Η Εντολή της Κόμισσας – Μέρος Δεύτερο – 4.ΙΙΙ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μέρος Δεύτερο – 4ΙΙ : https://thebluez.gr/%ce%b7-%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ae-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%cf%8c%ce%bc%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1%cf%82-%ce%bc%ce%ad%cf%81%ce%bf%cf%82-%ce%b4%ce%b5%cf%8d%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%bf-4-%ce%b9-2/

 

 

Διαμέρισμα των Άσπελ, Βουδαπέστη

Τελικά, το να φτάσει στην πολυκατοικία ήταν πιο δύσκολο απ’ ό,τι πίστευε ο Κάρτερ, καθώς ξεκλείδωνε την πόρτα και έμπαινε. Ο οδηγός της άμαξας που τον είχε μεταφέρει, ένας ασπρομάλλης ηλικιωμένος, αν και καλοπροαίρετος, δεν άκουγε καλά, οπότε χρειάστηκε να του επαναλάβει μερικές φορές τη διεύθυνση, αλλά και να τον διορθώσει, όταν έφτασαν σε μια άλλη οδό και έπρεπε να αλλάξουν πορεία. Ίσως έφταιγε το ότι ήταν βράδυ -οπότε δυσκόλευε λίγο ο προσανατολισμός- και ο παππούς φαινόταν κουρασμένος –αν λειτουργούσε μόνος του την άμαξα και δούλευε όλη μέρα κάθε μέρα, λογικό ήταν να εξαντλείται. Επίσης, το κρύο δε βοηθούσε ούτε αυτό, και μάλιστα «ανάγκαζε» τον γέρο να οδηγάει βιαστικά και να χτυπάει συχνά τα άλογα, φωνάζοντάς τους. Όπως και να είχε, όμως, βρήκαν τη συμβολή των δύο οδών που είχε υποδείξει στον Κάρτερ η Έμιλυ, ο αμαξάς πληρώθηκε και αποχώρισε, ενώ ο πιστολέρο πέρασε τάχιστα στο εσωτερικό και κατευθύνθηκε στον τρίτο όροφο.

Τώρα, έκλεισε την πόρτα και αμέσως ένιωσε να θερμαίνεται το σώμα του. Όχι πολύ, αλλά αρκετά για να ξεχάσει λίγο-λίγο το παγωμένο τοπίο έξω από εδώ. Έψαξε και βρήκε κεριά και φώτισε τον λιτό και κάπως στενό χώρο γύρω του. Έβλεπε την κουζίνα και ένα διάδρομο που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια. Για άλλη μια φορά, συνειδητοποίησε ότι οι διαφορές των Αμερικάνων και των Ευρωπαίων ήταν λίγες, τουλάχιστον όσον αφορούσε τα οικήματα και τις πόλεις γενικά. Οι άνθρωποι που είχαν ένα μόνο εισόδημα (και όχι μεγάλο) αναγκάζονταν να μένουν σε ένα διαμέρισμα σαν αυτό, που τους προσέφερε τα απολύτως απαραίτητα: στέγη, τροφή, ζεστασιά, θαλπωρή, προστασία. Και ήταν αρκετά, κατά την γνώμη του.

Αρκεί, βέβαια, να είναι σωστή και η οικογένεια, σκέφτηκε, ενθυμούμενος τους Κάρτερ, με τους οποίους είχε μεγαλώσει, αλλά που ευχόταν να μην τους είχε γνωρίσει ποτέ. Όμως, δεν ανησυχούσε. Απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα, η οικογένεια των Άσπελ αποτελούνταν από εξαιρετικούς ανθρώπους, που αγαπούσε ο ένας τον άλλο.

Έβγαλε το καπέλο, αφήνοντας το σε μια καρέκλα, πάνω στην οποία πέρασε και το πανωφόρι του. Βρήκε ένα ποτήρι και έβαλε να πιει λίγο νερό. Και λίγο ακόμα. Όσο και να του άρεσαν η μπίρα και ο καφές, την αγαλλίαση που προσέφερε το νερό δεν θα την έφταναν ποτέ. Άφησε το ποτήρι, πήρε ανά χείρας δύο κεριά και βγήκε και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Ο διάδρομος ήταν θεοσκότεινος, όπως και πριν. Χτύπησε την πόρτα τρεις φορές. Όπως το φαντάστηκε, δεν απάντησε κανείς, οπότε μπήκε και σύντομα το σώμα του βυθιζόταν κάτω από ζεστό νερό. Η μπανιέρα ήταν λίγο μικρή για το ύψος του, όμως αυτό δεν τον ενόχλησε καθόλου. Το δέρμα του ανταποκρίθηκε και με το παραπάνω στην κάψα που το περιέβαλε. Αμέσως, άρχισε να χαλαρώνει. Απέξω δεν ακουγόταν το παραμικρό. Ο Κάρτερ άδειασε το μυαλό του και αφέθηκε.

Όταν επέστρεψε, πήρε τα πράγματά του από την καρέκλα και περπάτησε μέσα στο διαμέρισμα. Πρώτα, βρέθηκε στο δωμάτιο της Ορέλια. Το κατάλαβε από το μικρό στρωμένο κρεβάτι και από τα παιχνίδια (κυρίως κούκλες) στο ψάθινο καλάθι που είχαν αφήσει στο πάτωμα. Έμεινε για ένα δυο λεπτά και προσπάθησε να φανταστεί τον Φάμπιαν ή την Έμιλυ να νανουρίζουν την Ορέλια: κάθονται στην άκρη του κρεβατιού και τραγουδάνε, χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά, ενώ η μικρή είναι σκεπασμένη ως το πιγούνι και ακούει, με μάτια μισόκλειστα, ώσπου αποκοιμιέται. Προτιμούσε αυτή την εικόνα από όσα έβλεπε τώρα –ή όσα δεν έβλεπε.

Αλλά εδώ και μέρες, δεν είναι εδώ. Και ποιος ξέρει πότε θα βρουν ξανά την πρότερη γαλήνη τους;

Έφυγε και βρήκε το δωμάτιο που μοιράζονταν ο Φάμπιαν με την Έμιλυ. Το στρωμένο κρεβάτι ήταν σίγουρα άνετο. Ο Κάρτερ σκέφτηκε αν ήταν σωστό να κοιμηθεί εκεί. Η Έμιλυ τού είχε πει ότι εκεί έπρεπε να κοιμηθεί, αφού δεν υπήρχε άλλο δωμάτιο –αυτό που κοιμόταν η Ορέλια δεν είχε αρκετά μεγάλο κρεβάτι. Αλλά έπρεπε; Από την άλλη, τι να έκανε, να έπαιρνε σκεπάσματα και να κοιμόταν στο πάτωμα; Ούτε αυτό ήταν σωστό, γιατί θα τα λέρωνε.

Μήπως το σκέφτομαι πολύ; διερωτήθηκε και χαμογέλασε.

Νιώθοντας το σώμα του να διαμαρτύρεται και να αποζητά λίγη ξεκούραση, αποφάσισε να μην το μεμψιμοιρήσει άλλο και να ακολουθήσει τη (διαταγή) συμβουλή της Έμιλυ. Άλλωστε, αυτό θα ήθελε και ο Φάμπιαν, μάλλον. Ξάπλωσε κάτω από τα κλινοσκεπάσματα.

Αλλά δεν έκλεισε τα μάτια του. Στο μυαλό του, γύρισαν διάφορες εικόνες από το πολυήμερο ταξίδι του: το πλοίο, η θάλασσα, τα ζωντανά που κυκλοφορούσαν μέσα της, τα τοπία της Ευρώπης, τα τρένα, οι άνθρωποι, οι παρεξηγήσεις και τα γέλια… Ήταν σίγουρος ότι, φτάνοντας στις ΗΠΑ, θα είχε να πει πολλά στους συναδέλφους του. Γιατί θα τον ρωτούσαν. Όπως και ο ίδιος, οι περισσότεροι εξ αυτών δεν είχαν ταξιδέψει έξω από τη Βόρεια Αμερική. Πού να βρεθεί χρόνος; Ή, τουλάχιστον, έτσι έλεγαν, ακόμα και αυτοί που ήξεραν ότι έχουν συγγενείς σε άλλες ηπείρους –κυρίως, στην Ευρώπη.

Ίσως, μετά τα δικά μου καμώματα, να αξιωθούν και να πάρουν άδεια, σκέφτηκε. Μπορεί ο διοικητής να έφερνε αντιρρήσεις, αλλά, όπως και στην περίπτωση του Κάρτερ, θα υποχωρούσε –εντάξει, όχι αν πήγαιναν πολλοί μαζί, αλλά ένας-ένας ναι. Όσο κι αν είχε κουραστεί και αγχωθεί, ο Κάρτερ παραδεχόταν ότι μέχρι τώρα άξιζε κάθε στιγμή εκτός των ΗΠΑ. Ήταν μια αλλαγή, που αποτελείτο από επιμέρους διαφορετικές περιστάσεις. Χρειάζονται κι αυτά στην ζωή.

Κι εκείνοι πιθανότατα δεν θα χρειαστεί να εμπλακούν σε δυσάρεστες καταστάσεις. Ο πιστολέρο συλλογίστηκε τα όσα έμελλε να γίνουν από το πρωί που θα ξημέρωνε σε λίγες ώρες. Με απλά λόγια, το ταξίδι θα συνεχιζόταν. Μόνο που πλέον δεν θα ήταν (μόνο) για αναψυχή ή για την γνωριμία με τον αδερφό του, αλλά θα ήταν ένας αγώνας δρόμου ενάντια στον θάνατο. Ίσως ήταν υπερβολή, ίσως όχι. Ίσως και η Έμιλυ να έπεφτε έξω και εκεί πέρα, στην Τρανσυλβανία, να μην υπήρχαν υπερφυσικά τέρατα, αυτοί οι βρικόλακες, αλλά κάποιοι κακοί άνθρωποι που έβλαπταν πολίτες και, κατά συνέπεια, την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Ίσως ήταν απλά θέμα συμφερόντων: μια χώρα να πλήξει μια άλλη. Συνέβαιναν αυτά. Ή ίσως να ήταν κάποιο τοπικό πρόβλημα, μεταξύ χωριών ή κάτι τέτοιο.

Αλλά ο Κάρτερ πίστευε ότι δεν θα ήταν τόσο τυχερός. Ουσιαστικά, είχε δεχθεί την γνώμη της Έμιλυ. Τέρατα λυμαίνονταν τον τόπο και τρομοκρατούσαν αθώους. Όσο παράλογο κι αν φαινόταν αυτό, εκείνος το θεωρούσε δεδομένο. Τουλάχιστον, μέχρι να πάει εκεί και να διαπιστώσει αν συμβαίνει κάτι άλλο. Αν πράγματι άνθρωποι προκαλούσαν όλο αυτό το κακό, τότε ο Κάρτερ θα συνέχιζε σαν να μην είχε αλλάξει το παραμικρό. Γιατί, και πάλι, δεν θα ένιωθε ανόητος επειδή είχε πιστέψει τον παράλογο φόβο της Έμιλυ. Δεν του είχε δώσει την εντύπωση πως θα μοιραζόταν μαζί του τις ανησυχίες της, αν αυτές ήταν ανούσιες. Μάλιστα, αν εκείνος της έλεγε για την Silent Desert και ό,τι είχε ζήσει εκεί, η Έμιλυ πρώτα θα το σκεφτόταν καλά και μετά θα αποφάσιζε αν ίσχυε κάτι από αυτά.

Ο Κάρτερ, ενθυμούμενος την αντίδραση του λοχαγού Βολφ όταν έμαθε ποιος είναι ο Λούκυ Λουκ και τι λέει ο μύθος πως κάνει, έφερε κάτι άλλο στο μυαλό του: ο Φάμπιαν δε δεχόταν την ύπαρξη των βρικολάκων. Του το είχε πει και η Έμιλυ. Αυτό δεν ήταν καθόλου καλό. Άλλο το να αφήνεις ανοιχτά τα περιθώρια του τι συμβαίνει και άλλο να απορρίπτεις μια εξήγηση. Βέβαια, ήταν κατανοητό, ως ένα βαθμό, ειδικά άμα ο Φάμπιαν δεν είχε δική του εμπειρία με το υπερφυσικό. Σίγουρα, δεν ήταν ο μόνος που αντιδρούσε έτσι όταν άκουγε για τέτοια θέματα. Απ’ ό,τι καταλάβαινε ο Κάρτερ, οι εποχές είχαν αλλάξει και οι άνθρωποι, καθώς περνούσαν οι αιώνες, απομακρύνονταν από τις παλιές δεισιδαιμονίες, θεωρώντας τες αφελείς. Δεν έβγαζε τον εαυτό του εκτός, αφού και ο ίδιος, μέχρι να βιώσει τον τρόμο στην πόλη της Λία Ο’ Κόνορ, δεν συζητούσε για οτιδήποτε ξεπερνούσε την αντίληψή του. Μέχρι ενός σημείου, έφταιγε και το πώς είχε μεγαλώσει τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Με το φόβο του Θεού και της Αποκάλυψης. Οι θετοί γονείς του τον είχαν μάθει όχι να σέβεται, αλλά να τρέμει ένα Ον που δεν έβλεπε, δεν άκουγε, δεν μύριζε, γενικά δεν αντιλαμβανόταν, αλλά που του έλεγαν ότι υπάρχει και πως τον βλέπει και πως θα τον τιμωρήσει, όπως τιμωρεί όλους τους αμαρτωλούς. Γιατί ήταν αμαρτωλός, είτε στα πέντε, είτε στα δέκα, είτε στα τριάντα, είτε στα πενήντα, είτε στα εκατό. Δεν είχε σημασία η ηλικία. Ο άνθρωπος γεννιέται αμαρτωλός, αφού είναι αποτέλεσμα αμαρτωλής πράξης. Και ο Θεός τιμωρεί. Αλλά και συγχωρεί όσους αλλάζουν τρόπο σκέψης και ζωής και ακολουθούν κατά γράμμα της εντολές Του.

Τουλάχιστον, αυτά είχαν προσπαθήσει να του εμφυσήσουν και για λίγο τα κατάφεραν. Αλλά απέτυχαν. Γιατί; Γιατί τον είχαν σαν δούλο, τον εκμεταλλεύονταν και γενικά του συμπεριφέρονταν με τρόπους που ο Κάρτερ ήταν σίγουρος πως δεν ενέπιπταν στις διδαχές του Υιού του Θεού. Επίσης, δεν ήταν μόνο ο πατριός και η μητριά του που είχαν αναλάβει αυτόν τον ρόλο, αλλά και ο ιερέας της ντόπιας εκκλησίας. Ο οποίος, σύμφωνα με τα κουτσομπολιά, αλλά και την αντίληψη του πιστολέρο, έκανε άλλες αμαρτίες, που σίγουρα δεν έπρεπε να πράττει.

Ο Κάρτερ είχε την ευκαιρία του με τον Θεό, να μάθει για Αυτόν, να Τον αγαπήσει και να ταχθεί με το μέρος Του, αλλά η ευκαιρία αυτή είχε χαθεί. Τώρα του ήταν εξαιρετικά δύσκολο να πιστέψει στον χριστιανικό θεό. Μπορεί να Τον ανέφερε στον λόγο του, όμως αυτό το έκανε περισσότερο από συνήθεια, παρά από αγνή πίστη. Δεν είχε δει κάποιο σημάδι Του, όπως λέγεται ότι Αυτός δίνει. Τα μόνα που του υποδείκνυαν άλλοι ήταν γεγονότα και συγκυρίες που μπορούσαν να ερμηνευτούν με διάφορους τρόπους: πχ το ότι μπορεί να περνούσε πολλές μέρες σε μια κακόφημη πόλη, αλλά δεν χρειάστηκε να εμπλακεί σε διαμάχες, δεν σήμαινε απαραίτητα κάτι. Μπορεί απλά να μην ήταν εκεί οι κύριοι ένοχοι, αυτοί που συνήθως προκαλούσαν ταραχές. Ή το ότι δεν είχε συναντήσει ακόμα τον φονιά του, ενώ ήταν αρκετά χρόνια στην υπηρεσία: πέραν της καλής εκπαίδευσης που είχε, είχε σταθεί τυχερός, αφού οι άλλοι, οι εχθροί, είχαν φανεί ανεπαρκείς απέναντί του. Υπήρχαν εξηγήσεις, δε χρειαζόταν κάποια υπερφυσική παρέμβαση.

Οπότε κατανοούσε τον αδερφό του.

Αλλά, ταυτόχρονα, ανησυχούσε ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι ήθελε. Γιατί η οπτική του, μετά τα γεγονότα της Silent Desert, άρχισε να αλλάζει. Πλέον, δεν μπορούσε να αγνοεί ότι υπήρχαν τέρατα εκεί έξω. Δαίμονες. Απομεινάρια από τα κατάστιχα ιερών κειμένων. Ή ήρωες καταραμένων θεών. Επικίνδυνες οντότητες, που διψούσαν για τρόμο και δυστυχία. Για τον θάνατο των ανθρώπων σαν τους δύστυχους που έμεναν σε εκείνη την περιοχή της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Ή σαν άντρες σαν τον Φάμπιαν, που προσπαθούσαν να σώσουν όσους αθώους μπορούσαν, έχοντας παράλληλα τα δικά τους βάσανα.

Ας ήταν. Ο Κάρτερ θα έφευγε και θα πήγαινε να βρει τον αδερφό του και τους στρατιώτες του. Μαζί θα σταματούσαν την επέλαση των τεράτων. Ή θα πέθαιναν, προσπαθώντας το. Θα γινόταν σκληρή μάχη, αυτό το ήξερε. Πιθανώς, να είχαν σημαντικές απώλειες. Αλλά δεν θα έκαναν πίσω. Μα τω Θεώ, θα σκότωναν όσα περισσότερα τέρατα έρχονταν κατά πάνω τους. Θα τα πυροβολούσαν και θα τα έσφαζαν. Στο τέλος, ή που θα νικούσαν ή που θα είχαν μειώσει τον αριθμό των εχθρών για την επόμενη στρατιά.

Ο πιστολέρο έφερε στο μυαλό του το ροδαλό πρόσωπο της μικρής Ορέλια και μετά αυτό της αγχωμένης Έμιλυ. Ήταν τόσο γλυκές και οι δύο, τόσο καλές… Τόσο αξιαγάπητες, όπως είχε πει εύστοχα ο Βολφ. Η μικρή είχε περισσότερη όρεξη και από τον Κάρτερ όταν αυτός ήταν νέος στην υπηρεσία. Η Έμιλυ, από την άλλη, ήταν άνθρωπος με φαντασία, μα που έκανε τα πάντα για τα αγαπημένα της πρόσωπα, ακόμα και αν έπρεπε να θυσιάσει μέρος της ευτυχίας της. Άξιζε και με το παραπάνω να παλέψει ένας άντρας για να τις έχει κοντά του, στην ζωή του.

Τον ζήλευε λίγο τον αδερφό του. Ο Κάρτερ δεν είχε γυναίκα και παιδί –ούτε καν διαμέρισμα δεν είχε. Από επιλογή του, βέβαια. Αλλά και πάλι… Το να βλέπει άλλους, ξένους, μη οικείους του, να περιστοιχίζονται από δικούς τους δεν τον πείραζε πολύ. Όμως, η γνωριμία με την Έμιλυ και την Ορέλια, καθώς και όσα είχε ακούσει και υποθέσει, τον έκαναν να νιώθει ανόητος μπροστά στον αδερφό του, αλλά και περήφανος για αυτόν. Είχε όλους τους λόγους που θα χρειαζόταν ο οποιοσδήποτε για να είναι εδώ, σε αυτή την πόλη, ή όπου αλλού ήταν εκείνες.

Τότε ο Κάρτερ αποφάσισε πως θα έκανε τα πάντα για να γυρίσει ο Φάμπιαν σώος πίσω στην οικογένειά του. Αν έπρεπε να πεθάνει ένας από τους δύο, αυτός θα ήταν ο Κάρτερ. Θα πλήγωνε τον αδερφό του. Ναι. Και την Έμιλυ με την Ορέλια. Ναι. Μάλλον, θα λυπόνταν και στην υπηρεσία του. Αλλά ήταν προτιμότερο να έρθουν έτσι τα πράγματα, παρά να χαθεί ο Φάμπιαν. Η απώλεια του Κάρτερ θα στοίχιζε λιγότερο και θα είχε τις μικρότερες δυνατές συνέπειες.

Άλλωστε, πιστολέρο υπάρχουν και θα υπάρχουν, όσο κι αν διαμαρτύρεται ο διοικητής, σκέφτηκε και χαμογέλασε.

Έτσι θα γινόταν. Ή που θα γυρνούσαν και οι δύο ή που θα έκανε τα πάντα για να ζήσει ο Φάμπιαν.

Ο Κάρτερ έκλεισε τα μάτια του.

 

*

 

Κάστρο του Μπραν

Ξημερώματα 4ης Μαρτίου 1897                              

Η Ροζάλια, για δεύτερη συνεχή νύχτα, δεν είχε βγει για κυνήγι, παρά άφησε την Έλενα, τον Νικολάι, το Βασίλι και τον Μιρόν να πάνε να βρουν θηράματα. Εκείνη καθόταν στην σκοτεινή τραπεζαρία τώρα, με άλλους κατώτερους βρικόλακες να στέκονται εδώ κι εκεί, σαν αγάλματα. Τους κοιτούσε πότε-πότε, χωρίς να τους δίνει σημασία –της φαίνονταν σαν μίζεροι ζητιάνοι. Την περισσότερη ώρα, όμως, απλά περίμενε να ξυπνήσει η αγαπημένη της.

Η Ρεβέκκα ήταν μαζί με την Κόμισσα. Εδώ και ώρες, πριν καν βραδιάσει. Κανείς δεν είχε καταλάβει το παραμικρό, μέχρι να τη βρουν στην ονειρική στάση που ήξεραν όλοι τους τι σήμαινε. Τη μετέφεραν αμέσως στην κλίνη της Κόμισσας, ελπίζοντας πως δεν θα τις ενοχλούσαν, και έφυγαν –δε χρειάστηκε να φτιάξουν ξανά το χώρο, μιας και δεν είχε περάσει καιρός από την τελευταία «συνάντηση» και όλα ήταν ήδη έτοιμα. Η Ροζάλια κάθισε στην θέση που καταλάμβανε συνήθως η Ρεβέκκα και είπε στους άλλους να πάνε να βρουν και να φέρουν θηράματα. Ο Βασίλι έφερε αντιρρήσεις («Δεν κάνεις κουμάντο εσύ. Ούτε καν έχεις γνωρίσει την Κόμισσα. Δεν είσαι από τους αγαπημένους της, ανίδεο θηλυκό!») και η Έλενα τής αγρίεψε επίσης, αλλά εντέλει αποχώρισαν.

Κι εκείνη περίμενε να ξυπνήσει η ερωμένη της.

 

Η Ρεβέκκα κοιτούσε την Κόμισσα, που ήταν θυμωμένη. Ήταν και οι δύο ντυμένες έτσι όπως ήθελε η Ρεβέκκα: εκείνη με ένα νυχτικό και η Κόμισσα με την όμορφη παραδοσιακή αμφίεσή της (μαύρο φόρεμα με λαιμόκοψη, που στένευε στην μέση, λευκά μανίκια, μπούστο που αναδείκνυε, αλλά χωρίς να πορνογραφεί, τα λευκά στήθη, ανοιχτόχρωμο καλσόν και κόκκινα παπούτσια με παχύ τακούνι). Κάθονταν στο κρεβάτι, δίπλα-δίπλα, ενώ ο ιδεατός νοητός κόσμος γύρω τους τις περιέβαλλε με μια σκοτεινή εκδοχή ρομαντικού ποιήματος. Όσα είχε πει η Ρεβέκκα επιβεβαίωσαν όσα έμαθε η Κόμισσα από την εφημερίδα του Μπρασώφ, και αυτό την απογοήτευσε ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι περίμενε. Είχε ελπίσει πως τα τέκνα της θα είχαν προκαλέσει μεγαλύτερο κακό από αυτό που άφηνε η εφημερίδα να εννοηθεί. Αλλά ο τρόμος τους δεν είχε επεκταθεί και σε άλλες περιοχές της Τρανσυλβανίας, παρά έφτανε μόνο ως τα όρια του Πουάνα Μπρασώφ, όπου οι άνθρωποι είχαν στήσει οδόφραγμα με στρατιώτες. Φυσικά, η Κόμισσα δεν περίμενε οι υπήκοοι της να επιτεθούν απευθείας στους ενόπλους, ειδικά από την στιγμή που εκείνοι ήταν πολύ περισσότεροι και είχαν ακόμα και κανόνια στην διάθεσή τους –αναθεματισμένα όπλα· έτσι σκεφτόταν η Κόμισσα για αυτά, σχεδόν από την πρώτη στιγμή που είχε δει πριν από αιώνες ένα τεράστιο οθωμανικό κανόνι να περνάει στο δρόμο κοντά στο κάστρο, μιας και ήξερε ότι αυτά μπορούσαν να βλάψουν ή και να σκοτώσουν ένα βρικόλακα, τόση δύναμη είχαν. Αλλά και πάλι, θα μπορούσαν να είχαν πάει και αλλού. Πετούσαν. Οι ανώτεροι του είδους πετούσαν. Η Κόμισσα για αυτό τους έδωσε το χρίσμα, για να μπορούν να επιτίθεται από ψηλά και, αν χρειαζόταν, να ξεφεύγουν από πιθανές απειλές.

«Έχω απογοητευτεί μαζί σας, Ρεβέκκα. Ειδικά με εσένα» της είπε, όταν εκείνη είχε διηγηθεί όσα έπρεπε. Και πριν προλάβει η Ρεβέκκα να το συνειδητοποιήσει, το χέρι της Ροντίκα την πέτυχε με την ανάστροφη στο μάγουλο, ρίχνοντας την στο πάτωμα.

Έμεινε εκεί, ταπεινωμένη όσο ποτέ άλλοτε. Δεν τόλμησε να μιλήσει, για να μην προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερο θυμό στην αφέντρα της.

«Σήκω και έλα κάθισε δίπλα μου» τη διέταξε η Κόμισσα.

Η Ρεβέκκα υπάκουσε. Κάθισε ξανά, αλλά με το κεφάλι σκυμμένο. Είχε εκπέσει τόσο πολύ, λοιπόν, που έμοιαζε με τα θηράματά της: όπως η κόρη που απογοητεύει την μητέρα σε κάποια δουλειά, έτσι και εκείνη αποδείχτηκε κατώτερη των περιστάσεων από αυτό που ήθελε η Κόμισσα.

Η Ροντίκα είπε «Σήκωσε το κεφάλι σου. Παραμένεις ακόμα το αγαπημένο μου παιδί, Ρεβέκκα. Χαίρομαι που δεν σε έβλαψαν και που ζεις. Που ζείτε όλοι σας, αλλά ειδικά εσύ. Όμως, τέτοια λάθη πρέπει να τα αποφεύγετε».

Η Ρεβέκκα σήκωσε το βλέμμα της. Αλλά μάλλον θα προτιμούσε να μην το είχε κάνει. Ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελε η Ρεβέκκα, να εξοργίσει την αφέντρα της, και λυπήθηκε και ένιωσε άχρηστη, βλέποντάς την να μην μιλάει και να μην την κοιτάει. Είπε στην Κόμισσα να της κάνει ό,τι θέλει, να τη βασανίσει όσο θέλει, αλλά να μην την αποκληρώσει. Να μην της πάρει την αιώνια ζωή. Να μην της απαρνηθεί μια θέση κοντά της στη σταυροφορία που είχε ξεκινήσει. «Θα τα καταφέρουμε, Κόμισσα» της είπε κάποια στιγμή, γονατίζοντας μπροστά της και κοιτώντας την κατάματα. «Αλήθεια, θα τα καταφέρουμε. Απλά θέλαμε να αυξήσουμε τα μέλη μας. Για να είμαστε αρκετοί, ούτως ώστε να μην έχουμε πρόβλημα, όσους στρατιώτες κι αν έχουν. Πιστέψαμε πως, αν τους ριχνόμασταν πρόωρα, θα μας απέκρουαν και θα είχαμε σημαντικές απώλειες». Η Ρεβέκκα σκέφτηκε να ακουμπήσει τα παπούτσια της Κόμισσας ή να πάρει στάση προσευχής, ακουμπώντας τους αγκώνες της στα γόνατα της αφέντρας της, αλλά το μετάνιωσε και δεν το έκανε. Είχε καταπέσει στα μάτια της Ροντίκα κι αυτό ήταν το μεγαλύτερο πλήγμα για εκείνη. Θα προτιμούσε να πεθάνει οριστικά, παρά να τρέμει από φόβο μην τυχόν την ξαποστείλει η αγαπημένη της Κόμισσα.

Για λίγο, καμιά τους δεν μίλησε.

Η Ρεβέκκα περίμενε εναγωνίως τον λόγο της Κόμισσας, ελπίζοντας.

«Η εφημερίδα» άρχισε να λέει η Ροντίκα -εξακολουθώντας να μην κοιτάει την Ρεβέκκα- «έγραφε πως υπάρχουν κάτοικοι του Μπραν που πήγαν στο Μπρασώφ. Που σας ξέφυγαν».

Η Ρεβέκκα ένευσε. «Τ-το ξέρουμε, Κόμισσα. Αλλά μην ανησυχείτε, θα τους βρούμε. Όπου και να πάνε, θα τους βρούμε».

«Ανάμεσα στους νεκρούς που αφήσατε» συνέχισε η Ροντίκα, σαν να μην είχε ακούσει τι είπε η άλλη, «ήταν και ο Ντράχοσλαβ Τσομπάνου, ο Βέλκαν Τσομπάνου και η Εμιλιάνα Τσομπάνου». Πριν αρχίσουν να μιλάνε, η Κόμισσα και η Ρεβέκκα είχαν ανταλλάξει ένα φιλί, με το οποίο η τελευταία προσέφερε όλες τις πρόσφατες γνώσεις της στην αφέντρα της. «Αυτό ήταν κάτι που με χαροποίησε. Αλλά υποψιάζομαι πως υπάρχουν κι άλλοι Τσομπάνου εκεί έξω. Πρέπει να υπάρχουν. Ο γιος του Ντράχοσλαβ δεν θα έμενε χωρίς απογόνους. Κι αυτοί έφυγαν, αφού δεν τους βρήκατε στο Μπραν. Πού μπορεί να πήγαν; Στο Μπρασώφ, ίσως. Μαζί με τους άλλους. Θέλω να τους βρείτε και να τους σκοτώσετε. Είτε άντρες είναι, είτε γυναίκες, δεν με ενδιαφέρει. Απλά σκοτώστε τους».

Η Ρεβέκκα συμφώνησε «Φυσικά, Κόμισσα μου. Θα τους σφάξουμε».

Η Κόμισσα είπε «Απ’ ό,τι είδα, σκοτώσατε και κάποιους στρατιωτικούς των Ούγγρων».

«Μάλιστα. Ήρθαν για να δουν τι έγινε στο Μπραν. Κάποιους τους κάναμε δικούς μας -κατώτερους, φυσικά- και τους έχουμε στο κάστρο».

«Ξέρεις ότι θα έρθουν και άλλοι, έτσι δεν είναι;» Η Ροντίκα τώρα κοιτούσε την Ρεβέκκα. «Περισσότεροι, καλύτερα εξοπλισμένοι. Ίσως. Σίγουρα, όμως, θα έρθουν. Έχασαν δικούς τους και θέλουν να μάθουν πώς και γιατί και ποιος το έκανε. Και φυσικά, θα αποζητήσουν εκδίκηση. Η ανθρώπινη ματαιοδοξία δεν θα τους αφήσει να σκεφτούν οτιδήποτε άλλο».

«Ναι, αυτό περιμένουμε και εμείς. Αλλά δεν θα περιμένουν να αντιμετωπίσουν εμάς. Θα νομίζουν ό,τι και οι άλλοι, ότι έχουν να τα βάλουν με απλούς ανθρώπους κι όχι με ανώτερα όντα». Η Ρεβέκκα χαμογέλασε αδύναμα. «Άλλωστε, άντρες αποφασίζουν. Κι είναι πάντα ηλίθιοι οι άντρες».

Η Κόμισσα, ενθυμούμενη όσα είχε διαβάσει (και κυρίως, όσα υπονοούνταν στα γραφόμενα του αρθογράφου) ένευσε. «Ναι. Το ότι οχύρωσαν τις περιοχές της Τρανσυλβανίας, δεν σημαίνει ότι έγιναν εξυπνότεροι. Απλά κάνουν ό,τι θα έκαναν αν τους επιτιθόταν μια άλλη χώρα. Παίρνουν τα μέτρα τους, τα οποία, όμως, δεν είναι αρκετά». Σταμάτησε και κοίταξε με σοβαρότητα την Ρεβέκκα. «Ή δεν θα έπρεπε να είναι αρκετά για εσάς».

Η Ρεβέκκα κούνησε έντονα το κεφάλι της. «Δεν είναι, Κόμισσα μου. Μόλις θα έχουμε έναν μεγάλο αριθμό στη διάθεσή μας, θα τους διαλύσουμε και θα τους στείλουμε στις εκκλησίες τους, να παρακαλάνε για συγχώρεση και λύτρωση. Κι αυτό που θα βρουν θα είναι τρόμος και θάνατος. Ή αιώνια ζωή, αν παραδοθούν».

Η Κόμισσα δεν απάντησε αμέσως. Παρακολουθούσε το πρόσωπο της Ρεβέκκα. Έπειτα, έσκυψε και ψιθύρισε «Λόγια. Πολλά υποσχόμενα λόγια. Εγώ, όμως, δεν θέλω λόγια. Θέλω έργα. Θέλω να αιματοκυλήσετε όλη την πλάση αυτού του τόπου. Θέλω να ακούω το μοιρολόι των συγγενών των νεκρών. Θέλω να διαβάζω λίστες ονομάτων στις νεκρολογίες της Gazeta Transilvaniei. Θέλω να ξέρω πως κανένας άνθρωπος σ’ ολάκερη την Τρανσυλβανία δεν θα τριγυρνά μόνος τις νύχτες. Καταλαβαίνεις, Ρεβέκκα;»

«Μάλιστα, Κόμισσα μου» απάντησε εκείνη. Τώρα κοιτούσε εκστασιασμένη την Ροντίκα. «Πάντως, να ξέρετε πως, όποιοι κι αν έρθουν, όσο καλά εξοπλισμένοι και αν είναι, όσοι και αν είναι, θα τους περιμένει μια έκπληξη που ούτε καν διανοούνται».

«Το ξέρω, Ρεβέκκα. Είδα στην ψυχή σου. Ξέρω τι τους έχεις ετοιμάσει». Για πρώτη φορά, η Ροντίκα χαμογέλασε. «Χαίρομαι πολύ που βλέπω ότι εξελίσσεσαι και πως στήνεις παγίδες. Και μάλιστα, απλές, αλλά πονηρές παγίδες».

«Αλήθεια, Κόμισσα;»

Η Ροντίκα πήρε το πρόσωπο της Ρεβέκκα και το έφερε κοντά στο δικό της. «Αλήθεια» είπε και φιλήθηκαν ξανά. Μόνο που αυτή τη φορά, δεν σταμάτησαν, παρά συνέχισαν να ερωτοτροπούν.

 

*

 

Δρόμος ανάμεσα στο Μπραν και το Πουάνα Μπρασώφ

Οι δύο οικογένειες των τσιγγάνων προχωρούσαν με αργό τέμπο, αφού οι ρόδες των αμαξών τους είχαν από καιρό φθαρεί και δεν τις είχαν αλλάξει με καινούριες, για να μπορούν να τροχοδρομούν καλύτερα, με αποτέλεσμα και να υπάρχει ο κίνδυνος να σπάσουν και τα άλογα να κουράζονται περισσότερο και να χρειάζονται συχνές στάσεις. Όπως τώρα, που έφτασαν γύρω στα τέσσερα χιλιόμετρα μακριά από το Πουάνα Μπρασώφ και εκείνα σταμάτησαν και χλιμίντρισαν. Ο άντρας από την κάθε οικογένεια κατέβηκε, ακολουθούμενος από τον μεγαλύτερο γιο του. Χάιδεψαν τα αρσενικά άλογα, βλέποντας στα μάτια τους την γνώριμη πλέον απογοήτευση, ενώ η κοιλιά του κάθε ζώου φούσκωνε και ξεφούσκωνε σαν να δυσκολευόταν να πάρει ανάσα. Η αλήθεια ήταν πως και το κρύο έπαιζε ρόλο στην κούραση των ζώων, ενώ το χιόνι που έπεφτε και που ανανέωνε την παγωνιά του δρόμου, τα χτυπούσε και στην πλάτη και στις οπλές.

«Ας σταματήσουμε για το βράδυ» πρότεινε ο ένας από τους δύο πατέρες, η οικογένεια του οποίου αποτελούνταν από επτά άτομα, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου. Έδειξε προς το δάσος. «Συνεχίζουμε το πρωί».

«Εντάξει» είπε ο άλλος, που είχε να φροντίσει οχτώ δικούς του, πέραν από τον εαυτό του.

Έσυραν τις άμαξες, μαζί με τους γιους, ως το σημείο που ξεκινούσαν τα δέντρα. Οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά εμφανίστηκαν και άρχισαν να ετοιμάζουν το φαγητό, ενώ τα δύο μεγαλύτερα αγόρια έφεραν ξύλα. Σύντομα, είχαν μια δυνατή φωτιά να ζεσταίνει τους ίδιους και το δείπνο τους, την στιγμή που τα άλογα είχαν ήδη φάει και ξαπλώσει.

Όσο έτρωγαν οι δύο πολυμελείς οικογένειες, δύο από τα μικρότερα παιδιά, ένα κοριτσάκι που κρατούσε σφιχτά μια κούκλα δίχως μαλλιά και ένα αγοράκι άρχισαν να τρέχουν γύρω-γύρω, με το στόμα γεμάτο φαγητό. Επέστρεφαν το καθένα στην μητέρα του, για να φάει λίγο ακόμα, και έπειτα ξανά τα ίδια.

Ο ένας από τους γιους της μιας οικογένειας αποφάσισε να πάρει το βιολί του. Το βρήκε μέσα στην θήκη που το είχε και το έβγαλε σαν να έπιανε το Άγιο Δισκοπότηρο. Το κούρδισε και ξεκίνησε να παίζει ένα παλιό αγαπημένο τραγούδι τους. Σιγά-σιγά, οι μεγάλοι ψιθύριζαν τους στίχους, ώσπου, τελειώνοντας το φαγητό, τραγουδούσαν δυνατά, ενώ τα άλογα δεν ενοχλούνταν καθόλου, παρά έμοιαζαν να γαληνεύουν ολοένα και πιο πολύ.

Κάποτε, ένας από τους ενήλικες, ο πιο ευτραφής, πήγε λίγο παραπέρα, για να βρει κι άλλα ξύλα, μιας και η φωτιά αποδυναμωνόταν.

Την επόμενη στιγμή, άκουσε κραυγές και γύρισε.

Όταν είδε τρεις άγνωστες σκιές να επιτίθενται στους δικούς του, τράβηξε το μαχαίρι που είχε στην ζώνη του. Αλλά τότε κάτι κινήθηκε πίσω του. Στράφηκε και είδε έναν χειροδύναμο νεαρό, που είχε κατάμαυρα μάτια, χωρίς ασπράδι, και αρρωστιάρικο δέρμα.

Ο άντρας προσευχήθηκε, αλλά δεν υποχώρησε, παρά επιτέθηκε στον άλλο.

Όμως, τελικά, ο Μιρόν τον διαμέλισε.

Ο Βασίλι, βλέποντας τι έκανε, φώναξε «Είσαι ηλίθιος; Τον θέλαμε και αυτόν! Ξέρεις πόσους έχουμε να ταΐσουμε;»

Ο Μιρόν δεν αποκρίθηκε, παρά έγλειψε το αίμα του νεκρού που είχε πέσει πάνω του. Μόνο τα κοκκινωπά ρούχα του δεν έσκισε, να φάει.

«Πάμε» είπε ο Νικολάι.

Οι βρικόλακες έφυγαν από το σημείο με δεκαπέντε θηράματα.

 

*

 

Κάστρο του Μπραν

Ήταν ξαπλωμένες και γυμνές κάτω από τα κλινοσκεπάσματα, με τα περισσότερα πρόσωπα στα πορτραίτα να κοιτάνε αλλού, σαν να ήξεραν οι τιποτένιοι εκείνοι άνθρωποι τι έμελλε να δουν στο μέλλον, οπότε είχαν αποφασίσει να τους ζωγραφίσουν κατ’ αυτό τον τρόπο. Ήταν ευχαριστημένες και η διάθεσή τους είχε ανανεωθεί. Αν και ο κόσμος στον οποίο εισέρχονταν όταν επικοινωνούσαν ήταν ονειρικός, μπορούσαν να νιώθουν τα πάντα. Ακόμα και το σώμα της καθεμιάς στον «πραγματικό κόσμο» βίωνε την έκσταση ή την οποιαδήποτε ένταση προκαλούνταν –γι’ αυτό και ο Μπάρλοου ξύπνησε κάποια στιγμή το βράδυ και έκπληκτος βρήκε την Ροντίκα να κουνιέται πέρα δώθε, με το δέρμα της να έχει μυρμηγκιάσει.

Θα ήταν τελείως αυθαίρετο αν κάποιος/α έλεγε ότι πιο ικανοποιημένη ήταν η Ρεβέκκα, γιατί εκπληρώθηκε η δική της φαντασίωση. Η Ροντίκα απολάμβανε πολύ περισσότερο τα χάδια και ερχόταν σε οργασμό όταν την άγγιζε η Ρεβέκκα, ενώ με τον Μπάρλοου αυτό δεν συνέβαινε, αυτός δεν μπορούσε να της προσφέρει ό,τι η αγαπημένη της –συν ότι αυτός γερνούσε μέρα με τη μέρα, παρά το ότι η Κόμισσα έπινε από το αίμα του. Επίσης, η Ρεβέκκα είχε στη διάθεσή της δικές της ερωμένες -τώρα είχε μείνει μία, η Ροζάλια, αλλά ήταν αρκετή-, ενώ η Ροντίκα καμία, οπότε της ήταν ποθητό από κάθε άποψη να βρίσκεται με την Ρεβέκκα έστω και έτσι. Της είχε περάσει από το μυαλό να βρει κάποια γυναίκα στο Μπόρλεϊ ή σε κάποιο άλλο κοντινό μέρος, ίσως κάποια ιερόδουλη, αλλά προς το παρόν δεν το είχε πράξει, γιατί, γνωρίζοντας τον εαυτό της, θα πήγαινε πολύ πιο συχνά απ’ ό,τι απαιτούσε ο σκοπός της και κάποια στιγμή κάποιος θα καταλάβαινε κάτι και θα άρχιζαν οι ερωτήσεις. Οπότε απλά περίμενε την επόμενη συνάντηση με την Ρεβέκκα.

Η Ροντίκα χάιδεψε το πρόσωπο της δούλης της. Ήταν κατάλευκο και παγωμένο, όπως και το δικό της. Τα μάτια τους, σκοτεινά, αλλά όχι απειλητικά. Όπως και τα μαλλιά τους. Τα δόντια τους, αιχμηρά σαν των λύκων, με τους κυνόδοντες να πρωτοστατούν.

Η Ρεβέκκα τής ανταπέδιδε την ματιά, ξέροντας πλέον πως δύσκολα θα έχανε την εκτίμηση της Κόμισσας. Ήξερε ότι η Ροντίκα ανέκαθεν έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη για τις γυναίκες. Είχε δει μέσω του αίματός της ότι ακόμα και σαν παιδούλα προτιμούσε να κάνει παρέα με κορίτσια, ανεξαρτήτου καταγωγής, παρά με αγόρια. Τότε δεν ήξερε τον λόγο, αλλά σίγουρα δεν ήταν οι διαταγές των γονιών της που την απέτρεπαν από το να βρίσκεται με αγόρια, «για να μην παρασυρθεί, επειδή, ως γυναίκα, έστω και μικρή σε ηλικία, έχει στην ψυχή της το προπατορικό αμάρτημα της Εύας και άρα είναι πολύ εύκολο να εκπέσει». Έτσι έλεγαν μεταξύ τους οι γέροι της, αλλά και στην ίδια. Νόμιζαν ότι θα την κρατούσαν στο «δρόμο του Θεού», αλλά αγνοούσαν όλα τα σημάδια: το ότι η Ροντίκα κοιτούσε με θαυμασμό το σώμα που διαγραφόταν στο φόρεμα της εκάστοτε κοπέλας ή το ότι ακουμπούσε πολύ περισσότερο από το αναμενόμενο τα άλλα κορίτσια, χωρίς βέβαια να κάνει κάποια αμιγώς ερωτική πράξη. Ακόμα και την μητέρα της, που ήταν πολύ δύστροπη ώρες-ώρες, την ήθελε κοντά της, να τη χαϊδεύει και να τη φιλάει στο μάγουλο και στο χέρι. Η μάνα της δεν καταλάβαινε ή δεν ήθελε να καταλάβει. Το ίδιο ίσχυε και για το υπηρετικό προσωπικό, που αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από νεαρές γυναίκες, οι οποίες επίσης είχαν έρθει κοντά με την Ροντίκα, δίχως να συνειδητοποιούν ότι εκείνη ανακάλυπτε κάθε ώρα και στιγμή τις μελλοντικές σεξουαλικές προτιμήσεις της. Μάλιστα, επειδή από τους υπόλοιπους άρχοντες του σπιτιού δεν λάμβαναν αγάπη, παρά απαθή συμπεριφορά ή και εχθρική (αν έκαναν κάποιο λάθος και γίνονταν ρεζίλι, για παράδειγμα), το ότι η κόρη των Ντραγκίτσι τούς φερόταν τόσο ωραία και έδειχνε την εκτίμησή της προς αυτές, χαίρονταν και καλοδέχονταν την όποια περαιτέρω συμπάθεια της Ροντίκα.

Καθώς μεγάλωνε, όμως, γινόταν φανερό ότι κάτι έτρεχε με το κορίτσι. Απέφευγε ακόμα περισσότερο τα αγόρια -από μόνη της, πλέον- και ζητούσε συνέχεια να την ντύνουν οι υπηρέτριες –η μάνα της γινόταν ολοένα και χειρότερη, με τους εξευτελισμούς και τις φωνές της να είναι συνέχεια στο φορητό της οπλοστάσιο, οπότε και η Ροντίκα δεν την ήθελε κοντά της. Αλλά τις υπηρέτριες, ναι. Ειδικά τις νεαρές. Όλη εκείνη η καλοσύνη, τα χαμόγελα, τα ωραία λόγια… Τα απαλά αγγίγματα… Το ειλικρινές βλέμμα… Το υπέροχο νεανικό δέρμα που φώτιζε το χώρο… Αχ, πόσο της άρεσαν εκείνες οι κοπέλες! Αιώνες αργότερα, όντας ανώτερο πλάσμα, η Ροντίκα ευχόταν να τις είχε βρει και να τους έδινε το χάρισμά της, για να ζουν μαζί της, χωρίς αχρείους άντρες και βλακώδεις τυπικότητες. Το κάστρο ήταν τεράστιο και είχε χώρο για όλες τις λατρεμένες υπάρξεις της Ροντίκα.

Οι δικοί της άργησαν πολύ να καταλάβουν τι ακριβώς συνέβαινε με την νεαρή αρχόντισσα. Για την ακρίβεια, το έμαθαν από την ίδια λίγο πριν πεθάνουν. Μέχρι τότε, το μυαλό τους δεν μπορούσε να κάνει τις σωστές πράξεις, για να βγει το ρεαλιστικό αποτέλεσμα, αυτό που ίσχυε και όχι αυτό που υπέθεταν. Οι ηλίθιοι! Νόμιζαν πως την ήξεραν. Ο άντρας της, δε, είχε πιστέψει ότι την κατέκτησε ολοκληρωτικά με τον θάνατο του Ίλιε Στάνκου, του στρατιώτη της, του μοναδικού άντρα που η Ροντίκα αγάπησε και θα μπορούσε να παντρευτεί και να αγνοήσει τον πόθο της για τις άλλες γυναίκες. Αλλά, πριν τους αποτελειώσει, όλους τους, γονείς, σύζυγο και πεθερικά, τους αποκάλυψε την αλήθεια και χάρηκε με τον αποτροπιασμό που είδε στα μάτια τους. Τους είχε νικήσει. Εκείνη θα ζούσε αιωνίως, ενώ αυτοί θα πέθαιναν σαν άρρωστα ζώα που τα θανατώνεις για να τα βγάλεις από την μιζέρια τους.

Η Ρεβέκκα είπε «Σας αγαπώ, Κόμισσα μου. Ποτέ δεν θα σας εγκαταλείψω και πάντα θα σας υπηρετώ». Παρότι είχαν έρθει τόσο κοντά τόσες πολλές φορές από τότε που η Κόμισσα άλλαξε την Ρεβέκκα και την έφερε στο κάστρο, η τελευταία πάντα θα της μιλούσε έτσι, στον πληθυντικό. Την λάτρευε και θεωρούσε ότι έπρεπε να της απευθύνεται σαν να είναι μια θεότητα που πρέπει να τη σέβεται και να την προσκυνάει.

«Και εγώ σε αγαπώ, Ρεβέκκα. Αλλά τώρα πρέπει να γυρίσουμε στις υποθέσεις μας. Έχουμε μια αποστολή που πρέπει να εκπληρώσουμε». Η Κόμισσα αναστέναξε και σηκώθηκε. «Βόηθησε με, σε παρακαλώ». Όπως κάθε φορά μετά την συνεύρεσή τους, η Ρεβέκκα αναλάμβανε τον ρόλο της Αμαλία, της Μαριούτσα, της Τζορτζέτα και των υπόλοιπων υπηρετριών που είχε γνωρίσει η Ροντίκα. Και το έκανε με αγάπη, χωρίς να δυσανασχετεί. Έπαιρνε από το πάτωμα ένα-ένα τα ρούχα και της τα φορούσε, αδράχνοντας την ευκαιρία να έχουν περισσότερη επαφή. Κάπως έτσι πρέπει να ένιωθε και η Ροντίκα, υπέθεσε, όταν την έντυναν οι υπηρέτριες –χωρίς εκείνες, βέβαια, να υποψιάζονται το παραμικρό και δίχως να τις ενοχλεί.

Όταν ολοκληρώθηκε η διαδικασία, η Κόμισσα είπε «Όταν έρθουν οι επόμενοι στρατιώτες, ξεφορτωθείτε τους και πηγαίνετε στο Μπρασώφ. Καταστρέψτε το. Υποτάξτε το. Κάντε το δικό μας. Μην σταματήσετε, πριν επιτύχετε. Σκοτώστε όσους σας αντισταθούν, αλλάξτε τους υπόλοιπους. Όμως, τους Τσομπάνου, όποιοι κι αν είναι -παιδιά, γέροι-, όσοι κι αν είναι, να τους φερθείτε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Χωρίς λύπηση. Αν πρόλαβαν και έφυγαν, μάθετε πού πήγαν. Αν είναι κοντά, βρείτε τους».

«Μάλιστα, Κόμισσα μου. Εσείς θα περιλάβετε τον συγγραφέα;»

«Αισθάνομαι ότι έχει να προσφέρει κάτι ακόμα. Γνώσεις που ίσως μας χρειαστούν. Θα του δώσω διορία μια δυο μέρες ακόμα. Ίσως τρεις. Κάθε φορά που πάει στα γραφεία του περιοδικού του όλο και κάτι αξιόλογο φέρνει μαζί του. Και χθες πήγε, αλλά δεν τον είδα καθόλου». Χαμογέλασε. «Και καλύτερα, γιατί προτιμώ να είμαι μαζί σου, παρά με τον Τζον Μπάρλοου».

Η Ρεβέκκα δεν μίλησε.

«Ήδη, όμως, έχω ξεκινήσει να μαζεύω θηράματα που θα αλλάξω, για να συμβάλλουν στον σκοπό μου. Να ξέρεις κάτι, Ρεβέκκα: οι άνθρωποι είναι ηλίθιοι, απ’ όπου και αν προέρχονται. Είτε είναι από την Αγγλία, είτε από την Τρανσυλβανία, είτε από οπουδήποτε».

«Καλό αυτό, Κόμισσα μου. Μας διευκολύνουν».

«Όμως, πάντα θα υπάρχουν και οι λίγοι που μπορεί να αποτελέσουν πρόβλημα και τους οποίους πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν μας και να τους βγάλουμε εκτός πριν παρασύρουν τους άλλους. Να είστε προσεκτικοί, Ρεβέκκα. Αλλά και αμείλικτοι».

«Μάλιστα, Κόμισσα μου».

«Τα θηράματα που θα έρθουν μπορεί να υποψιάζονται κάτι, μπορεί όχι. Φερθείτε με πονηριά, αλλά μην αγνοήσετε ότι ίσως κάποιο από αυτά να έχει μια στάλα μυαλό, που δεν τρέχει συνέχεια κάτω από γυναικεία φορέματα, αλλά που σκέφτεται με σύνεση. Να προσέχετε, όμως να τους δείξετε τι εστί τρόμος. Παραμένουν κατώτεροί σας και αυτό φροντίστε να τους το δείξετε».

«Μάλιστα, Κόμισσα μου».

«Με το που τελειώσετε με δαύτους, ξεκουραστείτε για μια βραδιά και την επομένη κινήστε για άλλες περιοχές της Τρανσυλβανίας. Θα μιλήσουμε ξανά, όταν ξεμπερδέψετε με τους στρατιώτες που θα έρθουν». Κάτι που -με βάση τα όσα είδε στην ψυχή της Ρεβέκκα- ήξερε πως θα γινόταν εντός ολίγων ημερών, ίσως ωρών. Κρίνοντας από την προηγούμενη φορά, από το πότε ήρθαν οι (νεκροί ή αλλαγμένοι) πολιτοφύλακες, και από το πόσο πολύ θα αποζητούσαν εκδίκηση οι συνάδελφοί τους, η Κόμισσα περίμενε πως οι υπήκοοί της θα γεύονταν σύντομα μπόλικο φρέσκο αίμα.

«Μάλιστα, Κόμισσα μου. Θα τους φερθούμε δεόντως» είπε η Ρεβέκκα, ενθυμούμενη την μικρής διάρκειας μάχη με τους πολιτοφύλακες, που οι βρικόλακες τούς είχαν νικήσει κατά κράτος –μόνο μια απώλεια είχαν, τον Ράζβαν, τον πατέρα του Μιρόν. Μάλιστα, η Ρεβέκκα είχε ευχαριστηθεί που, κατά την μονομαχία της με τον λοχαγό Χέγκεντους, εκείνος έφερε αντίσταση, καταφέρνοντας μερικά χτυπήματα προς εκείνη. Το μόνο που πετύχαινε, όμως, ήταν να της αναπτερώσει τη διάθεση της να τον κάνει δικό της –αλλά κατώτερο βρικόλακα. Ανυπομονούσε να έρθουν και άλλοι σαν αυτόν, για να τους δείξει τι μπορεί να κάνει μια γυναίκα ως ανώτερο ον από εκείνους.

Η Ροντίκα φίλησε ξανά την Ρεβέκκα και χώρισαν.

 

*

 

Βουδαπέστη

Ο Κάρτερ σηκώθηκε λίγο μετά τις οκτώ και αναθεμάτισε, όταν είδε την ώρα σε ένα ρολόι του δωματίου. Είχε κοιμηθεί περισσότερο απ’ ό,τι έπρεπε, αν και όφειλε να παραδεχτεί πως το σώμα του ένιωθε σαν να το είχε ευλογήσει κάποιος θεός. Ή σαν να είχε ερωτοτροπήσει με μια πολύ θερμή γυναίκα. Πάντως, όταν πάτησε στο δάπεδο και άρχισε να φοράει τα ρούχα του, οι κινήσεις του ήταν γρήγορες και κατάλληλες για να τα καταφέρνει στην εντέλεια, λες και ήταν ακόμα στη βασική εκπαίδευση και τους φώναζε κάποιος ανώτερος να ετοιμαστούν αμέσως, αλλιώς θα τιμωρηθούν. Τότε δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς, αν ήθελες να αποφύγεις άσκοπο τρέξιμο γύρω από την Ακαδημία και καθάρισμα του περιβάλλοντος χώρου. Ήταν από τις ανοησίες που συμπεριλαμβάνονταν στο πρόγραμμα για τους νεοσύλλεκτους πιστολέρο, αλλά η αλήθεια είναι πως παρείχε ισχυρό κίνητρο σε όσους ενδιαφέρονταν να μάθουν όσα χρειάζονταν και να μη χάνουν τον καιρό τους –όσοι δεν νοιάζονταν και τόσο συνήθως έφευγαν κάποια στιγμή πριν ολοκληρώσουν την Ακαδημία, καθότι έκαναν και άλλες βλακείες και τελικά κρίνονταν ακατάλληλοι, και η κυβέρνηση δεν θα διέθετε πόρους στην εκπαίδευση βαριεστημένων αντρών, που δεν σκέφτονταν πως εκεί τους προετοίμαζαν για την προστασία πολιτών και την συμβολή στην ευημερία των ΗΠΑ.

Σε λιγότερο από δύο λεπτά, είχε πάει στο κοινόχρηστο μπάνιο, είχε γυρίσει και ελέγξει κάθε πιθανή είσοδο διαρρηκτών. Παρότι δεν είχε ανοίξει κανένα παράθυρο και η μοναδική πόρτα απ’ όπου μπορούσε να μπει κανείς στο διαμέρισμα ήταν αυτή την οποία είχε φροντίσει να κλειδαμπαρώσει από το βράδυ, εκείνος θεώρησε δεδομένο πως έπρεπε να σιγουρευτεί, αφού η Έμιλυ τον είχε εμπιστευτεί –και τον είχε γλιτώσει από τα έξοδα ενός πανδοχείου.

Όλα ήταν κλειστά και ασφαλή. Οπότε μπορούσε να φύγει.

Πήρε στο χέρι το πανωφόρι και το καουμπόικο καπέλο του. Πριν αποχωρήσει, όμως, έριξε ξανά μια ματιά στα δύο υπνοδωμάτια. Έμεινε για λίγα παραπάνω δευτερόλεπτα σε αυτό που κοιμόταν η Ορέλια. Έδωσε και πάλι υπόσχεση στον εαυτό του να φέρει πίσω τον Φάμπιαν. Ζωντανό. Είτε ο ίδιος, είτε κάποιος άλλος, αν ο Κάρτερ πέθαινε. Αυτό έπρεπε να γίνει και αυτό θα γινόταν.

Βγήκε από το διαμέρισμα των Άσπελ, κλειδώνοντάς το, και σύντομα ήταν στην οδό Ρόζα. Το κρύο τον χτύπησε κατά πρόσωπο και η βροχή από ψηλά. Φόρεσε καπέλο και πανωφόρι, άναψε τσιγάρο και πήγε στην Ντοχάνι, όπου αναζήτησε μια άμαξα.

 

*

 

Σιμπίου, Τρανσυλβανία

Το απόσπασμα είχε μείνει για τρεις ώρες, για ξεκούραση και ανεφοδιασμό από την τοπική μονάδα του Κοινού Στρατού, και πλέον ήταν έτοιμο να ξεκινήσει. Ο Φάμπιαν είχε συνομιλήσει λίγο πριν τις έξι, όταν έφτασαν στην πόλη, με τον διοικητή, έναν Ούγγρο συνταγματάρχη, και, αφού συμφώνησαν για τα καταλύματα και τα επιπλέον γεύματα, όλοι πήγαν να φάνε και να κοιμηθούν. Ήταν η ώρα που το στράτευμα του Σιμπίου ξεκινούσε την ημέρα του, αλλά αυτό δεν ενόχλησε κανέναν από το απόσπασμα: όλοι κοιμήθηκαν αμέσως, χωρίς όνειρα.

Τώρα, βγαίνοντας από το κτίριο των αξιωματικών, ο Φάμπιαν συνάντησε τον λοχαγό Σούκε, που καθόταν και κάπνιζε και παρατηρούσε τους φαντάρους και τους βαθμοφόρους του στρατοπέδου να κάνουν τα καθέκαστα: εκπαίδευση, καθαριότητες κλπ.

«Καλημέρα, λοχαγέ!» είπε.

Ο Σούκε γύρισε και στάθηκε προσοχή. «Ταγματάρχη!»

«Ανάπαυση». Ο Φάμπιαν έβγαλε και άναψε και αυτός τσιγάρο. «Κοιμήθηκες καλά;»

«Μάλιστα, κύριε. Εσείς κοιμηθήκατε καλά;»

Ο Φάμπιαν ένευσε. «Το χρειαζόμασταν».

«Σίγουρα, κύριε».

«Θύμισε μου κάτι: το Σιμπίου είναι μακριά από το Μπραν, σωστά;»

«Μάλιστα, κύριε. Αρκετά, θα έλεγα».

«Άρα, δεν απειλείται άμεσα».

«Αν εννοείτε από τους εχθρούς που βρίσκονται κοντά στο Μπραν, τότε αυτοί θα πρέπει να περάσουν από το Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού και την πολιτοφυλακή του Μπρασώφ, καθώς και τις μονάδες του Φαγκαράς και του Αβρίγκ, που είναι ανάμεσα στο Μπρασώφ και το Σιμπίου. Μέχρι τότε, όμως, τα νέα θα έχουν μαθευτεί και εδώ θα προετοιμαστούν ακόμα καλύτερα». Ο Σούκε ανασήκωσε τους ώμους του. «Αν φτάσουν τα πράγματα ως εκεί, δηλαδή».

«Σωστά».

Ο Σούκε παρατήρησε λίγο τον Φάμπιαν. Έβλεπε έναν κουρασμένο αξιωματικό, συμπαθή σε γενικές γραμμές, περίπου στο ύψος του, με λίγα καστανά μαλλιά, που έδειχνε να σκέφτεται πολλά, ίσως όχι μόνο τα της αποστολής. Βασικά, σίγουρα δεν σκεφτόταν μονάχα το Μπραν. Είχε την κόρη του στο νοσοκομείο. Στη Βουδαπέστη. Απ’ ό,τι φαίνεται, την αγαπούσε. Λογικό ήταν να έχει την έννοια της.

Όμως, παρότι εμπιστευόταν το ένστικτό του (που του έλεγε πως ο Αυστριακός δεν ήταν εχθρός), ο λοχαγός δεν μπορούσε να αγνοήσει τις υποψίες εκείνου του Βλάχου, του Τζούρτζου, και του Ορμπάν, ότι ο Φάμπιαν Άσπελ ίσως ήταν διπλός κατάσκοπος και συνωμοτούσε εναντίον της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Δεν ήταν φρόνιμο να παραμερίσει τέτοιες κατηγορίες. Σε όλη τη διαδρομή, είχε στον νου του να καταγράφει όσα έλεγε και γενικά το πώς συμπεριφερόταν ο ταγματάρχης, για να διαπιστώσει αν ήταν εχθρός. Αλλά δεν κατάλαβε κάτι τέτοιο. Ούτε ύποπτη αμέλεια, ούτε αστεϊσμοί ή (άμεσες ή έμμεσες) προσβολές προς την Ουγγαρία ή και ολάκερη την Αυτοκρατορία, ούτε απειλές… Βέβαια, ο Άσπελ ήταν στην Αντικατασκοπεία, όπως είχε τονίσει ο Ορμπάν. Ξέρει πώς παίζεται το παιχνίδι. Αν είναι να μας τη φέρει, θα το κάνει προσεχτικά. Βήμα-βήμα. Πρώτα εκεί, μετά εδώ. Έτσι είχε πει. Αν ήταν, ο Άσπελ και οι σύμμαχοί του, όποιοι κι αν ήταν (και αν ήταν σύμμαχοί του), θα ακολουθούσαν την αντίθετη πορεία από αυτή που ακολουθούσε το απόσπασμα των ορειβατών τυφεκιοφόρων. Από το Μπραν προς τη Βουδαπέστη. Μάλλον. Αν ήταν αυτό το σχέδιο, δηλαδή. Ο Σούκε είχε πει εκείνο το βράδυ ότι ο Άσπελ δεν ξέρει καλά τη δουλειά του. Όμως, τότε δεν τον είχε γνωρίσει. Όχι ότι τώρα τον ήξερε τέλεια, αλλά έβλεπε ότι τίποτα από όσα έκανε και έλεγε δεν συνηγορούσε με τα όσα είχαν πει ο Ορμπάν και ο Τζούρτζου.

Κι εδώ που τα λέμε, τι δουλειά έχει ο Ορμπάν με τον Τζούρτζου; Αυτό δεν το είχε αναρωτηθεί εξ αρχής και πλέον πίστευε πως ίσως ήταν κομβικής σημασίας. Ο Ορμπάν, ένας Ούγγρος πατριώτης, με έναν Βλάχο υπάλληλο πρεσβείας. Τι κοινά να τους συνέδεαν;

Ο Ορμπάν προς τον Σούκε: Ίμρε, εγγυώμαι εγώ για τον Χάραλαμπ. Θέλει να βοηθήσει να σωθούν ζωές, όχι να σκοτωθούν κι άλλοι άνθρωποι εξαιτίας της ανικανότητας του Άσπελ.

Δηλαδή, ένας Βλάχος ενδιαφερόταν για τους πολίτες της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας; Ο Σούκε αμφέβαλλε για αυτό. Αλλά η εναλλακτική ποια ήταν; Τι έπρεπε να πιστέψει για τον Ορμπάν, που τον ήξερε αρκετά χρόνια, για να τον εμπιστεύεται;

Τι μαλακία έχεις κάνει, συνταγματάρχη; Πού έχεις χώσει την γαμημένη την μύτη σου;

«…Τι λες κι εσύ;»

Ο Σούκε γύρισε προς τον Φάμπιαν, που τον κοιτούσε. «Συγνώμη, κύριε, αφαιρέθηκα. Τι με ρωτήσατε;»

«Λέω, μου φαίνεται ότι η τοπική μονάδα κάνει καλά τη δουλειά της. Συμφωνείς;»

«Α. Εμ, ναι. Έτσι μου φαίνεται και εμένα».

«Η πόλη είναι οχυρωμένη, οι περιπολίες συχνές. Υπάρχει και μια πολύ μικρή μονάδα πολιτοφυλακής, αν χρειαστεί» συνέχισε ο Φάμπιαν, ενθυμούμενος όσα είδαν φτάνοντας στο Σιμπίου. Τους είχε σταματήσει μια περίπολος και, παρότι αναγνώρισαν την στολή των ορειβατών τυφεκιοφόρων, ζήτησαν τα έγγραφα και τον λόγο που έρχονταν στην πόλη. Ο Φάμπιαν και ο Σούκε είχαν απαντήσει χωρίς να θιχτούν. Αντίθετα, χάρηκαν που οι δυνάμεις ασφαλείας έκαναν τη δουλειά τους όπως έπρεπε. Ακόμα και ο Αυτοκράτορας να ερχόταν, θα έπρεπε να περάσει από έλεγχο, πριν προχωρήσει.

«Μάλιστα. Φέρονται με εξαιρετικό πατριωτισμό, όπως οφείλουν».

«Θα περάσω να χαιρετίσω ξανά τον διοικητή» είπε ο Φάμπιαν μετά από λίγο. «Θα του παραγγείλω να στείλει ένα τηλεγράφημα στη Βουδαπέστη, για την καθιερωμένη ενημέρωση. Στη συνέχεια, και πριν φύγουμε από την πόλη, θα περάσουμε από το τμήμα της πολιτοφυλακής, να δούμε και εκεί πώς πάνε τα πράγματα». Τότε σκέφτηκε κάτι και πρόσθεσε «Επίσης, θα ρωτήσουμε και αν έφτασαν στην πόλη κάτοικοι του Μπραν, γιατί μπορεί να έχουν γνωστούς τους εδώ. Θα ήθελα να τους μιλήσω».

«Μάλιστα, κύριε. Πρέπει να ξέρουμε». Αλλά ο Σούκε σκεφτόταν ακόμα τον παλιόφιλο του, τον Ορμπάν, και τα πάρε-δώσε του με τον Βλάχο. Μήπως αυτούς δεν έπρεπε να εμπιστευτεί; Γιατί ο Αυστριακός μια χαρά τα πήγαινε μέχρι τώρα. Καθόλου δεν έπειθε για προδότης. Αντίθετα, έδειχνε γνήσιο ενδιαφέρον για την αποστολή. Άραγε, ο Ορμπάν να άλλαξε τόσο πολύ και ο Σούκε να μην κατάλαβε τίποτα; Γιατί είχαν επαφές, μιας που έμεναν και δούλευαν στην ίδια πόλη και που είχαν παρόμοιες αντιλήψεις –ήταν ενάντια στην ένωση Ουγγαρίας και Αυστρίας και επιζητούσαν παραδειγματική τιμωρία για τους εκάστοτε ταραχοποιούς. Βέβαια, δεν είναι ότι συναντιόντουσαν κάθε μέρα ή κάθε εβδομάδα. Μπορεί να περνούσαν μήνες που να μην είχαν ανταλλάξει ούτε κουβέντα. Να είχε εκπέσει τόσο πολύ ο Ορμπάν; Και τι ακριβώς του προσέφερε ο Βλάχος, ούτως ώστε να προδώσει την χώρα του; Λεφτά, το πιο πιθανό, κατέληξε ο λοχαγός. Απ’ όσα είχε ακούσει, οι κατάσκοποι-προδότες ξεπουλιόντουσαν για λεφτά, γυναίκες ίσως, άντε και για να έχουν την εύνοια μιας άλλης χώρας, σε περίπτωση που τους κυνηγήσει η δική τους.

Ο Σούκε δεν ήξερε αν φανταζόταν πράγματα που δεν συνέβαιναν, γιατί δεν είχε εκεί τον Ορμπάν, ώστε να τον ανακρίνει δεόντως. Αλλά θα το έπραττε. Όταν επέστρεφε, θα τον περιλάμβανε –εφόσον τελικά ο Αυστριακός δεν ήταν προδότης. Κι αν αποδεικνυόταν ότι ο Ορμπάν είχε παράνομες συνδιαλλαγές με τον Βλάχο ή και με άλλους, αλίμονο του.

Ο Φάμπιαν είπε στον Σούκε να φέρει όλους τους στρατιώτες στο μαγειρείο, για να φάνε. Έπειτα, θα ξεκινούσαν.

Ο λοχαγός υπάκουσε.

Στις δέκα, είχαν ξεμπερδέψει με ό,τι έπρεπε να κάνουν -λίγη επιπλέον έρευνα για τα μέτρα προστασίας, που ήταν παραπάνω από επαρκή, παράδοση τηλεγραφήματος για τη Βουδαπέστη, αλλά και αναζήτηση για κάποιον κάτοικο του Μπραν που μπορεί να είχε πάει εκεί, που όμως αποδείχτηκε ότι δεν υπήρχε- κι έτσι το απόσπασμα έφυγε από το Σιμπίου, την πόλη όπου κάποτε μεγάλωσε η Ρεβέκκα και από την οποία την πήρε η Κόμισσα.

 

*

 

Βουδαπέστη

«Όχι. Αυτό δεν γίνεται» είπε ο Βολφ και ο Ράινχελ ένευσε με αποφασιστικότητα. Έστεκαν και οι δύο απέναντι από την Έμιλυ και τον Κάρτερ, έξω από το δωμάτιο της Ορέλια. Είχαν φτάσει εδώ πριν από μισή ώρα και στην αρχή συζητούσαν όλοι μαζί σαν να μην συνέβαινε κάτι –το μόνο που ειπώθηκε και ήταν σχετικό με τον Φάμπιαν ήταν τα όσα είχε γράψει στο τηλεγράφημα, που ουσιαστικά έλεγε ότι ήταν καλά και η αποστολή συνεχιζόταν εντός Τρανσυλβανίας πλέον. Είχε περάσει και ένας γιατρός, που αντικαθιστούσε προσωρινά τον Μολνάρ, που είπε ότι η κατάσταση της μικρής έδειχνε ξεκάθαρη βελτίωση, γεγονός που τους χαροποίησε πολύ όλους τους.

«Δηλαδή, όταν έρθει ο μπαμπάς, μετά από μέρες, θα με βρει σπίτι;» είχε ρωτήσει η Ορέλια.

«Ναι, φυσικά» απάντησε ο γιατρός, χαμογελώντας, πριν φύγει.

«Τέλεια! Το άκουσες, μαμά; Θα πάμε σπίτι. Θα κάνουμε έκπληξη στον μπαμπά!»

Η Έμιλυ είχε σπεύσει να τη φιλήσει. Μετά, είπε στους άλλους να βγουν λίγο έξω, που ήθελε να τους πει κάτι «για μεγάλους».

Ο Κάρτερ είχε προειδοποιήσει την Έμιλυ για αυτή την περίπτωση. Οι συνάδελφοι του Φάμπιαν είχαν ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι αυτός δεν έχει την ιδιότητα του πιστολέρο όσο είναι σε έδαφος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Κι εκείνη περίμενε ότι θα υπήρχαν αντιδράσεις, αλλά οι δύο κατάσκοποι ήταν κατηγορηματικοί. Δεν επρόκειτο να δώσουν συγκατάθεση «για τι, Έμιλυ; Να πάει ο Μαξ στην Τρανσυλβανία; Ως τι; Δεν έχει δικαιοδοσία να κάνει το παραμικρό».

Η Έμιλυ, όμως, δεν το έβαζε κάτω. «Θα έπρεπε να πάτε εσείς, Θίοντορ. Εσύ και ο Τζόνας. Εσείς έπρεπε να είστε εκεί, μαζί του. Τι στο καλό σκεφτόσασταν; Και που σας είπε ότι δεν θα πάτε, τι μ’ αυτό;»

«Έμιλυ, σε παρακαλώ, ηρέμησε και άκουσέ μας» είπε ο Ράινχελ με ψυχραιμία. «Στη δουλειά μας, υπάρχουν κανόνες που πρέπει να τους ακολουθούμε κατά γράμμα. Αλλιώς υπάρχουν συνέπειες. Εν προκειμένω, ο Φάμπιαν είναι ανώτερός μας. Οφείλουμε να τον υπακούμε όταν μας λέει ότι μια απόφασή του είναι διαταγή. Έτσι λειτουργεί ο στρατός. Μας είπε, δεν θα έρθετε. Τέλος, αυτό ισχύει για εμάς».

«Ως προς αυτό, έχει δίκιο ο επιλοχίας» συμφώνησε ο Κάρτερ, κοιτώντας προβληματισμένος την Έμιλυ. Δεν του άρεσε που η παρουσία του προκαλούσε αναστάτωση.

«Δεν έχω τίποτα εναντίον του Μαξ, και το ξέρουμε όλοι μας εδώ» είπε ο Βολφ. «Όμως, δεν μπορώ να τον αφήσω να πάει στην Τρανσυλβανία. Γιατί, ξαναλέω, ως τι να πάει εκεί; Δεν είναι μέλος των Αρχών της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Και σκέψου πως εκεί πέρα υπάρχει κατάσταση επιφυλακής, ακόμα πιο έντονης από αυτήν που υπάρχει εδώ. Έτσι και τον σταματήσουν και βρουν τα όπλα του, θα τον συλλάβουν. Θα μπλέξει. Κι εμείς δεν θα μπορούμε να τον ξελασπώσουμε».

«Θέλω να πάει εκεί ο Μαξ» είπε η Έμιλυ, που τώρα σκεφτόταν μονάχα τον Φάμπιαν και το ότι ο Κάρτερ ήξερε από υπερφυσικά τέρατα. «Είμαι σίγουρη πως μπορούμε να βρούμε μια λύση».

«Ποια λύση; Ακόμα και από την υπηρεσία του έχει εντολές να μην μπλέξει. Έτσι δεν μας είπες, Μαξ;»

Ο Κάρτερ κατένευσε. «Ναι. Ο διοικητής μου μου το ξεκαθάρισε αυτό».

«Είδες, Έμιλυ;» είπε ο Ράινχελ. «Πού θες να τον στείλεις; Ενώ ξέρεις ότι κάτι επικίνδυνο συμβαίνει εκεί πέρα;»

«Για αυτό θέλω να πάει, Τζόνας. Γιατί κι αυτός ξέρει από επικίνδυνα πράγματα. Κι ο Μαξ δε χρειάζεται να υπακούσει στους κανόνες που περιορίζουν εσάς».

«Σοβαρά τώρα;» ρώτησε ο Βολφ, που ήταν σχεδόν στο ίδιο ύψος με την Έμιλυ και την κοιτούσε κατάματα. «Μας λες ότι δεν έχεις πρόβλημα να παρανομήσει; Ενώ εμείς υπάρχουμε για να αποτρέπουμε τέτοιες πράξεις; Δεν το πιστεύω, ρε Έμιλυ, ότι το είπες αυτό». Ξεφύσησε και γύρισε προς τα πίσω, για να συγκρατήσει τα νεύρα του.

«Ανησυχώ για τον Φάμπιαν. Όσο καλός στρατιωτικός και να είναι, κινδυνεύει».

«Μα έχουν πάει μαζί του…»

«Και» διέκοψε τον Ράινχελ «θέλω να γνωρίσει τον αδερφό του. Που είναι και αυτός στρατιώτης, κατά μία έννοια. Και ποια καλύτερη συνθήκη για δύο πολεμιστές, αν όχι μια έκρυθμη κατάσταση!»

Ο Βολφ γύρισε αποσβολωμένος να την κοιτάξει.

«Έμιλυ, ακούς τι λες;» ρώτησε ο Ράινχελ. «Ο Φάμπιαν δεν έχει πάει εκεί πέρα για να διασκεδάσει. Έχουν πεθάνει άνθρωποι εκεί. Άλλοι έχουν εξαφανιστεί. Άλλοι ξεσπιτώθηκαν. Οι στρατιωτικές μονάδες και οι κοντινές πόλεις και χωριά έχουν αναστατωθεί. Δεν γίνεται να λες…»

«Άρα» τον διέκοψε ξανά «έχω δίκιο. Ο Μαξ πρέπει να πάει». Η Έμιλυ τώρα είχε ένα ύφος που έκανε και τους τρεις άντρες να παγώσουν στην θέση τους. Στον Βολφ και τον Ράινχελ θύμισε τους γονείς τους, ειδικά την μητέρα του καθενός, που μπορεί να έκανε το χατίρι του άντρα, αλλά, άπαξ και το ήθελε, γυρνούσε την συζήτηση κατά πώς ήθελε. Ουσιαστικά, άφηνε τον σύζυγο ή τον αδερφό ή κάποιον άλλο άρρενα συγγενή να νομίζει ότι έχει το γενικό πρόσταγμα, αλλά, την κατάλληλη στιγμή, έριχνε το δικό της χαρτί, που νικούσε την παρτίδα. Το ίδιο βλέμμα είχε η Έμιλυ. Είχε φέρει την κουβέντα εκεί που ήθελε. Ανάγκασε τους άλλους να ακολουθήσουν τον ειρμό της. «Όλοι εδώ θέλουμε να γυρίσει ο Φάμπιαν σώος, έτσι δεν είναι;»

«Ναι» απάντησαν συγχρονισμένα οι συνάδελφοι του άντρα της, μαζί και ο Κάρτερ.

«Ωραία. Χαίρομαι που συμφωνούμε. Έχοντας, λοιπόν, αυτό κατά νου, αλλά και το ότι εσείς οι δύο» έδειξε τον Βολφ και τον Ράινχελ «αδυνατείτε να αντιταχθείτε στους περιορισμούς της θέσης σας, έχω να πω ότι ο Μαξ επιβάλλεται να πάει στην Τρανσυλβανία. Ξέρει από επικίνδυνες καταστάσεις και δεν έχει καμιά υποχρέωση να ακολουθήσει τους κανονισμούς. Το οποίο, όμως, δεν σημαίνει πως θα κάνει ό,τι να ’ναι. Δεν θα παρανομήσει εις βάρος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Γιατί ξέρει και από νόμους και όλη του την ζωή φροντίζει να τους τηρεί. Ξέρει τι να κάνει. Ξέρει ποιοι κανόνες μπορούν να παραμεριστούν, δίχως ουσιώδεις συνέπειες. Θα πάει μόνο για να συναντήσει τον Φάμπιαν και να συμβάλλει στην προσπάθεια που καταβάλετε όλοι σας για το καλό των πολιτών και της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Θα μας βοηθήσει». Έσμιξε τα φρύδια της. «Πρώτη φορά, βλέπω κάποιον να αντιδράει τόσο πολύ ενάντια σε κάποιον που θέλει να τον βοηθήσει, και μάλιστα αμισθί».

Ο Κάρτερ την παραδεχόταν. Είχε τσαγανό. Λυπόταν λίγο τους δύο συναδέλφους του Φάμπιαν. Η Έμιλυ τους είχε φέρει σε θέση άμυνας, χωρίς να μπορούν να αντιτάξουν κάτι που δεν θα φαινόταν ύποπτο. Αν συνέχιζαν να λένε όχι, θα έδιναν λανθασμένη εντύπωση, ότι δεν ήθελαν να έχει κάθε δυνατή βοήθεια ο Φάμπιαν. Πράγμα που δεν ίσχυε, φυσικά, γιατί ήταν δικός τους άνθρωπος και ήθελαν το καλό του. Μπορούσαν να απαγορεύσουν στον Κάρτερ να πάει οπουδήποτε εντός των συνόρων της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας; Ναι. Βασικά, μπορούσαν να τον φυλακίσουν ή και να τον διώξουν από τα εδάφη δικαιοδοσίας τους. Αλλά έτσι θα περνούσαν λάθος μήνυμα για τους ίδιους.

«Επίσης» συνέχισε η Έμιλυ «ο Φάμπιαν είπε να μην πάτε εσείς οι δύο. Δεν είπε τίποτα για τον Μαξ. Σωστά;»

«Δεν λειτουργεί έτσι ο στρατός, Έμιλυ» είπε ο Βολφ, ενώ ο Ράινχελ έμεινε σιωπηλός, να κοιτάζει γύρω του.

Ο Κάρτερ κατάλαβε πως η Έμιλυ τούς είχε νικήσει. Μερικοί άνθρωποι το καταφέρνουν αυτό. Δε χρειάζονται κανένα άλλο όπλο, πέραν από την ευφράδεια του λόγου τους.

«Αλλά ενδιαφέρει τον στρατό να κάνει ό,τι μπορεί για να επικρατήσει του εχθρού του. Σωστά;» ρώτησε εκείνη.

Τότε πέρασε μια ιδέα από το μυαλό του Ράινχελ. «Λοχαγέ, να σου πω λίγο;» είπε.

Απομακρύνθηκαν μερικά βήματα.

«Αν κρίνω σωστά, τα κατάφερες» είπε ο Κάρτερ στην Έμιλυ.

«Κι εγώ αυτό νομίζω».

Λίγα μέτρα παραπέρα, ο επιλοχίας έσκυψε και ψιθύρισε στον ανώτερό του «Ας πάει. Θυμήσου πως οι εχθροί μας χρησιμοποιούν αθέμιτα μέσα εναντίον μας. Είτε οι ίδιοι, είτε μισθοφόροι τους, έχουν σφαγιάσει ανθρώπους της Αυτοκρατορίας μας σε δικό μας έδαφος. Άλλους τους έχουν πιάσει αιχμαλώτους. Έχουν καταστρέψει σπίτια. Κι όλα αυτά τα έκαναν σε ένα χωριό. Επίσης, αν έχουμε δίκιο για το ποιόν του Μαξ, τότε ξέρουμε και ότι καλύτερα να έχουμε εκεί πέρα δύο Άσπελ, παρά έναν».

«Είναι αντίθετο με τους κανονισμούς, Ράινχελ» είπε ο Βολφ. «Είναι πολίτης. Και μάλιστα, ξένος. Φιλοξενούμενος μας. Δεν μπορώ να βάλω και τη δική του ζωή σε κίνδυνο».

Ο Ράινχελ κούνησε το κεφάλι του. «Αν εσύ ή εγώ ή ο Φάμπιαν ήμαστε στην θέση του, θα ήμαστε πολίτες και τίποτα περισσότερο;»

Ο Βολφ κοίταξε τον ψηλότερό του επιλοχία. Δεν είπε τίποτα και τον άφησε να ολοκληρώσει τη σκέψη του.

«Όχι. Σε μια δουλειά σαν αυτή που κάνουμε, σαν αυτή που κάνει ο Μαξ, δεν είμαστε απλοί πολίτες. Ξέρουμε από κινδύνους και έχουμε δεχτεί ότι θα έρθουμε αντιμέτωποι με μερικούς. Κι είναι και το άλλο: ο Μαξ έκανε ένα τεράστιο ταξίδι, στο οποίο θα μπορούσε να συμβεί το οτιδήποτε. Κι όμως, δεν έγινε τίποτα. Ήρθε από την Αμερική για να δει τον αδερφό του, Βολφ. Και ο Φάμπιαν τον περίμενε. Και τον περιμένει».

«Ναι, αλλά…»

«Επιπλέον, μπορεί…» Ο Ράινχελ κόμπλαρε λίγο. «Μπορεί να μην έχουν άλλη ευκαιρία να συναντηθούν. Θυμήσου τι μας είπε ο Φάμπιαν. Μας άφησε εδώ, για να περατώσουμε την υπόθεση, σε περίπτωση που κάτι δεν πάει καλά. Και ξέρουμε τι εννοούσε. Δεν θέλουμε να το σκεφτόμαστε, αλλά το ξέρουμε».

Ο Βολφ άκουσε κάτι κουβέντες δίπλα του. Γύρισε και είδε δύο χειροδύναμους νοσοκόμους και ένα γιατρό να μεταφέρουν μια ασθενή πάνω σε φορείο. Πόλεμος, σκέφτηκε. Όλοι έχουμε κάποιον πόλεμο να κερδίσουμε. Άλλοι σε βουνά ή θάλασσες κι άλλοι σε ένα νοσοκομείο. Οι μεν παλεύουν με ανθρώπους, οι δε με πληγές του σώματός τους. Ο λοχαγός φαντάστηκε τον Φάμπιαν πάνω σε ένα φορείο, τραυματισμένο βαριά, ίσως ετοιμοθάνατο, να τον μετακινούν σε ένα χιονισμένο βουνίσιο τοπίο, με πυροβολισμούς να ουρλιάζουν ολούθε. Είχε δίκιο ο Ράινχελ. Στη δουλειά τους, ήξεραν για τους κινδύνους και πως θα καλούνταν να τους αντιμετωπίσουν. Αλλά, ειλικρινά, από τότε που γνώρισε τον Φάμπιαν και τον Ράινχελ, ο Βολφ δε διανοούνταν πως θα έρχονταν ποτέ κοντά στον θάνατο. Δεν το σκεφτόταν, ίσως επειδή είχαν «κολλήσει» πίσω από ένα γραφείο, μακριά από τα πεδία των μαχών. Βέβαια, αυτή ήταν η φύση της δουλειάς τους και κάποιος έπρεπε να την κάνει.

Αλλά δεν ήταν αυτό το ζήτημα. Τι του ζητούσαν να δεχτεί; Να στείλει τον Κάρτερ στο Μπραν. Να κάνει τι; Να συμβάλλει στις προσπάθειες του αποσπάσματος. Όμως, δεν είχε δικαιοδοσία. Δεν του επιτρεπόταν να εμπλακεί.

Αν του έδινε κάποιος την άδεια; Κάποιος με εξουσία;

Αλλά ποιος; Ο Βολφ; Μπορούσε, ναι.

Κι αν ο Φάμπιαν, με το που έβλεπε τον Κάρτερ, αποφάσιζε να τιμωρήσει τους συναδέλφους του για την απερισκεψία τους;

Σιγά μην τσαντιστεί τόσο πολύ. Ξέρει τι δουλειά κάνει ο Μαξ. Θα καταλάβει το σκεπτικό μας. Άλλωστε, το ανέφερε και στο σημείωμα που σας άφησε. «Μην θεωρήσετε ότι δεν σας θεωρώ ικανούς. Δεν θα πίστευα ποτέ κάτι τέτοιο για εσάς». Έτσι είχε γράψει. Μας εμπιστεύεται. Και περιμένει από εμάς να κάνουμε ό,τι πρέπει. Ό,τι αρμόζει σε άντρες του δικού μας κλάδου.

Ο Βολφ έριξε μια ματιά στον Κάρτερ. Στεκόταν στητός, με τα χέρια χαλαρά στα πλευρά του. Αλλά φαινόταν έτοιμος να πιάσει τα πιστόλια του με την πρώτη ένδειξη κινδύνου. Τι είχε πει χθες; Πως το σήμα του και η υπηρεσία του είχαν σαν σύμβολο έναν πιστολέρο που πυροβολούσε πιο γρήγορα κι από τη σκιά του. Του Βολφ του είχε φανεί παιδαριώδες, εντελώς εκτός πραγματικότητας, αλλά τώρα υπέθετε πως υπήρχε κάποια ουσία πίσω από τον θρυλικό κύριο Λούκυ Λουκ. Ίσως σε αυτή την υπηρεσία να εκπαίδευαν τους πιστολέρο ώστε να πυροβολούν πολύ γρήγορα και εύστοχα. Ίσως ο Κάρτερ να μπορούσε να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες που θα συναντούσε.

Ναι, αλλά πώς θα πάει; Θα τον σταματήσουν και μπορεί να τον συλλάβουν.

Όμως, ο Βολφ ήξερε ότι μπορούσε να εξασφαλίσει πως ο Κάρτερ δεν θα αντιμετώπιζε τέτοιο κίνδυνο. Στο κάτω-κάτω, τι στο καλό τις έχουμε τις σφραγίδες του Evidenzbureau;

Αλλά ήταν και κάτι ακόμα. «Εκτός από εμάς τους τέσσερις, ποιος άλλος θα ξέρει;» ρώτησε τον Ράινχελ.

Ο επιλοχίας το σκέφτηκε. Καταλάβαινε πού το πάει ο ανώτερός του.

Ο Βολφ συνέχισε «Με τους άλλους τι θα κάνουμε; Μην ξεχνάς πως θα τον δουν. Είτε σε ένα φυλάκιο, είτε σε περισσότερα, είτε κάποια περίπολος. Κάποιος με στρατιωτική στολή θα τον σταματήσει και θα αρχίσει να ρωτάει. Θα μαθευτεί η παρουσία και η δράση του Μαξ. Είτε άμεσα, είτε αργότερα. Σίγουρα, όταν τον δουν οι άντρες του αποσπάσματος. Και τότε πώς θα δικαιολογηθούμε που ενεργήσαμε έτσι;»

Ο Ράινχελ φαντάστηκε τον Ορμπάν -που δεν θα ήξερε το παραμικρό ως τότε- να τους τα ψέλνει. Φαντάστηκε να καταφτάνουν γράμματα με διαταγές από τη Βιέννη, για σύλληψη και ανάκριση του λοχαγού Βολφ Θίοντορ και του επιλοχία Ράινχελ Τζόνας. Σκέτη καταστροφή περίμενε και αυτούς και τις οικογένειές τους.

«Εκτός… εκτός αν όλα πάνε κατ’ ευχή» είπε.

«Τι εννοείς;»

«Αν τα καταφέρουν στο Μπραν, αν συλληφθούν ή εξοντωθούν γενικά οι εχθροί μας, τότε κανείς δεν θα έχει λόγο να μας κατηγορήσει».

«Κι αν δεν τα καταφέρουν; Ή αν πάθει κάτι ο Μαξ στην πορεία του προς το Μπραν και αναρωτηθούν κάποιοι τι δουλειά είχε εκεί; Θα πρέπει να λογοδοτήσουμε και στην Αμερικάνικη πρεσβεία. Συν τον παγκόσμιο διασυρμό, που θα επέλθει με τα νέα ότι ένας Αμερικάνος πέθανε σε δικό μας έδαφος».

Ο Ράινχελ δεν απάντησε.

«Δεν θα συμβεί κάτι».

Οι συνάδελφοι του Φάμπιαν στράφηκαν και είδαν τον Κάρτερ να στέκει κοντά τους. Η Έμιλυ μάλλον είχε μπει ξανά στο δωμάτιο.

Ο Κάρτερ κοίταξε μια τον ένα και μια τον άλλο. «Νομίζω ότι το συζητάτε περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται. Αν έχετε τρόπο να μου διασφαλίσετε ένα ασφαλές πέρασμα προς το μέρος που πήγε ο Φάμπιαν, ασφαλές όσον αφορά τους πιθανούς ελέγχους, τότε θα φτάσω εκεί. Δεν πρόκειται να σταματήσω πουθενά, για κανένα επουσιώδη λόγο. Και θα έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα». Αναστέναξε, βλέποντας τους άλλους προβληματισμένους. «Καταλαβαίνω, κύριοι, ότι ρισκάρετε την καριέρα σας, ίσως και την ζωή σας, με το να συμφωνήσετε με το αίτημα της Έμιλυ. Αλλά ξέρω τι πρέπει να κάνω. Είμαι ο άνθρωπός σας, σας το εγγυώμαι. Εφόσον εσείς κωλύεστε λόγω διαταγής, τότε μπορείτε να βασιστείτε πάνω μου. Άλλο σκοπό δεν θα έχω, παρά να φυλάω τα νώτα του Φάμπιαν. Δεν θα ανακατευτώ περαιτέρω».

«Πώς ξέρουμε ότι θα τα καταφέρεις, Μαξ;» ρώτησε ο Βολφ. «Χωρίς παρεξήγηση, θα είσαι μόνος σου μέχρι να φτάσεις στο χωριό Μπραν. Μιλάμε για μεγάλη απόσταση».

«Αλλά ούτε κατά διάνοια σαν αυτή που διένυσα μέχρι χθες. Σωστά;» ρώτησε ο Κάρτερ, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του Βολφ.

«Σωστά» απάντησε ο Ράινχελ.

«Λοχαγέ».

Ο Βολφ τον κοίταξε. Είδε ένα γαλήνιο πρόσωπο, αρκετά όμοιο με του Φάμπιαν, που όμως τα μάτια του απέπνεαν μια δυνατή θέληση και ελπίδα.

«Το χρειάζομαι αυτό το ταξίδι. Δεν είναι απλά μια ακόμα δουλειά για εμένα. Ήρθα σε τούτη την ήπειρο για να δω τον αδερφό μου. Θέλω να τον δω ζωντανό». Ο Κάρτερ έπιασε μαλακά τον Βολφ από τον ώμο. «Έχω βάλει σκοπό της ζωής μου να γυρίσει ο Φάμπιαν ζωντανός. Θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου, για να το καταφέρω».

Ο Βολφ κοίταξε τον Ράινχελ. Εκείνος κατένευσε. Ξανακοίταξε τον Κάρτερ. «Ελπίζω να τα καταφέρεις. Αλλιώς την έχουμε γαμήσει όλοι μας» είπε.

 

*

 

Μπρασώφ

«Καταλαβαίνεις τι λες; Έχουμε ήδη στο σβέρκο μας το Δέκατο Πέμπτο. Μας έχουν από κοντά, λες και μας γουστάρουν, αλλά το μόνο που θέλουν είναι να μας αποδείξουν ότι είναι καλύτεροί μας. Η εφημερίδα λέει τα δικά της και πετάει υπόνοιες. Και οι εντολές που έχουμε είναι να μην κάνουμε τίποτα μέχρι να έρθει το απόσπασμα από τη Βουδαπέστη. Κι εσύ σκέφτεσαι να πας και να ξεσηκώσεις τους συγγενείς των συναδέλφων μας που χάθηκαν στο Μπραν;»

Ο Χενρίκ είχε δίκιο και ο Σέκερες το ήξερε, αλλά θεωρούσε πως έπρεπε να πράξει τα δέοντα για τους φίλους του, οι οποίοι είχαν έρθει αντιμέτωποι με τη φρίκη που υπάρχει στο Μπραν, ενώ εκείνος σώθηκε. Είχε τύψεις. Έπρεπε να είναι μαζί τους, να αγωνιστεί και, αφού το ήθελε ο Θεός, να πεθάνει δίπλα τους. Όχι να τους εγκαταλείψει. Ναι, έφυγε επειδή τον είχε διατάξει ο λοχαγός του. Αλλά μέσα του δεν έλεγε να ησυχάσει από τότε που έμαθε ότι οι δικοί του είχαν την ίδια μοίρα με τους χωρικούς.

Η γυναίκα του Σέκερες, όταν τον είδε να επιστρέφει τις προάλλες από τη δουλειά, κατάλαβε από το πανιασμένο πρόσωπό του ότι κάτι πολύ κακό είχε γίνει και έτρεξε να τον αγκαλιάσει. Ο άντρας της ήταν ανέκαθεν ένας χαρωπός άνθρωπος, που ήθελε να περνάει και στους άλλους την ανεμελιά του. Ζεις μόνο μια φορά, έτσι έλεγε. Όμως, εκείνο το βράδυ αποκάλυψε πως δεν θα έλεγε ποτέ ξανά αυτή την έκφραση και δεν θα την άκουγε, δίχως να εκνευριστεί. Εκείνη τον είχε ρωτήσει τι συνέβη και, ακούγοντας όσα ανακάλυψαν οι άντρες του Κοινού Στρατού (νεκρούς πολιτοφύλακες, νεκρά άλογα και εικόνες καταστροφής ολούθε), ταράχτηκε. Η γυναίκα του είδε τον Σέκερες να πίνει το ένα ποτήρι κρασί μετά το άλλο και δεν τον σταμάτησε, γιατί και η ίδια ήπιε μερικά, ενώ ευχαριστούσε τον Θεό που τα παιδιά κοιμούνταν και δεν έβλεπαν τον πατέρα τους σε τέτοια χάλια. Όμως, όταν του είπε πως χαιρόταν που αυτός γύρισε ζωντανός, για πρώτη φορά στα χρονικά, ο Σέκερες έβαλε τις φωνές. «Δεν καταλαβαίνεις;» της έλεγε, κλαίγοντας. «Είμαι δειλός. Έφυγα και δεν επέστρεψα, να τους βοηθήσω. Έπρεπε να είχα πεθάνει και εγώ, όχι να γυρίσω στην ασφάλεια της πόλης μου, ενώ αυτοί υπέφεραν από τ-τα τέρατα που κρύβονται εκεί κάτω. Αλλά θα πρέπει να ζήσω με… με…» Έκανε να σηκωθεί, αλλά σωριάστηκε και κάλυψε το πρόσωπό του με τις παλάμες του, σαν παιδί που το μάλωσαν. Η γυναίκα του τον αγκάλιασε, χωρίς να πει κάτι. Όμως, σκεφτόταν ότι ο άντρας της είχε δίκιο. Γιατί από το μυαλό της πέρασαν εικόνες θλιμμένων γυναικών που μάθαιναν ότι δεν θα ξαναδούν τους δικούς τους ανθρώπους. Και ανάμεσά τους, ήταν και η ίδια. Και μετά, πώς θα έλεγε στα παιδιά;… πώς θα ζούσαν;…

Η ψυχή της τρομοκρατήθηκε χίλιες φορές περισσότερο όταν έμαθε ότι ο άντρας της είχε πάει στο Μπραν. Σαν γνήσια τρανσυλβανή που ήταν, ήξερε για τις φήμες που στοίχειωναν το συγκεκριμένο χωριό. Ότι υπήρχε ένα κάστρο, με μια καταραμένη ιστορία, όπου ζούσαν φριχτά τέρατα. Βαμπίρ. Απέθαντοι που διψούσαν για αίμα και έβγαιναν τις νύχτες και έπιαναν δύστυχους διαβάτες. Η γυναίκα είχε την παρόρμηση να χτυπήσει τον Σέκερες που δεν της είχε αποκαλύψει εξ αρχής πού θα πήγαινε. Όμως, βλέποντάς τον σε αυτή την κατάσταση, να πενθεί τους άλλους πολιτοφύλακες, δεν μπόρεσε να του κάνει το παραμικρό, πέραν από το να τον παρηγορεί. Αλλά βαθιά στην καρδιά της, έψαχνε να βρει όσο περισσότερες ευχαριστίες μπορούσε που ο Θεός μερίμνησε και της τον έφερε πίσω, ζωντανό.

Δεν του είπε τίποτα για όλα αυτά, παρά ήταν κοντά του ως συνήθως και είχε υπ’ όψιν της μην πει ή κάνει κάτι παράλογο.

Ο Σέκερες κοίταξε τώρα τον φίλο και συνάδελφό του δεκανέα, καθώς στέκονταν στο προαύλιο του κτιρίου της πολιτοφυλακής. Γύρω τους υπήρχαν δεκάδες αρματωμένοι στρατιώτες του Δέκατου Πέμπτου, που επιτηρούσαν τους πολιτοφύλακες, κάνοντας ό,τι έκαναν και εκείνοι: κάπνιζαν και κοιτούσαν και άκουγαν και περίμεναν μην τυχόν γίνει κάτι ενδιαφέρον –όπως η λήξη της υπηρεσίας τους για σήμερα.

Εμείς είμαστε εδώ, αλλά εκείνοι όχι, σκεφτόταν ο Σέκερες. Εκείνοι δεν θα είναι ποτέ ξανά εδώ, να λέμε αστεία, να περιπολούμε, να βγαίνουμε για κάνα ποτήρι μπίρα… Δεν μπορούσε να το διανοηθεί ότι δεν θα έβλεπε και πάλι τον Χέγκεντους, τον Μπόντναρ, τον Φαραγκόου, τον Σάλαϊ, τον Έγκιεντ και τον Κάτονα, και όλους τους άλλους. Ούτε ο ίδιος, αλλά ούτε και οι συγγενείς τους θα τους έβλεπαν ξανά.

Κι ο μαλάκας ο Κέρσεν δεν έχει σκοπό να κάνει κάτι. Κι ο Ζαλάν κάθεται και υπακούει ό,τι του λέει. Κι εγώ είμαι απλά ένας γαμημένος δεκανέας, ενώ εκείνοι αξιωματικοί μου.

Σέκερες: Χάθηκαν συνάδελφοί μου, κύριε διοικητά. Είχαν οικογένεια. Γονείς, σύζυγο, παιδιά. Θα ενημερώσουμε τους συγγενείς τους;

Κέρσεν: Όχι. Όχι ακόμα. Προς το παρόν, δεν θα μάθει κανένας πολίτης τι βρήκαμε στο Μπραν. Και μετά: Εσύ είσαι ένας γαμημένος δεκανέας. Εγώ είμαι αντισυνταγματάρχης και διοικητής σου. Ανώτερός σου, κατάλαβες; Όταν εγώ μιλάω, εσύ δεν νομίζεις. Υπακούς. Με υπακούς, π’ ανάθεμα την μάνα που σε γέννησε. Αν φέρεις ξανά αντίρρηση σε εμένα, θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια, μαλάκα. Θα πας να βρεις τους άλλους, στην γαμημένη την Κόλαση. Δεν θα σε σώσει κανένας από τα χέρια μου. Γι’ αυτό πρόσεχε τι λες, δεκανέα. Κατάλαβες;

Αν δεν σκεφτόταν ότι αυτός θα έβγαινε χαμένος, θα τον είχε χτυπήσει, τον μαλάκα τον Κέρσεν.

Αλλά δεν ήταν εκείνη η μέρα που του ήρθε η ιδέα να ξεσηκώσει τους συγγενείς των αδικοχαμένων συναδέλφων του. Όχι, δεν ήταν αρκετή η βλακεία ενός αξιωματικού που δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο, παρά το τομάρι του.

Ήταν η τυχαία συνάντηση με την σύζυγο και τον ένα γιο του Φαραγκόου, ενώ ο Σέκερες επέστρεφε από την υπηρεσία του. Η γυναίκα κρατούσε στο ένα χέρι έναν μπόγο και κοίταξε τον πολιτοφύλακα με απορία, που εξελίχθηκε σε αγωνία. Ήξερε ότι ο άντρας της θα είχε στο πλευρό του τον Σέκερες, καθότι ήταν φίλοι και εκτός δουλειάς. Ο Φαραγκόου της είχε πει πως χαιρόταν που ο Σέκερες θα ήταν μαζί του.

Όταν ο δεκανέας άκουσε την ερώτησή της («Γιατί είσαι εδώ ενώ ο άντρας μου όχι;»), στην αρχή κατάπιε την γλώσσα του. Εντέλει, και βλέποντας το αγοράκι να τον παρατηρεί, και ενθυμούμενος πως ένα από τα τέκνα της εν λόγω οικογένειας ήταν κατάκοιτο, της είπε ότι είχε λάβει εντολή να επιστρέψει στο Μπρασώφ με ένα γράμμα για τον διοικητή του. («Τι έλεγε το γράμμα;») Ο Σέκερες της είπε ότι δεν ήξερε, γιατί το είχε γράψει ο λοχαγός, που δεν του αποκάλυψε το περιεχόμενό του. Πριν τον ρωτήσει κάτι άλλο, εκείνος σκαρφίστηκε μια δικαιολογία και έφυγε.

Όμως, δεν μπόρεσε να ησυχάσει και, όπως το έβλεπε πλέον, δεν θα το μπορούσε ποτέ μέχρι να αποδοθεί δικαιοσύνη έστω και μετά τα γεγονότα του Μπραν.

«Άκουσέ με, Σέκερες. Σήμερα» έλεγε με ήπιο τόνο ο Χενρίκ «έρχεται το απόσπασμα από τη Βουδαπέστη. Θα αναλάβουν αυτοί να βρουν τι συνέβη. Απ’ ό,τι πήρε το αυτί μου, ο διοικητής είναι κάποιος Αυστριακός ταγματάρχης, που έχει πάρει στα σοβαρά την υπόθεση. Άφησε τον να κάνει τη δουλειά του».

Ο Σέκερες είπε «Γιατί να τον εμπιστευτώ; Είναι απλά ένας καραβανάς που του ανατέθηκε μια υπόθεση. Θα κοιτάξει να συμμαζέψει το χάλι, ίσως βρει και μερικούς εύκολους “ενόχους” -όπως κάποιους από τους ταραξίες που έχουμε μαντρώσει- και θα φύγει. Σιγά μην νοιαστεί για τους φίλους μας».

«Δεν ξέρω, φίλε. Άλλα κατάλαβα εγώ. Ο στρατιώτης του Δέκατου Πέμπτου άφησε να εννοηθεί πως ο τύπος δεν παίζει. Επίσης» ο Χενρίκ έλεγξε μην τους παρακολουθούν στενά, γι’ αυτό και μίλησε σιγανά «μάλλον ο Κέρσεν έχει προηγούμενα με τον ταγματάρχη, αν με εννοείς».

Αυτό προκαλούσε το ενδιαφέρον του Σέκερες. «Δηλαδή;» ρώτησε. «Σαν τι προηγούμενα; Να έχουν τσακωθεί κλπ;» Αν είχε γίνει κάτι τέτοιο, τότε ναι, άξιζε η αναμονή για την έλευση του αποσπάσματος.

«Μάλλον. Δεν μου είπε περισσότερα, για να μην μπλέξει». Ο Χενρίκ ανασήκωσε τους ώμους του.

Τελευταία, έδειχνε να είναι καλοδιάθετος, γεγονός που δεν είχε περάσει απαρατήρητο από τους συναδέλφους του. Ίσως έφταιγε που είχε ερωτευτεί μια χωρική από το Μπραν. Ο συνάδελφός τους, ο Ντούντας, που τον είχε συνοδέψει τότε που πήγαιναν πόρτα-πόρτα για να πουν στους κατοίκους του χωριού να μην μιλήσουν σε άλλον για το Μπραν, παρατήρησε πως ο Χενρίκ «τα ’χασε όταν είδε την κοπέλα». Και, μάλλον, το ίδιο ίσχυε και για εκείνη.

Ο Σέκερες χαιρόταν φυσικά που ο φίλος του είχε πέσει στην παγίδα του έρωτα, αλλά τώρα το μυαλό του ήταν στους νεκρούς/εξαφανισμένους πολιτοφύλακες και στους συγγενείς τους, οπότε αδυνατούσε να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο.

«Εγώ σου προτείνω να περιμένεις, πάντως» είπε ο Χενρίκ. «Πού ξέρεις, ίσως ο Αυστριακός να είναι καλύτερος από τον Κέρσεν και τον Ζαλάν».

Ο Σέκερες κατένευσε. «Ναι. Μπορεί». Θα περίμενε να δει. Λίγες ώρες έμεναν μέχρι να φτάσουν, άλλωστε. Αν κι αυτοί αποδεικνύονταν καθίκια, τότε θα ξεσήκωνε το Μπρασώφ.

 

*

 

Βουδαπέστη

Ο Κάρτερ ένιωθε σαν να είναι ξανά παιδί και πήγαινε στο σχολείο, για να μάθει να γράφει και να διαβάζει. Προσπαθούσε να παρακολουθήσει τη δασκάλα του, εν προκειμένω την Έμιλυ, αλλά, όπως και όταν ήταν όντως παιδί, δυσκολευόταν. Δεν μπορούσε να θυμάται όσα του έλεγε, όχι σωστά, δηλαδή. Του έλεγε τις ουγγρικές φράσεις που της ζητούσε να μάθει, για να μπορεί να συνεννοηθεί με όσους θα συναντούσε και δεν θα ήξεραν αγγλικά, και έπειτα δοκίμαζε να τις επαναλάβει, όμως αποτύγχανε και αναθεμάτιζε. Η Ορέλια, γελώντας με το πάθημα του Αμερικάνου, αλλά μη μπορώντας να μένει απαθής, συμμετείχε στο «μάθημα», βοηθώντας με τον τρόπο της τον Κάρτερ: δηλαδή, του επαναλάμβανε ξανά και ξανά την κάθε φράση, μόνο και μόνο για να τον δει να λέει πράγματα που δεν έβγαζαν νόημα. Για παράδειγμα, ο Κάρτερ ήθελε να μάθει πώς θα πει «Πρέπει να πάω στο Μπραν. Φέρνω σημαντικό μήνυμα από τη Βουδαπέστη». Η αντίστοιχη φράση στα ουγγρικά ήταν «El kell mennem Branhez. Fontos üzenetet hozok Budapestről». Ο Κάρτερ έλεγε «El kell nemnem Branhes. Fontos hozok Budapestral». Και η Ορέλια γελούσε, ενώ η Έμιλυ προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δικά της γέλια. Ήταν λίγο αστείο ένας τύπος σαν τον Κάρτερ να παλεύει και να χάνει με την εκμάθηση λίγων φράσεων σε μια ξένη γλώσσα, την στιγμή που είχε πολεμήσει (και επιβιώσει) με επικίνδυνους ανθρώπους –και όχι μόνο. Επίσης, οι εκφράσεις που έπαιρνε καθώς άκουγε τα ουγγρικά… Ήταν ατόφιο χρυσάφι. Πρώτα, έσμιγε τα φρύδια του και, καθώς άκουγε την Έμιλυ να λέει τη φράση, κουνούσε άηχα τα χείλη του, ενώ κοιτούσε τα δικά της με τέτοια προσήλωση, που έλεγες ότι σημάδευε με το μυαλό του έναν εχθρό του –ή σαν να είχε μυωπία και είχε ξεχάσει να φορέσει τα γυαλιά του. Στην αρχή, δε, όταν ξεκίνησαν αυτόν τον «αγώνα» και γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι ο Κάρτερ θα δυσκολευόταν πολύ, αυτός σηκώθηκε ξαφνικά, τρομάζοντας μητέρα και κόρη, και έβγαλε το πανωφόρι του, γιατί ένιωθε να ιδρώνει, με αποτέλεσμα να τις κάνει να γελάσουν –βέβαια, η Έμιλυ δεν σχολίασε τα δύο εξάσφαιρα που είχε ο πιστολέρο και που εκείνη είδε φευγαλέα, όμως χάρηκε που τα είχε μαζί του.

«Λοιπόν» είπε, κάποια στιγμή, ο Κάρτερ. «Λέω να τα γράψουμε σε ένα χαρτί και να το έχω μαζί μου. Θα τα κάνω πρόβα μόνος μου μετά».

Η Έμιλυ του είπε «Δεν είναι τόσο δύσκολο, Μαξ. Δεν θα μάθεις από την αρχή όλη τη διάλεκτο. Λίγες λέξεις θέλεις να ξέρεις».

«Προς το παρόν, θέλω τσιγάρο. Με συγχωρείτε, κυρίες μου». Φόρεσε ξανά το πανωφόρι του και βγήκε από το δωμάτιο και στάθηκε στο διάδρομο.

Η κυρία Άσπελ τον ακολούθησε και σταμάτησε μπροστά του. «Έχεις άλλα τσιγάρα;»

«Φυσικά». Ο Κάρτερ τής έδωσε και της το άναψε.

«Ευχαριστώ!» Η Έμιλυ πήρε δυο ρουφηξιές. Δεν κάπνιζε όσο ο Φάμπιαν, αλλά πού και πού έκανε μερικά. «Δεν πιστεύω να θέλεις να τα παρατήσεις, ε;» τον ρώτησε χαμογελαστή, αλλά μέσα της ανησυχούσε λίγο μην εκείνος αποθαρρυνθεί. Όχι μόνο λόγω της γλώσσας, αλλά και της αναμονής για το έγγραφο ελευθέρας που θα έφερναν οι συνάδελφοι του Φάμπιαν. Απ’ ό,τι είχαν πει, θα ήταν μια επίσημη διαταγή που εξουσιοδοτούσε τον Κάρτερ να διασχίσει μια συγκεκριμένη πορεία από τη Βουδαπέστη ως το Μπραν. Η Έμιλυ δεν ήξερε πολλά από αυτά, όμως κάτι την απασχολούσε: πώς θα δικαιολογούσαν ότι ένας ξένος αναλάμβανε μια στρατιωτική αποστολή της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας; Το είχε σκεφτεί μετά που έφυγαν ο Βολφ και ο Ράινχελ και, όταν τους έβλεπαν ξανά, θα τους ρωτούσε.

«Όχι» της απάντησε ο Κάρτερ και τα δικά του καστανά μάτια συνάντησαν τα δικά της πρασινωπά. «Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση, Έμιλυ. Θα πάω στο Μπραν». Δεν της ανέφερε πως, και χωρίς άδεια, πάλι θα πήγαινε. Στη χειρότερη, θα αναγκαζόταν να τα βάλει με στρατιώτες της Αυτοκρατορίας και να τους αφήσει τραυματισμένους –ει δυνατόν, όχι νεκρούς. Δεν θα τον σταματούσαν. Θα τα έβγαζε πέρα. Μπορεί να μην τα πήγαινε καλά στο σχολείο, όμως στη μάχη ήταν εξαιρετικός. Εκτός αυτού, η αποστολή του ήταν προσωπική και δεν θα άφηνε κανέναν να τον σταματήσει. Αλλά ήλπιζε να μη χρειαστεί να φτάσουν σε αυτό το σημείο.

«Το εύχομαι, Μαξ». Η Έμιλυ χάιδεψε τα μαλλιά της, που χρειάζονταν λούσιμο. Όπως και η ίδια χρειαζόταν ένα καυτό μπάνιο, ενώ ήθελε να αλλάξει και ρούχα. Γενικά, ήθελε να γυρίσει στο διαμέρισμα, μαζί με την Ορέλια και τον άντρα της. «Η σκέψη μου είναι συνέχεια στον Φάμπιαν».

«Πλέον, και η δική μου». Ο Κάρτερ φύσηξε μια τουλίπα καπνού και συνέχισε «Θέλω και κάποιες περαιτέρω πληροφορίες, Έμιλυ. Αλλά μην ανησυχείς, αυτές θα τις μάθω αμέσως».

«Σίγουρα. Τι χρειάζεσαι;»

«Ό,τι ξέρεις για τους βρικόλακες. Τα πάντα που έχεις ακούσει ή διαβάσει».

«Εντάξει. Λοιπόν… Είναι νεκροζώντανα τέρατα, όπως σου είπα χθες. Άνθρωποι που έχουν την κατάρα να μην τους δέχεται ούτε ο Παράδεισος, μα ούτε και η Κόλαση. Έτσι, μετά τον θάνατό τους, τα βράδια σηκώνονται από τον τάφο τους και ψάχνουν άτυχους και τους πίνουν το αίμα. Μόνο αυτό θέλουν. Αίμα. Και οφείλω να σου πω ότι όποιον δαγκώσουν και πιουν το αίμα του μπορεί να τον κάνουν κι αυτόν βρικόλακα. Αν, βέβαια, πιει και ο ίδιος από το αίμα του βαμπίρ».

«Πώς είναι εμφανισιακά; Είπες ότι είναι άνθρωποι, αλλά μήπως έχουν κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που τους διαχωρίζει από τους ζωντανούς;»

«Έχουν χλωμό δέρμα. Υπερβολικά πολύ λευκό. Τα μάτια τους είναι ή κόκκινα ή μαύρα, χωρίς ασπράδι. Έχουν γαμψά νύχια, σαν αρπακτικού πουλιού. Α, και φυσικά έχουν δόντια άγριου ζώου, με τους κυνόδοντες να είναι πιο μακριοί από τα υπόλοιπα».

Ο Κάρτερ προσπάθησε να κάνει εικόνα ένα τέτοιο ον, στο πλαίσιο του χωριού που θα επισκεπτόταν. Βραδινό βουνίσιο τοπίο, με ελάχιστο φως. Αυτός στέκεται στο χιόνι και κοιτάζει απέναντί του έναν άντρα με τα ρούχα που τον έθαψαν –ένα φτωχικό και φθαρμένο κουστούμι. Έχει κατάλευκο δέρμα, μαύρα μαλλιά και κόκκινα μάτια. Χαμογελάει, δείχνοντας τα αφύσικα σκυλίσια δόντια του. Ο βρικόλακας αρχίζει να περπατάει προς το μέρος του.

«Πώς τους νικάς;» ρώτησε την Έμιλυ.

«Με ένα παλούκι στην καρδιά και αποκεφαλισμό» του απάντησε. Ανασήκωσε τους ώμους της. «Έτσι έχω ακούσει, δηλαδή».

Ο Κάρτερ δεν έχει μαζί του παλούκι, οπότε πρέπει να βρει ένα. Γύρω του, υπάρχουν χαμηλά σπίτια και ένα δάσος.

«Είναι γρήγοροι;»

«Ναι. Και με υπερφυσική δύναμη».

Ο βρικόλακας κινείται ταχύτατα. Ο Κάρτερ προλαβαίνει να τον πυροβολήσει, κόβοντάς του τη φόρα, αλλά δίχως να τον σκοτώσει. Ύστερα, τρέχει για να βρει ένα μυτερό αντικείμενο. Ο βρικόλακας τον ακολουθεί κατά πόδας.

«Δηλαδή, μια σφαίρα στην καρδιά δεν αρκεί;»

«Σε όσες ιστορίες έχω διαβάσει, κανείς δε χρησιμοποίησε πιστόλι ή τουφέκι ή κάτι αντίστοιχο. Μόνο ένα ξύλινο παλούκι και ένα τσεκούρι ή σπαθί για το κεφάλι». Η Έμιλυ ανασήκωσε τους ώμους της. «Συγνώμη, Μαξ».

Βρίσκει τελικά ένα πεσμένο ξύλο, αλλά δεν είναι αρκετά αιχμηρό, για να τρυπήσει το σώμα. Πρέπει να το τροχίσει. Αλλά το τέρας είναι πίσω του. Δεν έχει χρόνο. Χρησιμοποιεί όπως-όπως το στόχαστρο ενός από τα πιστόλια του, που είναι μεταλλικό και κάπως ξύνει το πιθανό παλούκι. Στο μεταξύ, τα βήματα του βρικόλακα πλησιάζουν. Τον βρίσκει τη στιγμή που ο Κάρτερ έχει φτιάξει μια μικρή αιχμή, όχι όμως ιδιαίτερα μυτερή. Αμφιβάλλει αν θα κάνει τη δουλειά που το θέλει. Ο βρικόλακας ορμάει και ο Κάρτερ τού ρίχνει στα πόδια. Τον σταματάει. Και του επιτίθεται. Τον κολλάει στον τοίχο και μετά τον χτυπάει στο στήθος με το παλούκι. Όπως το περιμένει, δεν καταφέρνει κάτι. Σκίζει το ρούχο, αλλά το δέρμα δεν το φτάνει. Βρίζει. Έπειτα, ο βρικόλακας του αρπάζει τα χέρια και του πετάει τα όπλα. Και τον ρίχνει κάτω, στο κρύο από το χιόνι έδαφος. Και…

«Δεν πειράζει» είπε, διακόπτοντας τη φανταστική μάχη, προτού δει το αποτέλεσμα –το ξέρει, χάνει και πεθαίνει και ίσως γίνεται κι αυτός βρικόλακας. Άλλωστε, μπορεί  στην πραγματική μάχη να έβρισκε κάποια λύση. «Έτσι είναι οι δεισιδαιμονίες. Δεν σχετίζονται με την σύγχρονη λογική».

«Υποθέτω».

«Να σε ρωτήσω κάτι άλλο: υπάρχει περίπτωση οι βρικόλακες να έχουν δημιουργηθεί λόγω κάποιας μαγείας; Δηλαδή, κάποιος θνητός να τους κάλεσε στην Γη;» Ο Κάρτερ ρωτούσε έχοντας κατά νου τα γεγονότα της Silent Desert. Εκεί άνθρωποι είχαν κάνει το μεγάλο λάθος να αναμειχθούν με όντα που δεν ήξεραν αν θα μπορούσαν να τα ελέγξουν –και οι περισσότεροι φρίκαραν και το μετάνιωσαν οικτρά όταν τα είδαν ολοζώντανα μπροστά τους.

«Εξ’ όσων γνωρίζω, όχι. Δε δημιουργούνται έτσι». Η Έμιλυ το συλλογίστηκε περισσότερο. «Βασικά, πουθενά δεν έχω διαβάσει πώς ακριβώς δημιουργήθηκαν εξ αρχής. Δηλαδή, ποιος ήταν ο πρώτος βρικόλακας; Πώς έγινε βρικόλακας; Μήπως γεννήθηκε έτσι; Δεν τα ξέρουμε αυτά ή τέλος πάντων εγώ δεν τα γνωρίζω. Κατάλαβες;»

«Ναι, έτσι νομίζω». Κάτι άλλο που απασχολούσε τον Κάρτερ ήταν και το πώς λύθηκε το πρόβλημα στην Silent Desert. Χρειάστηκε ένας μυθικός ήρωας για να καταπολεμηθούν οι δαίμονες. Αλλά ο ήρωας αυτός ανήκε στην Αμερική. Στην Ευρώπη δεν τον ήξεραν καν. Άραγε, εδώ θα μπορούσε να επέμβει;

«Μακάρι να ήταν εδώ ο Μαρτίν» είπε η Έμιλυ με ονειροπόλο ύφος. «Θα μπορούσε να μας δώσει απαντήσεις».

Ο Κάρτερ την κοίταξε. «Ποιος είναι ο Μαρτίν;» ρώτησε.

«Ένας φίλος του Φάμπιαν. Ολλανδός. Ξέρει και ψάχνει τις αλήθειες της ζωής, πέραν από την τυφλή λογική οπτική».

«Τον έχεις γνωρίσει;»

«Από κοντά, όχι. Έχω διαβάσει ένα γράμμα που έστειλε στον Φάμπιαν. Επίσης, μου έχει πει και ο Φάμπιαν κάποια πράγματα για αυτόν. Είναι σίγουρα ένας ενδιαφέρων άνθρωπος, με φαντασία. Αλλά και θηρίο, πολύ-πολύ ψηλός και δυνατός σαν αρκούδα».

Ο Κάρτερ κατάλαβε τι εννοούσε η Έμιλυ και το είπε ο ίδιος «Θα μας ήταν χρήσιμος από κάθε άποψη».

«Αναμφίβολα». Η Έμιλυ αναστέναξε και έσβησε το τσιγάρο της. Χαμογέλασε θλιμμένα. «Αλλά δεν είναι εδώ και εμείς πρέπει να πορευθούμε πριν ξεφύγουν τα πράγματα».

«Σωστά».

Τον πλησίασε και του έσιαξε το πανωφόρι. «Θα βρεις τον Φάμπιαν και θα πολεμήσετε μαζί. Και θα τα καταφέρετε. Είμαι απόλυτα σίγουρη για αυτό, Μαξ. Οι βρικόλακες δεν θα περιμένουν να βρουν σημαντική αντίσταση και σίγουρα δεν θα περιμένουν εσένα. Κανείς δεν περιμένει εσένα. Κανείς δεν σε περίμενε, εκτός από τον Φάμπιαν» του είπε, κοιτώντας τον.

«Ελπίζω να μη σ’ απογοητεύσω, Έμιλυ. Ούτε εσένα, ούτε την Ορέλια, ούτε τον Φάμπιαν. Ούτε τους συναδέλφους του. Θα κάνω ό,τι μπορώ, για να τον δείτε ξανά, στο υπόσχομαι».

«Και εσένα».

Ο Κάρτερ ένευσε. «Ναι» είπε. «Και εμένα». Αλλά όχι απαραίτητα, σκέφτηκε.

Επέστρεψαν στο δωμάτιο της Ορέλια.

 

Ο Βολφ κοίταξε τον Ράινχελ, που εξέταζε και αυτός τα τρία έγγραφα και έναν χάρτη, αλλά στην ουσία σκεφτόταν ό,τι και ο λοχαγός του: Αν συνεχίσουμε, ή που θα τιμηθούμε για την ενέργειά μας ή που θα εκτελεστούμε για προδοσία.

Η ώρα ήταν δύο και μισή. Ήταν στο γραφείο τους, μόνοι –οι περισσότεροι συνάδελφοί τους από άλλα γραφεία είχαν βγει για φαγητό. Αλλά και αγχωμένοι.

Είχαν φτιάξει ένα χαρτί όπου ο τοπικός σταθμός του Evidenzbureau έδινε εντολή στον ταγματάρχη Άσπελ να μην παραμείνει το απόσπασμα στο Μπραν περισσότερο από δέκα ώρες, από τη στιγμή που θα φτάσουν και εφόσον δε βρουν ενδείξεις ή αποδείξεις παρουσίας εχθρών. Ήταν περισσότερο μια δικαιολογία για να πάει ο Κάρτερ στο Μπραν. Ο Φάμπιαν θα μπορούσε να την αγνοήσει, στέλνοντας απλά ένα άλλο γράμμα που έλεγε πως είχε βρει κάποια ένδειξη κλπ.

Το δεύτερο έγγραφο ήταν μια ακόμα εντολή του σταθμού, όπου έδινε την άδεια στον «Τζον Χίθροου» (ήτοι στον Κάρτερ) να πάει στο Μπραν, για να παραδώσει την προηγούμενη. Στο τέλος αυτού του εγγράφου, υπήρχε η σημείωση «για οποιαδήποτε απορία, απευθυνθείτε στον ταγματάρχη Άσπελ ή στον λοχαγό Βολφ, του Evidenzbureau, Βουδαπέστη».

Το τρίτο έγγραφο -και αυτό που έκαιγε πιο πολύ απ’ όλα τους δύο κατασκόπους- ήταν μια ψεύτικη ταυτότητα για τον Κάρτερ, ο οποίος πλέον θα έπρεπε να συστήνεται ως Τζον Χίθροου, ειδικός σύμβουλος από την Αγγλία, γνωστός στο Evidenzbureau από προηγούμενο ταξίδι του Φάμπιαν, που είχε έρθει εσπευσμένα, για να βοηθήσει στο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η Αυτοκρατορία.

Όλα τα έγγραφα, όπως προβλεπόταν, εκτός από τη σφραγίδα της υπηρεσίας, είχαν την υπογραφή του Φάμπιαν, του υπουργού Εξωτερικών και του Αυτοκράτορα. Με άλλα λόγια, το μπλέξιμο που θα επέφερε η ανάμειξη του Κάρτερ (και η πιθανή αποτυχία του) θα ήταν τεράστιο.

«Αν τα σκατώσει ο κύριος Χίθροου» είπε ο Βολφ «θα πρέπει να φύγουμε μαζί με τους δικούς μας για άλλη ήπειρο».

«Αλλά όχι για την Αμερική». Ο Ράινχελ χαμογέλασε. Αλλά ήξερε ότι ο λοχαγός του είχε δίκιο. Αν κάτι δεν πήγαινε καλά ή αν κάποιος έκανε περισσότερες ερωτήσεις (ειδικά πριν ο Κάρτερ φτάσει στο Μπραν), τότε θα έπρεπε να έχουν μια πολύ καλή δικαιολογία. Βέβαια, ο Τζον Χίθροου δεν υπήρχε, απλά είχαν δανειστεί τα στοιχεία του Πίτερ Πέρλμαν, που ήταν ένας παχουλός μεσήλικας πρώην στρατιωτικός και νυν καθηγητής πανεπιστημίου, με τον οποίο ο Φάμπιαν όντως είχε συναντηθεί όταν πήγε πριν χρόνια να ενημερωθεί από την Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου για αυτή την νέα μέθοδο με τα δακτυλικά αποτυπώματα. Το όνομα του Πέρλμαν είχε γνωστοποιηθεί στον τοπικό σταθμό από την αναφορά που είχε γράψει ο Φάμπιαν όταν επέστρεψε. Η ιδέα να πάρουν τα στοιχεία του τώρα και να αλλάξουν το όνομα, κρατώντας τα υπόλοιπα ως είχαν, ήταν μια εξίσου οικεία διαδικασία για τους κατασκόπους. Αλλά το θέμα ήταν πως η εφαρμογή της απαιτούσε την έγκριση τουλάχιστον ενός ατόμου, του διοικητή του σταθμού της Βουδαπέστης. Κι ο Ορμπάν δεν είχε ιδέα για το τι έκαναν ο Βολφ με τον Ράινχελ. Αλλά δεν υπήρχε χρόνος για ενημερώσεις και αναμονή έγκρισης –αν δινόταν. Επιπλέον, ο συνταγματάρχης ήταν ύποπτος για άλλες παράνομες πράξεις, που υπονόμευαν -ίσως και απειλούσαν- την Αυτοκρατορία, σε αντίθεση με ό,τι θα κατηγορούνταν ο Βολφ και ο Ράινχελ, οι οποίοι αγωνίζονταν για να τη βοηθήσουν.

Έπειτα, ο Ράινχελ έβγαλε μια άδεια σελίδα και έγραψε ένα γράμμα-απαντητική επιστολή προς τον ταγματάρχη, το περιεχόμενο της οποίας θα του παραδινόταν μέσω τηλέγραφου όταν το απόσπασμα έφτανε στο Μπρασώφ.

 

Έξω από το νοσοκομείο, ο μπράβος του Τζούρτζου είδε μια κλειστή άμαξα να πλησιάζει και να σταματάει. Από το εσωτερικό της, εμφανίστηκε ένας από τους άλλους τύπους που συνόδευαν το αφεντικό. Πλησίασε και έμαθε από τον κατάσκοπό τους ότι ο άντρας που είχε έρθει χθες μαζί με τους συναδέλφους του Άσπελ ήταν αδερφός του, και μάλιστα Αμερικάνος.

Όταν το άκουσε αυτό ο Τζούρτζου, που ήταν μέσα στην άμαξα, ενώ αυτή τον γύριζε στο διαμέρισμά του, διερωτήθηκε αν αυτή ήταν καλή ή κακή είδηση για τον ίδιο.

 

*

 

Μπρασώφ

Στις τέσσερις, το απόσπασμα έφτασε στην χιονισμένη πόλη. Τη διέσχισε, με τον Φάμπιαν να κοιτάζει δεξιά και αριστερά και να έχει τον νου του μήπως ακούσει κάτι ουσιώδες. Έβλεπε ανθρώπους με παραδοσιακές φορεσιές, ως επί το πλείστον, πολιτοφύλακες να περιφρουρούν και ενίοτε κάποιον στρατιώτη του Δέκατου Πέμπτου να παρακολουθεί τους πολιτοφύλακες, αν έκαναν σωστά τη δουλειά τους. Ήταν ήσυχο μέρος σε γενικές γραμμές. Οι άνθρωποι, ωστόσο, στέκονταν και αγνάντευαν τους αφιχθέντες, όχι τόσο με απορία, όσο με φόβο. Οι γονείς κρατούσαν τα παιδιά τους κολλημένα πάνω τους, καθώς οι οπλές των αλόγων χτυπούσαν το λευκοντυμένο λιθόστρωτο. Από μια γωνία, πετάχτηκε ένα αγόρι όχι πάνω από δέκα χρονών που πουλούσε εφημερίδες. Σήκωσε το γείσο του καπέλου του, για να τους δει καλύτερα. Ο Φάμπιαν πρόλαβε να δει δύο τίτλους της εφημερίδας (που δεν ήταν άλλη από την Gazeta Transilvaniei): «ΤΟ ΜΠΡΑΣΩΦ ΕΧΕΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΙ;» και «ΟΙ ΤΑΡΑΞΙΕΣ ΘΑ ΔΙΚΑΣΤΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ». Του κίνησε το ενδιαφέρον κυρίως ο δεύτερος τίτλος, γι’ αυτό και σταμάτησε, με τους υπόλοιπους άντρες να ακολουθούν το παράδειγμά του.

«Τι συνέβη, κύριε ταγματάρχη;» ρώτησε ο Σούκε.

«Θέλω να δω κάτι». Κατέβηκε από το άλογό του και πλησίασε το παιδί με τις εφημερίδες. Χαμογέλασε και του είπε «Γεια σου, φίλε μου. Θα ήθελα μια εφημερίδα, σε παρακαλώ».

«Μάλιστα, κύριε» είπε ο μικρός και καθάρισε τη βραχνιασμένη φωνή του, που κοιτούσε εντυπωσιασμένος, με το πρόσωπό του λερωμένο και καταπονημένο, αλλά με ανοιχτόχρωμα μάτια που είχαν εκπλαγεί από το ότι κάποιος στρατιωτικός του είχε μιλήσει ευγενικά. Έφερε τον μικρό μπόγο του από τη μασχάλη στην αγκαλιά του και έτεινε τα αντίτυπα προς τον Φάμπιαν. «Διαλέξτε μία από τις μεσαίες, κύριε. Είναι οι λιγότερο βρεγμένες».

«Σε ευχαριστώ για τη συμβουλή». Ο Φάμπιαν πήρε μία προσεχτικά και έβγαλε από την τσέπη του χρήματα.

«Έρχεστε από μακριά, κύριε;»

«Ναι. Από τη Βουδαπέστη. Ξέρεις πού είναι;»

Ο μικρός κούνησε το κεφάλι του δεξιά αριστερά. «Όμως, ξέρω πού φτιάχνουν τα καλύτερα piroști και rahat. Μετά, δεν θα θέλετε να φάτε τίποτα άλλο, κύριε».

«Είμαι σίγουρος». Ο Φάμπιαν έδωσε στον μικρό τρία κέρματα παραπάνω από το κόστος της εφημερίδας, λέγοντας «Για τον κόπο σου».

«Ευχαριστώ, κύριε! Ήρθατε για αυτό που έγινε στο Μπραν, κύριε;»

«Ναι».

«Τι έγινε, ξέρετε;»

«Αυτό ήρθα να μάθω».

«Πρέπει να είναι πολύ κακό, κύριε. Έφυγαν άνθρωποι που έμεναν εκεί και ήρθαν εδώ και μετά η πόλη γέμισε στρατιώτες. Βέβαια, ησυχάσαμε λίγο από τους ταραξίες».

«Ποιους ταραξίες;»

«Αυτούς που φώναζαν και έπαιζαν ξύλο με την πολιτοφυλακή, κύριε. Έλεγαν ότι θέλουν… εμ…» Ο μικρός έριξε μια ματιά στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας που βρισκόταν στην κορυφή του μπόγου. Μάλλον, δε βρήκε απάντηση, οπότε είπε «Φώναζαν για την Τρανσυλβανία, κύριε».

Ο Φάμπιαν ρώτησε «Πριν έρθουν οι άνθρωποι από το Μπραν ή μετά;»

Το αγόρι το σκέφτηκε. «Πριν έρθουν» απάντησε. «Ναι, σίγουρα πριν έρθουν».

«Κατάλαβα. Μήπως οι ταραξίες φώναζαν για να φύγουν οι Ούγγροι από το Μπρασώφ;»

«Ναι! Ναι, έχετε δίκιο, κύριε! Τέτοια φώναζαν. Φώναζαν κατά του βασιλιά και του αυτοκράτορα και έλεγαν “έξω οι ξένοι”. Πολύ φώναζαν, κύριε. Και οι πολιτοφύλακες τους βάραγαν και τους έπιαναν. Πολύ ξύλο, κύριε».

Ο Φάμπιαν κατένευσε. «Και πού τους πήγαν;»

Ο μικρός έδειξε προς ένα σημείο γύρω στα εκατό μέτρα παρακάτω, προς ένα κτίριο με τεράστιο προαύλιο χώρο, που ήταν περιφραγμένος.

«Ευχαριστώ, φίλε μου. Να προσέχεις και να αποφεύγεις τα μέρη που άνθρωποι χτυπιούνται μεταξύ τους».

«Ευχαριστώ, κύριε. Θα προσέχω. Καλώς ήρθατε στο Μπρασώφ, κύριε!»

«Καλώς σας βρήκαμε!» Ανέβηκε ξανά στο άλογό του.

«Τι ήταν όλο αυτό, κύριε ταγματάρχη;» ρώτησε ο Σούκε.

Ο Φάμπιαν του έδειξε την εφημερίδα. «Θέλω να μάθω τα νέα της πόλης, λοχαγέ. Μήπως έχεις πρόβλημα με αυτό;»

«Όχι, κύριε. Αλλά τι νέα μπορεί να έχει το Μπρασώφ που να σας ενδιαφέρουν; Εδώ ήρθαμε για μια συγκεκριμένη υπόθεση, που αφορά το Μπραν».

«Σωστά. Αλλά καλό είναι να ξέρουμε μερικά πράγματα ακόμα. Συνεχίζουμε».

Ο Σούκε έδωσε σήμα και το απόσπασμα προχώρησε ως το Τσέντρουλ Τσιβίκ και το κτίσμα που φιλοξενούσε την πολιτοφυλακή του Μπρασώφ και πλέον και ένα μέρος του Δέκατου Πέμπτου Συντάγματος Ορεινού Πυροβολικού. Καθώς πλησίαζαν, η στρατιωτική παρουσία γινόταν ολοένα και πιο έντονη, αφού το μέρος φυλασσόταν εντός και εκτός του μαντρότοιχου, με περιπόλους να γυροβολάνε και αρματωμένους φαντάρους και υπαξιωματικούς να ελέγχουν κάθε εκατοστό και κάθε περαστικό που τύγχανε να εξοκείλει από την πορεία του, πλησιάζοντας το κτίριο. Ο Φάμπιαν είχε βρεθεί σε αστυνομικές υπηρεσίες, που κάλυπταν πολλές περιοχές εκτός από την πόλη που ανήκαν, αλλά καμία δεν είχε τη φύλαξη που διέθετε πια η πολιτοφυλακή του Μπρασώφ. Βέβαια, έπαιζε ρόλο το ότι πολλοί από τους στρατιώτες δεν ήταν πολιτοφύλακες, αλλά άντρες του Κοινού Στρατού, που συνέβαλαν στη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της εν λόγω Αρχής.

Ένας θεός ξέρει τι θα ακούσουμε εδώ, σκέφτηκε ο Φάμπιαν.

Σε λιγότερο από δύο λεπτά, ήταν έξω από την κεντρική πύλη.

 

«Ήρθαν» είπε με παράλογο ενθουσιασμό ο Χενρίκ και, όπως και οι άλλοι συνάδελφοί του, πλησίασε την πύλη.

Ο Σέκερες τον ακολούθησε, σκεπτόμενος πως έπρεπε να βρει μία ευκαιρία να μιλήσει στον επικεφαλή. Στον Αυστριακό ταγματάρχη.

 

«Ποιοι είναι αυτοί;» ρώτησε η Στεφανία Βλαντιμιρέσκου τον αδερφό της, καθώς προχωρούσαν στο πεζοδρόμιο, με κατεύθυνση το σπίτι της κυρίας Τάρα Μπούνεα.

«Στρατιώτες, προφανώς» απάντησε ο Σάντου.

«Ναι, εννοώ, είναι καινούριοι;»

«Πού θες να ξέρω, ρε Στεφανία;»

«Καινούριοι είναι» απάντησε η Ιούλια Τσομπάνου, κρατώντας από το κάθε χέρι τις εγγονές της. Είχε βγει από το σπίτι της μητέρας της Εμιλιάνα Τσομπάνου, για να πάει τις μικρές μια βόλτα, να ξεσκάσουν λίγο από την μιζέρια που επικρατούσε στο σπίτι της γιαγιάς τους που τις φιλοξενούσε. Τυχαία, συνάντησαν τους δύο Βλαντιμιρέσκου και, αφού χαιρετήθηκαν -και είπαν ότι δεν έχουν νεώτερα για το Μπραν-, η Ιούλια κάλεσε τα παιδιά στο σπίτι της Τάρα, για ένα τσάι.

«Πώς το ξέρετε;» ρώτησε ο Σάντου.

«Φαίνονταν κουρασμένοι. Σαν να έκαναν πολύ δρόμο. Επίσης, αυτός που κατέβηκε από το άλογο δε φορούσε στολή όπως οι άλλοι. Δεν είναι απλός στρατιώτης. Είναι… κάτι άλλο. Κάποιος σημαντικός».

«Κάποιος πολιτικός ίσως;» ρώτησε η Στεφανία.

Η Ιούλια ξεφύσησε με ειρωνεία. «Όχι, με τίποτα. Οι πολιτικοί έρχονται με άμαξες, όχι με ταπεινά άλογα, μες στο κρύο. Δεν είναι πολιτικός».

«Τι άλλο θα μπορούσε να είναι;»

Η Ιούλια δεν ήξερε. Αλλά είχε σκοπό να μάθει. Θα τον έβρισκε και θα του τα έλεγε ένα χεράκι κι αυτού.

 

Ο Κέρσεν και ο Ζαλάν έμαθαν από τον Ματέ πως το απόσπασμα είχε φτάσει και πλέον εισερχόταν στον χώρο της πολιτοφυλακής. Οι δύο άντρες αντάλλαξαν μια ματιά γεμάτη ανησυχία, χωρίς να πουν κάτι. Ό,τι ήταν να γίνει θα γινόταν και αυτοί θα έπρεπε να ακολουθήσουν τους κανονισμούς, ανεξάρτητα από τις συνέπειες που ήξεραν (ή υποψιάζονταν) ότι θα υφίσταντο.

Έπειτα, σηκώθηκαν και πήγαν να υποδεχτούν τους αφιχθέντες.

 

Ο Φάμπιαν ξεπέζεψε από το άλογό του και ο Σούκε έκανε το ίδιο. Γύρω τους υπήρχαν συγκεντρωμένοι πολιτοφύλακες και στρατιώτες του Δέκατου Πέμπτου, όλοι σε στάση προσοχής. Μαζί με τους ορειβάτες τυφεκιοφόρους που τον ακολουθούσαν, ο Φάμπιαν σκέφτηκε πως ήταν σαν να συγκέντρωναν τις δυνάμεις τους κοντά στα σύνορα με τη Βλαχία και τη Μολδαβία, ενόψει πολέμου.

Τότε στην είσοδο του κτιρίου εμφανίστηκαν δύο άντρες. Ο ένας, ο μεγαλύτερος σε ηλικία, φορούσε την μπλε στολή της πολιτοφυλακής, μόνο που η δική του ήταν κολλαριστή και γεμάτη παράσημα και έφερε τον βαθμό του αντιστράτηγου.

Ο Ζαλάν, σκέφτηκε ο Φάμπιαν και στράφηκε στον διπλανό του. Γκρίζα και μπλε στολή μάχης, νεότερος του Ζαλάν, με λιγότερα παράσημα και περίπου στην ηλικία του Φάμπιαν. Ο γνωστός (και αντιπαθής) του αντισυνταγματάρχης Πωλ Κέρσεν.

Οι δύο άντρες πλησίασαν τους επικεφαλείς του αποσπάσματος και τους χαιρέτισαν ως όφειλαν.

«Καλώς ήρθατε στο Μπρασώφ, κύριε ταγματάρχη!» είπε ο Ζαλάν, χαμογελώντας.

«Καλώς σας βρήκαμε, κύριε αντιστράτηγε!» απάντησε ο Φάμπιαν. Γύρισε προς τον Κέρσεν. «Αντισυνταγματάρχη».

«Ταγματάρχη» απάντησε εκείνος, δίνοντας του το χέρι και ανταλλάσσοντας μια χειραψία που δεν την ήθελαν ούτε ο ένας ούτε ο άλλος, αλλά όφειλαν να την κάνουν, ειδικά ενώπιον τόσων μαρτύρων. Αν μη τι άλλο, έπρεπε να δώσουν το καλό παράδειγμα, ότι οι ανώτεροι αξιωματικοί συνεργάζονταν εξαιρετικά. Αλλιώς το ηθικό των στρατιωτών θα καταρρακωνόταν και θα υπήρχε ο κίνδυνος να λιποψυχήσουν την κρίσιμη στιγμή.

«Από εδώ» είπε ο Φάμπιαν, μετά, «να σας συστήσω τον λοχαγό Σούκε, των ορειβατών τυφεκιοφόρων της Βουδαπέστης. Αυτός μαζί με μια διμοιρία είκοσι οκτώ αντρών έχουν επιφορτιστεί να με βοηθήσουν στις έρευνες που, όπως γνωρίζετε, πρέπει να διεξάγω εδώ στο Μπρασώφ, μα κυρίως στο Μπραν. Στις συζητήσεις μας, θα είναι οπωσδήποτε παρών».

Ο Σούκε χαιρέτισε τους άλλους δύο ανωτέρους του. Εκ πρώτης όψεως, δεν του άρεσαν ιδιαίτερα. Ίσως έφταιγε και το ότι καταλάβαινε πως και αυτοί είχαν κάνει λάθη στην παρούσα υπόθεση και άρα είχαν ευθύνη για τον χαμό τόσων ανθρώπων. Αλλά του έμοιαζαν πιο «αγαθοί» από τον Βλάχο, τον Τζούρτζου. Εκείνο το καθίκι έμοιαζε ύπουλο σα φίδι. Τούτοι εδώ έδειχναν να είναι οι τυπικοί στρατιωτικοί καραβανάδες, που, λόγω απουσίας από την ενεργό δράση, είχαν χάσει σταδιακά την ικανότητά τους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

«Ας περάσουμε μέσα» πρότεινε ο Ζαλάν, έπειτα από τις συστάσεις.

«Μια παράκληση, αντιστράτηγε» τον σταμάτησε ο Φάμπιαν. «Οι άντρες χρειάζονται ξεκούραση και φαγητό. Το ίδιο και τα άλογα και τα σκυλιά μας. Μπορείτε να το φροντίσετε;»

«Φυσικά».

«Και» ο Φάμπιαν έβγαλε ένα χαρτί από την τσέπη του πανωφοριού του «στείλτε αυτό στον σταθμό του Evidenzbureau στη Βουδαπέστη».

Ο Ζαλάν κάλεσε έναν από τους λοχαγούς του και διέταξε να ετοιμάσουν στο μαγειρείο ένα πλήρες μεσημεριανό γεύμα για τους ορειβάτες τυφεκιοφόρους. Στη συνέχεια, οι πολιτοφύλακες έπρεπε να προσαρμόσουν ένα χώρο με ράντζα και κλινοσκεπάσματα. Κάποιοι άλλοι, να αναλάβουν τα ζωντανά. Σε κάθε περίπτωση, οι αφιχθέντες έπρεπε να έχουν κοντά τους πρόθυμους πολιτοφύλακες, που θα τους κατηύθυναν αναλόγως. «Και πες να μας φέρουν τέσσερα γεύματα στο γραφείο μου» ολοκλήρωσε ο Ζαλάν, τονίζοντας στον κατώτερό του πως έπρεπε να παραδώσει το γράμμα του Φάμπιαν στον υπαξιωματικό που λειτουργούσε τον τηλέγραφο. Ο λοχαγός έφυγε αμέσως, για να εκτελέσει τις εντολές.

Ο Φάμπιαν και ο Σούκε ακολούθησαν τους άλλους στο εσωτερικό του κτιρίου.

 

*

 

Βουδαπέστη

Ξανά, μετά τις τυπικές κουβέντες, οι ενήλικες βγήκαν από το δωμάτιο της Ορέλια και στάθηκαν στο διάδρομο, μαζεμένοι σε ένα κουβάρι, σαν να ήθελαν να προστατέψουν τα λόγια που θα ξεστόμιζαν. Η Έμιλυ και ο Κάρτερ κατάλαβαν εξ αρχής που είδαν τους συναδέλφους του Φάμπιαν (που έδειχναν αποφασισμένοι, μα και αγχωμένοι) πως ναι, είχαν κάνει ό,τι έπρεπε για να φτάσει ο Κάρτερ στο Μπραν, αλλά δεν θα ησύχαζαν μέχρι να τελειώσει αυτή η ιστορία –και αν τελείωνε ιδανικά, φυσικά.

Η ώρα ήταν πέντε και μισή το απόγευμα και η κινητικότητα στο νοσοκομείο ήταν λίγη ακόμα. Σε καμιά ώρα, όμως, δεν θα έβρισκαν γωνιά να μιλήσουν με την ησυχία τους.

Ο Βολφ έβγαλε τα έγγραφα από την τσέπη του. «Βρήκαμε και ένα χάρτη της Τρανσυλβανίας. Θα σε βοηθήσει στο ταξίδι σου». Έτεινε τα χαρτιά στον πιστολέρο. «Μην τα σκατώσεις» του είπε, κοιτώντας από χαμηλά. «Σε παρακαλώ».

«Μην ανησυχείς, λοχαγέ» είπε ο Κάρτερ, που τα πήρε και τα φύλαξε στο πανωφόρι του. «Θα πάω και θα φέρω πίσω τον Φάμπιαν».

«Αυτό είναι το σωστό» είπε η Έμιλυ. Μέσα της, ευχόταν να ήταν η ίδια στην θέση του Κάρτερ. Να είχε εκείνη τις ικανότητες να ανταπεξέλθει σε μια τέτοια αποστολή, κι έτσι να πήγαινε να βρει η ίδια τον άντρα της και να τον έφερνε πίσω, στην οικογένειά τους. Αλλά η πραγματικότητα είναι συχνά απογοητευτική σε σχέση με την επίτευξη των στόχων και των επιθυμιών μας. «Πώς θα δικαιολογήσουμε ότι ο Μαξ θα πάει στο Μπραν;»

«Θα σας πούμε. Να θυμάστε» τόνισε ο Βολφ «πως ό,τι έχουμε πει, λέμε και κάνουμε είναι απόρρητο. Μην αποκαλύψετε το παραμικρό. Όταν έρθει η ώρα, θα δούμε τι θα πούμε».

Ο Κάρτερ και η Έμιλυ υποσχέθηκαν ότι δεν θα έλεγαν τίποτα.

«Ωραία» πετάχτηκε ο Ράινχελ. «Λοιπόν, Μαξ». Έβγαλε από τη δική του τσέπη την ψεύτικη ταυτότητα. «Πλέον, είσαι ο Τζον Χίθροου, Άγγλος πρώην στρατιωτικός και νυν καθηγητής πανεπιστημίου του Λονδίνου, όπου ζεις μόνιμα».

«Τι είμαι;» γέλασε ο Κάρτερ. Αλλά πήρε την ταυτότητα και την εξέτασε. Την έδειξε και στην Έμιλυ. Αλλά εκείνη προτίμησε να μην κάνει κάποιο σχόλιο, όπως περίμενε ο Αμερικάνος.

«Όπως τ’ ακούς. Τζον Χίθροου, Άγγλος πρώην στρατιωτικός και νυν καθηγητής πανεπιστημίου. Είσαι εδώ ως ειδικός σύμβουλος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και πηγαίνεις στο Μπραν, για να παραδώσεις στο απόσπασμα ένα σημαντικό έγγραφο, αλλά και να παράσχεις την γνώμη σου για την υπόθεση που μας απασχολεί».

Ο Κάρτερ κατάλαβε ότι οι άλλοι σοβαρολογούσαν. «Μάλιστα» ψέλλισε. Η αλήθεια ήταν πως δεν είχε χρειαστεί να χρησιμοποιήσει ποτέ άλλοτε ένα ψεύτικο όνομα και να γίνει κάποιος άλλος. Υπέθετε, όμως, πως στη δουλειά του αδερφού του κάτι τέτοια ήταν συνηθισμένα. «Και πού υπηρέτησα;»

«Στο Βασιλικό Σώμα Τυφεκιοφόρων, Εξηκοστό Σύνταγμα Πεζικού. Δέκα χρόνια, τα έξι εκ των οποίων τα πέρασες στην πόλη της Χαρτούμ, στην Αφρική. Εκεί συμμετείχες στον πόλεμο του Μαχντί, που μαίνεται ακόμα. Έφτασες ως το βαθμό του λοχαγού».

«Μάλιστα. Και γιατί αποστρατεύτηκα;»

«Γιατί αρρώστησες και κρίθηκε αναγκαίο να επιστρέψεις στην πατρίδα. Δεν θυμάσαι λεπτομέρειες από τις τελευταίες σου μέρες στην Αφρική, επειδή, σύμφωνα με τους γιατρούς, ψηνόσουν στον πυρετό και ήταν θαύμα που σώθηκες. Πήρες και παράσημο από τον ίδιο τον Βασιλιά για την υπηρεσία σου».

«Καλώς. Έχω οικογένεια;»

«Όχι. Ζεις μόνος».

«Τι καθηγητής είμαι;»

«Διδάσκεις στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Συνήθως, σε απλούς φοιτητές. Αλλά πού και πού παρέχεις νομικές συμβουλές και σε στρατιωτικούς, λόγω της πείρας σου στο πεδίο του πολέμου».

«Το ξέρετε ότι, αν με ρωτήσουν τίποτα νομικά, δεν θα έχω τι να τους πω, έτσι;»

«Κανείς δεν θα σε ρωτήσει τέτοια πράγματα, Μαξ» είπε ο Βολφ. «Τα άλλα έγγραφα που έχεις μαζί σου θα πείσουν όποιον σε ελέγξει ότι πρέπει να πας άμεσα στο Μπραν. Κι αν τύχει να πέσεις σε κάποιον “περίεργο”, τότε παράπεμψέ τον σε εμάς, στον λοχαγό Βολφ και στον επιλοχία Ράινχελ του Evidenzbureau της Βουδαπέστης».

«Επίσης, όλοι βιάζονται να τελειώσει αυτή η υπόθεση» είπε ο Ράινχελ. «Και δεν θέλουν να μπλέξουν περισσότερο απ’ ό,τι αναμένεται με βάση την θέση και το βαθμό τους. Τα έγγραφα φέρουν επίσημες σφραγίδες και υπογραφές της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Αρκούν για τον μέσο στρατιωτικό. Συν ότι εσύ μοιάζεις με Άγγλο, οπότε δεν θα αμφισβητήσουν την ταυτότητά σου».

«Μοιάζω με Άγγλο; Ίσως με κάποιους, υποθέτω. Αλλά νομίζω ότι αυτοί έχουν διαφορετική προφορά από τους Αμερικάνους».

«Έτσι είναι. Αλλά οι στρατιωτικοί που θα συναντήσεις δεν το ξέρουν αυτό. Η συντριπτική πλειοψηφία των Δυνάμεών μας δεν έχει βγει εκτός συνόρων. Μόνο αν έλεγες ότι είσαι Αφρικανός, ας πούμε, μπορεί να υποψιάζονταν κάτι, γιατί έχουν ακούσει ότι αυτοί είναι μόνο μαύροι».

«Ναι, κι εγώ αυτό έχω ακούσει». Ο Κάρτερ ρώτησε «Με εσάς πώς έμπλεξα;»

Ο Βολφ απάντησε «Ο Φάμπιαν είχε πάει πριν από χρόνια στο Λονδίνο για να μάθει για τα δακτυλικά αποτυπώματα, μια καινούρια μέθοδο αναγνώρισης και εύρεσης ενόχων».

«Ναι, έχω ακούσει για αυτά. Λέγεται ότι θα λύσουν τα χέρια των αστυνομικών και θα κάνουν πιο εύκολο το έργο τους».

«Και το δικό μας έργο, αν είναι αλήθεια όσα λέγονται. Τέλος πάντων. Ήσουν κι εσύ εκεί, λοιπόν, για το νομικό κομμάτι της ενημέρωσης. Μετά το πέρας αυτής, ήπιατε ένα τσάι και συζητήσατε και σου υποσχέθηκε πως θα σε καλούσε στη Βουδαπέστη ή όπου αλλού θα τον πήγαιναν, ως ένδειξη καλής φιλίας».

Ο Κάρτερ ένευσε, κοιτώντας τους κατασκόπους. Ήταν εντυπωσιασμένος με τη δουλειά τους. «Τα έχετε σκεφτεί όλα, ε;»

«Όσο μπορούμε. Κοίτα, ο Τζον Χίθροου δεν υπάρχει. Απλά χρησιμοποιούμε το όνομα και μερικά από τα στοιχεία ενός άλλου γνωστού μας από την Αγγλία, για να πας με ασφάλεια στο Μπραν».

Ο Κάρτερ ανασήκωσε τα φρύδια του. «Θα υποκριθώ ένα υπαρκτό πρόσωπο;»

«Όχι ακριβώς. Όμως, μην σε απασχολεί αυτό. Ξέρουμε τι κάνουμε».

Η Έμιλυ απόρησε κι αυτή. «Και αν ψάξουν τα στοιχεία του και δουν ότι δεν υπάρχει ο κύριος Χίθροου;»

«Απίθανο, μην πω αδύνατο. Κανείς δεν θα μπει σε τόσο κόπο, παρεκτός αν ο Μαξ κάνει κάτι μεμπτό ή αν δεν πείσει όταν πει την ιστορία του». Ο Βολφ κοίταξε τον Κάρτερ. «Θα πρέπει να έχεις θάρρος όταν λες ποιος είσαι. Μην τους δώσεις την ευκαιρία να σε υποπτευθούν».

Ο Κάρτερ σήκωσε το χέρι του. «Κανένα πρόβλημα» είπε.

«Πέραν αυτού» είπε ο Ράινχελ «αν αποφασίσουν να ψάξουν βαθύτερα, θα απευθυνθούν σε εμάς, στην Αντικατασκοπεία, καθότι γι’ αυτό υπάρχουμε. Εκείνοι, οι πολιτοφύλακες ή όποιοι άλλοι στρατιωτικοί σε συναντήσουν, αν και περισσότεροι και με καλύτερο προϋπολογισμό από εμάς, ωστόσο δεν έχουν τις γνώσεις και τις διασυνδέσεις που έχουμε εμείς».

«Καλώς».

«Ερωτήσεις;»

Η Έμιλυ ρώτησε «Ο Φάμπιαν θα μάθει ότι θα πάει ο Μαξ;»

«Ναι» απάντησε ο Βολφ. «Θα του στείλουμε γράμμα, όπως αναμένεται. Το κομμάτι με τον Κάρτερ θα είναι κωδικοποιημένο, ώστε να το καταλάβει μόνο εκείνος».

«Τι γίνεται αν βρουν το σήμα της υπηρεσίας μου;» ρώτησε ο Κάρτερ.

Ο Βολφ έμεινε να κοιτάζει για λίγο τον Ράινχελ. Είχαν ξεχάσει ότι ο Κάρτερ είχε μαζί του το σήμα του. Του ήρθε μια ιδέα και απάντησε «Θα πεις ότι είναι δώρο από γνωστό σου που μένει στις ΗΠΑ. Σου αρέσουν οι ιστορίες της Άγριας Δύσης, οπότε εκείνος σου έστειλε αυτό το υποτιθέμενο σύμβολο ενός καουμπόη. Φαντάζομαι ότι αυτό θα αρκεί».

«Ναι, δεδομένου ότι κανείς δικός μας δεν γνωρίζει την υπηρεσία σου. Ή οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία των ΗΠΑ» συμφώνησε ο Ράινχελ. «Αλλά, επαναλαμβάνω, δεν θα σου χρειαστούν τόσες λεπτομέρειες. Περισσότερο θα θέλουν να σε ξεφορτωθούν, παρά να επωμιστούν την ευθύνη σου. Επιπλέον, δεν χρειάζεται να το μοστράρεις».

«Εντάξει. Με τι θα πάω στο Μπραν;» ρώτησε ο Κάρτερ.

«Με άλογο» απάντησε ο Ράινχελ. «Έχουμε σημειώσει στο χάρτη τη διαδρομή που είσαι εξουσιοδοτημένος να ακολουθήσεις. Βλέπεις, σε πιέσαμε να δεχθείς να πας με άμαξα, ως ένδειξη ευχαριστίας της Αυτοκρατορίας που ήρθες να βοηθήσεις, αλλά αρνήθηκες, γιατί σου αρέσει η ιππασία. Σου αρέσουν και οι ιστορίες της Άγριας Δύσης…»

«Αλήθεια; Εγώ δεν έχω πρόβλημα, αλλά εδώ παίζουμε θέατρο. Ο τύπος που υποδύομαι αυτό θα έκανε;»

Ο Βολφ και ο Ράινχελ αντάλλαξαν μια ματιά, ενθυμούμενοι τι τους είχε πει ο Φάμπιαν για τον Πίτερ Πέρλμαν: παρά την σωματική του διάπλαση, είναι περισσότερο στρατιώτης και λιγότερο καθηγητής. «Ναι» απάντησε ο λοχαγός. «Πιθανότατα, αυτό θα έκανε».

«Εγώ λέω να του δώσετε μια άμαξα» είπε η Έμιλυ. «Για όνομα του Θεού, θα πάει τόσο δρόμο. Ή έστω κλείστε του ένα εισιτήριο με το τρένο».

Ο Βολφ κούνησε το κεφάλι του. «Δυστυχώς, δεν γίνεται, Έμιλυ. Θα εκτεθεί πολύ. Μπορεί κάποιος να καταλάβει κάτι. Στα τρένα, δουλεύουν άτομα που συναντούν σχεδόν καθημερινά ξένους. Αν μιλήσει ο Μαξ, μπορεί να καταλάβει κάποιος ελεγκτής πως δεν είναι Άγγλος. Ή μπορεί να τον καταλάβει κάποιος επιβάτης. Η αποστολή αυτή πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο μυστική, τουλάχιστον μέχρι να φτάσει στο Μπραν».

«Συν» πετάχτηκε ο Ράινχελ «ότι ο Μαξ οπλοφορεί». Δε χρειάστηκε να πει κάτι άλλο. Όλοι κατάλαβαν τι σήμαινε αυτό: περισσότερες υποψίες και αναπόφευκτοι μπελάδες. «Στους ελέγχους στα σύνορα κλπ, δεν κάνουν σωματική έρευνα, παρεκτός αν η κατάσταση επιφυλακής είναι αυξημένη σε επίπεδο πολέμου, κι αυτό ακόμα δεν έχει συμβεί, γιατί συγκρατούμε την ροή των πληροφοριών. Το ότι φέρει και τα έγγραφα της Αυτοκρατορίας θα πείσει τους στρατιωτικούς. Αλλά με τα τρένα, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Οι πολίτες τείνουν να γίνονται πιο περίεργοι από ό,τι θα θέλαμε. Κάνουν παραπάνω ερωτήσεις, κοιτάνε τον άλλο λες και γυρεύουν σύντροφο να πλαγιάσουν κλπ».

«Και» συμπλήρωσε ο Βολφ «στην πραγματικότητα, ο Μαξ δεν έχει άδεια από τον υπουργό, τον Αυτοκράτορα, ούτε καν από τη διοίκηση του τοπικού σταθμού του Evidenzbureau. Δεν θα έδιναν έγκριση για κάτι τέτοιο. Ή και να έδιναν, θα καθυστερούσαν πολύ. Γιατί θα έπρεπε να ενημερώσουν την πρεσβεία και την υπηρεσία του, προτού καν αποφασίσουν». Δεν τους είπε για τις έρευνες που έκανε ο Φάμπιαν, με βασικότερο στόχο τον Ορμπάν, καθότι αυτά αφορούσαν την Αντικατασκοπεία και όχι την Έμιλυ και τον Κάρτερ –άσχετα που ίσως επηρέαζαν την υπόθεση του Μπραν. Κούνησε το κεφάλι του και έτριψε τα μάτια του, δείχνοντας ότι ήταν κουρασμένος –που ήταν, μιας και δεν είχε κοιμηθεί καλά το προηγούμενο βράδυ. Ήξερε πως, παρά τις διαβεβαιώσεις που έδιναν εκείνος και ο Ράινχελ, ήταν πολλές οι πιθανότητες να πάει κάτι στραβά. Φανταζόταν τους άντρες των Αρχών της Αυτοκρατορίας να βλέπουν έναν καβαλάρη να πλησιάζει. Τι θα έκαναν, θα τον άφηναν να συνεχίσει έτσι απλά; Όχι. Με τίποτα. Θα ρωτούσαν. Θα τον κοιτούσαν εξονυχιστικά. Το ότι ήταν ξένος, δε… Θα μπορούσε να περιπλέξει τα πράγματα. Εκτός αυτού, θα μπορούσε ο Κάρτερ να τραυματιστεί ή να σκοτωθεί –υπήρχαν απότομες πλαγιές κατά μήκος των Καρπαθίων και άγρια ζώα. Κι αν τον έβρισκαν, θα γύρευαν ποιος είναι. Αν δεν τον έβρισκαν… Εκεί κι αν θα περιπλέκονταν τα πράγματα. Η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία θα έπρεπε να λογοδοτήσει στις ΗΠΑ. Άλλος ένας δυνητικός εχθρός…

Είπε «Θα είμαστε πολύ τυχεροί αν ο Μαξ καταφέρει και περάσει όλους τους ελέγχους των στρατιωτικών, δίχως να τον καθυστερήσουν ή και να τον συλλάβουν. Ή χωρίς να συμβεί τίποτα άλλο». Κοίταξε τον Κάρτερ. «Καταλαβαίνεις τώρα γιατί δεν θέλαμε εξ αρχής να πας;»

«Ναι, λοχαγέ» του απάντησε εκείνος. «Καταλαβαίνω. Και νωρίτερα, κατάλαβα γιατί δεν θέλατε να πάω».

Η Έμιλυ είπε με ήρεμη φωνή «Θίοντορ. Τζόνας. Το ξέρω ότι μπλέκετε πιότερο απ’ όσο θέλετε. Αλλά είναι ανάγκη να καταλάβετε την αγωνία που βιώνουμε ως οικογένεια, ξέροντας πως ο Φάμπιαν είναι μακριά μας, σε μια αποστολή που, απ’ ό,τι φαίνεται, είναι πολύ, πολύ επικίνδυνη. Θέλω τον άντρα μου πίσω. Η κόρη μου θέλει τον πατέρα της πίσω. Ο Μαξ θέλει να γνωρίσει επιτέλους τον αδερφό του. Και εσείς οι δύο θέλετε τον συνάδερφο και φίλο σας να είναι κοντά σας. Τα ίδια ακριβώς θέλει και ο Φάμπιαν. Γι’ αυτό θα πάει ο Μαξ εκεί. Για να είμαστε όλοι σίγουροι πως ο Φάμπιαν θα έχει δίπλα του τουλάχιστον έναν άνθρωπο που τον νοιάζεται».

Σιγή έπεσε για λίγο. Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι συνομιλίες και οι επισκέψεις των γιατρών και των νοσοκόμων στους ασθενείς.

Κάποια στιγμή, ο Ράινχελ σκέφτηκε κάτι και είπε «Πέραν αυτού και του ότι θα γνωριστούν ο Φάμπιαν με τον Μαξ… Μήπως υπάρχει και κάποιος άλλος λόγος που θα πάει στο Μπραν;» Κοίταξε την Έμιλυ και τον Κάρτερ. «Νιώθω ότι δεν μας λέτε κάτι».

«Την ίδια εντύπωση έχω και εγώ» συμφώνησε ο Βολφ.

Η Έμιλυ έκανε να απαντήσει, αλλά την σταμάτησε ο Κάρτερ, λέγοντας «Δεν έχουμε χρόνο για αυτά. Πρέπει να φύγω. Μετά, μπορείτε να τα πείτε με την Έμιλυ».

«Σωστά» συμφώνησε εκείνη. «Θα τα πούμε αργότερα. Θίοντορ. Τζόνας. Περάστε κάποια στιγμή, όταν μπορέσετε, και θα σας πω ό,τι θέλετε. Προς το παρόν, όμως, ας φροντίσουμε το φευγιό του Μαξ, ναι;»

Οι δύο κατάσκοποι κατάλαβαν πως δεν είχε νόημα να ρωτήσουν κι άλλα. Θα μπορούσαν να πιέσουν την Έμιλυ και τον Κάρτερ, αλλά τώρα όλοι ήταν αγχωμένοι ώστε να ξεκινήσει επιτέλους ο πιστολέρο για το Μπραν. Έπειτα, είχαν να λάβουν ενημέρωση από το απόσπασμα και να στείλουν την απαντητική επιστολή. Όποιος και να ήταν ο άλλος λόγος -γιατί υπήρχε, το έβλεπαν- ήταν σίγουροι πως δεν επρόκειτο για κάτι που θα έβλαπτε την Αυτοκρατορία. Ούτε η Έμιλυ ούτε ο Κάρτερ είχαν τέτοιες προθέσεις και φαινόταν.

«Καλώς» είπε ο Βολφ. «Μαξ, όποτε είσαι έτοιμος, θα σε περιμένουμε στην είσοδο του νοσοκομείου».

«Εντάξει, Βολφ».

«Γεια σου, Έμιλυ» χαιρέτισαν οι συνάδελφοι του Φάμπιαν και έφυγαν.

Ο Κάρτερ είπε «Πάμε να χαιρετίσω την Ορέλια και αποχωρώ».

Εκείνη συμφώνησε και επέστρεψαν στο δωμάτιο.

Όταν άκουσε η Ορέλια ότι θα έφευγε ο Κάρτερ, στενοχωρήθηκε. Κοιτούσε στα μάτια τον Αμερικάνο με το δικό της λυπημένο βλέμμα. «Μα γιατί;» ρώτησε. «Φταίει που είμαι άρρωστη;»

«Όχι, μικρή μου. Καθόλου δε φταις εσύ» της απάντησε χαμογελαστός και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Πήρε το δεξί χέρι της στη χούφτα του. «Εγώ και η μαμά σου πιστεύουμε πως θα ήταν καλύτερα αν πήγαινα να βρω τον μπαμπά σου και τον βοηθούσα στην αποστολή του».

«Θα πάτε στον μπαμπά;» Τα μάτια της άστραψαν από χαρά. Κοίταξε φευγαλέα την μητέρα της, που στεκόταν πίσω από τον Κάρτερ. Η Έμιλυ, που φαινόταν πιο χαρούμενη τώρα, ένευσε καταφατικά. Η Ορέλια ξανακοίταξε τον Κάρτερ με αναπτερωμένο ηθικό. «Αυτό είναι πολύ ωραίο! Χαίρομαι πολύ που θα πάτε!» Και πριν προλάβει να σηκωθεί ο Κάρτερ, η Ορέλια τον αγκάλιασε, περνώντας τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και ακουμπώντας το κεφάλι της στο στήθος του. «Σας ευχαριστώ! Σας ευχαριστώ πολύ!»

Ο Κάρτερ πέρασε κι αυτός τα χέρια του γύρω της και τη φίλησε στο μέτωπο, χωρίς να πει κάτι. Αλλά αισθάνθηκε σαν να ήταν ξανά στην αποστολή της Λία Ο’ Κόνορ, κι αυτό το είχε μόνο για καλό, καθότι τότε έστω και για λίγες μέρες υπήρξε πατέρας και ήταν ένα συναίσθημα που του άρεσε πολύ. Ναι, είχε πολλές ευθύνες, ναι, αγωνιούσε σε κάθε βήμα και σε κάθε μίλι που διέσχιζαν, αλλά ανάθεμα, η μικρή Λία είχε προσδώσει στα μερόνυχτα εκείνα περισσότερο νόημα απ’ ό,τι οποιαδήποτε άλλη περίπτωση που είχε αναλάβει ο Κάρτερ.

Από την μεριά της, η Έμιλυ, καθώς στεκόταν σιωπηλή, έκλεισε για μερικά δευτερόλεπτα τα μάτια της. Προσευχήθηκε στον Θεό να έχει ο Κάρτερ ένα ταξίδι χωρίς προβλήματα, ώστε να φτάσει ασφαλής στο Μπραν και να επιστρέψουν μαζί με τον Φάμπιαν ζωντανοί. Το αν θα κατάφερναν να λύσουν την υπόθεση ήταν κάτι που για την Έμιλυ έμπαινε σε δεύτερη μοίρα. Ήξερε ότι η σκέψη της δεν ήταν σωστή, αλλά μάλλον εγωκεντρική, όμως δεν ήθελε να χάσει τον άντρα της και πατέρα της κόρης της, ούτε πλέον τον θείο της Ορέλια.

Στο τέλος της συνάντησης, για άλλη μια φορά, η Ορέλια βρέθηκε να αποχαιρετά έναν Άσπελ που πήγαινε σε αυτή την καταραμένη αποστολή. Μόνο που σε αυτόν είπε «Φέρτε πίσω τον μπαμπά μου. Σας παρακαλώ!»

«Θα το κάνω, Ορέλια» της υποσχέθηκε και της έδωσε το χέρι του σαν επισφράγιση της συμφωνίας τους.

Στο διάδρομο, η Έμιλυ τον σταμάτησε. «Μαξ, πάρε αυτά» έκλεισε στη χούφτα του μερικά χρήματα. «Για οποιαδήποτε έξοδα χρειαστεί να κάνεις».

«Ευχαριστώ, Έμιλυ».

«Το χαρτί με τις φράσεις που σου έγραψα;»

Ο Κάρτερ χτύπησε την τσέπη του πανωφοριού του. «Δεν υπήρχε περίπτωση να το ξεχάσω» της είπε.

Εκείνη κούνησε το κεφάλι της και, για μια στιγμή, χαμογέλασε.

Πριν αποχαιρετιστούν, αγκαλιάστηκαν.

«Φέρε πίσω τον Φάμπιαν, Μαξ» του είπε. «Ελάτε μαζί, για να περάσουμε οικογενειακά όσες μέρες μπορέσεις να μείνεις».

Ο Κάρτερ υποσχέθηκε ξανά και έφυγε, με το βλέμμα της Έμιλυ να τον ακολουθεί.

Στον προαύλιο χώρο του νοσοκομείου, βρήκε τους δύο συναδέλφους του Φάμπιαν να τον περιμένουν, καπνίζοντας. «Έτοιμος» είπε.

«Πάμε» είπε ο Βολφ και γύρεψαν μια άμαξα.

 

Ο μπράβος του Τζούρτζου βγήκε από τη κρυψώνα του, με το που τους είδε να φεύγουν στους δρόμους της Βουδαπέστης. Η κυράτσα και το αρρωστιάρικο έμειναν μόνες, σκέφτηκε. Το αφεντικό πολύ θα το χαρεί.

Γέλασε. Ήξερε πως ο Τζούρτζου ήθελε ακόμα να τις επισκεφτεί και να τα πουν λιγάκι.

 

*

 

Μπρασώφ

«Είχατε άνετο ταξίδι;» ρώτησε ο Ζαλάν, χωρίς να δείχνει ότι το κάνει από απλή τυπικότητα. Κοιτούσε τους άλλους με προσήλωση και πραγματικά, δεδομένων των συνθηκών και του τι σήμαινε η παρουσία του Άσπελ και του Σούκε εκεί, φαινόταν να έχει αγνό ενδιαφέρον για τους φιλοξενούμενους στρατιωτικούς.

Εμφανισιακά, δεν έμοιαζαν διαφορετικοί από εκατοντάδες άλλους που είχε δει, αλλά ήταν πολύ σημαντικοί για αυτόν και την υπόθεση του Μπραν. Ο Άσπελ, ο Αυστριακός, ήταν όπως τον είχε περιγράψει ο Κέρσεν, με μια εξαίρεση: ναι, είχε κάτι το ξύπνιο και το στρατιωτικό, αλλά η όψη του τον έκανε να μοιάζει με μεγαλύτερο άντρα σε ηλικία. Σαν να ταλαιπωρούνταν από κάποια αρρώστια ή κάτι τέτοιο. Θα μπορούσε να γίνει απειλητικός, όμως ο Ζαλάν αναρωτιόταν κατά πόσο θα κρατούσε σε μια ενδεχόμενη μάχη. Ο δε λοχαγός, ο Σούκε, ήταν ένας τυπικός νεαρός Ούγγρος αξιωματικός, γεροδεμένος και έτοιμος για δράση. Το μόνο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ήταν τα μάτια του, που ήταν γαλάζια και έκαναν αντίθεση με τα μαύρα μαλλιά του –ένας σπάνιος συνδυασμός.

Κάθονταν όλοι γύρω από το γραφείο του αντιστράτηγου και έτρωγαν. Εκείνος είχε καταλάβει την θέση του, ενώ απέναντί του ήταν οι αφιχθέντες και ο Κέρσεν, ο οποίος δεν είχε πάρει την «αρχηγική» καρέκλα όπως τις προηγούμενες φορές. Πλέον, δεν έκανε αυτός κουμάντο και, όπως το περίμενε ο Ζαλάν, ο κύριος αντισυνταγματάρχης ήταν χεσμένος από το φόβο του. Είχε πιάσει μια γωνία, δίπλα από τον Άσπελ, και ίσα που ανέπνεε και τσίμπαγε από το φαγητό του, δείχνοντας να μην έχει όρεξη. Έμοιαζε λίγο με τον Μίκλος τώρα -με εξαίρεση το φαγητό, δηλαδή, αφού ο Μίκλος θα το έτρωγε είτε ήταν φοβισμένος, είτε χαρούμενος-, και ο Ζαλάν χαιρόταν γι’ αυτό.

«Πολύ καλό, χωρίς προβλήματα» απάντησε ο Φάμπιαν. Ήπιε λίγο από το κρασί που τους είχαν φέρει, το οποίο ήταν σαφώς πιο εύγεστο από το γεύμα. Αλλά δεν τον πείραζε, γιατί πεινούσε -το ίδιο ίσχυε και για τον Σούκε. Είχε παρατηρήσει λίγο το γραφείο του Ζαλάν. Ήταν σχεδόν σαν αυτό του Ζόμπορ Φάρκας, του διοικητή των ορειβατών τυφεκιοφόρων: καλυμμένο πάτωμα με ακριβό χαλί, καναπές, πορτραίτα του αντιστράτηγου, φωτογραφίες του ιδίου και της οικογένειάς του, σημαία της Ουγγαρίας… Ήταν φανερό ότι ο Ζαλάν ήθελε να μείνει εδώ, σε αυτό το πόστο για πολλά χρόνια ακόμα. Κάτι που ενίσχυε την τραγικότητα των όσων επρόκειτο να του συμβούν: ήτοι να χάσει και την θέση του στο Μπρασώφ, και το αξίωμά του, και την αξιοπρέπειά του, ίσως και την ζωή του. «Εσείς εδώ; Έχετε κάποιο νέο που θέλετε να μας πείτε;»

«Ναι. Για την ακρίβεια, έχουμε. Δυστυχώς, δεν είναι καλό». Ο Ζαλάν έριξε μια πλάγια ματιά στον Κέρσεν, που τον κοιτούσε με σοβαρότητα και μια υποβόσκουσα απειλή. Αλλά δεν του έδωσε σημασία. «Έγινε ένα περιστατικό το προ-προηγούμενο βράδυ. Στις 2 Μαρτίου, δηλαδή».

«Τι έγινε;» ρώτησε ο Φάμπιαν και άφησε το πιρούνι του -το ίδιο έκανε και ο Σούκε. Τι άλλο, γαμώτο; σκέφτηκε και αναθεμάτισε.

«Κύριε αντισυνταγματάρχη» είπε ο Ζαλάν στον Κέρσεν «μήπως θα θέλατε να πείτε εσείς τι συνέβη, ένεκα που οι μάρτυρες ήταν δικοί σας άντρες;»

Ο Φάμπιαν γύρισε προς τον διπλανό του. Πρόσεξε ότι ο «παλιόφιλος του» είχε θυμωμένη έκφραση, αλλά συγκρατιόταν. Και από την πλευρά του Ζαλάν, φαινόταν μια διάθεση δηκτικότητας προς τον άλλο. Σκέφτηκε ότι αυτοί οι δύο, ο Ζαλάν και ο Κέρσεν, μάλλον είχαν κάποιες διαφορές. Κάτι που το καταλάβαινε ο Φάμπιαν, καθώς είχαν διαφορετική καταγωγή και ο Κέρσεν (όπως και οι άντρες του) είχε φορτωθεί στην πλάτη του Ζαλάν (και των δικών του αντρών), για να τον επιτηρούν, γεγονός που λογικά ο αντιστράτηγος απεχθανόταν. Ο Φάμπιαν φαντάστηκε τι συζητήσεις μπορεί να έχουν κάνει εδώ μέσα αυτοί οι δύο και πόσο τεταμένο θα ήταν το κλίμα. Επίσης, αναρωτήθηκε πόσο πολύ μπορεί να μισούσαν αυτοί οι δύο τον ίδιο τον Φάμπιαν, για τους λόγους τους: ο μεν Ζαλάν επειδή ο Φάμπιαν συνέβαλε στο να αναλάβει το Δέκατο Πέμπτο την επιτήρηση της πολιτοφυλακής και ο Κέρσεν λόγω του παρελθόντος τους σε εκείνη την υπόθεση με τον δραπέτη.

«Ναι» απάντησε ο Κέρσεν. Ήπιε λίγο από το κρασί του και γύρισε προς τους αξιωματικούς του αποσπάσματος. Κοίταξε τον Άσπελ κατάματα. Ήταν όπως τότε: ένα ξιπασμένο καθίκι, που ήθελε να χώνει την μύτη του σε ξένες δουλειές. Φαντάστηκε να παλεύουν και να τον κερδίζει πρώτα με το σπαθί του και έπειτα να τον αποτελειώνει με το πιστόλι Γκάσερ που έφερε. «Εκείνο το βράδυ, που λέτε, οι άντρες μου που έχουν αναπτυχθεί στο Πουάνα Μπρασώφ, για να φυλάνε τη δίοδο προς το Μπρασώφ κλπ, ανέφεραν ότι είδαν πρώτα δύο άντρες να τρέχουν προς το μέρος τους, από την πλευρά του Μπραν, και έπειτα τον ένα τον άρπαξε κάποιος. Παραλίγο να πιάσουν και τον άλλο, όμως οι στρατιώτες μου άνοιξαν πυρ και απέτρεψαν τη δεύτερη απαγωγή. Αυτό έγινε».

«Πιάσατε κάποιον από τους επιτιθέμενους;»

«Όχι. Ξέφυγαν. Ήταν πήχτρα σκοτάδι».

«Κατάλαβα. Πού βρίσκεται ο μάρτυρας που επέζησε;»

«Στο νοσοκομείο. Προληπτικά».

«Καλώς. Έχουμε περιγραφή των διωκτών;» ρώτησε ο Φάμπιαν.

«Εδώ είναι που αρχίζει το ενδιαφέρον κομμάτι, κύριε ταγματάρχη» σχολίασε ο Ζαλάν.

Ο Κέρσεν τον αγνόησε. Ανέφερε «“Δύο σκιές, με κάτασπρα χέρια, χλομό πρόσωπο και μάτια σαν σφαίρες και μαύρα μαλλιά”. Αυτό είπαν οι άντρες μου».

«Τι;» πετάχτηκε ο Σούκε, που πρώτη φορά άκουγε μια τέτοια αλλοπρόσαλλη περιγραφή, αλλά δεν του έδωσαν σημασία.

Μόνο ο Φάμπιαν σκέφτηκε ότι ο λοχαγός είχε να ακούσει πολλές παρόμοιες κουβέντες ακόμα. Αλλά δεν τον κατηγορούσε. Ούτε ο Φάμπιαν είχε δεχτεί την εκδοχή των βρικολάκων, παρότι λίγο πριν φτάσουν στο Μπρασώφ συνάντησαν έναν ηλικιωμένο κάτοικο του Μπραν που είχε καταλύσει στην πόλη Κόντελα. Ο Φάμπιαν μίλησε για λίγο μαζί του και ο άντρας επέμεινε ότι στο Μπραν υπάρχουν βρικόλακες. «Μόνο αυτό;» ρώτησε τον Κέρσεν.

«Ω, όχι» είπε ο Ζαλάν. «Όχι, κύριε ταγματάρχη. Ο μάρτυρας που επέζησε είπε ότι τους επιτέθηκαν βρικόλακες. Αυτό που ακούμε από την αρχή τούτης της αναθεματισμένης ιστορίας. Βαμπίρ. Βρικόλακες. Μια γαμημένη Κόμισσα που ζει στο κάστρο του Μπραν και η οποία, απ’ ό,τι φαίνεται, έχει φτιάξει ένα γαμημένο λημέρι εκεί πάνω, μια δικιά της αγέλη. Όλοι τους βρικόλακες, φυσικά. Τέρατα της νύχτας, απέθαντοι, νοσφεράτου». Χαμογελούσε και έπινε κρασί, μη δίνοντας δεκάρα για το πόσο παράλογα ακούγονταν αυτά που έλεγε. Έτσι κι αλλιώς, και ο ίδιος, αφού δεν έβγαζε άκρη με το ποιος ήταν ο ένοχος, αλλά και λόγω του εφιάλτη που είχε δει πρόσφατα με τις μαυροντυμένες μορφές να τον κυνηγούν, έτεινε να δεχτεί τις ανοησίες περί βρικολάκων. «Επιτίθενται σε ανυποψίαστους διαβάτες και τους πίνουν το αίμα. Σύμφωνα με τους κατοίκους του Μπραν που μας ήρθαν εδώ, αυτή η Κόμισσα και οι υποτακτικοί της εφορμούν στο χωριό. Έτσι λένε. Όλοι. Τους ρωτήσαμε, κύριε ταγματάρχη και κύριε λοχαγέ».

Ο Σούκε σκέφτηκε να ρωτήσει τον Άσπελ αν ήξερε κάτι για όλα αυτά, αλλά το άφησε για αργότερα. Ίσως ήταν προτιμότερο να μην έδειχναν στους άλλους ότι δεν τα είχαν πει όλα μεταξύ τους. Όμως, αν ίσχυε αυτό, τότε ενισχυόταν η άποψη των Ορμπάν και Τζούρτζου ότι ο Άσπελ είχε λερωμένη τη φωλιά του.

«Κατάλαβα». Ο Φάμπιαν ένευσε και ήπιε κι αυτός από το κρασί του. «Αλλά θα ήθελα να τους μιλήσω και εγώ. Για παν ενδεχόμενο».

«Θα χάσετε τον καιρό σας, κύριε ταγματάρχη» είπε ο Ζαλάν. Υπό άλλες συνθήκες, δεν θα αποκαλούσε έναν κατώτερό του αξιωματικό «κύριο», αλλά αυτές τις μέρες είχε μάθει ότι ο βαθμός που έφερε δεν του παρείχε τη δύναμη που φανταζόταν ότι του έδινε, μήτε μπορούσε να τον προστατέψει από κατώτερους. Πρώτα, ο Κέρσεν και τώρα ο Άσπελ με τον Σούκε: ήταν οι ζωντανές αποδείξεις ότι ο Ζαλάν είχε πέσει σε έναν λάκκο και του έριχναν ένα-ένα τα φίδια που θα τον σκότωναν. «Δεν έχουν να σας πουν κάτι παραπάνω. Θα επιμείνουν στην ιστορία τους».

«Ίσως. Αλλά οφείλω να διενεργήσω ανακρίσεις». Ο Φάμπιαν σκούπισε το στόμα του και αναστέναξε, ξέροντας πως τα πράγματα επρόκειτο να ζορίσουν. «Βλέπετε, δυστυχώς, μετά τα τελευταία γεγονότα, δυσκολεύομαι να πιστέψω όσα λέτε. Το οποίο μας φέρνει και στη δουλειά που κάνατε και κάνετε εδώ». Έσκυψε και έβγαλε από τον μπόγο του την εφημερίδα που είχε αγοράσει. Την άφησε στο γραφείο, ανάμεσα στους δίσκους με τα φαγητά. «Γιατί δεν ενημερώσατε το Evidenzbureau ότι έχετε πρόβλημα με ταραξίες, κύριε αντιστράτηγε;»

Ο Ζαλάν έμεινε με το στόμα ανοιχτό για λίγο. Μετά, έβρισε μέσα του. Δεν περίμενε πως ακόμα θα τους έβρισκε μπροστά του αυτούς τους άθλιους ψευδο-επαναστάτες. Είπε «Είναι ένα τοπικό πρόβλημα, το οποίο και λύσαμε».

«Ναι, κάτι έμαθα. Μοιράσατε πολύ ξύλο».

«Έτσι τους έπρεπε. Προκαλούσαν προβλήματα. Έκλειναν το Τσέντρουλ Τσιβίκ, λέρωναν το πάρκο. Ο κόσμος δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει, αφού ακούγονταν από παντού φωνές. Τι άλλο να κάναμε, δηλαδή;» Πριν απαντήσει ο Φάμπιαν, πρόσθεσε «Αλλά δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχει αυτό με την υπόθεση του Μπραν;»

Ο Κέρσεν το διασκέδαζε σιωπηλός. Έβλεπε μπροστά στα μάτια του την πτώση του Ζαλάν, που τον έριχναν από έναν πανύψηλο βράχο.

«Έχουν τον ίδιο παρονομαστή. Δεν μας ενημερώσατε, κύριε αντιστράτηγε. Το Evidenzbureauι πρέπει να έχει γνώση τέτοιων προβλημάτων. Γιατί μπορεί να ξεκινήσει μια επανάσταση που να επεκταθεί σε ολάκερη την Αυτοκρατορία. Μπορεί να εμπλέκονται ξένοι παράγοντες, που να θέλουν το κακό μας. Και τα λοιπά. Οφείλετε να ενημερώνετε».

Ο Ζαλάν αποφάσισε να αλλάξει τακτική. «Δεν θεώρησα απαραίτητο να σας ενοχλήσω. Έχετε σοβαρότερα προβλήματα να ασχοληθείτε από μερικούς άπλυτους νεαρούς, που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα».

«Αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν κάνατε σωστά τη δουλειά σας, κύριε αντιστράτηγε. Ούτε σε αυτή την υπόθεση. Αλλά αυτό ισχύει και για τον αντισυνταγματάρχη Πωλ Κέρσεν». Ο Φάμπιαν γύρισε προς τον διπλανό του. «Μη με κοιτάς έτσι, Πωλ. Πέραν ότι ούτε εσύ μας ενημέρωσες για το “τοπικό πρόβλημα”, οι δικοί σου είχαν μια ευκαιρία να πιάσουν κάποιους υπόπτους. Και σας ξέφυγαν».

Ο Κέρσεν έμεινε αποσβολωμένος για μια στιγμή. Δεν περίμενε πως ο Ζαλάν θα είχε δίκιο και ότι ο Άσπελ θα τον κατηγορούσε. Έπειτα, είπε «Τι λες τώρα; Σου είπα, ήταν πήχτρα σκοτάδι. Κι άλλωστε, οι εντολές ήταν να προστατεύουν τα σύνορα του Πουάνα Μπρασώφ. Να μην περνάει κανείς χωρίς έλεγχο. Κι αυτό έκαναν και κάνουν».

Ήταν η σειρά του Ζαλάν να χαμογελάσει ξανά, αλλά συγκρατημένα.

«Χρειαζόμαστε μάρτυρες ή υπόπτους» συνέχισε ο Φάμπιαν. «Ζωντανούς ή νεκρούς. Είχαμε μια ευκαιρία και τη χάσαμε».

Ο Κέρσεν σηκώθηκε. «Δεν ανέχομαι τέτοιες μαλακίες, Άσπελ! Οι άντρες μου έκαναν το καθήκον τους. Τέλος».

Ο Φάμπιαν δεν έχασε την ψυχραιμία του. Είπε «Κάθισε, Πωλ. Τώρα. Δεν τελειώσαμε ακόμα».

«Άντε παράτα με, Άσπελ».

«Θέλεις να βάλω να σε συλλάβουν;»

Ο Κέρσεν έκανε να πιάσει το όπλο του και τότε για πρώτη φορά ο Σούκε πετάχτηκε πάνω και άγγιξε την λαβή του δικού του πιστολιού. «Μην κάνετε καμιά ανοησία, κύριε αντισυνταγματάρχη» είπε, κοιτώντας στα ίσια τον Κέρσεν, ο οποίος φαινόταν έτοιμος να εκραγεί.

«Κοίτα εμένα, Πωλ».

Ο Κέρσεν κοίταξε τον Φάμπιαν.

«Όλοι εδώ θέλουμε το ίδιο πράγμα. Να τελειώνουμε με αυτή την υπόθεση. Κάθισε κάτω, να συζητήσουμε».

«Δεν ανέχομαι να με προσβάλλουν. Ούτε εμένα, ούτε τους άντρες μου» είπε ο Κέρσεν. «Και ειδικά, εσύ, ένας χαρτογιακάς».

«Αρκετά, αντισυνταγματάρχη» είπε ο Σούκε.

«Εσύ βούλωσέ το!» του αντέτεινε ο Κέρσεν. «Έννοια σου και θα φροντίσω να σε στείλουν στο πιο απομακρυσμένο φυλάκιο. Αφού πρώτα, περάσεις από στρατοδ…»

Πριν το καταλάβει κανείς, ο Φάμπιαν σηκώθηκε, άρπαξε το χέρι του Κέρσεν που είχε πιάσει το πιστόλι και τον γύρισε προς τον τοίχο, με το χέρι πίσω στην πλάτη, πιάνοντάς του και το πουκάμισο στο ύψος του σβέρκου του. Ο Κέρσεν έβγαλε ένα αγκομαχητό έκπληξης και πόνου.

«Τώρα άκουσέ με καλά, Πωλ» είπε ο Φάμπιαν. Αν τον ανέκριναν ποτέ, μπορεί να παραδεχόταν πως ήθελε εδώ και καιρό να δώσει ένα μάθημα στον Κέρσεν και πως επιθυμούσε να κρατήσει πολύ αυτή η στιγμή. Τον είχε άχτι από τότε που κυνηγούσαν τον δραπέτη, τον Ρούντολφ, και ο αντισυνταγματάρχης και οι άντρες του είχαν φερθεί με εχθρικό τρόπο προς τους χωρικούς του Μπραν, ενώ ο Φάμπιαν ήταν ξεκάθαρα εναντίον μιας τέτοιας τακτικής και το είχε πει στον άλλο, χωρίς όμως να του αλλάξει γνώμη. Αλλά τώρα δεν κρατούσε τον Κέρσεν για να τον τιμωρήσει για τότε. Όχι. Αυτό που ήθελε ήταν να καταλάβουν όλοι σε αυτό το γραφείο ότι είναι ανάγκη να παραμείνουν υπάκουοι στο καθήκον που είχαν αναλάβει. Συνέχισε «Δεν θα ανεχτώ εγώ άλλες μαλακίες, ούτε από εσένα, ούτε από κανέναν. Θα κάτσεις στην καρέκλα σου και θα πούμε πώς θα κινηθούμε από δω και πέρα. Ό,τι έγινε έγινε και, δυστυχώς, δεν ξεγίνεται. Θα περισώσουμε ό,τι έχει απομείνει και κυρίως όσους έχουν απομείνει. Για το καλό των πολιτών και της Αυτοκρατορίας. Έγινα κατανοητός;»

«Ναι. Ναι, έγινες κατανοητός» βόγκηξε ο Κέρσεν, που πλέον δε φαντασιωνόταν πώς θα σκότωνε τον Άσπελ.

Ο Φάμπιαν κοίταξε τον Ζαλάν. «Αντιστράτηγε; Έγινα κατανοητός;»

«Φυσικά» απάντησε εκείνος, που είχε σοβαρέψει, αλλά μέσα του ήταν σαν παιδάκι που το αφήνουν οι γονείς του να παίζει όλη μέρα. Αν δεν είχαν προηγηθεί οι μαλακίες του Κέρσεν που παρίστανε τον ανώτερο όλων, καθώς και οι κλήσεις των πραγματικών ανωτέρων που ανακοίνωναν στον Ζαλάν ότι θα περνούσε από στρατοδικείο, τότε θα είχε παρέμβει, για να αποτρέψει τέτοια επεισόδια στο γραφείο του. Αλλά όχι μόνο δεν έδινε δεκάρα, παρά χαιρόταν που δύο αξιωματικοί των Αρχών της Αυτοκρατορίας έπεφταν τόσο χαμηλά, ώστε να τσακώνονται αναμεταξύ τους. Κι είναι και οι δύο Αυστριακοί, σκέφτηκε με κακεντρέχεια.

«Ωραία». Ο Φάμπιαν άφησε τον Κέρσεν, με τον τελευταίο να τρίβει τον καρπό του. Ο Φάμπιαν έτεινε το χέρι του, αλλά όχι για να του κάνει κάποια λαβή, παρά για να ανταλλάξουν χειραψία. «Συγνώμη για αυτό, Πωλ, αλλά ξέφυγες και δεν έχουμε καιρό για βλακείες».

Ο Κέρσεν μόρφασε, αλλά έδωσε το χέρι του.

«Μπορούμε να το ξεχάσουμε, Πωλ;»

«Ναι, υποθέτω».

«Ήταν μια άτυχη στιγμή, ναι;»

«Ναι».

«Ωραία. Λοχαγέ, μόνιασε και εσύ με τον αντισυνταγματάρχη».

Ο Σούκε το έκανε, αν και αυτό δεν άλλαξε τη στάση του: παρέμεινε σε επιφυλακή, μην τυχόν προσπαθούσε κανείς να τα βάλει με τον ίδιο ή και με τον Άσπελ. Τον οποίο πολύ τον συμπάθησε που στρίμωξε κατ’ αυτό τον τρόπο έναν ανώτερο. Ήταν κάτι που ο ίδιος ο Σούκε είχε ονειρευτεί να πράττει με ορισμένους μαλάκες ανωτέρους του.

«Λοιπόν» ξεκίνησε ο Φάμπιαν «ακούστε να δείτε τι θα γίνει. Εγώ, ο λοχαγός και μερικοί από τους ορειβάτες τυφεκιοφόρους θα βγούμε στη γύρα για να βρούμε κατοίκους του Μπραν. Να υποθέσω ότι έχετε κρατήσει διευθύνσεις και ονόματα;»

«Ναι, ξέρουμε πού έχουν πάει» απάντησε ο Ζαλάν.

«Τέλεια. Θα μας δώσετε αυτό το αρχείο και εμείς θα αναλάβουμε τα υπόλοιπα. Επίσης, θα έχουμε μαζί μας έναν ή δύο πολιτοφύλακες, για να μας βοηθήσουν στην περιήγησή μας».

«Εντάξει. Αλλά επιμένω ότι δεν θα βγάλετε κάτι παραπάνω από αυτούς».

«Καταλαβαίνω. Όμως, πρέπει να το κάνω. Συνεχίζω. Ο υπολοχαγός και οι άντρες που θα μείνουν πίσω θα αναλάβουν την εξέταση των μέτρων που έχετε πάρει για την προστασία των παρακείμενων στο Μπραν περιοχών. Προς το παρόν, και με όσα έχω δει, μπορώ να πω ότι γίνεται καλή δουλειά. Και, οφείλω να σας το αναγνωρίσω και από κοντά, κύριε αντιστράτηγε, ήταν πολύ καλή η ιδέα σας για τον περιορισμό του εχθρού και την οχύρωση των άλλων περιοχών. Μπράβο σας!»

Ο Ζαλάν φούσκωσε από υπερηφάνεια και κατένευσε. «Ευχαριστώ!»

Ο Φάμπιαν γύρισε προς τον Κέρσεν. «Πωλ, θέλω να έχεις έτοιμο ένα απόσπασμα του Δέκατου Πέμπτου, σε περίπτωση που χρειαστούμε ενισχύσεις, όταν θα πάμε στο Μπραν».

Ο Κέρσεν είπε «Τότε θα πρέπει να αποσύρω μερικούς από άλλα πόστα. Ήδη οι περισσότεροι κάνουν διπλοβάρδιες, πράγμα που είναι κουραστικό. Αν θες να έχω ανά πάσα ώρα και στιγμή έναν συγκεκριμένο αριθμό αντρών, θα πρέπει να τους κρατήσω ξεκούραστους».

«Καλώς. Φρόντισέ το. Έχε σε αναμονή σαράντα πάνοπλους άντρες και αντίστοιχο αριθμό αλόγων. Η μόνη τους αποστολή θα είναι το Μπραν. Αν χρειαστεί να έρθουν».

«Εντάξει».

«Ωραία. Θα ξεκουραστούμε για δύο ώρες και μετά θα ξεκινήσουμε να βρούμε μερικούς χωρικούς του Μπραν».

«Βραδιάτικα;» ρώτησε ο Ζαλάν. «Γιατί δεν ξεκουράζεστε σήμερα και αύριο το πρωί κάνετε τις ανακρίσεις σας;»

«Αν ισχύει αυτό που μας είπατε, κύριε αντιστράτηγε» απάντησε ο Φάμπιαν «ότι όλοι θα μας πουν τα ίδια, τότε θέλω να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα. Δεν θα πάμε σε όλους όσοι έφυγαν, αλλά σε όσους μπορέσουμε μέχρι αύριο το μεσημέρι, οπότε και θα φύγουμε για το Μπραν».

Ο Ζαλάν σήκωσε ψηλά τα χέρια του. «Όπως νομίζετε» είπε.

«Δεν υποτίθεται ότι πρέπει να μείνετε εδώ, στο Μπρασώφ, για τουλάχιστον δύο μέρες;» ρώτησε ο Κέρσεν. «Κάτι τέτοιο έγραφε το τηλεγράφημα».

«Σωστά» είπε ο Φάμπιαν. «Αλλά δεν θέλω να χάσω άλλο χρόνο εδώ πέρα, ενώ όλη η ουσία της υπόθεσης βρίσκεται στο Μπραν. Αυτή τη σημείωση, όπως και όλες τις άλλες, τη γράψαμε πριν μάθουμε ότι οι υπαίτιοι για τα εγκλήματα έχουν επεκτείνει τη δραστηριότητά τους εκτός Μπραν. Δεν μπορούμε εμείς να μένουμε στο Μπρασώφ, τη στιγμή που τα καθίκια εξαπλώνονται σε δικά μας χωράφια. Ήδη τους αφήσαμε πολύ να βλάψουν την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία».

«Δεν έχεις κι άδικο» συμφώνησε ο Κέρσεν.

«Συν τοις άλλοις, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως πρόκειται για μια στρατιωτική επιχείρηση. Οι συνθήκες αλλάζουν πιο συχνά απ’ όσο θέλουμε ή περιμένουμε και οφείλουμε να προσαρμοζόμαστε».

Οι άλλοι τρεις κατένευσαν.

«Ωστόσο» συνέχισε ο Φάμπιαν «Πωλ, αν δεν λαμβάνετε ενημέρωση μας ανά έξι ώρες από τη στιγμή που θα φύγουμε από το Μπρασώφ, θα πρέπει να ενεργήσετε τάχιστα. Θα στείλεις τουλάχιστον είκοσι άνδρες. Όχι λιγότερους. Ίσως περισσότερους, αλλά για κανένα λόγο πιο λίγους. Αυτό δεν αλλάζει».

«Εντάξει».

Τότε ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και μπήκε ένας λοχίας. Ανακοίνωσε πως είχε ένα τηλεγράφημα για τον Φάμπιαν, στον οποίο το παρέδωσε και αποχώρισε. Το διάβασε εν τάχει, χαρούμενος που όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν: Η Ορέλια είναι καλύτερα… Μπορεί να βγει από το νοσοκομείο σύντομα… Η Έμιλυ είναι και αυτή καλά… Χαιρόμαστε που η αποστολή συνεχίζεται ομαλά… Όμως, προς το τέλος του υπήρχε μια σημείωση που έκανε τον Φάμπιαν να σταθεί παραπάνω στα γραφόμενα. Ήταν η γνωστή κωδικοποίηση που χρησιμοποιούσαν, ένας φαινομενικά τυχαίος συνδυασμός αριθμών και γραμμάτων που περνούσε ένα συγκεκριμένο μήνυμα. Ο Φάμπιαν άρχισε να το μεταφράζει νοητά: Όπως το περίμενες εδώ και μήνες, ο ειδικός σύμβουλος Τζον Χίθροου απάντησε τελικά στο κάλεσμά σου και έφτασε από την Αμερική στη Βουδαπέστη και τον υποδεχτήκαμε. Είχες δίκιο, σου μοιάζει πολύ. Συναντήθηκε με την Έμιλυ και την Ορέλια. Σήμερα ξεκινάει για το Μπραν, για να σου παραδώσει ένα σημαντικό έγγραφο και να βοηθήσει στην αποστολή. Σκεφτήκαμε ότι δεν θα έχεις αντίρρηση.

Ο Φάμπιαν κατάλαβε σχεδόν αμέσως δύο πράγματα: πρώτον, ότι ο Βολφ και ο Ράινχελ είχαν βρει τις σημειώσεις του και δεύτερον ότι αναφέρονταν στον Κάρτερ και χαμογέλασε. Δεν υπήρχε κανένας Τζον Χίθροου, με όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που του προσέδιδαν (ότι ήταν από την Αμερική, ότι του έμοιαζε πολύ, ότι τον είχε καλέσει στη Βουδαπέστη κλπ). Ο μόνος άνθρωπος που του είχε ζητήσει να έρθει από τις ΗΠΑ ήταν ο Κάρτερ. Αυτόν περίμενε. Επίσης, ο Βολφ και ο Ράινχελ δεν θα πήγαιναν ποτέ έναν «ειδικό σύμβουλο» επί στρατιωτικών θεμάτων στην Έμιλυ και την Ορέλια –γιατί να ήθελαν οι δύο γυναίκες της ζωής του να τον γνωρίσουν; Ακόμα, ο Φάμπιαν δεν είχε γνωρίσει κάποιον που να του μοιάζει πολύ: με κάποιους έμοιαζε εμφανισιακά, αλλά είχαν διαφορετικό χαρακτήρα, με άλλους γινόταν το ανάποδο… Βέβαια, δεν είχε δει ποτέ τον Κάρτερ, για να ξέρει αν όντως μοιάζουν. Όμως, ειλικρινά, ποιος άλλος είχε όλα αυτά που ανέφεραν στο τηλεγράφημα, αν όχι ο Κάρτερ;

Ναι, αλλά γιατί τον στέλνουν εδώ; αναρωτήθηκε. Ο Κάρτερ δεν είχε καμιά δουλειά στην Τρανσυλβανία. Και μάλιστα, εν μέσω μιας τόσο σοβαρής και επικίνδυνης υπόθεσης. Αυτό που έλεγαν, ότι θα έφερνε «ένα σημαντικό έγγραφο», ήταν μάλλον μια δικαιολογία σε περίπτωση που γινόταν κάνας έλεγχος στον Κάρτερ ή στην απίθανη περίπτωση που κάποιος άλλος αποκωδικοποιούσε το τηλεγράφημα. Αλλά και πάλι, γιατί τον κατηύθυναν προς το Μπραν;

Μήπως τον στέλνουν λόγω της φύσης της δουλειάς του στις ΗΠΑ; Σίγουρα θα ήξεραν αυτό που είχε μάθει και ο Φάμπιαν από το Γραφείο Ιδιωτικών Ερευνών Κρέιν, ότι ο Κάρτερ ήταν ομοσπονδιακός πιστολέρο. Άρα, δεν του ήταν άγνωστες οι απειλές κατά της ζωής και γενικά οι στρατιωτικές/αστυνομικές αποστολές. Όμως, αυτό δεν άλλαζε το ότι από τη στιγμή που έφυγε από την Αμερική ο Κάρτερ δεν ήταν πλέον σε υπηρεσία, αλλά ήταν ένας πολίτης. Άσε που και η υπηρεσία του και η πρεσβεία δεν θα έδιναν την έγκρισή τους για την ανάμειξη του Κάρτερ στην υπόθεση του Μπραν.

Ο Φάμπιαν απέκλεισε τις τελευταίες σκέψεις. Άπαξ και κάποιος μπει στο «παιχνίδι», δε βγαίνει ποτέ από αυτό, ακόμα και αν παραιτηθεί ή τον διώξουν. Μόνο αν δεν είναι καθόλου καλός σε αυτό ή και δεν το ήθελε εξ αρχής μπορεί να νοηθεί ότι είναι ένας απλός πολίτης. Αν ο Κάρτερ ήταν αυτός που πίστευε/ήθελε ο Φάμπιαν να είναι, τότε διατηρούσε την ιδιότητά του, είτε το δέχονταν οι Αρχές της χώρας που πήγαινε, είτε όχι. Παρέμενε ένας εν ενεργεία πιστολέρο που είχε ταχθεί στην υπεράσπιση της ανθρώπινης ζωής και του Νόμου. Και μπορεί οι νόμοι να ήταν διαφορετικοί από χώρα σε χώρα, αλλά κάποια πράγματα παρέμεναν ίδια σε όλες. Οι κλοπές, οι απαγωγές και οι δολοφονίες, για παράδειγμα, ήταν κατακριτέες παντού και διώκονταν. Ο Φάμπιαν θα έπαιρνε όρκο πως, αν ο Κάρτερ ήταν μάρτυρας σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα έμενε άπραγος, αλλά θα έκανε ό,τι μπορούσε για να αποτρέψει τα χειρότερα. Κι αυτό πρέπει να το είχαν καταλάβει και οι συνάδελφοι του Φάμπιαν, ο Βολφ και ο Ράινχελ. Γι’ αυτό τον εμπιστεύονταν να έρθει στο Μπραν και προφανώς του παρείχαν κάλυψη με ψεύτικα στοιχεία. Πιθανότατα, και ο ίδιος ο Κάρτερ είχε ζητήσει να πάει στο Μπραν, ξέροντας τι σήμαινε αυτό για τον ίδιο και τις σχέσεις της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και ΗΠΑ.

Άρα… ήρθε. Όντως, ήρθε. Και έρχεται. Στο Μπραν. Σε εμένα. Ο Φάμπιαν, χωρίς να το καταλάβει, χαμογέλασε.

«Κύριε ταγματάρχη;» είπε ο Ζαλάν. Όπως και ο Σούκε και ο Κέρσεν, έτσι και αυτός απόρησε με τη χαρά του Φάμπιαν. «Έχουμε καλά νέα;»

Ο Φάμπιαν τον κοίταξε. Μετά, δίπλωσε το γράμμα και το έβαλε στην τσέπη του. «Ναι. Απλά έμαθα ότι η κόρη μου πάει καλύτερα. Έχει πρόβλημα υγείας, ξέρετε». Δεν θα έλεγε στους άλλους για τον Κάρτερ. Όχι ακόμα. Ίσως ποτέ. Μόνο ο Σούκε θα μάθαινε σίγουρα για αυτόν. Επειδή θα συναντιόντουσαν και θα έπρεπε να συνεργαστούν. Γιατί ο Κάρτερ για αυτό ερχόταν, για να συνδράμει στην αποστολή.

«Λυπάμαι, κύριε» είπε ο Ζαλάν με σοβαρότητα.

«Ελπίζω να μην είναι κάτι σοβαρό, Φάμπιαν» είπε ο Κέρσεν. Όπως και ο Ζαλάν, έτσι και αυτός ξέχασε τις όποιες διαφορές είχαν. Καταλάβαινε την ανησυχία ενός πατέρα, και μάλιστα ενός πατέρα που είχε φύγει μακριά από το άρρωστο παιδί του.

Ο Φάμπιαν ανέμισε το χέρι του. «Πάει καλύτερα. Αυτό αρκεί. Αλλά σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον».

«Πολύ καλό αυτό, κύριε» είπε ο Σούκε.

«Ναι. Είναι πολύ καλό αυτό».

Τότε ήταν που θυμήθηκε κάτι άλλο. Πριν φύγει, είχε πει στους συναδέλφους του ότι έμεναν πίσω για να περατώσουν την υπόθεση σε περίπτωση που κάτι δεν πήγαινε καλά με την αποστολή του Φάμπιαν και των ορειβατών τυφεκιοφόρων. Ήτοι, σε περίπτωση που σκοτωθούν χωρίς να τερματίσουν τη δράση των εχθρών. Ίσως είχαν κάνει μια τέτοια σύνδεση, λοιπόν: να προλάβει ο Κάρτερ να συναντήσει τον Φάμπιαν ενώ ζούσε ακόμα.

Ο Φάμπιαν ήπιε όσο κρασί είχε μείνει στο ποτήρι του, για να κρύψει την αγωνία του. Και να ίσχυε αυτή η τελευταία διαπίστωση, ήταν ικανοποιημένος με την απόφαση των συναδέλφων του. Ήθελε να γνωρίσει τον αδερφό του. Το ήξεραν. Είχαν βρει τις σημειώσεις του. Και κατάλαβαν τι (θα) ήθελε από αυτούς. Ήταν οι δικοί του άνθρωποι.

Κι έτσι, ο Κάρτερ ερχόταν. Για αυτόν. Για το Μπραν. Και, εντέλει, για την υπεράσπιση της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας.

 

Συνεχίζεται…

——————————————————————————————————

Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.

Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr

Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/

Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/%ce%b7-%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ae-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%cf%8c%ce%bc%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1%cf%82/

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook