατάφερνε πολλά αξιοθαύμαστα επιτεύγματα. Ίσως γινόταν επιστήμονας. Ή καλλιτέχνης, γιατί όχι; Ειδικά αν η Ορέλια ασχολιόταν με τη συγγραφή, η Έμιλυ θα γινόταν περήφανη για την κόρη της, αν και ο Φάμπιαν είχε τις επιφυλάξεις του με αυτές τις ασχολίες, κυρίως λόγω των ιστοριών φρίκης που διάβαζε και έγραφε η Έμιλυ και οι οποίες τον τρόμαζαν.

Η Έμιλυ μόρφασε. Γιατί, στην προσπάθειά της να πείσει τον εαυτό της να παρακάμψει τους πόνους στη μέση και να κοιμηθεί, θυμήθηκε τους γονείς της, και πιο πολύ την μητέρα της, την Αννίκα Μπούεγ, που από την πρώτη στιγμή είχε σπεύσει να αλλάξει γνώμη στην Έμιλυ και να μην προχωρήσει τη σχέση της με τον Φάμπιαν. Με το που τον είχε δει, να στέκεται δίπλα στην Έμιλυ, ψηλός με τη στολή της Βασιλικής Χωροφυλακής της Βιέννης, είχε σουφρώσει τα χείλη της. Στο τραπέζι που ακολούθησε, υπήρχε αμηχανία, λες και ήταν ύποπτοι σε ιστορία του Κόναν Ντόιλ και περίμεναν εναγωνίως να τους ανακρίνει ο Σέρλοκ Χολμς, για να τους αποκαλυφτεί ο δολοφόνος και να πιαστεί και έτσι να ηρεμήσουν οι υπόλοιποι. Δεν πολύ-κοιτούσαν ο ένας στον άλλο στα μάτια -με εξαίρεση τον Φάμπιαν και την Έμιλυ-, ούτε χαμογελούσαν ιδιαίτερα στην όποια προσπάθεια για χιούμορ γινόταν, ενώ όποτε ο Φάμπιαν απευθυνόταν σε έναν από τους δύο ηλικιωμένους Μπούεγ, αυτός ή αυτή έπιανε το ποτήρι με το κρασί ή έτρωγε μια μπουκιά, λες και τους έδινε εντολή να το κάνουν. Σε εκείνο το βραδινό τραπέζι στη Βιέννη, κανένας από τους δύο νέους δεν κατάλαβε ποιο είναι το πρόβλημα του Μπεν και της Αννίκα με τον Φάμπιαν. Αλλά αργότερα, όταν αυτός έφυγε, οι γονείς της Έμιλυ τής εξήγησαν. Δεν κάνει για σένα. Θα λείπει συνέχεια από το σπίτι. Θα κινδυνεύει. Μπορεί να σε αφήσει και χήρα. Άσε που φαίνεται αχαΐρευτος, άτομο που δεν είναι να το εμπιστεύεσαι. Δεν θα σε έχει κυρά, δεν θα σου προσφέρει όσα αξίζεις. Αυτά είπε η Αννίκα. Ο Μπεν τόνισε πως, εκτός όλων αυτών, ο Φάμπιαν μάλλον είχε προσεγγίσει την Έμιλυ για την περιουσία της, μιας και εκείνος, απ’ ό,τι έμαθαν κατά την «ανάκριση» που του είχαν κάνει, δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο περιουσιακό στοιχείο, με εξαίρεση ένα ασημένιο ρολόι, μια παλιά καραμπίνα και ένα σπίτι στο Μάιντλινγκ, που δεν ήταν και η πιο εύπορη περιοχή, αν σκεφτεί κανείς ότι εκεί ζούσαν κυρίως εργάτες. Η Έμιλυ είχε αντισταθεί και είχε υπερασπιστεί τον Φάμπιαν, κατηγορώντας τους γονείς της ότι τον αδικούσαν κατάφορα, δίχως να τον ξέρουν ή έστω να τον προσεγγίσουν με ανθρωπιά και όχι με καχυποψία.

Η κουβέντα είχε κρατήσει μέχρι αργά τα μεσάνυχτα, με φωνές και αλληλοκατηγόριες. Όταν αποφάσισε η Έμιλυ πως δεν υπήρχε τίποτα άλλο να ειπωθεί, άφησε τους γονείς της σύξυλους, κλείνοντάς και κλειδώνοντας την πόρτα του δωματίου της. Κάποια στιγμή, εκείνοι σταμάτησαν τις προσπάθειές τους και αποχώρισαν, δίχως να γνωρίζουν ότι, όσο φωνασκούσαν σαν πουριτανοί άποικοι  του Σάλεμ του 17ου αιώνα που ζητούν να καεί μια μάγισσα, η κόρη τους έγραφε μια από τις πιο ακραίες ιστορίες, με ένα κερί να της προσφέρει λίγο φως και τις κουρτίνες ανοιχτές, για να μπορεί να βλέπει τον νυχτερινό ουρανό και να φαντάζεται τι φοβερά όντα μπορεί να κατέβαιναν από εκεί και τι θα μπορούσαν να κάνουν αυτά τα όντα αν έβρισκαν στο διάβα τους κάποιον άνθρωπο. Αργότερα, μετά από μέρες, έσκισε το χειρόγραφο, αλλά όσο είχε διαρκέσει η συγγραφή του -περίπου ως τις τέσσερις τα ξημερώματα-, η Έμιλυ όλο και ηρεμούσε, μέχρι που έγραψε και την τελευταία αράδα και έφυγε όλο το βάρος από μέσα της –κι έτσι μπόρεσε να είναι ήρεμη απέναντι στους δικούς της την επομένη.

Η Έμιλυ άνοιξε τώρα τα μάτια της. Κοίταξε την Ορέλια για περίπου δύο λεπτά. Η μικρή είχε γυρίσει το κεφάλι της προς την άλλη μεριά, ενώ η καφετιά κουβέρτα κάλυπτε το σώμα της μέχρι το λαιμό. Ανέπνεε με φυσιολογικό ρυθμό, ενώ οι εκπνοές της δεν χαρακτηρίζονταν από βραχνάδα. Τουλάχιστον, όχι σε ανησυχητικό βαθμό. Αλλά έμοιαζε τόσο εύθραυστη, όσο ένα νεογέννητο μωρό.

Της Έμιλυ της ήρθαν ξανά δάκρυα, αλλά άφησε μονάχα ένα να ξεχυθεί από το δεξί της μάτι. Τι θα κάνουμε; αναρωτήθηκε. Ο Φάμπιαν είχε προσπαθήσει να την καθησυχάσει, όπως είχε πράξει και ο γιατρός Μολνάρ. Αλλά και ο ίδιος ήταν αναστατωμένος. Αν δεν ήταν, δεν θα έτρεχε αμέσως με το που έμαθε ότι η Ορέλια είχε μια ακόμα κρίση. Σωστά; Ίσως να ερχόταν αργότερα, με τα χέρια στις τσέπες και ένα ύφος που θα θύμιζε πλούσιο, ο οποίος είναι ο άρχοντας του τόπου του. Όπως εκείνος ο Τούρκος σε ένα βιβλίο του Βερν. Ο Κεραμπάν; Ναι, κάπως έτσι λεγόταν. Όμως, όχι, ο Φάμπιαν δεν έδειξε ότι έχει μεγάλη περιουσία και τον έλεγχο κανενός τόπου. Αντίθετα, έτρεξε ως το δωμάτιο, με τα βήματά του να ηχούν σαν πιστολιές. Και μετά, αγκάλιασε την Έμιλυ και έσπευσε να πείσει εκείνη, τον Μολνάρ και, πάνω απ’ όλους, τον ίδιο του τον εαυτό ότι η Ορέλια θα ζούσε. Ότι θα τα κατάφερναν. Όλοι μαζί. Με υπομονή και επιμονή, έτσι είχε τονίσει.

Μακάρι, έλεγε και ξανάλεγε έκτοτε μέσα της η Έμιλυ. Μακάρι, Θεέ μου, να ζήσει το κοριτσάκι μου.

Τώρα άκουσε βήματα να πλησιάζουν έξω από το δωμάτιο. Ανασηκώθηκε και γύρισε. Είδε μια μεσήλικη νοσοκόμα να ανοίγει λίγο την πόρτα και να ρίχνει μια ματιά. Φαινόταν κι αυτή ταλαιπωρημένη, με τις ρυτίδες του προσώπου της να τονίζονται πολύ και τα ξανθά μαλλιά της να πετάγονται κάτω από το σκουφάκι άτακτα. Ωστόσο, χαμογέλασε στην Έμιλυ και είπε όσο πιο χαμηλόφωνα μπορούσε «Πώς είμαστε;»

Η Έμιλυ έσφιξε τα χείλη της, σε μια προσπάθεια να χαμογελάσει κι εκείνη. «Καλά» απάντησε.

«Θέλεις να σου φέρω κάτι; Καφέ, τσάι; Κάτι να φας;»

«Εμ…» Η Έμιλυ κοίταξε ξανά την κόρη της και έπειτα την νοσοκόμα. «Ένα φλιτζάνι καφέ θα ήταν ό,τι πρέπει» απάντησε.

«Εντάξει».

«Ευχαριστώ!»

Όταν έφυγε η νοσοκόμα, η Έμιλυ έπιασε το βιβλίο με τα παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, που το είχε στην ποδιά της, και το άνοιξε. Και διάβασε Τα κόκκινα παπούτσια. Και οι έγνοιες σαν να χάθηκαν για λίγο.

***


Ο Χάραλαμπ Τζούρτζου έτρωγε το πρωινό του στο εστιατόριο Α λα φρανσέζ της οδού Σέρβιτα τερ. Οι μπράβοι του, οι ίδιοι που τον ακολουθούσαν πάντα και που το προηγούμενο βράδυ είχαν ξεκάνει τους Ούγγρους, κάθονταν σε ένα διπλανό τραπέζι, έχοντας μπροστά τους έξι άδεια πιάτα και τρεις μισογεμάτες κούπες με τούρκικο καφέ. Οι άλλοι δύο, που είχαν φάει ξύλο από τον Άσπελ, βρίσκονταν στο προξενείο της Βλαχίας και της Μολδαβίας, κάνοντας αγγαρείες, όπως σκούπισμα στους εσωτερικούς χώρους και καθαρισμό του κήπου -λες και ήταν εργάτες, σκέφτονταν και εκνευρίζονταν-, ως τιμωρία που τα είχαν σκατώσει με τον ταγματάρχη, τον οποίο και έχασαν, και τους την έφερε και τους πήρε τα όπλα. Μόνο που δεν τους είχε σκοτώσει. Ή που δεν τους είχε ξεβρακώσει, αφήνοντάς τους να περιφέρονται γυμνοί στη Βουδαπέστη. Δηλαδή, πλήρης αποτυχία η αποστολή τους.

Κάτι τέτοια ο Τζούρτζου δεν τα σήκωνε. Οι μπράβοι θα έπρεπε να λένε και ευχαριστώ, που δεν τους είχε εκτελέσει. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε σε αυτόν τον κόσμο ήταν να ταπεινώνεται από τον Άσπελ. Θα προτιμούσε χίλιες φορές να τον ξαναστείλουν στην πατρίδα του, σε εκείνη την τρύπα, το χωριό του. Θα προτιμούσε να γίνει ευνούχος των Οθωμανών. Θα προτιμούσε να μην έχει ποτέ ξανά την ευκαιρία να ευχαριστηθεί οποιαδήποτε χλιδή. Όλα αυτά και ακόμα περισσότερα θα ήταν πολύ πιο ιδανικά, από το να ρεζιλευτεί από τον καταραμένο, τον Φάμπιαν Άσπελ. Έτσι μονολογούσε ώρες-ώρες, όταν οι άλλοι τον άφηναν ήσυχο στο διαμέρισμά του. Οτιδήποτε άλλο, παρά να βγει από πάνω ο Άσπελ. Καθ’ οιονδήποτε τρόπο.

Και να που είχε συμβεί ακριβώς αυτό. Δύο δικοί του είχαν βρει το μπελά τους και ο αντίκτυπος της μαλακίας τους βρήκε τον Τζούρτζου κατάμουτρα. Το μόνο καλό, ίσως, ήταν που στο προξενείο δεν είχε μάθει κανείς το παραμικρό. Ούτε τις παρακολουθήσεις των μπράβων, ούτε το ξυλίκι που είχε πέσει την προηγούμενη μέρα. Το ίδιο, υπέθετε ο Τζούρτζου, συνέβαινε και με τους εχθρούς, την τοπική κυβέρνηση και τις Δυνάμεις Ασφαλείας της Αυτοκρατορίας. Δεν ήξεραν κάτι. Γιατί, αν είχαν πληροφορηθεί τι έγινε, θα υπήρχε αντίδραση. Μπορεί να την πάθαινε και ο Άσπελ, μιας και αυτός είχε χτυπήσει δύο άντρες της προσωπικής φρουράς ενός διπλωματικού υπαλλήλου μιας ξένης χώρας. Δεν θα το άφηναν έτσι, ούτε το προξενείο, ούτε οι ανώτατοι αξιωματούχοι της Αυστροουγγαρίας. Ο Άσπελ μπορεί να προσπαθούσε να τα μπαλώσει, όμως θα υπερίσχυε η λογική των «καλών σχέσεων» και της «ειρήνης» μεταξύ των χωρών. Ήτοι, καλύτερα να διαολοστείλουν έναν ταγματάρχη, παρά να προκληθεί διπλωματικό επεισόδιο.

Αλλά όχι, δεν θα αρκούσε. Ο Τζούρτζου δεν ήθελε απλά να τιμωρηθεί ο Άσπελ με μια δυσμενή μετάθεση ή φυλάκιση ή οτιδήποτε άλλο θα του επέβαλλαν οι ανώτεροί του. Το είχε εξηγήσει και στους τρεις σωματοφύλακές του, που τον είχαν σχεδόν συνέχεια από κοντά. Δεν θα του έλεγε απολύτως τίποτα μια κοινή τιμωρία. Όχι, έπρεπε να γίνει κάτι μεγαλύτερο, κάτι χειρότερο. Ούτε καν μια εκτέλεση δια τουφεκισμού δεν θα ήταν αρκετή. Όλα αυτά ήταν τυπικά. Συνέβαιναν κάθε μέρα, που λέει ο λόγος. Στον οποιονδήποτε.

Και ο Φάμπιαν Άσπελ δεν ήταν ο οποιοσδήποτε πλέον. Αυτό πίστευε ο Τζούρτζου. Πως ο ταγματάρχης είχε αποκτήσει σημασία στον μάταιο τούτο κόσμο. Είχε την τιμή να γίνει εχθρός του Χάραλαμπ Τζούρτζου. Ενός ανθρώπου που γεννήθηκε σε ένα ασήμαντο χωριό και, επειδή ήξερε πώς να τα καταφέρει, ποιους να εκμεταλλευτεί και με ποιον τρόπο να παρουσιάσει τον εαυτό του στους άρχοντες της χώρας του, ανήλθε στην ιεραρχία πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι άλλοι. Και έκανε δουλειά σε κάθε πόστο που είχε, από απλός γραμματέας που ξεκίνησε μετά το σχολείο, έως τώρα, σαν διπλωματικός υπάλληλος σε μια εχθρική χώρα. Ήταν σημαντικός. Άρα, ο Άσπελ έπρεπε να πεθάνει με κάποιον αντίστοιχης εμβέλειας τρόπο.

Και υπήρχε αυτός ο τρόπος. Χθες τον είχε σκεφτεί. Όταν τέλειωσε με τους Ούγγρους που το είχαν σκάσει από το Μπραν. Ήταν κάτι που θα ταίριαζε στον Άσπελ. Κάτι μεγαλόπρεπο. Απλό, στη βάση του. Αλλά σπουδαίο, στην έκβασή του.

Τουλάχιστον, αν ισχύουν όσα έμαθα, είχε συλλογιστεί ο Τζούρτζου. Η αλήθεια ήταν πως κρατούσε μερικές επιφυλάξεις επ’ αυτού. Δεν ήταν βέβαια πρωτάρης με τα υπερφυσικά… πράγματα. Από εκεί που ερχόταν, από το χωριό Ντάραστι-Φοβ (κοντά στο Βουκουρέστι), οι άνθρωποι ήταν πολύ εύπιστοι. Ειδικά για τις φήμες περί τεράτων. Και φρόντιζαν ώστε κάθε νέα γενιά να έχει τους ίδιους φόβους, αφού έλεγαν στα παιδιά για τις φρικαλέες παρουσίες που υποτίθεται ότι καιροφυλακτούσαν στα δάση και στο σκοτάδι. Οι γονείς του Τζούρτζου δεν αποτελούσαν εξαίρεση, φυσικά. Έλεγαν και εκείνοι στον μοναχογιό τους παρόμοιες ιστορίες, κάνοντάς τον να τρέμει και να τρώει όλο το φαγητό του και να πηγαίνει νωρίς-νωρίς για ύπνο και να κάνει πρωί, μεσημέρι και βράδυ την προσευχή του, μην τυχόν και πέσει θύμα κανενός τέρατος.

Σταδιακά, όμως, και αφού μεγάλωνε και τίποτα το εξωπραγματικό δεν εμφανιζόταν, έπαψε να πιστεύει τις ιστορίες των μεγάλων και των παλιών. Σε αυτό, στη λησμονιά των τεράτων και των λοιπών ανοησιών, μεγάλο ρόλο έπαιξαν η ολοένα και αυξανόμενη άνοδός του στην εξουσία, καθώς και η ανακάλυψη των σαρκικών απολαύσεων που μπορούσε να λαμβάνει.

Και τώρα, στα σαράντα επτά του, ο Χάραλαμπ Τζούρτζου έμαθε ότι υπάρχει κάτι. Κάτι κακό. Στην Τρανσυλβανία. Στο Μπραν. Κάτι αρκετά ισχυρό, ώστε να χαθούν ζωές και να φοβηθούν πρώην ουσάροι και να ταρακουνηθεί η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία.

Δεν μπορεί να ήταν όλα ένα ψέμα. Κάτι θα υπήρχε εκεί έξω, στα δάση μετά το Μπρασώφ.

Στη συζήτηση με τον Άσπελ, ο Τζούρτζου είχε αποκαλέσει το Μπραν κωλο-χώρι. Και ότι η κυβέρνηση της Βλαχίας και της Μολδαβίας δεν θα σκοτιζόταν για αυτό, τη στιγμή που για τους Αυστριακούς και τους Ούγγρους προφανώς είχε σημασία.

Και ο Τζούρτζου το είχε υποτιμήσει. Γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν ήξερε. Οπότε δικαιολογούνταν, έως ένα βαθμό.

Αλλά όχι πια.

Τώρα σήκωσε το ποτήρι ήπιε λίγο από το Σατό Παρί. Θα πήγαινε στο προξενείο σε λίγο. Για να χασομερήσει, μιας και σε περίοδο ειρήνης και χωρίς μεγάλη κινητικότητα από κατοίκους της χώρας του προς τα Εδάφη του Στέμματος του Σαιντ Στεφάν, ένας διπλωματικός υπάλληλος δεν είχε να κάνει πολλά πράγματα. Αλλά όφειλε να παρουσιαστεί στην εργασία του. Για όσο τον χρειάζονταν.

Και μετά, θα έκανε πραγματική δουλειά.

***


Μπρασώφ, Τρανσυλβανία

Ο Ζαλάν είχε πει τις προάλλες στην Στεφανία και τον Σάντου Βλαντιμιρέσκου (που είχαν έρθει για να μάθουν νεώτερα για τον τόπο τους, το Μπραν): Ποτέ δεν αργούμε. Όποτε πρέπει, κάνουμε το καθήκον μας. Κάτι που ίσχυε σε γενικές γραμμές. Δηλαδή, δεδομένων των συνθηκών, αν ήξεραν τι (θα) γινόταν και πού, θα πρόφταιναν να αντιδράσουν με το κατάλληλο έμψυχο δυναμικό. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα -πριν το μπλέξιμο με το Μπραν- ήταν η επανάσταση που λάβαινε χώρα στο Μπρασώφ. Η πολιτοφυλακή, όντας παρούσα απ’ άκρη σ’ άκρη και έχοντας «κατασκόπους» σε κάθε γωνιά, έμαθε πολύ γρήγορα ότι κάτι μαγειρευόταν και έτσι η διοίκησή της φρόντισε να υπάρχουν πολλοί διαθέσιμοι άντρες. Άδειες αναστάλθηκαν, αξιωματικοί και υπαξιωματικοί συγκεντρώθηκαν πρόωρα στο γραφείο του Ζαλάν για ενημέρωση, όπλα καθαρίστηκαν, για να είναι έτοιμα προς χρήση. Τονίστηκε σε όλους τι διακυβευόταν, αν αποτύγχαναν –η πόλη θα έπεφτε, η Αυτοκρατορία θα έχανε ένα κομμάτι της, η κεντρική διοίκηση θα τσαντιζόταν πολύ άσχημα, με αποτέλεσμα να χάσουν τη θέση τους οι βαθμοφόροι και ενδεχομένως να έβγαιναν φύλλα πορείας προς άλλες περιοχές. Κι έτσι, όλοι τους, από τον κατώτερο έως τον Ζαλάν, φρόντισαν ώστε να μην ξεφύγει το πράγμα περισσότερο απ’ ό,τι (ήθελαν) έπρεπε. Δε διέλυαν πάντα τα πλήθη που μαζεύονταν και φώναζαν, αλλά, όταν το έκαναν, ορμούσαν σχεδόν σαν να συμμετείχαν σε πόλεμο.

Έκαναν το καθήκον τους. Όποτε έπρεπε.

Αυτό είχε πει ο Ζαλάν.

Αλλά, πλέον, αμφέβαλλε.

Μια απόδειξη περί αυτού, ήταν η κατάσταση στην οποία βρισκόταν τώρα το γραφείο του, όπου υπήρχαν ξανά περισσότερα άτομα απ’ ό,τι συνήθως. Εκτός από τον ίδιο και τον κατώτερό του, τον συνταγματάρχη Μίκλος, σε μια καρέκλα καθόταν ο λοχαγός Όρσος Ματέ, του Δέκατου Πέμπτου Συντάγματος Ορεινού Πυροβολικού του Κοινού Στρατού της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας (με έδρα το Μπρασώφ και διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Κέρσεν), ενώ αριστερά και δεξιά της πόρτας στέκονταν ένας λοχίας και ένας επιλοχίας της ίδιας μονάδας, κρατώντας ανά χείρας τα Μάνλιντσερ τους. Έξω από το γραφείο, στους διαδρόμους του κτιρίου, σε άλλα γραφεία και στον περιβάλλοντα χώρο του, τριγύριζαν κι άλλοι στρατιωτικοί του Κέρσεν. Αποστολή των αντρών του Κοινού Στρατού ήταν η επιτήρηση των διαδικασιών που ακολουθούσε η πολιτοφυλακή σε κάθε υπόθεση που αναλάμβανε. Αλλά το ενδιαφέρον είχε εστιαστεί στο Μπραν και στη φύλαξη των παρακείμενων σε αυτό περιοχών.

Η ένταση ανάμεσα στους ένοπλους ήταν διάχυτη. Την περισσότερη ώρα δεν αντάλλασσαν ούτε ένα βλέμμα, μήτε μιλούσαν. Ο Ζαλάν, με τη γνώση της επικείμενης απομάκρυνσής του από το Μπρασώφ και της ακόλουθης δίκης του, ήταν φουρκισμένος πιότερο από την προηγούμενη μέρα, γιατί σήμερα είχαν στείλει ακόμα πιο χαμηλόβαθμο αξιωματικό, για να ελέγχει τη δική του υπηρεσία. Τον ήξερε ελάχιστα τον Ματέ, από τη μοναδική προηγούμενη συνάντησή τους στις 26 Φεβρουαρίου, όταν ο λοχαγός είχε έρθει για να του δώσει το γράμμα και τα μαντάτα για τη γνώμη του Κοινού Στρατού για την υπόθεση στο Μπραν, τότε, πριν ακόμα αυτή ξεφύγει. Δεν τον είχε συμπαθήσει και πίστευε ότι τα αισθήματα ήταν αμοιβαία. Παρότι ήταν Ούγγροι στρατιωτικοί και οι δύο και θα έπρεπε να καταλαβαίνονται. Ωστόσο, το ότι ο Ματέ ήταν σε Σώμα που είχε και Αυστριακούς δε βοηθούσε καθόλου τον Ζαλάν στο να τον δει με μια κάποια επιείκεια, ενώ ο άλλος δεν έδινε δεκάρα για την γνώμη του αντιστράτηγου. Ο Κέρσεν είχε πει στον Ματέ να κάνει μια συγκεκριμένη δουλειά και αυτό ήταν αρκετό.

Όσον αφορά τους δύο άντρες που στέκονταν στην πόρτα, αυτοί κι αν δεν νοιάζονταν για τη γνώμη των πολιτοφυλάκων. Είχαν τη διαταγή να συνοδεύσουν τον λοχαγό και να φροντίσουν ώστε να υπάρχει τάξη και υπακοή προς το απόσπασμα του Κοινού Στρατού.

Ο Μίκλος έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Η ώρα δεν είχε πάει καν εννιά και μισή και ήδη ένιωθε κουρασμένος. Όπως και την προηγούμενη μέρα, τον είχαν φέρει άρον-άρον στην υπηρεσία του. Δεν είχε προλάβει ούτε να πιει μια γουλιά καφέ ή να φάει κάτι από το χθεσινοβραδινό γεύμα. Κι ο ίδιος δεν είχε σηκωθεί από το κρεβάτι νωρίτερα, γιατί είχε ξαπλώσει αργά και νύσταζε. Όμως, με το που έφτασε στο κτίριο, έδωσε παραγγελία στα μαγειρεία να φτιάξουν μια γεμάτη πιατέλα με κρέας, πατάτες και σάλτσα, αλλά και μια κούπα καφέ -ακόμα δεν τους τα είχαν απαγορέψει αυτά. Έτσι, πλέον, έχοντας κατασιγάσει την πείνα και την νύστα του, μπορούσε να είναι παρών σωματικά και πνευματικά, αν και, όπως έδειχναν τα πράγματα, η παρουσία του εδώ ήταν εντελώς τυπική. Δεν είχε κάτι να κάνει, πέραν από το να κάθεται σε μια άβολη καρέκλα και να μην μιλάει, εκτός αν του δινόταν η άδεια. Ουσιαστικά, τον έλεγχο τον είχε ο Κοινός Στρατός. Οι πολιτοφύλακες απλά… υπήρχαν.

Εντάξει, αυτό δεν είναι εντελώς αλήθεια, σκέφτηκε ο Μίκλος. Και όντως, το Δέκατο Πέμπτο επέτρεπε στους άντρες του Ζαλάν να κάνουν μερικές από τις βασικές δουλειές τους. Όπως το να αστυνομεύουν το Μπρασώφ –μαζί με άντρες του Κέρσεν. Ή να φυλάνε τους κρατούμενους –με επιτήρηση, φυσικά. Ή να παίρνουν παρουσίες και να συμπληρώνουν έγγραφα πολιτών –αφού αυτοί εξετάζονταν και από τους άλλους στρατιωτικούς. Ή να μαγειρεύουν –εντάξει, εδώ δεν υπήρχε υπαξιωματικός ή άλλος ένοπλος του Κέρσεν. Ναι, οι πολιτοφύλακες είχαν ακόμα μερικές ελευθερίες στο κτίριο τους.

Σκατά ελευθερίες, όμως. Τι να τις κάνουμε, αν πρέπει να περνάμε από κόσκινο πριν τις κάνουμε;

Ο συνταγματάρχης, κρίνοντας μονάχα από τη δική του κακή διάθεση, μπορούσε να φανταστεί πώς θα ένιωθε ο προϊστάμενός του, ο Ζαλάν. Και τον συμπονούσε, έως ένα βαθμό. Αλλά αυτό δεν άλλαζε το γεγονός πως ο ίδιος δεν θα έκανε κάτι για να σώσει την καριέρα -ίσως και την ζωή- του αντιστράτηγου. Όχι, ο Μίκλος θα έμενε στα μετόπισθεν. Έξω από τον χορό. Ας έκαναν ό,τι ήθελαν οι άλλοι, εκείνος δεν θα επωμιζόταν την ευθύνη της καταστροφής της υπόθεσης του Μπραν. Διαταγές ακολουθούσε. Ο Ζαλάν ήταν υπεύθυνος για όσα είχαν γίνει, κι ας ήταν ο Μίκλος ο πρώτος άνθρωπος των Αρχών στον οποίο ανατέθηκε η περίπτωση του χωριού. Από κει και πέρα, ο ανώτερός του είχε αναλάβει τα ηνία. Ας την πλήρωνε αυτός, λοιπόν.

Συν τοις άλλοις, είχε κατά νου ο Μίκλος, όταν φύγει ο Ζαλάν και λήξει όλο αυτό το πανηγύρι, ποιος θα αναλάβει τη διοίκηση της πολιτοφυλακής; Εγώ! Πράγματι, ο αμέσως επόμενος υποψήφιος ήταν ο συνταγματάρχης. Εκτός αν έφερναν άλλον υψηλόβαθμο, από τη Βουδαπέστη. Αλλά ο Μίκλος ήλπιζε ότι δεν θα έφερναν. Ή, και να έφερναν, θα περνούσε λίγος καιρός. Κάποιοι μήνες. Ίσως και ένας χρόνος. Μέχρι τότε, θα αναλάμβανε ο Μίκλος. Και το πρώτο πράγμα που θα έκανε θα ήταν να ξεπαστρέψει μερικούς επαναστάτες.

Ο Μίκλος αναστέναξε και σήκωσε την κούπα του και ήπιε τον καφέ του.

Στην άλλη πλευρά του γραφείου, ο Ζαλάν κοίταξε με απέχθεια τον Ματέ. Ο λοχαγός, από τη μεριά του, είχε γείρει το κεφάλι προς τα πίσω και ρουφούσε τον καπνό από το τσιγάρο του. Ο λοχίας και ο επιλοχίας, προς το παρόν, παρέμειναν τα δύο αγάλματα που ήθελε ο Ματέ να είναι.

Ο αντισυνταγματάρχης Πωλ Κέρσεν, διοικητής του Δέκατου Πέμπτου Συντάγματος Ορεινού Πυροβολικού, του Κοινού Στρατού της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, έχοντας ουσιαστικά αναλάβει και τα ηνία της στρατιωτικής διοίκησης της πόλης και των γύρω περιοχών από τον Ζαλάν, οι οποίες φυλάσσονταν με δική του ευθύνη, ήταν άνθρωπος που του άρεσε η οργάνωση και η τάξη. Να είναι όλοι και όλα στη θέση τους. Όποιοι είχαν υπηρεσία έπρεπε να είναι απίκο. Ό,τι έπρεπε να φτιαχτεί έως μια δεδομένη στιγμή θα ήταν έτοιμο. Ο χειρισμός της κάθε περίπτωσης, όποια κι αν ήταν αυτή, θα έπρεπε να μελετηθεί από τον ίδιο σε τοπικό επίπεδο και από τα ανώτερα κλιμάκια της Αυτοκρατορίας σε ευρύτερο επίπεδο. Δεν του άρεσε να κρατά πολλά μυστικά, ειδικά από τους δικούς του, τους Αυστριακούς. Ο βασικότερος λόγος επ’ αυτού ήταν το μπλέξιμο που μπορεί να δημιουργούνταν δυνητικά, όταν θα μαθεύονταν όλα. Στην καλύτερη, θα έχανε τη θέση του. Στην χειρότερη, θα τον έβαζαν φυλακή. Ή θα τον εκτελούσαν. Όπως μάλλον θα γινόταν και με τον Ζαλάν. Ή φυλακή ή εκτέλεση. Σίγουρα, θα τον ξήλωναν και η οικογένειά του θα έπρεπε να αντιμετωπίσει την οργή και την κατακραυγή του λαού του Μπρασώφ κι όχι μόνο.

Ο Κέρσεν δεν ήθελε να έχει την ίδια μοίρα. Και δεν θα την είχε. Γιατί είχε φροντίσει να ενημερώσει όσους έπρεπε για τα τεκταινόμενα στο Μπραν και το Μπρασώφ. Είχε δώσει την ευθύνη και σε άλλους. Ήξερε ότι, με αυτόν τον τρόπο, ο ίδιος δεν θα έχανε μήτε το αξίωμά του, μήτε την ζωή ή την ελευθερία του. Η γυναίκα και ο γιος του δεν θα αναγκάζονταν να κυκλοφορούν λες και ήταν πόρνες, επειδή εκείνος τα είχε κάνει μαντάρα. Όχι, είχε κινηθεί όπως άρμοζε σε έναν στρατιωτικό. Ακολούθησε την πεπατημένη. Ό,τι μαθαίνεις, πρέπει να το ξέρουν και οι ανώτεροί σου.

Τώρα καθόταν και κάπνιζε στο γραφείο του, εντός του στρατοπέδου που είχε παραχωρηθεί στον Κοινό Στρατό πριν πάνω από είκοσι χρόνια. Είχε απλωμένη μπροστά του την εφημερίδα Gazeta Transilvaniei, σε ένα άρθρο που έκανε λόγο για «την απρόσμενη παρουσία του κλιμακίου του Δέκατου Πέμπτου εντός της πολιτοφυλακής», αλλά και για τις μονάδες που είχαν μοιραστεί σε διάφορα σημεία, όπως το Πουάνα Μπρασώφ. Ο αρθρογράφος αναρωτιόταν «Τι να συμβαίνει άραγε; Γιατί τέτοια κινητικότητα; Τι συμβαίνει με την πολιτοφυλακή και γιατί γίνεται πιο δύσκολη η πρόσβαση στο Μπρασώφ;» Παρακάτω, ανέφερε και άλλες περιοχές που είχαν αποκτήσει στρατιωτική επιτήρηση, ενώ μέχρι τότε δεν είχαν ή ήταν πολύ πιο μικρή. Παράλληλα, ο τύπος συσχέτιζε την επιχείρηση του Δέκατου Πέμπτου και με την άφιξη των χωριατών από το Μπραν. Αλλά δε φαινόταν να ξέρει λεπτομέρειες. Ποιοι ακριβώς είχαν έρθει και γιατί. Πού ήταν τώρα… Τίποτα τέτοιο. Όσο κι αν το ξεψάχνισε ο Κέρσεν, δε βρήκε καμιά σημείωση που θα μπορούσε να σημαίνει ότι κάποιος ή κάποια είχε μιλήσει με την εφημερίδα. Ούτε κάτοικος του Μπραν, ούτε στρατιωτικός ή πολιτοφύλακας.

Ως εδώ, καλά, σκέφτηκε. Χωρίς να περιμένει, βέβαια, ότι θα παρέμεναν έτσι τα πράγματα για πολύ καιρό. Αργά ή γρήγορα, θα άρχιζαν οι διαρροές. Του το είχε τονίσει και εκείνος ο ταγματάρχης του Evidenzbureau, ο Άσπελ, τότε που είχαν βγει προς αναζήτηση, σύλληψη ή και εξόντωση του δραπέτη, του Έγκετ Ρούντολφ. Όσο πιο γρήγορα λύσεις την υπόθεση, τόσο πιο εύκολα θα καλύψεις τα νώτα της χώρας και τα δικά σου. Τίποτα δεν μένει μυστικό για πάντα. Έτσι είχε πει στον Κέρσεν. Όσο ακόμα μιλούσαν σαν δύο συνάδελφοι, δηλαδή. Γιατί αργότερα, ενώ ήταν στο Μπραν και ανέκριναν τους ντόπιους, είχαν τσακωθεί για τις μεθόδους των αντρών του Κέρσεν, οι οποίοι απειλούσαν και επιδείκνυαν τα όπλα τους προς τους φοβισμένους κατοίκους και τους τραβολογούσαν, λες και ήταν οι ίδιοι ύποπτοι προδοσίας. Τότε τα είχαν σπάσει. Βέβαια, μετά το πέρας της υπόθεσης, ο Άσπελ δεν το πήγε παραπέρα, δεν έκανε καταγγελία κατά του Κέρσεν. Γιατί ήξερε ότι δεν θα έβγαζε κάτι, αλλά μάλλον θα έχανε. Μπορεί η Αντικατασκοπεία να ήταν πολύ ισχυρή γενικά, αλλά παρέμενε μια στρατιωτική μονάδα. Πράγμα που σήμαινε ότι ο σεβασμός προς την ιεραρχία ήταν υψίστης σημασίας. Ο Κέρσεν ήταν ανώτερος του Άσπελ, οπότε, σε μια ενδεχόμενη ανοιχτή αντιπαράθεση, ο λόγος του αντισυνταγματάρχη θα μετρούσε περισσότερο από του ταγματάρχη.

Αλλά ο κατάσκοπος είχε δίκιο. Τα μυστικά διαδίδονταν και έχαναν την ουσία τους τελικά. Το ίδιο δεν είχε συμβεί με το Μπραν; Βασικά, διόρθωσε τον εαυτό του ο Κέρσεν, το ίδιο συμβαίνει ακόμα και τώρα. Η πολιτοφυλακή δεν είχε καταφέρει μήτε να λύσει έγκαιρα την υπόθεση, μήτε να την κρατήσει κρυφή από τους λοιπούς στρατιωτικούς. Κι έτσι, πλέον, βρισκόταν σε δυσμενή θέση, με το κτίριο της να φρουρείται σαν να ήταν φυλακή και τον ίδιο της τον ανώτατο διοικητή, τον Ζαλάν, να είναι υπόλογος για τις αστοχίες που είχαν γίνει.

Όμως, ο Κέρσεν δεν είχε σκοπό να χάσει κι αυτός ό,τι είχε κερδίσει. Χαμογέλασε, ξέροντας πως δεν θα κινδύνευε. Γιατί είχε δείξει καλή διάθεση και υπακοή προς τους κανονισμούς. Δεν είχε κρατήσει για τον εαυτό του όσα έμαθε και τα κλιμάκια στα κεντρικά θα το εκτιμούσαν, αναμφίβολα. Κάτι τέτοια τους άρεσαν. Να τους δείχνεις έμπρακτα ότι είσαι δικός τους και πως δεν θα πάρεις πρωτοβουλίες, πριν εκείνοι τις εγκρίνουν. Ο Ζαλάν το είχε πράξει και ιδού τα αποτελέσματα.

Τότε θυμήθηκε μια λεπτομέρεια και ξερόβηξε. Την πρώτη φορά που είχαν έρθει στο στρατόπεδό του εκείνοι οι χωριάτες, οι Βλαντιμιρέσκου, και είχαν παραδώσει ένα γράμμα από τον παπά του χωριού, ο Κέρσεν και ο υφιστάμενός του, ο Νίμετ Σιλάρ, το είχαν συζητήσει και είχαν καταλήξει πως δεν είναι δική τους αρμοδιότητα όσα υποτίθεται πως γίνονταν στο Μπραν, αλλά της πολιτοφυλακής. Υπήρχαν και σχετικά έγγραφα της Αυτοκρατορίας, άλλωστε, που καθόριζαν τα όρια τις δικαιοδοσίας της εκάστοτε υπηρεσίας των δύο χωρών (Αυστρίας και Ουγγαρίας), μεταξύ αυτών και των μονάδων του Κοινού Στρατού. Ένα από αυτά, υπογεγραμμένο από τους αρμόδιους υπουργούς και την στρατιωτική ηγεσία, ανέφερε ξεκάθαρα πως το Δέκατο Πέμπτο Ορεινό Πυροβολικό, του Κοινού Στρατού, βρισκόταν στην περιοχή της Τρανσυλβανίας μόνο για υποστήριξη και άμεση επέμβαση, σε περίπτωση εισβολής από ξένο στρατό, ενώ η πολιτοφυλακή του Μπρασώφ θα ήταν η αστυνομική αρχή μιας συγκεκριμένης έκτασης, που συμπεριλάμβανε το Μπρασώφ, το Πουάνα Μπρασώφ και άλλα χωριουδάκια μετά από αυτό, ένα από τα οποία ήταν και το Μπραν. Ο Κοινός Στρατός δεν είχε λόγο σε ό,τι κι αν συνέβαινε σε αυτές τις περιοχές, παρεκτός αν υπήρχε υποψία (ή αποδείξεις) εισβολής ή επανάστασης. Όμως, επειδή η πολιτοφυλακή είχε αποδειχτεί ανεπαρκής, δόθηκε η εντολή να παρέμβει και να πάρει την εξουσία η μονάδα του Κέρσεν.

Ο αντισυνταγματάρχης θυμήθηκε και κάτι άλλο και η διάθεσή του σκοτείνιασε πιο πολύ. Το γράμμα εκείνο το είχαν δώσει στον Ζαλάν. Ως ένδειξη καλής συναδελφικότητας. Κάτι που επίσης εκτιμούσαν οι υπουργοί και τα ανώτερα κλιμάκια, καθότι ήταν γνωστό πως οι Αυστριακοί και οι Ούγγροι δεν ήθελαν να γίνει αυτή η σύμπραξη των χωρών τους, οπότε κάθε κίνηση συμφιλίωσης και ενίσχυσης των καλών σχέσεων των επιμέρους υπηρεσιών από τη μια ή την άλλη πλευρά ήταν ποθητή.

Τώρα, όμως, ο Κέρσεν αναρωτήθηκε αν είχαν πράξει έξυπνα. Γιατί δεν ήξερε πώς θα χρησιμοποιούσε αυτό το χαρτί ο Ζαλάν -αν το είχε ακόμα, δηλαδή. Θα το έδειχνε στους δικαστές, άραγε;

Όχι! Αυτό δεν πρέπει να συμβεί. Γιατί, αν συνέβαινε, ο Κέρσεν θα ήταν και ο ίδιος υπόλογος για την κακή διαχείριση της κατάστασης στο Μπραν. Και θα περνούσε και ο ίδιος από στρατοδικείο. Και…

Αλλά δεν θα συνέβαινε ποτέ αυτό. Θα το φρόντιζε ο ίδιος. Αργότερα, όταν θα έφευγε από το στρατόπεδο του. Θα περνούσε από την πολιτοφυλακή και θα έσωζε την κατάσταση.

Όμως, του πέρασε από το μυαλό μια άλλη σκέψη, μήπως το έχει ήδη δώσει; Μήπως το έστειλε στη Βουδαπέστη;

Ο Κέρσεν αμφέβαλλε γι’ αυτό. Γιατί πίστευε ότι ο Ζαλάν θα ήταν τόσο αναστατωμένος που δεν θα σκεφτόταν να χρησιμοποιήσει το γράμμα. Τον είχαν αποκλείσει στη φυλακή του. Τον άφηναν να σιγοβράζει στο καζάνι του μυαλού του, με την αγωνία του δυσοίωνος μέλλοντος του, που μέρα με τη μέρα πλησίαζε. Ήταν σχετικά απίθανο να μπορέσει να αναλογιστεί οτιδήποτε άλλο.

Αλλά, και να το έκανε, ο Κέρσεν θα το μάθαινε. Γιατί είχε δικούς του εντός της πολιτοφυλακής. Κι εκείνοι θα του μετέφεραν τα καθέκαστα, γιατί αλλιώς θα τους έπαιρνε ο διάολος –και το ήξεραν.

Οπότε μπορούσε να χαλαρώσει για λίγες ώρες ακόμα.

Ο αντισυνταγματάρχης έκατσε πιο αναπαυτικά στην θέση του.



Η Σορίνα Καρντέι άκουσε τον γιο της, τον Ντορίν, να διαμαρτύρεται στην αγκαλιά της και τότε συνειδητοποίησε ότι είχε τυλίξει τα χέρια της γύρω του και πως τον έσφιγγε πιο πολύ απ’ ό,τι χρειαζόταν. Χαλάρωσε τη λαβή της και ζήτησε συγνώμη από τον μικρό, φιλώντας τον στην κορυφή του κεφαλιού του, αλλά το βλέμμα της παρέμεινε εστιασμένο στα ανίψια της, τον Σάντου και τη Στεφανία. Η καρδιά της πετάριζε και το δέρμα της είχε ανατριχιάσει από τη στιγμή που τα δύο παιδιά τής είχαν πει για το Μπραν. Για τις εξαφανίσεις κατοίκων. Για τα φοβισμένα γαβγίσματα των σκυλιών. Για τον τρόμο που είχε ξυπνήσει εκεί. Η Σορίνα ήξερε τις ιστορίες που έλεγαν οι παλιοί και σαν παιδάκι έβλεπε εφιάλτες σαν αυτόν που της είχε περιγράψει χθες το βράδυ η Στεφανία (αυτό το όνειρο που την ταλάνιζε την ημέρα που η μητέρα της και ο Σάντου ήρθανε στο Μπρασώφ), αλλά, από τότε που έφυγε από το Μπραν, τις είχε ξεχάσει και η ζωή της (και ο ύπνος της) γαλήνεψαν.

Όμως, τώρα, όλα όσα είχαν χαθεί επέστρεψαν. Βασικά, όχι ακριβώς τώρα, γιατί η Σορίνα κάτι είχε υποψιαστεί από τη στιγμή που είδε στο κομοδίνο του δωματίου των φιλοξενούμενων ένα μαχαίρι και ένα σταυρό. Υπήρχε και ένα μπουκαλάκι με ένα διάφανο υγρό. Νερό, είχε υποθέσει η Σορίνα, αλλά πλέον ήξερε ότι είναι αγιασμός. Ήταν η πρώτη μέρα που είχε έρθει στο Μπρασώφ η ανιψιά της, μαζί με τον Σάντου. Δεν το είχε σχολιάσει, αλλά σίγουρα της κίνησε το ενδιαφέρον και το συγκράτησε στο μυαλό της, για να το συζητήσουν αργότερα. Και να που είχε έρθει αυτή η ώρα, και είχε μάθει την αλήθεια. Και έπρεπε να κάνει κάτι γι’ αυτό. Γιατί δεν ήταν μόνη. Είχε οικογένεια. Σύζυγο και τρία παιδιά. Και τα δύο ανίψια της, φυσικά. Τα οποία ο αδερφός της, ο Λούκα Βλαντιμιρέσκου, και η σύζυγός του, η Κορνέλια, τα είχαν στείλει σε εκείνη, για να τα φροντίσει.

Γιατί ήξεραν, σκέφτηκε η Σορίνα και τα δάκρυά της κύλησαν από τα μάτια της. Ήξεραν ότι δεν θα τα κατάφερναν. Ο Σάντου και η Στεφανία, βέβαια, δεν είχαν επιβεβαιώσει αυτή την υποψία της, καθότι στην πολιτοφυλακή τούς τα μάσαγαν, αλλά η Σορίνα πίστευε πως οι γονείς τους και όλοι όσοι έμειναν στο Μπραν είναι νεκροί. Ή χειρότερα, αν είναι αλήθεια όσα μας έλεγαν ανέκαθεν. Θεέ μου, τι θα κάνω; Από το μυαλό της, περνούσε και ένα άλλο ενδεχόμενο, το οποίο είχε αναφέρει πρώτα ο πατήρ Στεφάν και έπειτα η ίδια στον Ζαλάν. Το Μπρασώφ δεν ήταν μακριά από το Μπραν. Οπότε ό,τι συνέβαινε στο χωριό, θα μπορούσε κάλλιστα να μεταφερθεί και στην πόλη. Η οποία είχε μεν πολύ καλύτερη άμυνα, αλλά ο εχθρός δεν αποτελούνταν από κοινούς εγκληματίες.

Όχι. Είναι η Κόμισσα. Και η ασθένεια που δίνει στα θύματά της, κάνοντάς τα φρικτά τέρατα. Χριστέ μου!

Ο Σάντου την έβγαλε από τις σκέψεις της, λέγοντας «Θεία, εσύ τι λες για όλα αυτά; Πιστεύεις ότι όντως έστειλαν στρατό;»

Η Σορίνα απάντησε «Ναι, καλέ μου. Είμαι σίγουρη ότι έστειλαν». Αυτό για το οποίο δεν ήταν σίγουρη είναι το κατά πόσο έγκαιρα θα έφτασε το απόσπασμα και αν θα ήταν αρκετό για να σταματήσει το Κακό. Αλλά τι να πει στα ανίψια της; Την αλήθεια που θεωρούσε ότι κατέχει; Θα τα καταρράκωνε. Αν και έβλεπε πως ούτε εκείνα έτρεφαν πολλές ελπίδες, δηλαδή είχαν μια κάποια επίγνωση της κατάστασης, ωστόσο ένιωθε ότι δεν τα είχαν παρατήσει ακόμα. Ήθελαν να προλάβουν οι πολιτοφύλακες και να σώσουν το Μπραν και τους εναπομείναντες κατοίκους του, παρότι δύο αξιωματικοί δεν τους είχαν φερθεί καλά και είχαν απαξιώσει για τις ανησυχίες τους. Η Σορίνα συνέχισε «Όποτε γίνεται κάποια καταγγελία, οφείλουν να την ερευνήσουν. Το Μπρασώφ είναι η πιο κοντινή πόλη που έχει αστυνομική δύναμη. Και, αφού είδαν και άλλους συγχωριανούς να φτάνουν εδώ και να επιβεβαιώνουν την ιστορία σας, δεν υπάρχει περίπτωση να μείνουν άπρακτοι. Έχουν στείλει πολιτοφύλακες».

Ο Σάντου δεν μίλησε. Απλά ένευσε.

Η Στεφανία συμφώνησε με την θεία της. «Ναι, Σάντου. Θα πήγαν. Είναι η δουλειά τους. Είμαι σίγουρη ότι ο δεκανέας Χενρίκ μας είπε την αλήθεια. Θα βρουν τους υπαίτιους».

Η Σορίνα χαμογέλασε και ένιωσε σαν να επανέρχεται σε μια πιο «φυσιολογική» κατάσταση. Η ανιψιά της είχε ερωτευτεί εκείνον το δεκανέα. Από χθες, όλο για αυτόν μιλούσε. Τι όμορφος που είναι, πόσο ευγενικός, πόσο ωραία τα είπε… Της θύμισε λίγο την ίδια όταν πρωτοαντίκρισε τον σύζυγό της, τον Ματέι. Ήταν λες και είχε χαθεί όλος ο κόσμος και υπήρχαν μόνο οι δυο τους. Ανυπομονούσε να τον δει και να το ξαναδεί και να δώσουν οι γονείς της την άδειά τους για να παντρευτούν. Μετά, οι προετοιμασίες, η ίδια η τελετή. Το γαμήλιο ταξίδι τους στην Ελλάδα. Ήταν η καλύτερη περίοδος της ζωής της, αναμφίβολα. Όχι η πιο ξέγνοιαστη, αλλά εκείνη που αναπολούσε συχνά πυκνά, με συγκίνηση. Όπως, φυσικά, και τις περιόδους εγκυμοσύνης της, που περνούσαν με πολύ αργό ρυθμό και με λίγο άγχος, φτάνοντας όμως σε ιδανικό φινάλε.

Πόσο θα ήθελε να έχει και η Στεφανία μια ευτυχισμένη σχέση… Το ίδιο και ο Σάντου, βέβαια…

Ίσως αργότερα, σκέφτηκε. Αφού τελειώσει αυτό το μαρτύριο.

Όμως, δεν ήταν μόνο το πότε. Ήταν και το πώς. Η ιστορία θα είχε ένα τέλος. Άμεσα ή πολύ αργότερα. Το θέμα δεν ήταν τόσο αυτό, όσο η κατάσταση που θα επικρατούσε. Κυρίως, ποιοι θα ζούσαν και ποιοι θα πέθαιναν. Και ποιοι θα ήθελαν να συνεχίσουν να ζουν.



Στο μικρό σπίτι της Τάρα Μπούνεα, μητέρα της Εμιλιάνα Τσομπάνου, η Ιούλια, η Αντελίνα και η Λία κάθονταν η μία αντικριστά από την άλλη. Ξανά. Μετά από ελάχιστες μέρες που είχαν περάσει βασανιστικά αργά για όλες τους. Η Τάρα γιατί δεν  πενθούσε τον σύζυγό της, ενώ η Ιούλια και οι δύο κόρες του Βέλκαν είχαν βιώσει τον τρόμο των βρικολάκων του Μπραν, και πλέον πενθούσαν και αυτές που είχαν φύγει μακριά από τους δικούς τους. Τα δύο κορίτσια, βέβαια, δεν σκέφτονταν τι μπορεί να είχε συμβεί στο χωριό και στους γονείς τους, αλλά η Ιούλια ήξερε και -σοφά, κατά τη γνώμη της- δεν τους το είχε πει.

Ωστόσο, είχε μιλήσει με την Τάρα. Παρότι δεν το ήθελε, γιατί έβλεπε πόσο ήταν ήδη καταρρακωμένη: περπατούσε με αργά βήματα, μόνιμα σκυφτή. Κρατώντας ένα μαντήλι. Με πρόσωπο σχεδόν μουλιασμένο από τα δάκρυα. Η Τάρα φορούσε μόνο μαύρα φουστάνια. Ή ένα μαύρο φουστάνι, καθότι ήταν πανομοιότυπα, ένα χρώμα, ένα μέγεθος και με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (στο λαιμό είχαν σχέδια λουλουδιών και στα πόδια είχαν κεντηθεί σταυροί μέσα σε ρόμβους), οπότε δεν ήταν εύκολο να καταλάβεις αν ήταν διαφορετικά ή όχι. Σημασία, όμως, είχε η διάθεση και η στάση της ηλικιωμένης και αυτά ήταν ξεκάθαρα. Και όχι τόσο επιθυμητά από την Ιούλια, γιατί ήξερε από την προηγούμενη φορά που βρέθηκαν εδώ ότι η μελαγχολία επηρέαζε αρνητικά την Λία και την Αντελίνα, αφού δεν είχαν όρεξη για παιχνίδια και απλά έπιαναν μια καρέκλα ή ένα σημείο στο πάτωμα και έμεναν εκεί για ώρα, έχοντας αγκαλιά κάποιο παιχνίδι, με το οποίο, ωστόσο, δεν ασχολούνταν, πέραν από το να το κοιτάνε.

Το ίδιο, κατ’ ουσίαν, έκαναν και τώρα. Απλά κάθονταν δίπλα-δίπλα, χωρίς χαμόγελο, με βλέμμα πεσμένο, δίχως να θέλουν να τρέξουν ή να φωνάξουν ή, έστω, να μαλώσουν αναμεταξύ τους –ακόμα και αυτό, παρότι εκνεύριζε την Ιούλια, θα ήταν πολύ πιο ικανοποιητικό από ό,τι συνέβαινε από τότε που έφτασαν εδώ. Βέβαια, η Λία δεν είχε μαζί της κούκλα της, την Γιολάντα, κάτι που της είχε προκαλέσει πανικό όταν το συνειδητοποίησε, αλλά ήταν αργά, είχαν ήδη κάνει τη μισή διαδρομή για το Μπρασώφ και, παρά τις διαμαρτυρίες της, είχε τελικά δεχθεί ότι δεν θα είχε την κούκλα της για λίγες μέρες –έτσι της υποσχέθηκε η Ιούλια. Αλλά αυτό ήταν το μικρότερο πρόβλημα. Τα παιδιά μπορούν να ξεπεράσουν κάποιες δυσκολίες. Κάποιες. Όχι όλες. Μπορούν να πάψουν να τυραννιούνται που δεν έχουν ένα παιχνίδι μαζί τους, αλλά δεν μπορούν να ξεχάσουν ότι δεν έχουν κοντά τους τους γονείς τους. Αυτό γινόταν με τις δύο μικρές Τσομπάνου. Τους έλειπαν οι γονείς τους. Και το Μπραν. Αλλά, ενδόμυχα, ταράσσονταν και από την κατήφεια που είχε φωλιάσει στο σπίτι της Τάρα. Γεγονός για το οποίο, αλίμονο, δεν έφταιγε η μητέρα της Εμιλιάνα, όμως η Ιούλια δεν ήθελε να βλέπει τις εγγονές της δυστυχισμένες. Συν ότι και η ίδια είχε τη στενοχώρια της. Κι αυτή είχε χάσει τον σύζυγό της, τον γιο της και την νύφη της. Και το Μπραν. Και η Ιούλια έκλαιγε και ζητούσε από τον Θεό δύναμη και κουράγιο. Όμως, μόνο όταν ήταν μόνη της. Στην τουαλέτα ή σιγανά, όταν κοιμόταν. Προσπαθούσε να μην λιποψυχήσει, γιατί πλέον κουβαλούσε την ευθύνη της Λία και της Αντελίνα. Στηρίζονταν στην γιαγιά τους. Έπρεπε να τη βλέπουν να στέκει γερή και με πυγμή.

Και τις δύο έπρεπε να μας βλέπουν έτσι, σκέφτηκε, κοιτώντας την Τάρα, η οποία τώρα σκούπιζε τα μάτια και τη μύτη της. Η Ιούλια δεν ήλπιζε πως η άλλη θα κατάφερνε να τιθασεύσει τον καημό της και να αποκτήσει περισσότερη αυτοσυγκράτηση, απ’ όση επιδείκνυε. Και ήταν κατανοητό, σίγουρα. Αλλά, επί του παρόντος, θα ήταν πιο ωφέλιμο για όλες τους αν μπορούσαν οι δύο ηλικιωμένες να βρουν το θάρρος και να παραστήσουν πως ό,τι συνέβαινε ήταν παροδικό, μονάχα για ένα μικρό χρονικό διάστημα, και πως, πριν καν το καταλάβουν, θα επανέρχονταν όλα όπως πριν. Έτσι πίστευε η Ιούλια. Ότι αυτό θα έπρεπε να στηρίξει και η Τάρα. Της το είχε πει από το προχθεσινό βράδυ, αφού βεβαιώθηκε ότι η Λία και η Αντελίνα είχαν πέσει για ύπνο. Οι δύο γηραιές γυναίκες είχαν καθίσει για λίγο στο τραπέζι της κουζίνας, με δύο κηροπήγια να τους προσφέρουν το απαραίτητο φως. Έπιναν τσάι, όμως δίχως να δίνουν σημασία ή να το γεύονται πραγματικά. Η Ιούλια είχε πει τα πάντα στην Τάρα. Όσα ήξερε και όσα υπέθετε. Όσα είχε δει και ακούσει, καθώς και όσα είχε συμπεράνει η ίδια. Η άλλη την άκουγε με ολοένα και αυξανόμενο τρόμο, ψελλίζοντας Ω Θεέ μου και Γιατί; Γιατί; και Τι κακό είναι αυτό; Στο τέλος, απλά είχε καλύψει το πρόσωπό της και έλεγε μια προσευχή.

Πρέπει να είμαστε δυνατές, της είχε πει η Ιούλια. Μας χρειάζονται οι εγγονές μας. Το χρωστάμε σε όλους όσους έμειναν πίσω, για να είμαστε εμείς εδώ. Το χρωστάμε σε αυτά τα δύο αγγελούδια που μας χάρισαν ο Βέλκαν και η Εμιλιάνα.

Η Τάρα δεν είχε απαντήσει. Δεν ήθελε να υποσχεθεί ψέματα.

Έτσι, η Ιούλια προσπαθούσε τουλάχιστον να κάνει εκείνη ό,τι άρμοζε. Μιλούσε στις μικρές όσο περισσότερο μπορούσε. Τις καληνύχτιζε με ένα φιλί. Τις βοηθούσε να ντυθούν. Έπαιξε μαζί τους, όταν της το ζήτησαν μια δυο φορές. Και πενθούσε από μέσα της, παρά τα καρφιά που ένιωθε να μπήγονται στα σωθικά της.

  Αλλά για πόσο ακόμα; αναρωτιόταν ενίοτε. Πότε θα τελειώσει αυτό το μαρτύριο;

  Σύντομα. Αυτό τους είχαν υποσχεθεί από την πολιτοφυλακή και τον Κοινό Στρατό, όταν τις επισκέφτηκαν τις προάλλες. Είχαν σταθεί στο κατώφλι, τις χαιρέτισαν και άρχισαν να λένε την ιστορία τους. Ότι όλα θα τελειώσουν σύντομα και πως όλες οι μονάδες ασχολούνται με την υπόθεσή τους και πως οι υπαίτιοι θα τιμωρηθούν. Και, μετά, τους είχαν ζητήσει να μην μιλήσουν σε κανέναν για την ιστορία του Μπραν. Η Ιούλια ήταν εκείνη που είχε αποκριθεί σε ό,τι είπαν, ενώ η Τάρα έμεινε δίπλα της για συμπαράσταση. Οι στρατιωτικοί αποχώρισαν, αφήνοντάς τες με την ελπίδα για δικαίωση.

Όμως, η Ιούλια δεν είχε σκοπό να μείνει εκεί. Δεν θα άφηνε τις Αρχές να κάνουν τη δουλειά τους όπως και όποτε θέλουν, αλλά θα ασκούσε πίεση. Θα πήγαινε στην πολιτοφυλακή. Σήμερα. Και όσες άλλες φορές θα το έκρινε απαραίτητο.

***


Βουδαπέστη

Ο Φάμπιαν είδε και άκουσε την πόρτα να κλείνει, με τον συνάδελφο λοχαγό από το διπλανό γραφείο να φεύγει, έχοντας πάρει μια καλύτερη ιδέα για το τι συμβαίνει στο Μπραν, και τότε μόνο κοίταξε το Watchers View, το ρολόι που μια φορά κι έναν καιρό χρησιμοποιούσε ο πατέρας του όντας σηματωρός σε σιδηροδρομικό σταθμό της Αγγλίας. Ήταν έντεκα και μισή και είχαν ακόμα πολύ δρόμο μπροστά τους. Ο Βολφ και ο Ράινχελ αναστέναξαν, έχοντας βγάλει ο καθένας το σακάκι του και έχοντας χαλαρώσει και τη γραβάτα του. Δεν είχε πολλή ζέστη στο χώρο, όμως η αναστάτωσή τους με την υπόθεση του Μπραν και τις σφαγές που λάβαιναν χώρα εκεί τους δημιουργούσε την αίσθηση ότι υπήρχε υπερβολικά πολύς κόσμος στο γραφείο, και όλοι εκείνοι ήθελαν διακαώς απαντήσεις και δεν θα έφευγαν αν δεν τις έπαιρναν.

Κάτι το οποίο, σκεφτόταν ο Φάμπιαν, δεν θα αργήσει να γίνει, αν συνεχίσουμε να κάνουμε λάθη και να πεθαίνουν άνθρωποι εντός των εδαφών μας. Και δεν έκανε λάθος, αφού από τα Κεντρικά του Evidenzbureau θα κατέφτανε ένα απόσπασμα, για να ελέγξει την κατάσταση και να ζητήσει εξηγήσεις. Και να συλλάβει, ίσως, τον Φάμπιαν και τους δύο συνεργάτες του. Σίγουρα, θα έρχονταν, γιατί θα τους πίεζαν και από το υπουργείο. Ίσως να εμπλεκόταν και ο Αυτοκράτορας. Και τότε ο τοπικός σταθμός θα θύμιζε στρατολογικό γραφείο εν καιρώ πολέμου. Γεγονός που θα βοηθούσε εν μέρει, αλλά όχι τον Φάμπιαν, τον Βολφ και τον Ράινχελ, καθώς και τις οικογένειές τους.

Κανένας τους δεν ήθελε να φτάσουν σε αυτό το σημείο τα πράγματα. Όπως κανένας δεν ήθελε να στραβώνει όλο και πιο πολύ η υπόθεση σε εκείνο το μικρό χωριό της Τρανσυλβανίας. Αλλά να που ακριβώς αυτό συνέβαινε. Και έπρεπε να το σταματήσουν. Άμεσα.

Ο Φάμπιαν μάζεψε τις σημειώσεις του. Είχαν ήδη ξεκινήσει να σχεδιάζουν την αποστολή που θα πήγαινε στο Μπραν. Βασίζονταν σε όσα ήξεραν και σε όσα ήταν σε θέση να υποθέσουν με μια πολύ σχετική αξιοπιστία. Ήτοι, είχαν βγάλει χάρτες και καταγραφές και περιγραφές του τόπου, είχαν εξετάσει εκείνες τις παλιότερες περιπτώσεις εξαφανισμένων ανθρώπων, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που μπόρεσαν να ανασύρουν από το αρχείο, μεταξύ των οποίων και εκείνη την παμπάλαια επιστολή των Ούγγρων μισθοφόρων που αναφερόταν στο κάστρο του Μπραν και στη «δαιμόνισσα» που τους επιτιθόταν. Επίσης, ο Φάμπιαν είχε σκεφτεί και επαναλάβει όσα είδε και άκουσε την μοναδική φορά που έτυχε να βρεθεί στο Μπραν, τότε που μαζί με το Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού του Κοινού Στρατού είχαν πάει να βρουν εκείνον το δραπέτη, τον Ρούντολφ. Ακόμα, στο τραπέζι, έβαλαν τις αναφορές των Ούγγρων πολιτοφυλάκων και των αντρών του Κέρσεν που είχαν πάει στο χωριό και οι οποίοι είχαν καταγράψει όσα δυσοίωνα βρήκαν. Το γενικό και προφανές συμπέρασμα απ’ όλα αυτά ήταν ότι στη συγκεκριμένη περιοχή ελλόχευαν κίνδυνοι που ήταν απειλητικοί ακόμα και για εκπαιδευμένους στρατιώτες. Τι κίνδυνοι ήταν αυτοί και πώς ήταν δυνατό να αντιμετωπιστούν ενέπιπτε στην άλλη κατηγορία. Δηλαδή, σε όσα μπορούσαν να υποθέσουν.

Εδώ ήταν που άρχιζαν τα δύσκολα.

Γιατί το Κακό που γυρόφερνε τα Καρπάθια ήταν αδιόρατο για όσους δεν έμεναν εκεί. Ήταν κάτι που υπήρχε, ναι, αλλά που δεν ήσουν σε θέση να ξεκαθαρίσεις τη φύση του, αν δεν ερχόσουν πρόσωπο με πρόσωπο με αυτό. Όμως, απ’ ό,τι φαινόταν, αν έφτανες στο σημείο να συγκρουστείς μαζί του, τότε θα σε έβρισκαν νεκρό. Αν σε έβρισκαν, δηλαδή. Και τι μπορεί να ήταν; Άγρια ζώα; Κακοτράχαλες πλαγιές; Οι καιρικές συνθήκες; Άνθρωποι που ζούσαν σαν ζώα και που ρίχνονταν σε ανυποψίαστους διαβάτες; Τσιγγάνοι; Κάτι άλλο; Αλλά τι άλλο; Εχθρικοί στρατιώτες που είχαν παρεισφρήσει στα εδάφη της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και που… τι; Σκότωναν χωρικούς, καίγοντάς τους ή αποκεφαλίζοντάς τους; Και έπαιρναν και ομήρους; Και άφηναν κάποιους να φύγουν; Γιατί; Γιατί;

Ξανά τα ίδια ερωτήματα.

Τα οποία ωθούσαν τον Φάμπιαν προς μια κατεύθυνση διαφορετική από τα συνήθη μονοπάτια που περιδιαβαίνει ένας στρατιωτικός κατάσκοπος. Σε εκείνα που μάλλον ταιριάζουν σε έναν άνθρωπο σαν τον παλιό του φίλο, τον Μαρτίν Χόουνεχ. Ο οποίος, σύμφωνα με το γράμμα που είχε στείλει κάποτε στον Φάμπιαν, «αναζητά τις αλήθειες αυτού του κόσμου». Αλήθειες όπως αυτές που έγραφε η Έμιλυ στα διηγήματα φρίκης που τόσο της άρεσαν. Ιστορίες για τέρατα της νύχτας, που εμφανίζονται για να σκοτώσουν όσους άτυχους βρεθούν στο δρόμο τους και να τρομοκρατήσουν όσους ζήσουν, για να θυμούνται και να διαδίδουν τις φήμες της ύπαρξής τους. Αλήθειες όπως αυτές που του είχε αναφέρει ο πατέρας του, ο Αλεξάντερ Άσπελ, ο οποίος διατεινόταν ότι τα φαντάσματα υπάρχουν και πως ο ίδιος είχε δει ένα. Πολλές φορές, αλλά δεν είχε καταλάβει τις προθέσεις του και έτσι, εξαιτίας της αργοπορημένης αντίδρασής του, είχαν πεθάνει άνθρωποι, αφού το φάντασμα ουσιαστικά το προειδοποιούσε για το επερχόμενο ατύχημα της σιδηροδρομικής άμαξας που ερχόταν. Ο Φάμπιαν δεν πίστευε σε υπερφυσικά όντα. Μπορεί ενίοτε να έβλεπε ένα όνειρο με μια οπτασία που φορούσε μαύρο μανδύα και η οποία απειλούσε την Ορέλια -την οποία έσωζε ο ίδιος με το όπλο που κάποτε είχε χρησιμοποιήσει ο πατέρας του απέναντι στο φάντασμα που έβλεπε-, αλλά ποτέ του δε δέχτηκε πραγματικά ότι υφίστανται τέτοια πράγματα. Ήξερε ότι πολλοί άνθρωποι πιστεύουν σε αυτά και τα φοβούνται, όμως εκείνος, όπως και οι συνεργάτες του, δεν συγκαταλεγόταν σε αυτούς, παρότι είχε υποσχεθεί στον πατέρα του ότι δεν θα αγνοήσει τα φαντάσματα που θα εμφανιστούν στην ζωή του. Μια υπόσχεση που είχε δώσει ως παιδάκι και την οποία, με τα χρόνια, την είχε λησμονήσει. Όχι ολοκληρωτικά, θυμόταν τι είχε συζητηθεί και τι είχε πει. Αλλά ξέχασε την ουσία της.

Τώρα, ξανά μετά από εκείνες τις νύχτες που ο πατέρα του του μιλούσε για το φάντασμα, σκεφτόταν αυτό το ενδεχόμενο. Από τη μια, γιατί όφειλε σαν επικεφαλής να εξετάσει κάθε πιθανή εκδοχή της υπόθεσης, και από την άλλη, γιατί η περίπτωση του Μπραν διακατεχόταν από ένα δυσοίωνο μυστήριο, που άφηνε υπονοούμενα πως συνέβαινε κάτι πέραν από τα ανθρώπινα όρια. Πέραν από κάθε ανθρωπιά. Γιατί τέτοιες σφαγές δεν ήταν φυσιολογικές. Δεν θα γίνονταν από έναν εχθρικό στρατό. Τουλάχιστον, όχι από κάποιον που να μπορούσε να σκεφτεί ο Φάμπιαν.

Βέβαια, ήταν και ένα άλλο ενδεχόμενο, που είχε αναφέρει προ ολίγου ο Βολφ. Κανείς δεν ήξερε με απόλυτη σιγουριά ποιοι ζούσαν στα Καρπάθια. Υπήρχαν έγγραφα για τις κατοικημένες περιοχές (πληθυσμιακές ομάδες, πότε ιδρύθηκε η κάθε πόλη, πού, αριθμός γεννήσεων και θανάτων κλπ), αλλά αυτά τα χειρόγραφα αρχεία άφηναν ένα μεγάλο τμήμα εκείνης της αχανούς έκτασης δίχως καμιά καταγραφή για πιθανούς καταυλισμούς, σκόρπια αγροτόσπιτα ή κάτι παρεμφερές. Σαν να μην ερευνήθηκε ποτέ, αν και όλοι στο Evidenzbureau ήξεραν ότι, με την ένωση των δύο χωρών, ο Κοινός Στρατός είχε στείλει μονάδες εκεί. Όμως, εφόσον δεν υπήρχε κάτι σχετικό, όλοι είχαν θεωρήσει ότι δεν θα ζούσε κανένας άλλος σε εκείνα τα μέρη.

Ο Φάμπιαν, όπως και ο Ράινχελ, είχε συμφωνήσει με τον λοχαγό. Και, ειλικρινά, θα προτιμούσε να ισχύει αυτό, δηλαδή να ζουν τίποτα άγριοι στα Καρπάθια, παρά να έχουν να κάνουν με κάτι άλλο, για το οποίο θα έπρεπε να απευθυνθούν σε παπάδες ή πνευματιστές ή μέντιουμ ή οποιονδήποτε άλλο ασχολούνταν με υπερφυσικά πράγματα. Όπως τον Χόουνεχ. Φυσικά, ο Φάμπιαν δεν είχε κανένα πρόβλημα να ξαναβρεί τον φίλο του, το αντίθετο -ακόμα και η Έμιλυ θα χαιρόταν αν ο Χόουνεχ τους επισκεπτόταν-, αλλά και πάλι, προτιμούσε να τα βάλει με εκατοντάδες κανιβάλους ή ληστές και όχι με φρικιά του Διαβόλου.

Ο Φάμπιαν είδε τον Ράινχελ να πίνει τις τελευταίες γουλιές από τον καφέ του και να τρίβει τα μάτια του. Ο Βολφ, δίπλα του, άφησε τα χαρτιά που μελετούσε και έφαγε ένα από τα δύο στρούντελ με γεύση πορτοκαλιού που είχαν πάρει από το Φαντάστικους Ίνζεκ. Η δουλειά που έκαναν ως τώρα παρέμενε στο θεωρητικό επίπεδο, αλλά τους κούραζε. Όχι τόσο η δουλειά αυτή καθαυτή, αλλά το ότι βρίσκονταν στο σκοτάδι σε σημαντικά σημεία της και έπρεπε να βγάλουν άκρη με δαύτα. Και, φυσικά, με το να πάρουν την ευθύνη και να αποφασίσουν ποιοι θα πάνε στο Μπραν. Λεπτομέρεια ως προς την οποία ο Φάμπιαν είχε ξεκαθαρίσει τη θέση του ευθύς εξ αρχής: δεν θα στέλνονταν στρατιώτες από το Δέκατο Πέμπτο. «Γιατί υπακούν τον Κέρσεν» αιτιολόγησε την γνώμη του. «Δεν τον εμπιστεύομαι. Οπότε δεν μπορώ να εμπιστευτώ και τους υφισταμένους του. Επειδή τους είδα κι αυτούς να συμμετέχουν και όχι απλά να κάνουν τη δουλειά τους. Τα ήθελαν αυτά που έκαναν».

«Μήπως τα παραλές;» είχε ρωτήσει ο Βολφ. «Μια φορά συνεργαστήκατε. Και, εν τέλει, βρήκατε τον Ρούντολφ. Η αποστολή στέφθηκε από επιτυχία».

«Ναι. Αλλά μέχρι τότε, είχε βασανίσει μερικούς αθώους χωρικούς. Δεν θέλω να έχουμε πάλι τα ίδια, στην περίπτωση που βρεθούμε σε κάποιο άλλο χωριό ή αν συναπαντηθούμε με περαστικούς».

«Τώρα, όμως, θα είσαι εσύ ο επικεφαλής. Εσύ θα επιβλέπεις και θα διοικείς την αποστολή. Οι άντρες του Κέρσεν θα είναι υποχρεωμένοι να σε υπακούνε, το θέλουν δεν το θέλουν».

«Ακριβώς» είχε συμφωνήσει ο Ράινχελ. «Δεν θα έχουν άλλη επιλογή. Άσε που θα είμαστε και εμείς εκεί, για να σε βοηθήσουμε, σε περίπτωση που οι αξιωματικοί του Κέρσεν πάνε να σου τη φέρουν».

Σε αυτό το σημείο, ο Φάμπιαν είχε πάρει μια ακόμα απόφαση, για την οποία δεν θα έκανε πίσω. «Όχι» είπε. «Δεν θα έρθετε εσείς οι δύο. Εγώ θα πάω, μαζί με όποιους άλλους βρούμε. Εσείς θα παραμείνετε εδώ».

«Τι; Δεν το εννοείς; Πρέπει να έρθουμε. Το θέλουμε και πρέπει…»

«Όχι, Βολφ. Όχι. Θέλω να ξέρω ότι υπάρχουν εδώ τουλάχιστον δύο άτομα που μπορώ να εμπιστευτώ. Τρεις, συμπεριλαμβάνοντας και τον επιλοχία στην είσοδο».

«Μα, Φάμπιαν…»

«Ράινχελ, δεν θέλω να το λέω σε εσάς, αλλά αυτή η απόφασή μου είναι διαταγή».

«Φάμπιαν, μόνος σου το είπες. Οι άντρες του Κέρσεν μπορεί να προκαλέσουν μπελάδες. Σκέψου και το άλλο: και να μην συνεργαστείς με το Δέκατο Πέμπτο, ποιος σου εγγυάται ότι οι όποιοι άλλοι σε συνοδεύσουν στο Μπραν θα είναι αξιόπιστοι; Μπορεί και αυτοί να έχουν εντολές από τον διοικητή τους και…»

«Αυτό το θέμα το λήγουμε εδώ. Εσύ και ο Ράινχελ θα μείνετε στον τοπικό σταθμό. Σε περίπτωση που κάτι δεν πάει καλά, να μπορέσετε να περατώσετε την υπόθεση».

«Τι να μην πάει καλά;» είχε ρωτήσει ο Ράινχελ, αν και εκείνος και ο Βολφ ήξεραν τι εννοεί ο Φάμπιαν.

Οι δύο συνεργάτες του δεν προσπάθησαν να τον μεταπείσουν για πολύ ακόμα. Δέχτηκαν και προχώρησαν στο επόμενο θέμα, αν και μέσα τους ένιωθαν χάλια. Ήθελαν να είναι μαζί με τον φίλο τους. Παρότι ήξεραν πως είναι σκληροτράχηλος τύπος, θα αισθάνονταν πολύ καλύτερα αν τον βοηθούσαν έμπρακτα στη δύσκολη αποστολή που θα ξεκινούσε οσονούπω.

Για τον Φάμπιαν, από την άλλη, ήταν ξεκάθαρο πως έπρεπε να αφήσει στο πόστο του τον Βολφ και τον Ράινχελ όχι μόνο για την περίπτωση του Μπραν, αλλά και για τις άλλες έρευνες που εκείνος διεξήγαγε μυστικά. Δεν εμπιστευόταν κανέναν άλλο στρατιωτικό, πέραν από τους δύο πιο κοντινούς του συναδέλφους, για τους οποίους θα ορκιζόταν ακόμα και στον ίδιο τον Θεό ότι είναι αδιάφθοροι.

Οπότε αυτοί θα έπρεπε να κάνουν ό,τι άργησε να πράξει ο ίδιος.

Αν κάτι δεν πήγαινε καλά με το Μπραν.

Οι τρεις άντρες συνέχισαν να επεξεργάζονται τα αρχεία και να σημειώνουν το σχέδιο για την αποστολή στα Καρπάθια.

Όταν ο Φάμπιαν ξανακοίταξε το ρολόι του, η ώρα ήταν τρεις το μεσημέρι και η τελευταία καταχώρηση είχε προστεθεί. Ήταν έτοιμος να πάει να καταθέσει στον Ορμπάν τις αποφάσεις της ομάδας.

«Υπάρχει κάτι άλλο;» ρώτησε πριν σηκωθεί από την θέση του.

«Όχι» του απάντησαν.

Αλληλοκοιτάχτηκαν και οι τρεις. Ήταν βέβαιο ότι υπήρχε κάτι, αλλά ο ταγματάρχης είχε δώσει την εντολή κι έτσι ο λοχαγός με τον επιλοχία αναγκάστηκαν να συναινέσουν. Οπότε δεν υπήρχε λόγος να ειπωθούν πάλι τα ίδια και τα ίδια.

Ο Φάμπιαν έσβησε το τσιγάρο του και έφυγε.

Και, καθώς παρουσίαζε το πλάνο στον διοικητή του, αγνόησε για άλλη μια φορά την υπόσχεση που κάποτε είχε δώσει στον πατέρα του. Το ίδιο έκανε και με τον Βολφ και τον Ράινχελ. Δεν τους είπε το παραμικρό για φαντάσματα ή άλλα σκοτεινά όντα. Συν ότι είχε φροντίσει ώστε να μη δοθεί σημασία στην επιστολή των Ούγγρων μισθοφόρων, που ανέφεραν τη «δαιμόνισσα».

Πήγαιναν να αντιμετωπίσουν ανθρώπους. Τίποτα παραπάνω.

Όταν γύρισε στο γραφείο του, είπε στους δύο συνεργάτες του ότι ο Ορμπάν ήταν σύμφωνος με όλα όσα είχαν αποφασίσει. Τα οποία ήταν τα εξής:

 

  • Συγκρότηση στρατιωτικής μονάδας τριάντα αντρών και δύο εκπαιδευμένων σκυλιών του ουγγρικού στρατού
  • Ένας ανώτερος αξιωματικός (ο ταγματάρχης Φάμπιαν Άσπελ) θα είχε το γενικό πρόσταγμα
  • Μαζί του, θα ήταν ένας λοχαγός, ένας υπολοχαγός και ένας λοχίας
  • Θα ακολουθούσαν δύο δεκανείς
  • Οι υπόλοιποι είκοσι τέσσερις θα ήταν στρατεύσιμοι
  • Οι κατώτεροι αξιωματικοί, οι υπαξιωματικοί και οι στρατεύσιμοι θα ήταν Ούγγροι ουσάροι, από το τάγμα που, επί της παρούσης, βρισκόταν στο Μπραντ, της Τρανσυλβανίας
  • Ο οπλισμός τους θα αποτελούνταν από τυφέκια τύπου Μάνλιντσερ, σπαθιά, πιστόλια Γκάσερ και μαχαίρια
  • Η μονάδα θα είχε ως κύριο μέλημά της την έρευνα γύρω από το χωριό και τη διάσωση ανθρώπων του Μπραν ή και άλλων
  • Θα έπρεπε να στέλνουν αγγελιαφόρο στο Μπρασώφ κάθε μεσημέρι, για ενημέρωση της κατάστασης
  • Αν βρίσκονταν αντιμέτωποι με εχθρικό στρατό, τότε θα οχυρώνονταν και θα έστελναν αγγελιαφόρο για ενισχύσεις
  • Σε περίπτωση που δεν υπήρχαν νεώτερα της μονάδας για πάνω από έξι ώρες από τη στιγμή της αποστολής τους, τότε το Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού, με έδρα το Μπρασώφ, θα έστελνε αυτοβούλως ενισχύσεις της τάξεως των είκοσι ανδρών
  • Το Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα θα αναλάμβανε το επιπλέον καθήκον της ενημέρωσης της πολιτοφυλακής του Μπρασώφ, του τοπικού σταθμού του Evidenzbureau στη Βουδαπέστη, καθώς και της μονάδας των ουσάρων στο Μπραντ
  • Από κει και πέρα, ο τοπικός σταθμός θα ενημέρωνε το αρμόδιο υπουργείο και τον Αυτοκράτορα
  • Η στρατιωτική μονάδα θα περνούσε πρώτα από το Μπρασώφ, για τουλάχιστον δύο ημέρες, για ανάκριση χωρικών του Μπραν και αξιωματικών της πολιτοφυλακής, με σκοπό την εξακρίβωση χρήσιμων στοιχείων για την αποστολή
  • Μετά, νωρίς την επόμενη μέρα, θα έσπευδε στο Μπραν
  • Βασικό: η στρατιωτική μονάδα επ’ ουδενί δεν θα φερόταν με εχθρικό τρόπο σε κατοίκους της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας
  • Ο μόνος λόγος για να παραμεριστεί η ανωτέρω παράμετρος θα ήταν οποιαδήποτε εχθρική ενέργεια από μέρους κατοίκων της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας προς την εν λόγω στρατιωτική μονάδα ή και προς άλλους πολίτες ή και προς ετέρους εκπροσώπους των Αρχών της
  • Για οποιαδήποτε αλλαγή στην αποστολή της μονάδας, θα ενημερώνονταν το ταχύτερο δυνατό όλες οι αρμόδιες Αρχές της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας
  • Τέλος, η στρατιωτική μονάδα θα είχε και σαν ένα ακόμα κύριο μέλημά της την εξέταση των μέτρων που έχουν ήδη ληφθεί, για την προστασία των παρακείμενων στο Μπραν περιοχών



«Το μόνο το οποίο άλλαξε» είπε ο Φάμπιαν «είναι η μονάδα που θα έρθει μαζί μου».

«Άλλαξε τους ουσάρους; Μα, από τη στιγμή που απορρίψαμε το Δέκατο Πέμπτο, σαν βασική μονάδα, αυτοί είναι οι επόμενοι πιο κοντινοί στρατιωτικοί στο Μπραν» παρατήρησε ο Βολφ. «Συν ότι και ξέρουν καλά τα μέρη εκείνα, μιας και κάνουν συχνά ασκήσεις σε διάφορες περιοχές της Τρανσυλβανίας».

«Το ξέρω».

«Ωραία. Και ποιους τοποθέτησε;» ρώτησε ο Ράινχελ.

«Τους Ούγγρους ορειβάτες τυφεκιοφόρους. Θα έρθει ένα απόσπασμα από το τάγμα που βρίσκεται έξω από τη Βουδαπέστη».

«Προς τι αυτή η αλλαγή, σου είπε;»

«Είπε ότι θα αφήσουμε τους ουσάρους να προσέχουν κάποιες από τις παρακείμενες στο Μπραν περιοχές. Ότι είναι προτιμότερο να αποδυναμωθεί λίγο μια πολύ απομακρυσμένη πόλη, παρά μια κοντινή στο Μπραν».

«Δεν έχει κι άδικο» είπε ο Ράινχελ. «Θέλω να πω, βγάζει νόημα το σκεπτικό του».

Κι ο Φάμπιαν συμφωνούσε με αυτό. Αλλά δεν εμπιστευόταν τον Ορμπάν. Ωστόσο, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Οι διαταγές του ανωτέρου του ήταν συγκεκριμένες και όφειλε να συμμορφωθεί με αυτές.

Αναστέναξε. «Βολφ» είπε. «Πήγαινε στον λοχαγό που χειρίζεται τον τηλέγραφο και πες του να ειδοποιήσει το τάγμα των ορειβατών τυφεκιοφόρων. Αύριο νωρίς το πρωί, ως τις επτά, θα πάω να τους συναντήσω στο στρατόπεδό τους. Από εκεί θα φύγουμε για το Μπρασώφ και έπειτα για το Μπραν. Πρέπει να είναι έτοιμοι».

«Εντάξει».

«Επίσης, στείλε τα έγγραφα με τους όρους της αποστολής στο Μπραν (διοίκηση, μονάδα κρούσης κλπ) στο κοινό υπουργείο Εξωτερικών, στον Αυτοκράτορα και στον υπουργό Άμυνας της Ουγγαρίας, για τις τελευταίες υπογραφές. Α, και ενημέρωσε τον Κοινό Στρατό και την πολιτοφυλακή του Μπρασώφ ότι θα πάω εκεί με τους Ούγγρους ορειβάτες τυφεκιοφόρους».

«Εντάξει». Ο Βολφ αποχώρησε.

Ο Φάμπιαν έμεινε με τον Ράινχελ. Ο επιλοχίας πρόσεξε ότι κάτι απασχολούσε τον Φάμπιαν, μιας και ο τελευταίος άναψε τσιγάρο και έμεινε να κοιτάζει προς την πόρτα με τσαντισμένο ύφος, και ρώτησε «Τι συμβαίνει, αφεντικό;»

«Η αλήθεια είναι ότι δεν θέλω να πάω στο Μπραν. Δεν θέλω να αφήσω μόνες την Έμιλυ και την Ορέλια. Ειδικά, τώρα που η μικρή είναι στο νοσοκομείο και μάλλον θα μείνει για λίγες μέρες».

Ο Ράινχελ κατένευσε, αναστενάζοντας. «Το καταλαβαίνω. Σε χρειάζονται».

«Ναι. Όπως κι εγώ τις χρειάζομαι. Είναι το στήριγμά μου». Ο Φάμπιαν έστρεψε τη ματιά του προς τον Ράινχελ. «Λίγους ανθρώπους έχω στην ζωή μου, Ράινχελ. Την γυναίκα μου, την κόρη μου, εσένα και τον Βολφ. Όταν είμαι κοντά σας, ξέρω τι πρέπει να κάνω. Τι θέλω να κάνω. Αλλά, δίχως εσάς… περπατάω στην ομίχλη». Ο καπνός του τσιγάρου του Φάμπιαν φιδογύριζε προς τα πάνω, καλύπτοντας στο ενδιάμεσο τη μία πλευρά του προσώπου του. Ο ταγματάρχης το άφησε στο σταχτοδοχείο και συλλογίστηκε πως οι επόμενες ώρες, αυτές μετά το γραφείο, όταν θα πήγαινε στο νοσοκομείο, θα ήταν πολύ δύσκολες. Γιατί θα έπρεπε να ανακοινώσει την αποχώρησή του στην Έμιλυ και την Ορέλια.

Ο Ράινχελ είπε «Τότε μήπως να έρθουμε μαζί σου;»

«Όχι, φιλέ μου» απάντησε με ψυχραιμία ο Φάμπιαν. «Ο τοπικός σταθμός θα σας χρειαστεί περισσότερο από μένα». Έγειρε προς τον επιλοχία. «Το ίδιο και η Έμιλυ με την Ορέλια. Θέλω να τις προσέχετε, όσο θα λείπω».

«Ρε Φάμπιαν…»

«Έτσι είναι. Μπορώ να βασιστώ πάνω σας».

«Προφανώς και μπορείς. Αλλά εσύ θα είσαι μακριά, σε μια επικίνδυνη αποστολή, κι εκείνες στην ασφάλεια της πόλης. Εσύ μας έχεις ανάγκη. Εσύ θα μας έχεις ανάγκη».

«Θα μείνετε εδώ» απάντησε ο Φάμπιαν.

Όταν επέστρεψε ο Βολφ, γύρω στη μισή ώρα αργότερα, ανακοίνωσε τα νέα της απάντησης των ορειβατών τυφεκιοφόρων, που δήλωναν ότι θα είχαν έτοιμο ένα απόσπασμα την προκαθορισμένη μέρα και ώρα. Ο Φάμπιαν έλεγξε ξανά το ρολόι του για να σιγουρευτεί ότι ο λοχαγός είχε έρθει τόσο νωρίς. Φυσικά, ήταν καλό που οι Ούγγροι δεν είχαν καθυστερήσει, γιατί σε τέτοιες περιπτώσεις δεν ωφελούταν κανείς με την οποιαδήποτε αργοπορία, όμως ήταν περίεργο που δεν είχε πάει καν τέσσερις και μισή και είχαν ήδη απάντηση.

Πριν φύγει από το γραφείο, με τα υπογεγραμμένα έγγραφα στο χέρι και το πανωφόρι του ριγμένο στους ώμους, ο Φάμπιαν στράφηκε και κοίταξε τους συναδέλφους του. Εκείνοι στέκονταν με αμηχανία, κοντά του. Παρατηρώντας τον. Περιμένοντας με την ελπίδα να αναθεωρήσει και να τους ζητήσει να τον συνοδεύσουν. Αλλά εκείνος τους είπε «Κύριοι. Φίλοι μου. Εύχομαι να έχουμε όλοι μας καλή τύχη. Εσείς να συντονίσετε τις αρμοδιότητές μας εδώ και εγώ με τους Ούγγρους στρατιωτικούς με το να λύσουμε την υπόθεση του Μπραν άμεσα και κατάλληλα. Υπομονή, παίδες. Υπομονή και επιμονή. Θα τα καταφέρουμε. Στο χέρι μας είναι».

Ο Βολφ και ο Ράινχελ κατένευσαν, χωρίς να μιλήσουν. Και παίρνοντας το βλέμμα τους από τον ταγματάρχη. Για να μη δει ότι προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τον εαυτό τους και να μη ξεσπάσουν.

«Ξέρω ότι σας στεναχώρησα με την απόφασή μου» συνέχισε ο Φάμπιαν. «Το ξέρω. Αλλά έχω τους λόγους μου. Όταν γυρίσω, θα σας εξηγήσω. Το υπόσχομαι. Μέχρι τότε…»

«Υπομονή» είπε ο Ράινχελ.

«Και επιμονή» είπε ο Βολφ.

«Ακριβώς» συμφώνησε ο Φάμπιαν. Άπλωσε το ελεύθερο δεξί του χέρι πρώτα προς τον ένα και μετά προς τον άλλο. Εκείνοι ανταπέδωσαν, σφίγγοντας τη γροθιά του Φάμπιαν.

Και μετά, τον αγκάλιασαν. Και του είπαν να επιστρέψει και να μην ανησυχεί για εκείνους και για την Έμιλυ και την Ορέλια, αλλά να φροντίσει να επιστρέψει. «Γιατί, αλλιώς, θα τον κάψουμε τον σταθμό» τόνισε ο Βολφ.

«Θα επιστρέψω» τους είπε, χαμογελώντας.

Πριν φύγει, όμως, ο Βολφ του είπε «Περίμενε. Πάρε και αυτά μαζί σου». Και του πρότεινε τα δύο ρεβόλβερ που είχε πάρει από τους μπράβους του Τζούρτζου. «Ίσως σου χρειαστούν».

Ο Φάμπιαν ήλπιζε να μην έφταναν τα πράγματα σε αυτό το σημείο. Αλλά σκέφτηκε πως δεν ήξερε τι πήγαινε να αντιμετωπίσει και μπορεί να χρειαζόταν όσο το δυνατόν περισσότερα σιδερικά μαζί του. Οπότε τα πήρε. «Ευχαριστώ!»

Και έπειτα τους αποχαιρέτισε.

Αφήνοντάς τους τα χαρτιά με τις έρευνες που είχε ξεκινήσει ο ίδιος σε ένα συρτάρι του γραφείου. Για παν ενδεχόμενο. Σε περίπτωση που κάτι (ακόμα) δεν πήγαινε καλά με το Μπραν. Εκείνοι θα αναλάμβαναν και θα ήξεραν τι να κάνουν.

Ο επιλοχίας στην είσοδο του τοπικού σταθμού, με το που τον είδε, σηκώθηκε και στάθηκε προσοχή.

«Ανάπαυση, επιλοχία. Δεν χρειάζονται αυτά με εμένα, το ξέρεις».

«Κύριε ταγματάρχη» είπε. «Με όλο το σεβασμό, με εσάς είναι που χρειάζονται».

Ο Φάμπιαν χαμογέλασε.

«Καλό κατευόδιο σας εύχομαι, κύριε».

«Σε ευχαριστώ! Κι εσύ, να είσαι καλά! Και η γυναίκα σου να έχει μια ευχάριστη εγκυμοσύνη!»

«Σας ευχαριστώ, κύριε!»

Ο Φάμπιαν βγήκε από το κτίριο στην γκριζαρισμένη, παγωμένη Βουδαπέστη. Έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Πέντε το απόγευμα. Η ορατότητα είχε αρχίσει να περιορίζεται αισθητά. Σήκωσε τον γιακά του πανωφοριού του και φόρεσε το καπέλο του. Έβαλε τα έγγραφα σε μια τσέπη, για να μη βραχούν κι αυτά. Κοίταξε προς το Φαντάστικους Ίνζεκ, όπου η πελατεία είχε αυξηθεί και κάθε τραπέζι ήταν πιασμένο. Σκέφτηκε ότι είχε περιθώρια για να πάρει κάτι φαγώσιμο για τις γυναίκες της ζωής του από το αγαπημένο του εστιατόριο.

Έτσι, άναψε τσιγάρο και όρμησε προς τα εκεί.

***


Μπρασώφ

Απόγευμα

Στο κτίριο της πολιτοφυλακής, έφτασαν ταυτόχρονα τρία άτομα, αλλά μόνο τα δύο εξ’ αυτών (ο Κέρσεν και ο οδηγός της άμαξας του) γνωρίζονταν μεταξύ τους και μόνο αυτά πέρασαν την πύλη με μεγάλη ευκολία. Αντίθετα, η Ιούλια Τσομπάνου έμεινε να περιμένει στη βροχή. Χωρίς να της αιτιολογήσουν την απαγόρευση εισόδου.

«Τότε μπορείτε να πείτε κάτι στους ανωτέρους σας;» ρώτησε τον ένα από τους δύο φύλακες.

Ο τριανταπεντάρης αρχιλοχίας ξεφύσησε. «Τι θέλεις, κυρά μου;»

Η Ιούλια ανέφερε το ονοματεπώνυμό της. «Είμαι από το Μπραν. Θέλω να μάθω τι γίνεται με τον τόπο μου και τους δικούς μου που έμειναν εκεί».

«Καλώς. Περίμενε εδώ».

«Και να μιλάς καλύτερα, νεαρέ» είπε η Ιούλια. «Σεβασμός στους μεγαλύτερους. Δε βλάπτει».

Ο αρχιλοχίας την κοίταξε έτοιμος να ξεστομίσει μερικές βρισιές, αλλά ο λοχίας τον σταμάτησε έμμεσα, αφού του υπενθύμισε πως ο αντιστράτηγος ενδιαφερόταν ιδιαιτέρως για το Μπραν. «Δεν πα να γαμηθεί και το Μπραν» σχολίασε χαμηλόφωνα ο αρχιλοχίας και έφυγε για το γραφείο του διοικητή του.

Εκεί, ο Κέρσεν είχε ήδη ξεκινήσει για άλλη μια φορά να δείχνει την περιφρόνησή του προς τον Ζαλάν και την πολιτοφυλακή, με το να μπει στο γραφείο χωρίς να χτυπήσει και αναγκάζοντας τον ίδιο τον Ζαλάν να σηκωθεί από τη θέση του, για να κάτσει ο ίδιος. Ο αντιστράτηγος ζήτησε εξηγήσεις, αλλά, όταν είδε τον Ματέ και τους άλλους δύο άντρες του Κέρσεν που στέκονταν κοντά στην πόρτα να ετοιμάζονται για καβγά, έσφιξε τα δόντια, μαζεύτηκε και υπάκουσε. Έκανε τον γύρο του γραφείου του και διέταξε τον συνταγματάρχη Μίκλος -ο οποίος ούτε καν είχε αντιδράσει σε όσα γίνονταν εις βάρος της υπηρεσίας του και του διοικητή του- να σηκωθεί, κάτι που ο άλλος έπραξε αμέσως.

«Ωραία» είπε ο Κέρσεν. «Και τώρα, δουλειά».

Ο Ζαλάν πήγε να ρωτήσει τι συνέβαινε, αλλά ο αντισυνταγματάρχης τον πρόλαβε και συνέχισε «Λοχία και επιλοχία, πιάστε τον συνταγματάρχη Μίκλος».

Ο Μίκλος γούρλωσε τα μάτια και έκανε να πιάσει το πιστόλι του, αλλά οι δύο άντρες τον γράπωσαν και σφάλισαν τα χέρια του, γυρίζοντας τους καρπούς του πίσω στην πλάτη. Ο Μίκλος μούγκρισε και κοίταξε τον αντιστράτηγο, έτοιμος να βάλει τα κλάματα.

«Τι στο διάολο συμβαίνει; Τι σημαίνουν όλα αυτά, Κέρσεν;» φώναξε ο Ζαλάν.

Ο Κέρσεν τον αγνόησε. «Λοχαγέ Ματέ, μείνε κοντά στον αντιστράτηγο. Αν τολμήσει το οτιδήποτε, συνέλαβε τον».

«Μάλιστα, κύριε». Ο Ματέ πήγε και στάθηκε πάνω από τον Ζαλάν.

Όμως, εκείνος δεν αποθαρρύνθηκε. Ξαναρώτησε «Τι σημαίνουν όλα αυτά; Απαιτώ εξηγήσεις, Κέρσεν. Τώρα. Είμαι αντιστράτηγος, που να σε πάρει ο διάολος».

«Δεν είσαι σε θέση να απαιτείς, Ζαλάν. Μην το ξεχνάς, εγώ έχω τον έλεγχο του Μπρασώφ. Μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Εσύ κάτσε εκεί και συνεργάσου μαζί μου. Και θα λήξουν όλα αναίμακτα. Είμαι κατανοητός;»

Ο Ζαλάν δεν μίλησε.

Ο Κέρσεν επανέλαβε «Έγινα κατανοητός;»

«Ναι. Ναι, γαμημένε μπάσταρδε».

«Τέλεια. Έτσι μπορούμε να προχωρήσουμε την κουβέντα μας. Υπάρχει κάτι νεώτερο για την υπόθεση του Μπραν;»

«Όχι».

«Για τους ντόπιους επαναστάτες;»

«Κάτι προσαγωγές μόνο».

«Ωραία. Και ξύλο, έτσι; Μην τους λυπάστε».

«Ποτέ δεν τους λυπηθήκαμε».

«Και πολύ καλά κάνατε. Και κάνετε».

Ο Ζαλάν δεν μίλησε.

«Στο δια ταύτα, λοιπόν. Θέλω το γράμμα που σου παραδώσαμε. Εκείνο που μας είχαν φέρει οι Βλαντιμιρέσκου, από τον παπά του χωριού τους. Ένα ίδιο είχαν δώσει και σε εσάς».

Ο Ζαλάν παραξενεύτηκε. «Τι; Τι το θέλεις;»

«Αυτό είναι δικό μου, Ζαλάν. Εσύ απλά δώσ’ το μου».

«Δεν… δεν το έχω. Το κατέστρεψα».

Ο Κέρσεν τον παρατήρησε. Είδε έναν ηλικιωμένο άντρα να φοβάται. Σταγόνες ιδρώτας κυλούσαν από τους πόρους των μαλλιών του. Η φωνή του ήταν σιγανή. Η στολή που φορούσε και ο βαθμός που είχε δεν σήμαιναν τίποτα τώρα. «Δεν με πείθεις. Κι αυτό δεν είναι καλό για σένα και την πολιτοφυλακή. Δώσε μου το γράμμα».

«Δεν το έχω. Δεν το χρειαζόμουν, οπότε… το έκαψα». Ο Ζαλάν έλεγε ψέματα. Το γράμμα υπήρχε. Σε ένα συρτάρι του σπιτιού του. Κρυμμένο. Σαν απόδειξη ότι και το Δέκατο Πέμπτο είχε εξ αρχής γνώση της κατάστασης. Το είχε φυλάξει για να το χρησιμοποιήσει εναντίον του Κέρσεν, αλλά, με όλα αυτά που έγιναν (και με όσα επρόκειτο να γίνουν), το ξέχασε. Και τώρα, ο άλλος τον είχε πιάσει εξαπίνης και ο Ζαλάν ένιωθε ανασφάλεια. Ήταν εγκλωβισμένος μέσα στο γραφείο του. Απομονωμένος σε έναν κλειστό χώρο. Με τέσσερις εχθρούς να περιμένουν να κάνει κάποια μαλακία. Ήταν μόνος. Χωρίς σύμμαχο. Γιατί ο Μίκλος, απ’ ό,τι φαινόταν, τα είχε παρατήσει. Συν ότι οι άλλοι τον είχαν του χεριού τους –στην κυριολεξία.

«Δεν έχεις πολλά περιθώρια, Ζαλάν» είπε ο Κέρσεν. «Βασικά, δεν έχεις κανένα άλλο περιθώριο, πέραν από το να συμμορφωθείς σε ό,τι λέω. Δώσε μου το γράμμα. Πού το έχεις;»

«Δεν το έχω. Στο είπα, το έκαψα. Τι να το έκανα, άλλωστε;»

«Δεν νομίζω ότι θα έκανες τέτοια ηλιθιότητα, Ζαλάν. Είμαι σίγουρος ότι το έχεις. Και μέχρι να πειστώ για το αντίθετο, αν πειστώ, δεν θα φύγει κανένας από εδώ μέσα. Θα μείνουμε για όσο θέλω εγώ. Εδώ θα τρώμε, εδώ θα κοιμόμαστε, εδώ θα κατουράμε και εδώ θα χέζουμε. Και οι έξι. Θα στο κάνω μπουρδέλο το γραφείο, Ζαλάν». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Ή αυτό ή μου δίνεις το γράμμα και λήγει το θέμα εδώ. Διάλεξε».

Ο Ζαλάν ζύγιασε τις επιλογές του. Αν παρέδιδε το γράμμα, θα τον άφηναν για λίγο στην ησυχία του. Ποια ησυχία, δηλαδή, αφού έτσι κι αλλιώς είχε βρει το μπελά του και το πράγμα μόνο προς το χειρότερο φαινόταν ότι θα πάει γι’ αυτόν. Από την άλλη, αν επέμενε στο ψέμα του, ένας θεός ξέρει τι θα έκανε ο Κέρσεν. Ο οποίος λογικά είχε σκεφτεί το ίδιο πράγμα που είχε σκαρφιστεί και ο ίδιος ο Ζαλάν, όταν ο Ματέ του έδωσε το γράμμα των Βλαντιμιρέσκου. Ο παπάς κατονόμαζε το Δέκατο Πέμπτο. Σε αυτό απηύθυνε τις εκκλήσεις του για βοήθεια. Αν το στοιχείο αυτό παραδιδόταν σε οποιαδήποτε ανώτατη Αρχή της Αυτοκρατορίας, τότε ο Κέρσεν θα είχε την ίδια μοίρα με τον Ζαλάν. Στρατοδικείο. Και μετά, ποιος ξέρει; Ατιμωτική απόταξη, στην καλύτερη περίπτωση. Φυλάκιση ή και εκτέλεση, στη χειρότερη. Ο Κέρσεν πήγαινε να καλύψει τον κώλο του, αλλά είχε αργήσει. Και το ήξερε. Οπότε θα χρησιμοποιούσε ό,τι μέσα είχε για να πιέσει τον Ζαλάν. Εκείνο το γράμμα μπορούσε να τον κάψει. Κι αν ο Ζαλάν του το έδινε, ο Κέρσεν θα το κατέστρεφε την επόμενη στιγμή και θα ήταν ελεύθερος πια. Κι αν δεν του το έδινε, το γραφείο του Ζαλάν θα συνέχιζε να μολύνεται από την παρουσία του αντισυνταγματάρχη.

Ο αντιστράτηγος έτριψε τους κροτάφους του, νιώθοντας τον πονοκέφαλο να καλπάζει προς το πεδίο της μάχης του μυαλού του. Δεν ήξερε ποια είναι η καλύτερη λύση. Ήταν μπερδεμένος. Υπήρχαν θετικά και αρνητικά και στις δύο περιπτώσεις. Το θέμα ήταν πώς θα γλίτωνε το τομάρι του. Ή αν θα επέλεγε να πάρει μαζί του στην καταστροφή και έναν ακόμα αξιωματικό. Ή…

Τότε ακούστηκε ένας χτύπος στην πόρτα.

«Μην μιλήσει κανένας» είπε ο Κέρσεν. «Ματέ. Και εσείς οι δύο. Μην αφήσετε τους κρατούμενους να μιλήσουν ή να κουνηθούν ή οτιδήποτε άλλο. Αλλιώς τη γαμήσατε». Δεν περίμενε να αποκριθούν. Σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα, την οποία μισοάνοιξε. Είδε έναν αρχιλοχία της πολιτοφυλακής να περιμένει. «Τι θες;» τον ρώτησε.

«Έχω ένα μήνυμα για τον αντιστράτηγο Ζαλάν, κύριε».

«Πες το σε εμένα».

Ο αρχιλοχίας πήγε να πει κάτι, αλλά δεν το έκανε. Προσπάθησε να δει μέσα στο γραφείο.

«Ε, εδώ! Εμένα κοίτα, αρχιλοχία».

Ο άλλος το έκανε. Ξεροκατάπιε, διερωτώμενος τι μπορεί να συνέβαινε πίσω από τον Κέρσεν. Αλλά αποφάσισε πως θα ήταν καλύτερο να μην το σκέφτεται. «Μάλιστα, κύριε».

«Τι “μάλιστα, κύριε”, ρε; Σε ποιον απευθύνεσαι;»

«Σε εσάς, κύριε αντισυνταγματάρχη».

«Και πώς θα με αποκαλείς, λοιπόν;»

«Κύριο αντισυνταγματάρχη».

«Λάθος. Κύριο διοικητή, θα με λες. Εγώ κάνω κουμάντο εδώ. Το κατάλαβες;»

«Μ-μάλιστα, κύριε διοικητά».

«Έτσι μπράβο. Λέγε τώρα, τι μήνυμα φέρνεις;»

«Είναι κάτω στην πύλη κάποια γριά από το Μπραν. Ιούλια Τσομπάνου, την λένε. Θέλει να μάθει τι κάνουμε με την περίπτωση αυτή».

Σκατά! «Τι της είπες;»

«Τίποτα, κύριε διοικητά».

«Μπράβο!» Ο Κέρσεν το σκέφτηκε. «Πες της πως έχουμε κινήσει τις διαδικασίες. Αναμένουμε απάντηση από την μονάδα που στείλαμε στο Μπραν. Αυτό πες της».

«Μάλιστα, κύριε διοικητά».

«Έφυγες».

Ο αρχιλοχίας υπάκουσε. Έφυγε και είπε ψέματα στην Ιούλια, η οποία υποσχέθηκε με έντονο τόνο πως θα ξαναπεράσει.

«Δεν θα μου τη γλιτώσετε εσείς, να το ξέρετε» συμπλήρωσε και γύρισε να φύγει.

Ο λοχίας κατάφερε να συγκρατήσει ξανά τον αρχιλοχία, προτού ο τελευταίος πει κάτι που αργότερα μπορεί να μετάνιωνε.

Ο Κέρσεν και επέστρεψε στην θέση που είχε καταλάβει από νωρίτερα. «Ωραία. Τώρα που ξεμπερδέψαμε…»

Κι άλλο χτύπημα στην πόρτα.

«Γαμώτο!» Ο αντισυνταγματάρχης πήγε ξανά να δει ποιος ήταν. Βρήκε ένα δεκανέα να περιμένει σε στάση προσοχής. «Τι θες;»

Ο Σέκερες συστήθηκε. «Ήμουν από αυτούς που είχαν πάει στο Μπραν, κύριε διοικητά». Είχε μιλήσει με τον αρχιλοχία, ο οποίος τον διέταξε να πει σε όλους τους πολιτοφύλακες ότι στο εξής θα αποκαλούν τον Κέρσεν διοικητή.

«Και;»

«Θα ήθελα να σας ρωτήσω κάτι, αν επιτρέπετε, κύριε διοικητά».

«Το επιτρέπω. Προχώρα στο παρασύνθημα. Και γρήγορα».

«Χάθηκαν συνάδελφοί μου, κύριε διοικητά» είπε ο Σέκερες με σχεδόν ξεψυχισμένη φωνή. «Είχαν οικογένεια. Γονείς, σύζυγο, παιδιά. Θα ενημερώσουμε τους συγγενείς τους;»

Ο Κέρσεν κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι. Όχι ακόμα. Προς το παρόν, δεν θα μάθει κανένας πολίτης τι βρήκαμε στο Μπραν».

Ο Σέκερες ήξερε ότι παίζει με τη φωτιά, αλλά είχε χάσει φίλους και δεν είχε σκοπό να εγκαταλείψει και τις οικογένειές τους. Γιατί και ο ίδιος θα ήθελε να πει κάποιος στην γυναίκα του τα δυσάρεστα. Για να μην έχει την αγωνία του. Για να πενθήσει και κάποια στιγμή να λυτρωθεί και να μπορέσει να προχωρήσει. Ξέροντας πως ο άνθρωπός της έκανε το καθήκον του και έπεσε μαχόμενος γι’ αυτό. «Με όλο το σεβασμό, κύριε διοικητά, πιστεύω πως πρέπει να τους ενημερώσουμε».

Ο Κέρσεν εκτόξευσε τα χέρια του και γράπωσε τον Σέκερες από το σακάκι. «Εσύ είσαι ένας γαμημένος δεκανέας. Εγώ είμαι αντισυνταγματάρχης και διοικητής σου. Ανώτερός σου, κατάλαβες; Όταν εγώ μιλάω, εσύ δεν νομίζεις. Υπακούς. Με υπακούς, π’ ανάθεμα την μάνα που σε γέννησε. Αν φέρεις ξανά αντίρρηση σε εμένα, θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια, μαλάκα. Θα πας να βρεις τους άλλους, στην γαμημένη την Κόλαση. Δεν θα σε σώσει κανένας από τα χέρια μου. Γι’ αυτό πρόσεχε τι λες, δεκανέα. Κατάλαβες;»

Ο Σέκερες έσφιξε τις γροθιές του. Για άλλη μια φορά, ένας ακόμα ανώτερός του μετά τον Ζαλάν, τον είχε απορρίψει. Κι εκείνος δεν μπορούσε να κάνει κάτι, πέραν από το να συμμορφωθεί. Τουλάχιστον, για την ώρα. «Μάλιστα, κύριε διοικητά» αρκέστηκε να πει.

«Το κατάλαβες;»

«Μάλιστα, κύριε διοικητά» είπε πιο δυνατά.

«ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ;»

«ΜΑΛΙΣΤΑ, ΚΥΡΙΕ ΔΙΟΙΚΗΤΑ!»

Ο Κέρσεν τον άφησε. «Εξαφανίσου από μπροστά μου».

Ο Σέκερες υπάκουσε. Αλλά έχοντας στο μυαλό του ότι δεν θα άφηνε τους συμπολεμιστές του χωρίς κάποια δικαιοσύνη.

Ο Κέρσεν κοίταξε το διάδρομο έξω από το γραφείο. Είδε μερικούς πολιτοφύλακες να περιφέρονται. «ΘΕΛΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΑΛΛΟΣ ΚΑΤΙ;» ούρλιαξε. Εκείνοι τον κοίταξαν. Αλλά δεν μίλησαν. «ΜΗΝ ΤΟΛΜΗΣΕΙ ΚΑΙ ΜΑΣ ΕΝΟΧΛΗΣΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ. ΕΓΙΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΤΟΣ;»

«ΜΑΛΙΣΤΑ, ΚΥΡΙΕ ΔΙΟΙΚΗΤΑ!» του απάντησαν.

«Άντε μπράβο, γαμώ το σπίτι σας» είπε ο Κέρσεν και έκλεισε την πόρτα.

«Τι ήθελαν;» ρώτησε ο Ζαλάν, όταν ο άλλος κάθισε στην θέση που μέχρι πρόσφατα του ανήκε.

«Σκάσε, Ζαλάν. Θα μιλάς όταν σου λέω εγώ».

Γαμημένε Αυστριακέ! είπε μέσα του ο Ζαλάν.

«Σ-συγνώμη» ακούστηκε με το ζόρι ο Μίκλος. «Μ-με συγχωρείτε, κύριε αντ… κύριε διοικητά. Επιτρέπετε;»

«Όχι. Μην ξαναμιλήσεις, χοντρέ».

«Μ-μάλιστα, κ-κύριε διοικητά».

«Στο διάολο κι εσύ». Ο Κέρσεν ξεφύσησε. Και γύρισε προς τον Ζαλάν. «Θέλω το γράμμα. Πρόσεξε τι θα πεις, Ζαλάν. Δεν έχω πολλή υπομονή πια».

Ο Ζαλάν δεν μίλησε. Τα λίγα λεπτά που διήρκησε το «διάλειμμα» με τις δύο επισκέψεις, είχε κατασταλάξει ως προς το τι κατεύθυνση θα πρότεινε να ακολουθήσουν με τον Κέρσεν. Όσο κι αν τον μισούσε, ήξερε ότι θα έπρεπε να συνεργαστούν.

«Σε ρώτησα κάτι».

«Το ξέρω».

«Οπότε τι με κοιτάς; Απάντα, ρε γαμημένε».

«Νομίζω πως εμείς οι δύο μπορούμε να βρούμε μια λύση που θα μας εξυπηρετεί».

Ο Κέρσεν μισόκλεισε τα μάτια του. «Πας να τη σκαπουλάρεις, Ζαλάν;»

«Ναι. Αλλά θα βγεις κι εσύ κερδισμένος».

«Δηλαδή;»

Ο Ζαλάν του είπε.

***


Βουδαπέστη

Ο Φάμπιαν γύρισε με άμαξα στο Ερζιβετβάρος, στη συμβολή των οδών Ρόζα και Ντοχάνι. Στην πολυκατοικία που έμεναν με την Έμιλυ και την Ορέλια. Η ώρα, σύμφωνα με το Watchers View του, ήταν έξι. Η βροχή έπεφτε σε ψιχάλες, με αργόσυρτο τέμπο, σαν να έπαιζε ένας βαριεστημένος μουσικός το κομμάτι του. Ο Φάμπιαν πλήρωσε τον αμαξά και έσπευσε στην είσοδο. Πρόσεξε ότι ο γάτος, ο Σιπ, δεν ήταν εκεί κοντά και έτσι υπέθεσε ότι μάλλον θα είχε τρέξει να βρει κάποιο καταφύγιο, για να προφυλαχτεί από τη βροχή. Το ίδιο, απ’ ό,τι πρόλαβε να δει, έκαναν και όσοι τύχαινε να περπατούν στο δρόμο: άνοιγαν το βήμα τους, για να φτάσουν πιο γρήγορα στον προορισμό τους.

Έφτασε στον τρίτο όροφο, άνοιξε την πόρτα και μπήκε, σφαλίζοντάς την πίσω του. Αμέσως, τον χτύπησε σαν σφαίρα η ησυχία που επικρατούσε στο χώρο. Είχε συνηθίσει να έρχεται και να βρίσκει την Έμιλυ είτε να μαγειρεύει, είτε να διαβάζει στην Ορέλια, είτε να γράφει. Αλλά, όπως και χθες, όπως και άλλες φορές στο παρελθόν, θα έπρεπε να συντονίσει τον εαυτό του με την πραγματικότητα. Οι γυναίκες της ζωής του έλειπαν, και όχι για καλό λόγο. Όχι επειδή είχαν πάει επίσκεψη σε φίλους ή σε κάνα βιβλιοπωλείο ή σε μανάβικο ή κάτι τέτοιο. Όχι. Έλειπαν γιατί κάποιος είχε αποφασίσει (και) η Ορέλια να ταλαιπωρείται από μια αναθεματισμένη ασθένεια και να πρέπει να τρέχουν στο νοσοκομείο, για να σωθεί η ζωή της. Κι έτσι, δεν κατάφερνε να έχει την παιδική ηλικία που θα έπρεπε να έχουν όλα τα παιδιά: γεμάτη παιχνίδια και φίλους και τους γονείς να τρέχουν και να μη φτάνουν για να δίνουν χαρά και ευτυχία πρώτα στα παιδιά τους και έπειτα στους ίδιους.

Η Ορέλια δεν τα είχε αυτά. Ούτε οι γονείς της. Κι εγώ θα πρέπει να την αφήσω, σκέφτηκε ο Φάμπιαν, καθώς στεκόταν στην κουζίνα. Όπως και την Έμιλυ. Έπιασε μια καρέκλα και την έσφιξε. Τα νύχια του έξυσαν το ξύλο. Λίγο ήθελε και θα την άρπαζε και θα την κομμάτιαζε.

Αλλά δεν το έκανε. Φυλούσε τις δυνάμεις του για μετά, όταν θα πήγαινε στο νοσοκομείο. Και για αύριο και για όσες μέρες θα έμενε μακριά από την Έμιλυ και την Ορέλια και τον Βολφ και τον Ράινχελ. Έπρεπε να είναι έτοιμος για παν ενδεχόμενο.

Άφησε στο τραπέζι τα τυλιγμένα φαγητά που πήρε από το Φαντάστικους Ίνζεκ και πήγε στο δωμάτιο που μοιραζόταν με την Έμιλυ. Πήρε μια αλλαξιά ρούχα και ένα κηροπήγιο με αναμμένο κερί και όρμησε στο κοινόχρηστο μπάνιο του ορόφου. Η πόρτα ήταν κλειστή. Χτύπησε και απάντησε μια γυναικεία φωνή. Ο Φάμπιαν ζήτησε συγνώμη και έκανε πίσω. Και περίμενε, αφήνοντας το κηροπήγιο στο πάτωμα και με το πανωφόρι στους ώμους του, γιατί ο διάδρομος δεν θερμαινόταν.

Απέξω, ακούστηκαν βροντές, ενώ μια αστραπή φώτισε το χώρο για μια στιγμή. Ο Φάμπιαν αναπήδησε περισσότερο από ένστικτο, παρά επειδή αντιλήφθηκε κάτι. Γιατί τίποτα δεν υπήρχε γύρω του. Μόνο κλειστές πόρτες και τοίχοι και σκάλες και παράθυρα. Χαμογέλασε. Η σκηνή τού θύμισε ένα από τα διηγήματα της γυναίκας του, όπου ένας άντρας είχε πάει μια βροχερή μέρα σε ένα μεγάλο αρχοντικό στην αγγλική εξοχή, για να πάρει τη θέση του μπάτλερ και, ενόσω περίμενε τον ιδιοκτήτη, έπεσε ένας κεραυνός, που έριξε το ασημένιο του φως στο εσωτερικό του σπιτιού. Ο άντρας, έχοντας κοιτάξει προς τα πάνω, για να παρακαλέσει τον Θεό, είδε κάτι να στέκεται στο επάνω πάτωμα, μια ανθρώπινη φιγούρα που έμοιαζε με νυχτερίδα, λόγω των τριγωνικών αυτιών που υποτίθεται ότι είχε. Την επόμενη στιγμή, είδε πως ήταν απλά ο ιδιοκτήτης, ο οποίος φορούσε ένα περίεργο καπέλο που, όπως είπε, το είχε αγοράσει μια φορά όταν βρέθηκε στο καρναβάλι της Βενετίας. Ο άντρας ηρέμησε, δίχως να φαντάζεται πόσο σωστά είχε μαντέψει για το ποιόν του όντος που είχε δει, καθώς και πόσο πολύ θα απειλούνταν η ζωή του στις επόμενες σελίδες.

Αλλά, ευτυχώς για τον Φάμπιαν, ήταν μόνος. Όμως, σκέφτηκε, όταν θα επέστρεφε από το Μπραν, θα έκαναν μια εκτενή συζήτηση με την κυρία Άσπελ για τις λογοτεχνικές της προτιμήσεις. Γιατί εγώ τι φταίω να μου διαβάζει όλα αυτά τα φρικτά πράγματα; παραπονέθηκε μέσα του, αν και, στην πραγματικότητα, δεν του ήταν και τόσο πολύ δύσκολο να ακούει τις ευφάνταστες ιστορίες με τέρατα της Έμιλυ. Βασικά, αν ήθελε να παραδεχτεί την πλήρη αλήθεια -η οποία συνοψιζόταν στο ότι σχεδόν κάθε φορά που τέλειωνε η Έμιλυ την ανάγνωση ενός χειρογράφου του μετά είχαν και οι δύο ορέξεις και έτσι κατέληγαν στο κρεβάτι, να κάνουν παθιασμένο έρωτα-, μάλλον ωφελούνταν και καλοπερνούσε.

Κάτι τέτοια σκέφτομαι και αφήνω την Έμιλυ να συνεχίζει να γράφει και να μου διαβάζει τις ιστορίες της, με αποτέλεσμα εγώ να κάνω σαν φοβισμένο παιδάκι κάθε φορά που βλέπω μια ανοικτή ντουλάπα ή που πέφτει μια αστραπή. Δηλαδή, το επόμενο βήμα ποιο θα είναι; Να της ζητήσω να μου δώσει κανένα χειρόγραφο για να διαβάσω στο ταξίδι προς την Τρανσυλβανία;

  Θεός φυλάξοι!

Αναστέναξε. Ούτε να το αναρωτιόταν δεν ήθελε. Θα έφευγε που θα έφευγε, δεν ήταν ανάγκη να φρικάρει και όσο θα ήταν μακριά από τους δικούς του ανθρώπους. Άσε που θα είμαι μαζί με ένα σωρό Ούγγρους, που έτσι κι αλλιώς θα με στραβοκοιτάνε. Δε χρειάζεται να τους δώσω λόγο και να με περιγελούν επειδή φοβάμαι φανταστικά τέρατα.

Ο Φάμπιαν έλεγξε ξανά την ώρα. Έξι και μισή. Η τύπισσα ήταν τουλάχιστον ένα δεκάλεπτο στο μπάνιο, από τη στιγμή που ήρθε αυτός. Ποιος ξέρει από τι ώρα είχε έρθει;

Τότε από τον νου του πέρασε ο παλιός του φίλος. Ο Μαρτίν Χόουνεχ. Ο πιο ψηλός και σωματώδης άνθρωπος που είχε δει ποτέ του ο Φάμπιαν. Ένα θηρίο που μπορούσε να σε πιάσει, να σε σφίξει και να σου σπάσει μερικά κόκαλα. Πραγματικά, όταν είχαν ανταλλάξει χειραψία την πρώτη φορά που συναπαντήθηκαν στο Άμστερνταμ, στα πλαίσια μιας αποστολής σύναψης καλών σχέσεων ανάμεσα στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία και την Ολλανδία, ο Φάμπιαν νόμισε ότι είχε βάλει το χέρι του σε έναν σφιχτό μπόγο κλινοσκεπασμάτων. Ο θεόρατος βοηθός βιβλιοθηκάριου, βέβαια, δεν είχε κάνει καμιά κίνηση για να βλάψει τον πιο νεαρό τότε φιλοξενούμενο λοχαγό. Αντίθετα, είχε χαμογελάσει και είχε προτείνει να φέρουν καφέ από το διπλανό εστιατόριο, για να κεραστούν όλοι οι άνθρωποι του προξενείου της Αυτοκρατορίας, αλλά και οι ντόπιοι πολιτικοί και στρατιωτικοί που τους έδειχναν τα αξιοθέατα, ένα από τα οποία, φυσικά, ήταν και η βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, το βασικό παράρτημα της οποίας βρισκόταν στο κανάλι Σίνγο. Ο Φάμπιαν εκείνη την εποχή συνόδευε επίτιμους καλεσμένους της χώρας του που επισκέπτονταν άλλα κράτη, κάνοντας βέβαια και την απαραίτητη κατασκοπική δουλειά, που απαιτούσε από αυτόν το Evidenzbureau: ήτοι, να έχει μάτια και αυτιά ορθάνοιχτα και το στόμα κλειστό.

Όμως, από τη στιγμή που ο πρόξενος και ο αντιστράτηγος της Αυτοκρατορίας έπιασαν ψιλή κουβεντούλα με τους αντίστοιχους άρχοντες της Ολλανδίας -εκτός από τον βασιλιά Γουίλιαμ τον 3ο, που δεν είχε έρθει-, ο Φάμπιαν βρήκε λίγο χρόνο να περιπλανηθεί ανάμεσα σε βιβλία που χρονολογούνταν ακόμα και από τον 16ο αιώνα. Ο Χόουνεχ του ανέφερε συνοπτικά την ιστορία της βιβλιοθήκης, που ξεκίνησε από ένα παρεκκλήσι, το Αχνίτικαπελ, το 1470. Αργότερα, το 1631, μετετράπη στο Ατενέουμ Ίλιστρε, που θεωρούνταν ένα ίδρυμα «υψηλής εκπαίδευσης», που αποτελούσε ένα ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ σχολείου όπου διδασκόταν η λατινική και πανεπιστημίου.

«Δηλαδή» είχε εξηγήσει ο Χόουνεχ «από το Ατενέουμ Ίλιστρε δεν έπαιρνε κανείς δίπλωμα καθηγητού, όμως γίνονταν σε καθημερινή βάση πρωινές διαλέξεις». Όπως είπε στη συνέχεια, από ένα σημείο και μετά, προς τον 19ο αιώνα, ο χώρος του πρώην παρεκκλησίου δεν επαρκούσε για να χωρέσει τα βιβλία που στοιβάζονταν εκεί, οπότε άλλαξε τοποθεσία. «Και, καθώς μπορείς να παρατηρήσεις κι εσύ, οι εργασίες» είχε ολοκληρώσει την μικρή διάλεξή του «συνεχίζονται ακόμα και σήμερα. Όπως βλέπεις» έδειξε τις σκαλωσιές «χτίζονται και άλλα επίπεδα, για να φέρουμε και άλλα βιβλία».

Ο Φάμπιαν είχε ακούσει όσα του εξιστορούσε ο Ολλανδός, αλλά λίγη σημασία έδινε. Δεν ένοιαζαν την υπηρεσία του όλες αυτές οι λεπτομέρειες. Όμως, ο Χόουνεχ είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο να μιλάει. Έκανε χειρονομίες, με τις οποίες εξηγούσε όσα έλεγε, και προσπαθούσε να φέρει κάποιο παράδειγμα ή να αστειευτεί. Για παράδειγμα, όταν έπιασε ένα παλιό χειρόγραφο ανάγνωσμα του 17ου αιώνα με τον τίτλο Μικρογραφία, του Ρόμπερτ Χουκ, ο Χόουνεχ έδειξε στον Φάμπιαν το ασπρόμαυρο σχέδιο μιας ψείρας, λέγοντας «Κοίτα, δεν μοιάζει με παχουλό στρατιώτη που φοράει πανοπλία που θα μπορούσε να την έχει σκεφτεί ένας γελωτοποιός του Μεσαίωνα;»

«Ναι» είχε χαμογελάσει ο Φάμπιαν, μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που είχε φτιάξει ο Χουκ. «Είναι παράξενο… δεν ξέρω, πράγμα».

«Κι αν σκεφτείς πόσο μας ταλαιπωρούν οι ψείρες, ε; Αλλά οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι το έχει φιλοτεχνήσει με την παραμικρή λεπτομέρεια, για να είναι ξεκάθαρο. Τα λεπτά πόδια, η παχιά κοιλιά, το κεφάλι με τις δύο κεραίες… Έκανε εξαιρετική δουλειά, αναμφίβολα».

«Ναι, όντως». Τότε ο Φάμπιαν είχε προσέξει ένα βιβλίο με μαύρο εξώφυλλο στον τομέα των θρησκειών, που αναπαυόταν ανάμεσα σε βιβλία με καφέ, κόκκινο ή κίτρινο εξώφυλλο. «Αυτό εδώ σε τι αναφέρεται;»

Ο Χόουνεχ είχε αφήσει το βιβλίο του Χουκ και πήρε το άλλο. Το ύφος του είχε αλλάξει εντελώς, χάνοντας την χαρωπή του διάθεση. Τα γαλάζια μάτια του σαν να σκοτείνιασαν. «Αυτό, φίλε μου» είπε «δεν είναι από τα αναγνώσματα για τα οποία θα έπρεπε να είναι υπερήφανη η ανθρωπότητα». Έπειτα, διάβασε τον τίτλο: Οι μάγισσες του Σάλεμ Βίλατζ ή Πώς να σκοτώσεις μια δούλη του Διαβόλου. «Το έγραψε ένας αιδεσιμότατος ονόματι Αλεξάντερ Στρόντον, που είχε πρωτοστατήσει στους διωγμούς, στα βασανιστήρια και στη θανάτωση αθώων γυναικών. Ο τύπος ήταν ένα τέρας. Μια φορά, είχε κάψει μια γυναίκα με τη δικαιολογία ότι είχε έρθει σε επαφή με τον Σατανά και περίμενε το παιδί του. Αλλά, ενώ αυτή ήταν στη φυλακή, έγκυος, έγινε γνωστό ότι είχε συνευρεθεί μόνο με έναν υποτιθέμενο κυνηγό μαγισσών. Παρ’ όλ’ αυτά, πρώτα της πήραν το παιδί και μετά έκαψαν και αυτή και αυτόν. Και το πλήθος του Σάλεμ Βίλατζ υποστήριζε και με το παραπάνω αυτή την πυρά. Το διανοείσαι;»

Ο Φάμπιαν είχε θυμηθεί τις βαρβαρότητες που τους μάθαιναν να κάνουν στη Βασιλική Χωροφυλακή. Αλλά, συνειδητοποίησε, δεν τους είχαν πει ποτέ τίποτα παρόμοιο ή τόσο φρικτό. «Όχι. Ούτε να το σκέφτομαι δεν θέλω» απάντησε.

«Ακριβώς. Όμως, επειδή υπάρχει δικαιοσύνη στον κόσμο, ο αιδεσιμότατος και όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι, εκτός των παιδιών φυσικά, βρήκαν το μπελά τους με τον γιο που είχε φέρει στον κόσμο η γυναίκα. Με απλά λόγια, τους ανταπέδωσε τα βασανιστήρια και τους σκότωσε. Όλους». Ο Χόουνεχ ανασήκωσε τους φαρδιούς ώμους του και έβαλε πίσω στη θέση του το βιβλίο. «Τουλάχιστον, αυτό λέγεται από διάφορους ιστορικούς, αν και κανείς τους δεν συμφωνεί ως προς τα ίδια τα βασανιστήρια που χρησιμοποίησε ο μικρός».

«Οφθαλμός αντί οφθαλμού, ε;»

«Όταν είναι απαραίτητο, ναι. Πάντως, αν θες την προσωπική μου γνώμη, φίλτατε, υπάρχει μαγεία εκεί έξω. Αληθινή μαγεία. Όχι αυτές οι βλακείες που έγραψαν τύποι σαν τον Στρόντον».

«Δηλαδή;»

«Πες μου, Φάμπιαν, πιστεύεις ειλικρινά ότι οι μύθοι που ακούμε από παιδιά, για λυκανθρώπους, για νεκρούς που ανασταίνονται και ζητάνε αίμα, για τέρατα που καιροφυλακτούν κάτω από το παιδικό κρεβάτι… νομίζεις ότι δε βασίστηκαν σε αλήθειες της ζωής; Ότι απλά ειπώθηκαν από ανίδεους και απαίδευτους ανθρώπους αλλοτινών εποχών, που ζούσαν στην άγνοια;»

Ο Φάμπιαν κούνησε αόριστα τα χέρια του. «Για να πω την αλήθεια, δεν το έχω σκεφτεί. Αν και η γυναίκα μου, γράφει για τέτοια πράγματα. Ξέρεις, ιστορίες φαντασίας. Βασικά, ιστορίες φρίκης, γιατί εμένα μου προκαλούν εφιάλτες».

Ο Χόουνεχ είχε κατανεύσει με χαμόγελο. Και μετά είχε σκύψει προς τον κοντύτερό του συνομιλητή και του ψιθύρισε «Απ’ ό,τι φαίνεται, η σύζυγός σου ξέρει πολλά περισσότερα απ’ όσα νομίζεις, φίλε μου».

«Μπα, πιστεύω πως και η ίδια δεν θεωρεί ότι υπάρχουν αυτά τα τέρατα».

«Ίσως. Ίσως όχι. Όπως και να έχει, μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι οι αλήθειες αυτού του κόσμου είναι πολύ περισσότερες από όσες έχεις ακούσει ή δει και ακόμα πιο πολλές από αυτές που θα βρεις σε τούτα τα βιβλία. Δεν ξέρουμε τα πάντα, Φάμπιαν. Μαθαίνουμε, όμως. Κι εγώ, να είσαι σίγουρος, έχω σκοπό να ανακαλύψω όσο περισσότερες αλήθειες μπορέσω».

«Και τι θα κάνεις αν τις μάθεις;»

«Ανάλογα. Αν μιλάμε για ακίνδυνα πράγματα, τίποτα. Ίσως γράψω κάνα βιβλίο κι εγώ».

«Κι αν μιλάμε για επικίνδυνα πράγματα;»

«Τότε αλίμονο σε αυτά τα επικίνδυνα πράγματα».

Ο Φάμπιαν είχε χαμογελάσει, αλλά αμέσως κατάλαβε ότι ο Χόουνεχ σοβαρολογούσε.

Κάποια στιγμή, ο πρόξενος ήθελε να φύγει, οπότε και ο Φάμπιαν έπρεπε να ακολουθήσει. Όμως, είπε στον Χόουνεχ ότι θα ήθελε να τα ξαναπούν. «Θα μείνω λίγες μέρες ακόμη. Αν θες, να πάμε σε κάποιο εστιατόριο, τι λες;»

Ο Χόουνεχ είχε χαμογελάσει. «Φυσικά. Θέλω να συνεχίζουμε τη συζήτησή μας».

«Κι εγώ. Δεν μπορώ να φανταστώ τι άλλο έχεις να πεις».

Κι όντως, είχαν βρεθεί. Δύο φορές ακόμα. Και είχαν πει πολλά. Κυρίως, ο Χόουνεχ, δηλαδή, γιατί ο Φάμπιαν δεν ήξερε σχεδόν τίποτα για τις θεματολογίες που καταπιανόταν ο Ολλανδός, πέραν από τα όσα του έλεγαν οι γονείς του και από τα όσα του διάβαζε η Έμιλυ. Μάλιστα, ανέφερε την ιστορία του πατέρα του, για το φάντασμα στο σιδηροδρομικό σταθμό, και ο Χόουνεχ του είπε ότι του θυμίζει ένα διήγημα του Καρόλου Ντίκενς, τον «Σηματωρό».

«Αλήθεια; Μμμ, δεν νομίζω να το διάβασε ποτέ ο πατέρας μου. Δεν ήξερε ανάγνωση».

«Μπορεί να άκουσε γι’ αυτό, όμως. Ο Ντίκενς ήταν πολύ γνωστός συγγραφέας».

«Ναι. Μπορεί». Ο Φάμπιαν είχε αναρωτηθεί τότε αν ο πατέρας του του έλεγε ψέματα, ότι είχε δει φάντασμα, αλλά απέρριψε την ιδέα και ο Χόουνεχ είχε σπεύσει να τον διαβεβαιώσει για αυτό, ότι ο Αλεξάντερ Άσπελ δεν θα κορόιδευε τον γιο του. «Δηλαδή, από αυτά που μου λες, δεν μου δίνει αυτή την εντύπωση» τόνισε.

Ο Φάμπιαν είχε συμφωνήσει. Και την επόμενη στιγμή, η κουβέντα τους πήγε σε άλλα θέματα για υπερφυσικά όντα.

Τώρα άκουσε την πόρτα του μπάνιου να ανοίγει και είδε την γηραιά κυρία που έμενε απέναντι από το διαμέρισμά του να βγαίνει, ακολουθούμενη από μία μικρότερης ηλικίας γυναίκα, η οποία πληρωνόταν για να τη βοηθάει. Ο Φάμπιαν τις χαιρέτισε, αλλά πήρε απάντηση μόνο από την νεαρή, που του χαμογέλασε και τον ακολούθησε με το βλέμμα της, μέχρι να ακούσει τις αγριεμένες φωνές της ηλικιωμένης.

Ο Φάμπιαν έκλεισε την πόρτα και έπειτα από ένα λεπτό αφέθηκε στην αγαλλίαση του καυτού νερού.

Όταν βγήκε, πήγε στο διαμέρισμα και ντύθηκε με ένα άλλο, καθημερινό κουστούμι. Έφαγε εν τάχει από το χθεσινό φαγητό που είχε περισσέψει, πήρε τα φαγώσιμα που είχε αγοράσει και έφυγε για το νοσοκομείο.

Στη διάρκεια της διαδρομής, δεν σκέφτηκε καθόλου την αποστολή στο Μπραν. Απλά κοιτούσε μπροστά, δεξιά και αριστερά, με τον παγωμένο αέρα να του μαστιγώνει το πρόσωπο. Τον κόσμο που περιφερόταν στους δρόμους της Βουδαπέστης ή που στεκόταν σε πηγαδάκια, για κουβέντα. Τα μαγαζιά που είχαν κλείσει από ώρα. Τα σπίτια των οποίων οι ιδιοκτήτες σφράγιζαν τα παράθυρα. Τις άλλες άμαξες, τα άλογα των οποίων χλιμίντριζαν και τίνασσαν το σώμα τους, για να φύγουν τα πολλά νερά από πάνω τους. Οικογένειες έβγαιναν από μια εκκλησία, με φανερά ανανεωμένη διάθεση, ενώ η καμπάνα σιγόνταρε τη χαρά τους. Εικόνες που εναλλάσσονταν, πότε με γρήγορο και πότε με αργό τέμπο, λες και κάποιοι καλλιτέχνες είχαν απλωθεί σε όλη την πόλη, σαν σκοπευτές του στρατού, και πετούσαν φωτογραφίες, για να δείξουν σε έναν ξένο πώς είχε η ζωή εκεί, αλλά το έκαναν με μια πειραχτική διάθεση, μήπως και το εκτιμήσει ο ξένος και τους δώσει μερικά νομίσματα παραπάνω.

Κι ο Φάμπιαν απόλαυσε το θέαμα και όντως θα πλήρωνε αυτούς τους φανταστικούς καλλιτέχνες. Γιατί τον διασκέδασαν και τον γαλήνεψαν. Έστω και για λίγο. Τον έκαναν να είναι ένας περαστικός που είχε ξεκινήσει από κάπου για να πάει κάπου αλλού και στο ενδιάμεσο ο χρόνος είχε αποκτήσει ένα διαφορετικό νόημα από αυτό που είχε σχεδιάσει ο ίδιος. Μια τρόπον τινά ρουτίνα είχε κατεδαφιστεί σαν εχθρικό οχυρό και στη θέση της είχε δημιουργηθεί ένα θέατρο, όπου όλοι οι συντελεστές φρόντιζαν να παρέχουν μια ρεαλιστική παράσταση, που θα εισήγαγε τον θεατή στον κόσμο που είχαν φανταστεί ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος και που οι ηθοποιοί ήταν πολίτες που συντονίζονταν επάξια στο όραμα των δημιουργών.

Δεν ήταν δυνατόν να το αγνοήσει όλο αυτό. Και δεν το έκανε.

Στο νοσοκομείο, έφτασε στις επτά και μισή. Πλήρωσε τον αμαξά και σε λιγότερο από ένα λεπτό ήταν έξω από το δωμάτιο της Ορέλια. Η πόρτα ήταν ανοιχτή και έτσι μπόρεσε να ακούσει την Έμιλυ να διαβάζει μια από τις ιστορίες του Άντερσεν. Έριξε μια ματιά. Η γυναίκα του είχε στραμμένη την καρέκλα της προς το κρεβάτι, όπου η Ορέλια είχε γυρίσει προς τα δεξιά, για να βλέπει την μητέρα της. Είδε και τον πατέρα της, ο οποίος της έκανε νόημα να μην μιλήσει, καλύπτοντας το στόμα του με το ένα χέρι και κλείνοντάς της το μάτι.

Η μικρή το έπραξε, πριν η Έμιλυ αντιληφθεί κάτι.

Ο Φάμπιαν στάθηκε για λίγο σαν εξωτερικός παρατηρητής, που όμως νοιάζεται για τα τεκταινόμενα. Ακούμπησε το κεφάλι του στην κάσα της πόρτας. Το βλέμμα του πλανήθηκε στο δωμάτιο, ενόσω οι περιγραφές και οι καταστάσεις που συνέβαιναν στο διήγημα του Άντερσεν έδιναν χρώμα στους αδιάφορους τοίχους και γέμιζαν με χριστουγεννιάτικες μυρωδιές αρτοσκευασμάτων την πνιγηρή από τα φάρμακα ατμόσφαιρα. Η Έμιλυ προσπαθούσε να αναπαραστήσει τη φωνή του εκάστοτε χαρακτήρα, κάνοντάς την βαριά ή κακιασμένη ή παιδική. Η Ορέλια χαμογελούσε, καθότι η μητέρα της δεν τα κατάφερνε και πολύ καλά και η ιστορία, αντί για δραματική, γινόταν ελαφρώς κωμική σε ορισμένα σημεία. Βασικά, απ’ όσο καταλάβαινε ο Φάμπιαν, η Έμιλυ επίτηδες «αποτύγχανε», για να μην καταπλακωθεί η ψυχή της Ορέλια. Γιατί ο ίδιος, κρίνοντας από τις φορές που είχε ακούσει από τα χείλη της δικές της ιστορίες, ήξερε πως η γυναίκα του μπορούσε να αφηγηθεί κάθε τι με τον κατάλληλο συναισθηματικό τόνο.

Και αυτό έκανε. Απλά, εναρμόνιζε τη μαγεία του έργου με τη στιγμή της πραγματικότητας.

Ο Φάμπιαν έκλεισε τα μάτια του. Ήθελε να αποτυπωθεί η εικόνα στο μυαλό του. Ήθελε να θυμάται πως σε έναν πολύ μελαγχολικό τόπο οι δύο γυναίκες της ζωής του όχι απλά επιβίωναν, αλλά ξεπερνούσαν την απειλή που ελλόχευε, και το ευχαριστιόντουσαν.

Τότε η Έμιλυ σταμάτησε και είπε στην Ορέλια με συνωμοτικό ύφος «Χμμ, κάτι ωραίο μού μύρισε».

Η Ορέλια χαμογέλασε πιο πλατιά και πάλεψε για να μην κοιτάξει τον Φάμπιαν.

«Μήπως ήρθε κάποιος και μας έφερε λιχουδιές;»

Η Ορέλια δάγκωσε το κάτω χείλος της.

«Μήπως αυτός ο κάποιος είναι ένας ψηλός κύριος;»

Η Ορέλια έκλεισε τα μάτια της.

«Μήπως… ήρθε ο μπαμπάς;»

«ΝΑΙ!» φώναξε η Ορέλια. «Ναι, ρε μαμά! Ήρθε ο μπαμπάς».

Η Έμιλυ γύρισε και είδε τον Φάμπιαν να πλησιάζει. Σηκώθηκε την επόμενη στιγμή και τον αγκάλιασε. «Καλώς τον!» είπε.

Ο Φάμπιαν τη φίλησε και έπειτα πήγε και κάθισε στο κρεβάτι και έδωσε δύο φιλιά στα μάγουλα της κόρης του. «Καλώς σας βρήκα!»

«Μπαμπά μου!» είπε η μικρή και ανασηκώθηκε και τον έσφιξε στην αγκαλιά της.

«Πώς είσαι, καλή μου;» της είπε.

«Τώρα είμαι καλά, μπαμπά. Η μαμά μού διαβάζει συνέχεια κι εγώ δε βήχω πολύ και δεν με πονάει η κοιλιά μου».

«Αυτά είναι υπέροχα νέα».

«Πώς είσαι, Φάμπιαν;» ρώτησε η Έμιλυ.

«Καλά κι εγώ. Ναι. Ναι. Σας έφερα λίγο ντέμπρετσεν και μερικά στρούντελ από ένα εστιατόριο που είναι κοντά στην υπηρεσία».

«Φτιάχνει ωραία φαγητά;»

«Αν κρίνω από το πόσα τρώμε κάθε πρωί και οι τρεις μας στο γραφείο, ναι, θα έλεγα ότι κάνουν καλή δουλειά».

«Μάλιστα, μάλιστα». Η Έμιλυ πήρε τα τυλιγμένα φαγητά. «Ορέλια, θες να φας τώρα ή να το αφήσουμε για αργότερα;»

Η Ορέλια κοίταξε πρώτα τον πατέρα της και μετά την μητέρα της. «Θα ήθελα ένα στρούντελ τώρα, μαμά, αν δεν έχεις αντίρρηση».

«Εντάξει». Η Έμιλυ πήρε ένα κομμάτι και της το έδωσε. Τύλιξε ξανά τα υπόλοιπα και τα άφησε στο κομοδίνο. Έπειτα, είπε «Θα βγούμε για λίγο με τον μπαμπά, καλή μου. Θέλουμε να πούμε μερικά πραγματάκια».

Ο Φάμπιαν κατένευσε.

«Εντάξει, μαμά» είπε με δυσκολία η Ορέλια, μιας και είχε κόψει μια μεγάλη μπουκιά.

Ο Φάμπιαν και η Έμιλυ βγήκαν από το δωμάτιο, κλείνοντας λίγο την πόρτα. «Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε.

Εκείνος αναστέναξε. «Θα πρέπει να φύγω. Αύριο».

«Τι; Γιατί; Κι άλλη αποστολή;»

«Ναι. Είναι μία που προέκυψε τις τελευταίες μέρες. Δεν έχει καλή εξέλιξη, οπότε πρέπει να πάω να δω από κοντά τι γίνεται και πώς θα το χειριστούμε».

Η Έμιλυ ρώτησε «Πού πρέπει να πας;»

«Σε ένα χωριό της Τρανσυλβανίας. Λίγο έξω από το Μπρασώφ».

«Είναι μακριά, Φάμπιαν».

«Το ξέρω».

«Αλλά πρέπει να πας».

«Ναι».

Η Έμιλυ έκλεισε τα μάτια της και έριξε το κεφάλι. Δεν μίλησε.

«Θα προσπαθήσω να μην καθυστερήσω περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται».

Η Έμιλυ δεν αποκρίθηκε.

«Αγάπη μου» της είπε και την έπιασε από τους ώμους, χωρίς να τη σφίξει. «Ούτε εγώ το θέλω. Αλλά είμαι υποχρεωμένος να πάω».

«Τι έχει γίνει εκεί πέρα, Φάμπιαν;»

Ο Φάμπιαν δεν απάντησε αμέσως. Ήξερε πώς θα ακουστούν τα λόγια του στην Έμιλυ.

«Γιατί πρέπει να πας; Πες μου. Σε παρακαλώ».

«Αγνοούνται άνθρωποι. Κάποιοι χωρικοί… πέθαναν. Δεν ξέρουμε πώς και γιατί και ποιος ευθύνεται». Δεν της είπε για τους νεκρούς πολιτοφύλακες, γιατί υπέθετε ότι αυτό θα την τρόμαζε ακόμα πιο πολύ.

Η Έμιλυ κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν μου αρέσει καθόλου η ιδέα να πας εκεί».

«Δεν θα είμαι μόνος μου, αγάπη μου. Θα είναι και μια μονάδα στρατιωτών μαζί μου».

«Και νομίζεις ότι αυτό σώζει την κατάσταση;»

«Το ελπίζω».

«Μάλιστα. Το ελπίζεις». Η Έμιλυ κοίταξε κάπου πίσω από τον Φάμπιαν. «Θα είσαι μακριά. Μακριά μας. Από την κόρη μας και από εμένα. Σε έναν τόπο που λες ότι σκοτώθηκαν και εξαφανίστηκαν άνθρωποι».

«Σου το είπα, δεν το θέλω. Αλλά είναι ανάγκη να πάω. Κάποιος πρέπει να παλέψει για αυτούς που χάθηκαν και για τους συγγενείς τους που θα αγωνιούν αιωνίως, αν δεν πάρουν απαντήσεις».

«Η Ορέλια θα στενοχωρηθεί πολύ. Βλέπεις πώς κάνει όταν έρχεσαι. Φαντάσου τι θα γίνει αν περάσουν πολλές μέρες χωρίς να σε αντικρίσει. Ή εβδομάδες. Ή μήνες. Ή…» Δεν ολοκλήρωσε τη φράση της.

«Δεν πιστεύω ότι θα πάρει τόσο πολύ. Θα της εξηγήσω εγώ. Εξάλλου, θα σας στέλνω γράμματα, για να σας λέω τα νέα μου. Δεν θα χάσουμε επαφή».

«Αυτό έλειπε».

«Ε, ναι».

«Στην Τρανσυλβανία» ψέλλισε η Έμιλυ. «Υπάρχουν φήμες για εκείνα τα μέρη. Έχω διαβάσει κάτι ιστορίες σε ένα αγγλικό περιοδικό, το Weird Literature. Ιστορίες για τέρατα».

«Ω, έλα τώρα, αγάπη μου». Ο Φάμπιαν χαμογέλασε. «Δεν θα μου πεις τώρα για φανταστικά τέρατα, έτσι δεν είναι; Ξέρουμε και οι δύο ότι δεν υπάρχουν».

«Άλλα έλεγε ο φίλος σου από την Ολλανδία, Φάμπιαν. Έτσι δεν είναι;»

«Ο Μαρτίν…» Ο Φάμπιαν δεν ήξερε πώς να συνεχίσει. Η αλήθεια ήταν πως κάθε που εμπλεκόταν στην κουβέντα ο Χόουνεχ δυσκολευόταν να πει με βεβαιότητα τι ήταν αλήθεια και τι όχι.

«Ο Μαρτίν ίσως ξέρει πράγματα που εσύ κι εγώ αγνοούμε. Αναζητά τις αλήθειες του κόσμου, θυμάσαι; Ίσως πρέπει να τον συμβουλευτείς, πριν πας στην Τρανσυλβανία».

«Μα δεν ξέρω πού είναι. Έχω χάσει τα ίχνη του. Και εξάλλου δεν έχω τον απαραίτητο χρόνο για να μιλήσω με τον Μαρτίν. Όλα έχουν κανονιστεί. Αύριο φεύγω».

«Πρόλαβες και τα κανόνισες, χωρίς να μου πεις τίποτα. Δεν μου αρέσει αυτό, Φάμπιαν. Γιατί δεν μου μίλησες για αυτή την περίπτωση;»

«Εμ… δεν… δεν το σκέφτηκα. Συγνώμη».

Η Έμιλυ ξεφύσησε. Γύρισε προς τα πίσω, προς το δωμάτιο. Και μετά, ξανά προς τον Φάμπιαν. Τον χτύπησε στο στήθος, αλλά ήταν αδύναμες οι γροθιές της. «Γιατί, γιατί, γιατί;» ρώτησε με απογοήτευση και θυμό.

«Μαμά;» ακούστηκε η Ορέλια. «Μπαμπά;»

«Χριστέ μου!» Η Έμιλυ έπιασε το μέτωπό της.

«Θες να πάω να της μιλήσω εγώ;»

«Τι να της πεις; Στην κατάσταση που είναι… Πώς να δεχτεί ότι δεν θα βλέπει τον πατέρα της; Γιατί έπρεπε να δεχτείς, ρε Φάμπιαν;»

«Τώρα, Ορέλια, ερχόμαστε» είπε ο Φάμπιαν. Αγκάλιασε την γυναίκα του και τη διαβεβαίωσε «Θα επιστρέψω. Το υπόσχομαι. Και θα πάμε όλοι στο σπίτι».

Η Έμιλυ δεν τον ξαναχτύπησε. «Έτσι και αργήσεις…»

«Όχι. Δεν θα αργήσω».

«Το ορκίζεσαι;»

«Ναι, αγάπη μου. Το ορκίζομαι».

Αντάλλαξαν ένα ακόμα φιλί και μπήκαν στο δωμάτιο.

Ο Φάμπιαν πήγε και κάθισε και πάλι στο κρεβάτι, ενώ η Έμιλυ στάθηκε όρθια.

«Τι έγινε;» ρώτησε η Ορέλια.

«Ορέλια» ξεκίνησε ο Φάμπιαν «έχω να σου πω κάτι σημαντικό».

«Τι, μπαμπά;»

«Θα… θα πρέπει να λείψω για μερικές μέρες. Μου έτυχε μια δουλειά, εκτός πόλης, και πρέπει να πάω».

«Για πόσες μέρες;»

«Ε… δεν ξέρω. Πέντε. Έξι, ίσως».

Η Ορέλια κοίταξε την μητέρα της. Και ξανά, τον Φάμπιαν. «Δεν θέλω να φύγεις, μπαμπά».

«Δεν θα αργήσω, καρδιά μου. Το είπα και στην μαμά. Είναι κάτι που πρέπει να κάνω, αλλά θα το κάνω όσο πιο σύντομα μπορώ. Και μετά, θα είμαι ξανά πίσω, μαζί σας».

«Δεν θέλω να φύγεις! Δεν πρέπει να φύγεις, μπαμπά! Σε παρακαλώ, μείνε… Θα… θα γίνω καλά. Το υπόσχομαι. Δεν θα σας κουράσω άλλο».

«Τι; Δε φταις εσύ, Ορέλια. Εσύ εννοείται πως θα γίνεις καλά, γιατί είσαι δυνατή. Η δουλειά… είναι σημαντικό να πάω και να την κάνω. Εξαρτάται από εμένα. Πολλοί άνθρωποι περιμένουν να την αναλάβω εγώ ο ίδιος, κατάλαβες;»

«Μα… μπαμπά…»

«Καλή μου» είπε η Έμιλυ. «Θυμάσαι τι λέγαμε χθες; Για τον μπαμπά;»

Η Ορέλια θυμήθηκε. Εσύ, μαμά, ανησυχείς για τον μπαμπά;

  Λίγο, ναι. Έχει δύσκολο έργο. Πολλές ευθύνες. Αλλά του έχω εμπιστοσύνη. Τον ξέρω. Θα κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί.

  Για ποιον;

  Για εσένα. Για τον δόκτωρ Μολνάρ. Για τους συναδέλφους του. Για τη χώρα του. Για εμένα. Για όλους μας. Ίσως χρειαστεί να πάρει κάποιες αποφάσεις που άλλοι δεν θα τις αναλάμβαναν ποτέ, αλλά πάντα θα έχει στο νου του το γενικό καλό.

Όμως, η Ορέλια θυμήθηκε και πως κάτω από την ελπίδα της μητέρας της είχε διακρίνει και φόβο. Το ίδιο έβλεπε και τώρα. Αλλά ένιωσε πως η μητέρα της είχε πολύ μεγάλη ανάγκη να είναι η ίδια καλά με τις αποφάσεις του μπαμπά της. «Θυμάμαι, μαμά».

«Έχει εμπιστοσύνη, μωρό μου. Ο μπαμπάς υποσχέθηκε ότι δεν θα αργήσει με τη δουλειά του. Εντάξει;»

Ο Φάμπιαν ευχαρίστησε την Έμιλυ, με τη ματιά του.

«Εντάξει» απάντησε η Ορέλια.

«Σε ευχαριστώ, καλή μου» είπε ο Φάμπιαν και την αγκάλιασε.

«Τι θα λέγατε να φάμε από τις λιχουδιές;» ρώτησε η Έμιλυ.

«ΝΑΙ!» είπαν πατέρας και κόρη.

Αργότερα, λίγο πριν κοιμηθεί η Ορέλια, ο Φάμπιαν διάβασε ένα παραμύθι από το βιβλίο του Άντερσεν. Όταν το τέλειωσε, ήταν δέκα η ώρα. Είπε ότι θα έπρεπε να πάει στο σπίτι, για να ετοιμάσει τα πράγματά του. Φίλησε ξανά την σύζυγο και την κόρη του και τις έσφιξε πάνω του.

«Περίμενε. Πάρε και μερικά στρούντελ. Για το δρόμο» του είπε η Έμιλυ.

«Ευχαριστώ, αγάπη μου» της απάντησε.

Και έφυγε.

Δίχως να ακούσει την Ορέλια να ψελλίζει με τρεμάμενα χείλη «Μπαμπά».

***


Δρόμος ανάμεσα στο Μπραν και το Πουάνα ΜπρασώφΒουδαπέστη

Ο λοχίας Άαρον Βίντσε και ο δεκανέας Βένιαμιν Φέχερ, του Δέκατου Πέμπτου Συντάγματος Ορεινού Πυροβολικού, κάθονταν πίσω από το τείχος από σακιά γεμάτα άμμο που είχαν φτιάξει οι συνάδελφοί τους την προηγούμενη μέρα, με σκοπό την παρεμπόδιση εισόδου προς το Μπρασώφ ξένων, τον έλεγχο των χαρτιών όσων ήθελαν να μετακινηθούν από την πόλη, αλλά και την κάλυψη των στρατιωτών σε περίπτωση μάχης. Κάπνιζαν και έπιναν από ένα τσίγκινο ποτήρι αχνιστό καφέ, που έπαιρναν από ένα ξενοδοχείο του Πουάνα Μπρασώφ, έπειτα από συνεννόηση του διοικητή τους με τον ιδιοκτήτη. Είχαν αναλάβει την σκοπιά δέκα με δώδεκα, οπότε και θα τους άλλαζαν δύο άλλοι από τους τριάντα στρατιώτες και υπαξιωματικούς που είχαν στρατοπεδεύσει στο εν λόγω σημείο -οι δύο αξιωματικοί που επέβλεπαν την αποστολή δεν αναλάμβαναν τέτοια καθήκοντα-, γύρω στα δύο χιλιόμετρα από τον τουριστικό οικισμό. Είχαν κουμπώσει μέχρι τον λαιμό το πανωφόρι που τους είχαν δώσει στην μονάδα, ενώ είχαν ανάψει και μια μικρή φωτιά, για να ζεσταθούν οι ίδιοι, αλλά και να ζεσταίνουν λίγη σούπα ή τον καφέ ή το τσάι τους. Τα τυφέκια τους τα είχαν δίπλα τους, με την κάννη του καθενός να είναι στραμμένη προς τον σκοτεινό ουρανό και τον υποκόπανο να αγγίζει το κρύο έδαφος. Περιμετρικά του οδοφράγματος, υπήρχαν αναμμένοι δαυλοί, ενώ πιο πίσω από τους δύο σκοπούς υπήρχαν σκηνές, όπου ξεκουράζονταν οι υπόλοιποι στρατιωτικοί, και ένας αυτοσχέδιος στάβλος, για τα άλογα. Κοντά στους δύο σκοπούς ήταν και δύο κανόνια, με άλλα τρία να βρίσκονται εσωτερικά του μικρού στρατοπέδου.

Οι άντρες συζητούσαν κυρίως για την κατάσταση στο Μπρασώφ, για τους επαναστάτες και το μπάχαλο που είχε δημιουργηθεί με το Μπραν. Είχαν απορίες όσον αφορά το τι συνέβαινε με το χωριό και γιατί η δική τους μονάδα είχε χρεωθεί τα καθήκοντα της πολιτοφυλακής, με αποτέλεσμα αυτοί οι δύο να ξεπαγιάζουν μες στην παγωμένη ερημιά, νυχτιάτικα, με όλα αυτά τα δέντρα να τους στοιχειώνουν.

«Λες και έχουμε πόλεμο» σχολίασε ο Βίντσε. Ήταν ένας ψηλός και σχετικά αδύνατος άντρας, τριάντα πέντε χρονών, με καταγωγή από  το Χέιβιζορκ. Σε αντίθεση με τους περισσότερους συναδέλφους του, δεν είχε σύζυγο και παιδιά, αλλά κατά καιρούς επισκεπτόταν συζύγους άλλων Ούγγρων στρατιωτικών, και δη αξιωματικών, τους οποίους αντιπαθούσε για την πολυτέλεια που είχαν να διατάζουν πολύ περισσότερο κόσμο και να ζουν πιο πλουσιοπάροχα από τους ταπεινούς υπαξιωματικούς. Ο Βίντσε ήταν προσεκτικός ως προς τις γυναίκες με τις οποίες συνευρισκόταν, ενώ του άρεσε η ιδέα να έχει αυτός τον πρώτο λόγο για το κρεβάτι των ανωτέρων του. Αν άφηνε έγκυο και καμιά από αυτές… τότε σίγουρα θα αγαλλίαζε η ψυχή του.

Από την άλλη, ο Φέχερ στριφογύριζε τη βέρα του, μιας και του έλειπε η γυναίκα του και ο γιος του, που τους είχε αφήσει στην Κλουζ-Ναπόκα, από όπου και καταγόταν. Ήταν είκοσι εννιά χρονών, ξανθός με καμπουριασμένους ώμους. Ένιωθε τον λαιμό του λες και είχε πρηστεί από το κρύο. Έπινε πιο γρήγορα τον καφέ από τον Βίντσε, μόνο και μόνο για την υγρή κάψα που ηρεμούσε τον ψυχρό πόνο και ανανέωνε τη διάθεσή του.

«Κοίτα δω κατάσταση» είπε ο Βίντσε. «Να περιμένουμε και να κρυώνουμε. Περιμένουμε να συμβεί κάτι; Όντως; Εγώ λέω ότι άδικα μας έχουν στείλει εδώ πέρα. Δε συμβαίνει ποτέ τίποτα».

«Ε, όλο και κάποιο λόγο θα είχαν για να μας στείλουν, λοχία» είπε ο Φέχερ.

«Σκατά λόγο είχαν. Και έχουν. Και θα έχουν». Άπλωσε απότομα το χέρι με το ποτήρι, με αποτέλεσμα να χυθεί λίγος καφές. «Δες. Σου φαίνεται να γίνεται κάτι;»

Ο Φέχερ ανασήκωσε τους ώμους του. Δεν υπήρχε κάτι άλλο να δει ή να ακούσει, πέραν από το σκοτάδι και τους αναμενόμενους ήχους της φύσης, δηλαδή καμιά κουκουβάγια και τον αέρα που φύσαγε πού και πού.

«Αυτό λέω κι εγώ, δεκανέα. Τίποτα. Άλλωστε τι;…»

Τότε ήταν που άκουσαν ποδοβολητά.



Την ίδια ώρα, στο διαμέρισμά του, που βρισκόταν επί της οδού Γκάλαμπ Έστι, ο Χάραλαμπ Τζούρτζου κοιταζόταν στον ολόσωμο καθρέφτη του. Φορούσε ένα καθαρό σκουρόχρωμο κουστούμι, ενώ είχε χτενίσει τα μαύρα μαλλιά του και τα είχε πιάσει σε κότσο, ως συνήθως. Είχε ξυριστεί και περίμενε τους δύο άντρες με τους οποίους είχε κανονίσει να βρεθούν στο διαμέρισμά του, για να συζητήσουν τι μέλλει γενέσθαι με την περίπτωση που είχε προκύψει τις τελευταίες μέρες. Ο χώρος φωτιζόταν και ζεσταινόταν από κεριά που ο Τζούρτζου είχε ανάψει σε διάφορα σημεία του. Στο κρεβάτι, είχε ένα δίσκο με τρεις κούπες τούρκικο καφέ και ένα μεγάλο πιάτο με κομμάτια μπρέτσελ (ψημένο αρτοσκεύασμα με τραγανή καφετιά κρούστα), που ήξερε ότι οι καλεσμένοι του θα εκτιμούσαν.

Ο Τζούρτζου χαμογελούσε στο είδωλό του. Ουσιαστικά, μερικές λεπτομέρειες έμεναν να ξεκαθαριστούν. Τα πράγματα έβαιναν καλώς για το σχέδιό του. Και γιατί όχι, άλλωστε; Ήταν απλό στη βάση του. Ο σκοπός, ξεκάθαρος. Ο Άσπελ δεν θα γυρνούσε από τα Καρπάθια. Τίποτα το φοβερό, τίποτα το δύσκολο. Τα πώς και τα γιατί θα τα αναλάμβαναν μερικοί Ούγγροι στρατιωτικοί, που έτσι κι αλλιώς δεν τον συμπαθούσαν. Ή δεν θα τον συμπαθούσαν (όσοι δεν τον ήξεραν ακόμα) ένεκα της καταγωγής του. Και ήταν και πολλοί, και το τοπίο όπου θα πήγαιναν ήταν γεμάτο γκρεμούς και άγρια ζώα, οπότε η δουλειά τους ήταν σίγουρη.

Το μόνο που ίσως ανησυχούσε τους Ούγγρους, σκεφτόταν ο Τζούρτζου, ήταν το μετά. Οι ερωτήσεις που θα ακολουθούσαν. Γιατί οι Αυστριακοί και, δη, οι συνάδελφοι του Άσπελ θα το έψαχναν το ζήτημα. Δεν θα άφηναν έναν δικό τους να χαθεί έτσι απλά. Θα ανέκριναν την ομάδα των Ούγγρων. Και τότε τι θα γινόταν; Τι θα έλεγαν; Θα έπειθαν;

Ο Τζούρτζου ρούφηξε τη μύτη του. Θα έβρισκε μια λύση. Είτε αυτός μόνος του, είτε κάποιος από τους άλλους. Τι στο διάολο, τόσοι άνθρωποι θα εμπλέκονταν. Κάποιος θα σκεφτόταν μια καλή δικαιολογία.

Εκείνη τη στιγμή, άκουσε τρία χτυπήματα στην πόρτα. Πήγε και άνοιξε.

«Γεια σου, Χάραλαμπ» είπε ο Ορμπάν με τη βραχνιασμένη από το τσιγάρο φωνή του. Φορούσε πολιτικά ρούχα, όπως έκανε από τότε που τον τοποθέτησαν στο Evidenzbureau. Μόνο που το τωρινό κουστούμι του ήταν παλιό, με φθαρμένα μανίκια. Το πρόσωπό του, σοβαρό, μα και συνάμα αστείο. Η παχιά του μύτη ήταν κοκκινισμένη και το στραβά ψαλιδισμένο μουστάκι του τον έκανε να μοιάζει με εργαζόμενο τσίρκου που ετοιμάζει το νούμερό του.

Πίσω του ήταν ένας άλλος τύπος, που είχε επίσης πολιτική αμφίεση.

«Περάστε και καθίστε» είπε ο Τζούρτζου και παραμέρισε. Έκλεισε την πόρτα όταν οι δύο καλεσμένοι του εισήλθαν και κατέλαβαν από μία καρέκλα. Ο Τζούρτζου πήγε και στάθηκε απέναντί τους.

«Από δω, ο λοχαγός Ίμρε Σούκε, του Σώματος ορειβατών τυφεκιοφόρων» σύστησε τον άλλο ο Ορμπάν. «Λοχαγέ, ο κύριος Χάραλαμπ Τζούρτζου, του προξενείου της Βλαχίας και της Μολδαβίας».

Ο λοχαγός, ένας ψηλός τύπος με φαρδιούς ώμους, ξυρισμένος, με γαλάζια μάτια και κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά, σηκώθηκε και άπλωσε το χέρι προς τον Τζούρτζου. «Χάρηκα» είπε με καθαρή φωνή.

«Κι εγώ, λοχαγέ» χαμογέλασε και ανταπέδωσε ο Τζούρτζου. Του άρεσε ο Σούκε. Φαινόταν σκληροτράχηλος τύπος. Σαν τους μπράβους του. Θα μπορούσε να κάνει και μόνος του τη δουλειά, συλλογίστηκε ο Τζούρτζου. Αν είναι έτσι και οι στρατιώτες του… «Παρακαλώ, μη στέκεστε όρθιος. Θα θέλατε να σας προσφέρω λίγο καφέ και μπρέτσελ;»

«Λοχαγέ;» ρώτησε ο Ορμπάν και, όταν ο Σούκε κατένευσε, συνέχισε «Εντάξει. Ευχαριστούμε, Χάραλαμπ».

Ο Τζούρτζου έφερε το δίσκο. Δεν ένιωσε κατώτερος, όπως συνέβαινε όταν του ζητούσαν να κάνει αυτή την αγγαρεία στο προξενείο, γιατί στην παρούσα περίπτωση είχε ένα στόχο, που τον φαντασιωνόταν πλέον σαν ερωτικό όνειρο: ο Φάμπιαν Άσπελ τραυματισμένος, να τον τρώνε τα θηρία των Καρπαθίων, ξεφτιλισμένος και καταραμένος να πεθάνει σε ένα μικρό χωριό, μακριά από τους αγαπημένους του. Και σιγά τους αγαπημένους του, δηλαδή, έλεγε μέσα του ο Τζούρτζου. Μια ηλίθια που διαβάζει και γράφει μαλακισμένες ιστορίες με ανύπαρκτα τέρατα και ένα αρρωστιάρικο παιδί που κανείς δεν ξέρει αν θα ζήσει.

«Παρακαλώ, σερβιριστείτε ελεύθερα» είπε ο Βλάχος και οι καλεσμένοι του πήραν από μια κούπα και ένα μπρέτσελ. Και έκανε και αυτός το ίδιο, αν και με μικρότερη θέληση, μιας και δεν του άρεσε ούτε ο καφές ούτε το εν λόγω αρτοσκεύασμα. Τους άφησε να το απολαύσουν, πριν αρχίσουν την κουβέντα τους.

Τότε, όμως, σκέφτηκε κάτι: Η κυράτσα του Άσπελ γράφει για ανύπαρκτα τέρατα; Ο οποίος χαρακτηρισμός «ανύπαρκτα», όπως είχε μάθει πρόσφατα, δεν ήταν και τόσο απόλυτος. Για την ακρίβεια, σύμφωνα με τους πρώην Ούγγρους ουσάρους που είχαν σκοτώσει οι μπράβοι του και βάσει των νέων που κατέφταναν από το Μπραν, μάλλον δεν ίσχυε. Κάτι υπήρχε εκεί πέρα. Κάτι υπερφυσικό και επικίνδυνο.

Οπότε… μήπως η κυράτσα ξέρει για… για τους βρικόλακες;

Αυτό θα μπορούσε να αλλάξει κάτι; Να ανατρέψει το σχέδιό του;

Μπορεί να τον προειδοποιήσει, είπε μέσα του. Απίθανο, όμως, να τον μεταπείσει. Ο Άσπελ θα πάει στο Μπραν. Είναι υποχρεωμένος να πάει. Είναι υποχρεωμένος, γαμώτο.

«Πολύ ωραίος ο καφές, Χάραλαμπ. Και το μπρέτσελ» είπε ο Ορμπάν, με στόμα μισογεμάτο.

Ο Τζούρτζου τον κοίταξε. Και μετά, κοίταξε τον Σούκε. Κι αυτός φαινόταν να συμφωνεί, αν και ίσα που είχε δαγκώσει το γλύκισμα και δεν πρέπει να είχε πιει πάνω από μισή γουλιά καφέ. Περισσότερο κοιτούσε γύρω του, το διαμέρισμα, παρά τον ένοιαζε να φάει και να πιει. «Λοχαγέ; Είστε ευχαριστημένος; Μήπως θα θέλατε να παραγγείλω κάτι άλλο;»

Ο Σούκε στράφηκε προς τον Βλάχο. «Όχι, ευχαριστώ. Είναι πολύ ωραία».

«Χαίρομαι που δεν σας απογοητεύω». Ο Τζούρτζου αναστέναξε. «Και τώρα, κύριοι, θα θέλατε να ξεκινήσουμε; Δεν υπάρχει λόγος να καθυστερούμε. Τι λέτε κι εσείς;»

 

Στο οδόφραγμα που είχε στήσει το Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού, λίγο μετά το Πουάνα Μπρασώφ, ο Βίντσε και ο Φέχερ είχαν αφήσει τις δικές τους κούπες στο κρύο έδαφος και είχαν πετάξει τα τσιγάρα τους και είχαν αρπάξει τα τυφέκια τους και είχαν σηκωθεί όρθιοι. Καλύφτηκαν πίσω από τα σακιά που υπήρχαν εκεί. Και περίμεναν. Και κοιτούσαν προς το σκοτάδι που απλωνόταν πέρα μακριά τους. Έχοντας στρέψει ο καθένας το όπλο του προς τα εκεί. Το μόνο που διέκριναν, προς το παρόν, ήταν το λευκό του δρόμου και οι σκιές των δέντρων. Μέχρι ενός σημείου, βέβαια. Μετά, για αυτούς, δεν υπήρχε τίποτα το ορατό.

Αλλά υπήρχαν ήχοι. Που πλησίαζαν. Στα αυτιά των δύο αντρών, έμοιαζαν με πόδια που έτρεχαν. Σηκώνονταν με κόπο και έπεφταν σαν να ήταν βαρύ κουβάρι από κουρέλια που το πετούσε κάποιος στο χιόνι. Ένα εδώ, ένα εκεί, λες και αυτός που τα πετούσε ήθελε να είναι σίγουρος ότι θα αφήσει ίχνη, για να μη χαθεί.

Όμως, ό,τι κι αν ήταν πλησίαζε. Αυτό απασχολούσε κυρίως τους δύο στρατιωτικούς. Που περίμεναν. Έπαιρναν αργόσυρτες ανάσες. Ανατρίχιαζαν από το κρύο, αλλά δεν θα άφηναν το πόστο τους.

Περίμεναν.

Έχοντας οπλίσει τα τυφέκια.

Και σε λίγο, είδαν τι προκαλούσε αυτούς τους ήχους.

 

«Όπως σου είχα πει» ανέφερε ο Ορμπάν στον Τζούρτζου «γνωρίζω τον λοχαγό Ίμρε εδώ και πολλά χρόνια. Είχα συνεργαστεί μαζί του, όταν ακόμα ήμασταν και οι δύο χαμηλά στην ιεραρχία του ουγγρικού στρατού. Εγώ υπηρετούσα σε τάγμα ουσάρων, με την αρμοδιότητα της περιφρούρησης της Βουδαπέστης. Ήταν η εποχή μετά την Συνθήκη του ’67, που ενώθηκαν ουσιαστικά η χώρα μας με την Αυστρία. Υπήρξαν ταραχές τότε, αν θυμάσαι. Ο Ίμρε, από δω, είχε συμβάλλει με την μονάδα του, κυρίως στο κομμάτι των περιπολιών. Δεν είχαμε ανταλλάξει πολλές κουβέντες εκείνη την εποχή, πέραν από τα τυπικά, ξέρεις, καθημερινές αναφορές και τέτοια, αλλά ήταν φανερό ότι είχαμε τις ίδιες πεποιθήσεις όσον αφορά τους επαναστάτες και την ένωση των χωρών (που δεν τη θέλαμε και δεν τη θέλουμε). Οπότε κρατήσαμε επαφή, μιας που τελικά δεν έφυγε κανένας μας από την πόλη».

Ο Σούκε είπε «Δεν μου αρέσουν οι επαναστάτες, αλλά συμφωνούσα μαζί τους. Δεν έπρεπε να ενωθεί η χώρα μας με την Αυστρία. Εκείνοι είναι γερμανόφιλοι και έχουν φιλικές σχέσεις με τους Γάλλους. Μακριά από εμάς αυτοί οι “καλλιτέχνες”». Την τελευταία λέξη την τόνισε με ένα ρουθούνισμα. Ήπιε λίγο από τον καφέ και έβρισε χαμηλόφωνα.

«Κατάλαβα» είπε ο Τζούρτζου.

«Αυτό που θέλω να καταλάβω εγώ» πετάχτηκε ο Σούκε «είναι το γιατί ζητήσατε από εμένα και την μονάδα μου να αναλάβουμε την υπόθεση του Μπραν. Γιατί να συνοδεύσουμε εμείς τον Αυστριακό; Και μάλιστα, με εκείνον να είναι ο επικεφαλής, αντί εμού;» Κοίταξε τον Ορμπάν και μετά τον Τζούρτζου. «Συμφωνήσαμε, αλλά θέλω να ξέρω τι συμβαίνει. Χωρίς μαλακίες. Την αλήθεια και μόνο».

«Σαφώς. Πολύ καλά κάνετε, λοχαγέ, και θέλετε να ξέρετε τον λόγο που ζήτησα από τον συνταγματάρχη να διαλέξει κάποιον έμπιστό του». Ο Τζούρτζου καθάρισε τον λαιμό του. «Όπως γνωρίζετε, ο Φάμπιαν Άσπελ έχει αναλάβει την περίπτωση του Μπραν. Οφείλει να πάει εκεί και να διερευνήσει ο ίδιος τι γίνεται, μιας που τα έκαναν μαντάρα οι άλλοι στρατιωτικοί που υπηρετούν στην Τρανσυλβανία».

«Οι οποίοι είναι συμπατριώτες μου».

Ο Τζούρτζου αντιλήφθηκε την ενόχληση του Σούκε. «Σωστά. Αυτό που εννοώ είναι ότι όλοι κάνουμε λάθη. Κανείς δεν περίμενε ότι ένα μικρό χωριό θα προκαλούσε τέτοια προβλήματα, οπότε και οι πολιτοφύλακες του Μπρασώφ, που έχουν την ευθύνη και του Μπραν, δεν ήταν σίγουροι για το τι να πράξουν. Μετά, ήρθε και ο κακός χειρισμός από την πλευρά του Άσπελ, που είναι απαράδεκτος για έναν ταγματάρχη…» Άφησε ημιτελή την πρόταση, βλέποντας πως ο Σούκε ετοιμαζόταν να πει κάτι.

«Δεν μου κάνει εντύπωση. Είναι Αυστριακός. Δεν ξέρει τι του γίνεται».

«Ακριβώς» συμφώνησε ο Ορμπάν. «Αλλά παραμένει ο ανώτερος αξιωματικός που έχει αναλάβει την υπόθεση. Οπότε το βάρος των ευθυνών πέφτει στον Άσπελ. Αυτός θα πρέπει να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Αυτός θα πάει στο Μπραν. Όμως, όχι μόνος. Θα τον συνοδεύσεις εσύ, Ίμρε, μαζί με τους έμπιστους φαντάρους σου. Πρέπει να τον έχουμε από κοντά. Δεν ξέρουμε τι μπορεί να σκαρώσει».

Ο Σούκε παραξενεύτηκε. «Τι; Φοβάστε μην μας τη φέρει;»

Ο Τζούρτζου έβρισε τον εαυτό του, μέσα του. Πώς δεν το είχε σκεφτεί; Φυσικά και θα μπορούσε να παρουσιάσει τον Άσπελ σαν πιθανό προδότη, ούτως ώστε οι Ούγγροι να έχουν ένα ισχυρό κίνητρο για να τον βγάλουν από τη μέση. «Ο συνταγματάρχης έχει δίκιο, λοχαγέ. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το ποιόν του Αυστριακού. Βασικά, εγώ είμαι. Με έχει παρενοχλήσει πολλές φορές, χωρίς να του έχω κάνει το παραμικρό. Αλλά ας πούμε ότι αυτό δεν έχει σημασία. Εγώ είμαι ένας ξένος. Εσάς σας αφορά κάτι άλλο. Μπορεί ο Φάμπιαν Άσπελ να είναι διπλός κατάσκοπος. Μπορεί να ξέρει επακριβώς τι γίνεται στο Μπραν και να έκανε επί τούτου τα λάθη που του καταλογίζουμε. Ήτοι, τη σφαγή αθώων πολιτοφυλάκων, οι οποίοι σίγουρα είχαν οικογένεια, που πλέον δεν θα ξαναδούν. Σκεφτείτε το, λοχαγέ. Ποιος μας εγγυάται πως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο; Κανείς».

Ο Σούκε είπε «Με αυτή τη λογική, και με όλο το σεβασμό, κύριε Τζούρτζου, κανείς δεν μου εγγυάται για το δικό σας ποιόν, όπως είπατε. Δεν σας ξέρω. Ξέρω τον συνταγματάρχη Ορμπάν. Αλλά όχι εσάς».

Ο Ορμπάν είπε «Ίμρε, εγγυώμαι εγώ για τον Χάραλαμπ. Στο είπα και όταν σε βρήκα για αυτήν την υπόθεση. Ο Χάραλαμπ θέλει να βοηθήσει να σωθούν ζωές, όχι να σκοτωθούν κι άλλοι άνθρωποι εξαιτίας της ανικανότητας του Άσπελ».

«Αν είναι όντως ανίκανος» τόνισε ο Τζούρτζου. «Αλλά καταλαβαίνω τις αμφιβολίες σας, λοχαγέ. Πράγματι, δεν με ξέρετε. Όμως, αυτό σημαίνει ότι οι υποψίες μας για τον Άσπελ είναι αβάσιμες; Και γιατί, άλλωστε, να θέλω εγώ να τον συνοδεύσετε εσείς, αντί κάποιου άλλου που ενδεχομένως να ανήκει στον Κοινό Στρατό και που μπορεί να είναι πιότερο δεσμευμένος με αυτόν, παρά με την Ουγγαρία;»

Ο Σούκε κοίταξε την κούπα με τον καφέ του, σκεπτόμενος τα λόγια του Βλάχου.

Στο μεταξύ, ο Τζούρτζου και ο Ορμπάν αντάλλαξαν μια ματιά όλο νόημα. Γιατί ο λοχαγός δεν ήξερε πως ο Φάμπιαν είχε προτείνει να τον συνοδεύσουν Ούγγροι ουσάροι, που δεν ανήκαν στον Κοινό Στρατό. Ούτε είχε υπ’ όψιν του τις προθέσεις των άλλων δύο, που ήθελαν να ξεφορτωθούν τον Φάμπιαν.

 

Ο Φέχερ είπε «Μα γιατί τρέχουν;», τη στιγμή που ο Βίντσε φώναζε «Αλτ!»

Όμως, οι δύο άντρες δεν σταμάτησαν. Συνέχισαν να τρέχουν προς το μέρος των στρατιωτικών, οι οποίοι έβλεπαν και τα χνώτα των άλλων να βγαίνουν και να διασπώνται στον αέρα. Οι κινήσεις τους ήταν κάπως κωμικές, αφού έμοιαζαν λες και ήταν ξυπόλητοι και έτρεχαν σε ένα χωράφι γεμάτο αγκάθια.

«Αλτ!» επανέλαβε ο Βίντσε. Ήξερε ότι δεν ακουγόταν επαρκώς, αλλά έπρεπε να προειδοποιήσει τους αγνώστους. «Σταματήστε, αλλιώς θα πυροβολήσουμε».

Εκείνοι δεν υπάκουσαν.

Συνέχισαν να τρέχουν.

«Σταματήστε!»

«Δεν θα το κάνουν. Φοβούνται, λοχία».

«Και τι με νοιάζει εμένα; Πλησιάζουν σε στρατόπεδο. Πρέπει να συμμορφωθούν. Αλλιώς θα βρουν τον μπελά τους».

Ο ένας άντρας, που προπορευόταν του άλλου, έκανε κάποιες χειρονομίες, ενόσω έτρεχε. Πλέον, φαινόταν και το πρόσωπό του. Είχε μια έκφραση αγωνίας, με γουρλωμένα μάτια. Το μουστάκι και τα μαύρα μαλλιά του είχαν άσπρα στίγματα από το χιόνι. Επιπλέον, κάτι έλεγε, αλλά δεν ακουγόταν.

«Να σας πάρει και να σας σηκώσει» ψέλλισε ο Βίντσε και ετοιμάστηκε να ρίξει.

Αλλά δεν το έκανε.

Γιατί τότε, από το σκοτάδι, εμφανίστηκε και μια τρίτη φιγούρα.



«Ίμρε, δεν μπορούμε να ρισκάρουμε» είπε ο Ορμπάν. «Αν ετοιμάζεται κάποια επανάσταση ή αν υπάρχει ένας μικρός στρατός εχθρών μας, εντός των συνόρων μας, θα πρέπει να σιγουρευτούμε ότι θα το χειριστούμε εμείς. Ούγγροι πατριώτες. Θα στείλουμε τον Αυστριακό, ναι, μόνο και μόνο, όμως, γιατί είναι επικεφαλής της ομάδας που έχει αναλάβει την υπόθεση. Για το τυπικό. Κατάλαβες;»

«Ναι» απάντησε ο Σούκε. «Κατάλαβα». Κατένευσε και έδειξε τον Τζούρτζου. «Όμως, γιατί εμπλέκεται ο κύριος από εδώ; Τι τον κόφτει τι κάνουμε εμείς με τα εδάφη μας;»

Δεν είναι δικά σας, μαλάκα, είπε μέσα του ο Τζούρτζου. Δεν θα είναι για πολύ ακόμα, να είσαι σίγουρος.

«Ο Χάραλαμπ θέλει μόνο να βοηθήσει. Έχουμε πολύ καλές σχέσεις, εγώ κι αυτός, κάτι που είναι σημαντικό για την ειρήνη ανάμεσα στις χώρες μας. Ξέρει τα μέρη εκείνα, στα Καρπάθια, καλύτερα και από μένα και από εσένα. Οπότε θα μας πει μερικά πραγματάκια που θα πρέπει να προσέξουμε. Εσύ, κυρίως, και η μονάδα σου, δηλαδή. Οπότε, αν ο Άσπελ πάει να σας κάνει καμιά μαλακία, θα τον προλάβετε».

«Το οποίο» πετάχτηκε ο Τζούρτζου «μας φέρνει σε μια άλλη σημαντική λεπτομέρεια».

«Ποια λεπτομέρεια;» ρώτησε ο Σούκε.

Ο Τζούρτζου τον κοίταξε κατάματα. Και είπε «Ο Φάμπιαν Άσπελ πρέπει να πεθάνει».

 

Ήταν μόνο για λίγα δευτερόλεπτα. Μια σκιά που έφυγε από τον τόπο της, το μαύρο τίποτα, και ήρθε σε εχθρικό έδαφος, στο φως. Και πραγματοποίησε το έργο της, σαν καλός στρατιώτης.

Ο Βίντσε και ο Φέχερ είδαν πρώτα ένα ζευγάρι κατάλευκα χέρια να αρπάζουν τον άντρα που είχε μείνει πιο πίσω. Έπειτα, είδαν ένα χλομό πρόσωπο με μάτια που είτε ήταν μαύρα σαν σφαίρες, είτε δεν υπήρχαν. Το ίδιο και η αμφίεσή του. Και τα μαλλιά του.

«Χριστέ μου!» είπε ο Φέχερ.

Η μορφή έσφιξε τον άντρα και τον παρέσυρε στο σκοτάδι, ενώ ο άλλος που προπορευόταν έβγαλε ένα φοβισμένο κλάμα και έπεσε στο κρύο έδαφος. Έμεινε εκεί. Σήκωσε μόνο το κεφάλι του, ψάχνοντας με τα δακρυσμένα μάτια του τους στρατιώτες.

Αυτοί ήταν εκεί.

«Λοχία!» είπε ο Φέχερ. «Κάποιος είναι πίσω του».

Μια άλλη πανομοιότυπη μορφή –ή μήπως η ίδια;– εμφανίστηκε και έκανε να σκύψει προς τον άντρα.

«Πυρ!» διέταξε ο Βίντσε.

Τα τυφέκια εκπυρσοκρότησαν.



«Αν είναι όντως προδότης, διπλός κατάσκοπος, τότε ναι. Ευχαρίστως να τον σκοτώσω εγώ ο ίδιος» είπε ο Σούκε. «Αλλά είναι;»

«Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι επ’ αυτού» απάντησε ο Ορμπάν. «Αλλά γιατί να παίξουμε με την τύχη μας, Ίμρε;»

«Δεν σκοτώνω έτσι απλά, Ορμπάν. Ακόμα και Αυστριακούς. Θέλω να ξέρω τι έχει κάνει και θέλω αυτό που έχει κάνει να είναι ένας πολύ σοβαρός λόγος για αυτό που μου ζητάτε».

Πριν προλάβει να μιλήσει κανείς άλλος, ο Σούκε συνέχισε «Επίσης, αν κατέχετε αυτόν τον λόγο, γιατί δεν τον συλλαμβάνετε; Μμμ; Εσύ, Ορμπάν, έχεις τη δικαιοδοσία να του περάσεις χειροπέδες και να τον πας στο στρατοδικείο. Εφόσον φταίει, δηλαδή. Γιατί δεν το κάνεις;»

«Δεν είναι τόσο απλό, Ίμρε. Χρειάζομαι αποδείξεις. Που δεν τις έχω».

«Γιατί δεν τις έχεις;»

Ο Ορμπάν δεν μίλησε.

«Γιατί όλη η δουλειά γίνεται στο Μπραν» απάντησε ο Τζούρτζου. «Όχι εδώ. Εκεί υπάρχουν οι αποδείξεις. Ο Άσπελ δεν είναι τόσο ηλίθιος, ώστε να τις φέρει εδώ. Όχι ακόμα, δηλαδή».

«Σωστά» συμφώνησε ο συνταγματάρχης. «Σκέψου το, Ίμρε. Ο Άσπελ είναι κατάσκοπος. Δουλεύει σε στρατιωτική μονάδα αντικατασκοπείας. Ξέρει πώς παίζεται το παιχνίδι. Αν είναι να μας τη φέρει, θα το κάνει προσεχτικά. Βήμα-βήμα. Πρώτα εκεί, μετά εδώ. Το θέμα είναι να προλάβουμε πριν εξαπλωθεί το κακό».

Ο Σούκε κοίταξε ξανά όλο το διαμέρισμα. Και μετά, τους άλλους δύο. Πέρασε ένα λεπτό, για να μιλήσει. «Μάλιστα». Άφησε κάτω την κούπα του. Άδεια. Έφαγε και το τελευταίο κομμάτι του μπρέτσελ.

«Ίμρε…» ξεκίνησε ο Ορμπάν.

«Αφήστε να πω αυτά που θέλω εγώ. Και οι δυο σας» είπε ο Σούκε.

Ο Τζούρτζου και ο Ορμπάν συμμορφώθηκαν.

Ο Σούκε σηκώθηκε. «Τα μισόλογα δεν μου αρέσουν. Υποπτεύεστε, αλλά δεν είστε σίγουροι. Λέτε τι θέλετε, αλλά δεν μπορείτε να υποστηρίξετε την άποψή σας. Οπότε θα σας πω εγώ τι θα γίνει. Θα κάνω ό,τι συμφωνήσαμε, Ορμπάν. Θα συνοδεύσω τον Αυστριακό, μαζί με δικούς μου άντρες. Θα δεχτώ τις εντολές του. Αν μου δώσει την οποιαδήποτε αφορμή, την οποιαδήποτε αφορμή, θα τον περιλάβω καταλλήλως. Θα τον σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια. Και αυτόν και όσους στρατιώτες έχει συγκεντρώσει εκεί πέρα, στο Μπραν. Αν όχι, αν δε δείξει κάποια ύποπτη συμπεριφορά, τότε θα τον αφήσω ήσυχο. Είναι ξεκάθαρο αυτό;»

Ο Ορμπάν και ο Τζούρτζου συμφώνησαν.

«Εξαιρετικά» σχολίασε ο Σούκε. «Και τώρα, κύριοι, αν δεν έχετε αντίρρηση, θα αποχωρήσω. Αύριο πρέπει να είμαι έτοιμος για ταξίδι. Θέλω να αποχαιρετήσω την γυναίκα μου και τις κόρες μου. Καλή σας νύχτα!»

Όταν ο λοχαγός έφυγε, ο Ορμπάν είπε «Συγνώμη, Χάραλαμπ. Ήλπιζα ότι θα συνεργαζόταν πιο εύκολα από…»

«Δεν πειράζει» είπε ο Τζούρτζου. «Καλύτερα αυτός, παρά οποιοσδήποτε άλλος, που δεν τον ξέρουμε. Άλλωστε, του φυτέψαμε την ιδέα. Θα έχει τον νου του για το παραμικρό παράπτωμα του Άσπελ».

«Ναι, αλλά, αν δεν κάνει κάτι ο Άσπελ, ο Ίμρε δεν θα τον πειράξει».

«Το άκουσα, Ορμπάν. Όμως, δεν ανησυχώ. Και σου προτείνω να κάνεις κι εσύ το ίδιο. Αυτή η ιστορία θα έχει την έκβαση που θέλουμε εγώ κι εσύ. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο».

Ο Ορμπάν δεν μίλησε. Αλλά μέσα του ανησυχούσε.

 

Η τρομακτική φιγούρα έγειρε πίσω στο σκοτάδι. Ο πεσμένος άντρας δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Ο Βίντσε και ο Φέχερ όπλισαν ξανά. Περίμεναν.

Όμως, κανείς δεν εμφανίστηκε.

Γιατί πίσω από τους δύο σκοπούς ακούστηκαν φωνές και όπλα που ετοιμάζονταν και σε λίγα λεπτά όλο το στρατόπεδο είχε σηκωθεί, εξαιτίας των πυροβολισμών. Έξι άντρες πήγαν, σήκωσαν και έφεραν στην ασφάλεια τον άντρα που είχε σωθεί τελευταία στιγμή. Τον έβαλαν σε μια σκηνή και τον κουκούλωσαν με μια κουβέρτα και του έδωσαν μια κούπα με καυτό καφέ. Εκείνος ήπιε και έκλαψε κι άλλο, για την οικογένεια και τον φίλο του που έχασε αυτή τη βραδιά.

«Από ποιον; Ποιος σας επιτέθηκε;» ρώτησε ο ανώτερος αξιωματικός υπηρεσίας.

Ο άντρας είπε «Βαμπίρ. Μας επιτέθηκαν β-βρικόλακες, κύριε. Βρικόλακες».

Και λιποθύμησε.

***


Μπρασώφ

Ο Κέρσεν ήταν έτοιμος να αποχωρίσει, όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα. «Δεν θα μας αφήσουν ποτέ ήσυχους, ε;» ρώτησε τον Ζαλάν.

«Όχι» απάντησε ο άλλος.

«Περάστε».

Ένας υπολοχαγός εμφανίστηκε και αναφέρθηκε.

«Τι θες;»

«Ήρθε γράμμα από τη Βουδαπέστη, κύριε διοικητά. Από το Evidenzbureau».

Ο Κέρσεν, ο Ζαλάν, ο Μίκλος (που δεν ήταν κρατούμενος πια), καθώς και οι τρεις άντρες του αντισυνταγματάρχη, αντάλλαξαν μια ματιά όλο ανησυχία. Τι σκατά θέλουν πάλι αυτοί; φαίνονταν να αναρωτιούνται.

«Για δώσ’ το μου».

Ο υπολοχαγός υπάκουσε και έφυγε.

Ο Ζαλάν πρώτα είδε τον Κέρσεν να διαβάζει το γράμμα και μετά άκουσε το χτύπημα της παλάμης του στο γραφείο. «Τι έγινε; Τι λένε;»

Ο Κέρσεν δίπλωσε το γράμμα και το έβαλε στην τσέπη του. «Θα έρθει εδώ ένα στρατιωτικό απόσπασμα. Ούγγροι ορεινοί τυφεκιοφόροι και ένας κατάσκοπος, που θα έχει το γενικό πρόσταγμα».

«Γιατί;»

«Για ανάκριση, έρευνα και διάσωση».

«Τι;» Ο Ζαλάν αναθεμάτισε. «Γιατί ανάκριση, ρε γαμώτο;»

«Δεν είναι μόνο αυτό το πρόβλημα. Αυτό που με απασχολεί είναι ο κατάσκοπος που θα μας έρθει. Ο ταγματάρχης Φάμπιαν Άσπελ. Τον ξέρω και μπορεί να προκαλέσει μπελάδες. Θα πρέπει να είμαστε προσεχτικοί, Ζαλάν».

«Σίγουρα. Σίγουρα» είπε ο Ζαλάν, που ήδη σκεφτόταν ότι η μέρα της απομάκρυνσής του και της δίκης του πλησίαζε πολύ πιο γοργά απ’ ό,τι θα ήθελε.

***


Διαμέρισμα των Άσπελ, Βουδαπέστη

Ο Φάμπιαν έκλεισε την πόρτα και έβγαλε το πανωφόρι του. Πήγε στην κουζίνα, βρήκε μερικά κεριά και τα άναψε. Έπειτα, έφαγε λίγο από το tafelspitz που είχε φτιάξει η Έμιλυ. Όταν ολοκλήρωσε το γεύμα του, έπιασε ένα μπουκάλι κρασί και κάθισε. Το άνοιξε και ήπιε μια γουλιά. Κι άλλη μία. Ύστερα, περίμενε. Όχι να ακούσει ή να δει κάτι, γιατί ήταν μόνος του εκεί και είχε αρχίσει να το ανέχεται. Να κάνει ειρήνη με την πραγματικότητα την οποία ζούσε αυτός και η οικογένειά του. Γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Αυτά που συνέβαιναν σε σχέση με την κόρη του τον ξεπερνούσαν. Ήταν πέραν από τις δυνάμεις του. Μπορούσε να νικήσει μερικούς κατασκόπους ή άλλους εχθρούς, ανθρώπινους εχθρούς, αλλά με μια αρρώστια δεν ήταν ικανός να τα βάλει. Τα χέρια του ήταν δεμένα. Ακόμα και ο δόκτωρ Μολνάρ, που είχε τις κατάλληλες γνώσεις, δεν ήταν απόλυτα σίγουρος για την συνέχεια, πόσω μάλλον για την έκβαση της ασθένειας της Ορέλια. Όμως, αυτό δεν σήμαινε ότι έπρεπε να χάσουν κάθε ελπίδα. Και δεν θα το έκαναν. Ο ίδιος ο Φάμπιαν είχε διαβεβαιώσει τον γιατρό και την Έμιλυ ότι η Ορέλια θα ζήσει. Επειδή αυτό χρειάζονταν, όλοι τους. Την ελπίδα.

Αλλά το διαμέρισμα έμοιαζε τόσο… αποξενωμένο μέρος… Σαν να ήταν στοιχειωμένο. Λες και ο εφιάλτης που ταλαιπωρούσε ενίοτε τον Φάμπιαν ήταν αληθινός και εκείνος θα έπρεπε να περιμένει τη μορφή με τον μανδύα να πεταχτεί ανά πάσα ώρα και στιγμή.

Όμως, τίποτα τέτοιο δε συνέβαινε. Ποτέ. Ό,τι κι αν έλεγε κάποτε ο Αλεξάντερ Άσπελ, ο Φάμπιαν δεν είχε δει ποτέ αληθινό φάντασμα.

Ήπιε άλλο λίγο και άφησε το μπουκάλι και σηκώθηκε. Πήρε μαζί του ένα κηροπήγιο και έσπευσε στην κρεβατοκάμαρα. Δεν θα έπαιρνε πολλά πράγματα μαζί του, παρά μόνο όσα θα του ήταν απαραίτητα. Δηλαδή, εσώρουχα, κάλτσες και δύο πουκάμισα. Όλα δικά του, πολιτικά ρούχα. Από στρατιωτική περιβολή, θα έπαιρνε μονάχα τις αρβύλες και την χακί κάπα που του είχαν δώσει όταν έγινε αξιωματικός στη Βασιλική Χωροφυλακή της Αυστρίας. Ακολούθως, έβαλε σε μια τσέπη του σακακιού του τα χαρτιά για σημειώσεις που κουβαλούσε, αλλά και το μολύβι του, που θα του χρειάζονταν σίγουρα κατά τις ανακρίσεις που θα διενεργούσε, αλλά και στα γράμματα που θα έστελνε.

Ωστόσο, όλα τα άλλα που θα είχε μαζί του θα σήμαιναν μονάχα ένα πράγμα. Ότι πάει σε πεδίο μάχης. Ο Φάμπιαν γέμισε τις τσέπες του με σφαίρες για το υπηρεσιακό του περίστροφο. Πήγε στο κομοδίνο με τα μαχαιροπίρουνα, όπου είχε κρύψει ένα ακόμα πιστόλι Γκάσερ. Το πήρε κι αυτό. Έπειτα, έλεγξε εκείνα τα δύο ΛεΜατ, που είχε κατασχέσει από τους Ούγγρους. Τα όπλισε. Σημάδεψε προς τον τοίχο, πρώτα με το ένα και μετά με το δεύτερο. Το βάρος τους, ιδανικό. Θα είχε συνολικά δεκαοχτώ έξτρα βολές με δαύτα.

Ευχαρίστησε με τη σκέψη του τον Βολφ, που τα είχε θυμηθεί και του τα έδωσε.

Τα επόμενα που προσέθεσε στη λίστα του ήταν το υπηρεσιακό σπαθί και ο σουγιάς που του είχαν δώσει στο Evidenzbureau. Γιατί μπορεί να ερχόταν πρόσωπο με πρόσωπο με τον εχθρό και τότε θα χρειαζόταν τουλάχιστον μία κοφτερή λεπίδα για να αμυνθεί ή και να επιτεθεί.

Για το τέλος, άφησε το μοναδικό όπλο που είχε γι’ αυτόν συναισθηματική αξία και ξεπερνούσε στα μάτια του οτιδήποτε άλλο παρόμοιο, πιο σύγχρονο ή πιο παλιό. Άνοιξε την ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας και πήρε από μέσα τη δίκαννη καραμπίνα που ανήκε κάποτε στον πατέρα του. Αυτή που χρησιμοποιούσε και για να εξοντώσει την οπτασία που απειλούσε την Ορέλια στους εφιάλτες του. Την κράτησε και με τα δύο του χέρια, κοιτώντας τη. Μαύρες κάννες των δεκαοχτώ ιντσών, δύο κλείστρα, ξύλινο κοντάκιο, μέγιστο βεληνεκές σαράντα γιάρδες. Αλλά, γενικά, όπλα σαν αυτό χρησιμοποιούνταν για πιο κοντινές αποστάσεις, για να είναι πιο σίγουρο ότι θα πετύχουν το στόχο. Απ’ όσο ήξερε ο Φάμπιαν από άρθρα σε εφημερίδες που είχε διαβάσει, τέτοιες καραμπίνες είχαν στην Άγρια Δύση, για προστασία αμαξών που διέσχιζαν είτε μια συγκεκριμένη έκταση μιας Πολιτείας είτε δύο ή και παραπάνω Πολιτείες.

Η σκέψη αυτή επανέφερε στην μνήμη του τη μία από τις τέσσερις έρευνες που διεξήγαγε μυστικά. Την πιο προσωπική απ’ όλες. Ο πατέρας του είχε στείλει γράμματα και είχε λάβει απαντήσεις. Ο Φάμπιαν είχε πράξει το ίδιο, με ένα γράμμα, αλλά δεν είχε την ίδια τύχη. Είχε περάσει ένας χρόνος και κανείς δεν του ανταπέδωσε τη χάρη. Δεν του άρεσε αυτό, όχι τόσο από εγωισμό, αλλά επειδή εκείνοι οι συγγενείς στην Αμερική ήταν οι μοναδικοί που τον συνέδεαν με τους αποθανόντες γονείς του. Είχε σκεφτεί να στείλει κι άλλα μηνύματα, όμως δεν το είχε κάνει, γιατί η αλληλογραφία καθυστερούσε και επειδή το ξεχνούσε, λόγω της δουλειάς και των αλλαγών της ασθένειας της Ορέλια. Αλλά ήθελε να βρει εκείνους τους θείους του ή έστω το παιδί που τους είχαν δώσει οι δικοί του γονείς. Θα ήθελε να γνωρίσει έστω τον αδερφό του. Ακόμα κι αν αυτό γινόταν από ένα γράμμα. Θα είχε μια εικόνα γι’ αυτόν.

Τώρα, αποφάσισε πως, με τον ερχομό του από το Μπραν, θα έστελνε κι άλλα γράμματα. Κάθε εβδομάδα ή κάθε μήνα. Μέχρι να απαντήσει κάποιος.

Ο Φάμπιαν έκλεισε την ντουλάπα, αφού πρώτα πήρε και όσα σκάγια είχαν μείνει, καθώς και μια θήκη πλάτης που είχε φτιάξει ο Αλεξάντερ. Έβαλε την καραμπίνα στη θήκη και μετά την άφησε στο κρεβάτι, δίπλα από τον μπόγο με τα ρούχα και τα στρούντελ που του είχε δώσει η Έμιλυ.

Γύρισε στην κουζίνα και έφερε λίγο λάδι και ένα παλιόρουχο και άρχισε να καθαρίζει τα όπλα. Ένα-ένα, με φροντίδα, όπως του είχαν μάθει κάποτε, ούτως ώστε να είναι έτοιμα για δράση. Καθώς τα περιποιόταν, σκέφτηκε το Κακό που είχε βρει το Μπραν. Φαντάστηκε τους κατοίκους του, να τρέχουν να σωθούν από τους εχθρούς. Οικογένειες που εγκατέλειπαν τα σπίτια τους, τον τόπο τους, τις περιουσίες τους, επειδή κάποιοι είχαν αποφασίσει να σφάξουν και να κάψουν και να προκαλέσουν δεινά σε αθώους –γιατί ήταν πεπεισμένος πλέον ότι οι χωρικοί δεν έφταιγαν. Μέσα του, αυτό πίστευε. Ακράδαντα. Τα στοιχεία που διέθετε το Evidenzbureau προς αυτή την κατεύθυνση τον οδηγούσαν, αν και όφειλε να παραδεχτεί πως η αντίληψή του επηρεαζόταν και από τα συναισθήματά του. Από το ενδιαφέρον για ανθρώπους που ποτέ δεν είχαν προκαλέσει κάποιο (ουσιώδες) πρόβλημα και που κατατρύχονταν άδικα. Από την απόγνωση για την λανθασμένη διαχείριση της κατάστασης από τις Αρχές –όπου συμπεριελάμβανε και τον εαυτό του.

Όταν άφησε κάτω και το τελευταίο όπλο, ο Φάμπιαν είχε αποφασίσει πως δεν θα έφευγε αν δεν έβρισκε τους υπεύθυνους. Όποιοι κι αν ήταν. Ό,τι κι αν ήταν. Θα το μετάνιωναν πικρά. Θα φρόντιζε ο ίδιος γι’ αυτό. Δεν ήξερε αν οι Ούγγροι στρατιωτικοί θα συντονίζονταν με τις δικές του προθέσεις, αλλά εκείνος θα έκανε το καθήκον του ακόμα και μόνος του. Το Μπραν θα δικαιωνόταν. Όσοι είχαν πεθάνει, θα αποκτούσαν πίσω την τιμή τους. Όσοι είχαν απομείνει, θα λυτρώνονταν, γυρνώντας ξανά στο μέρος που είχαν μεγαλώσει και αγαπήσει.

Κι αλίμονο στους υπαίτιους. Αν ήθελαν το καλό τους, θα έφευγαν πριν φτάσει ο ίδιος στην Τρανσυλβανία.

Κοίταξε το ρολόι του. Έντεκα και μισή, και ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα για τις επτά της επομένης, 3 Μαρτίου, οπότε και θα παρουσιαζόταν στο στρατόπεδο των ορειβατών τυφεκιοφόρων και την ομάδα που θα τον συνόδευε στο ταξίδι προς το Μπραν της Τρανσυλβανίας.

Ό,τι χρειαζόταν για το ταξίδι του το είχε. Είτε πάνω του, είτε εμπρός του.

Το μόνο που έμενε ήταν να ξαπλώσει και να κοιμηθεί, για να είναι ξεκούραστος το πρωί.

Αυτό και έκανε. Γδύθηκε, έσβησε το κερί και έπεσε στο κρεβάτι. Έκλεισε τα μάτια του.

Και ονειρεύτηκε.

 

Συνεχίζεται…

 

——————————————————————————————————

Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook