Η Εντολή της Κόμισσας – Μέρος Δεύτερο – 6.ΙΙ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μισή ώρα πριν την Πολιορκία του Μπραν

 

*

 

Μπραν

Η καμπάνα χτύπησε μία φορά. Ο Φάμπιαν κοίταξε το ρολόι του. Ήταν έντεκα και μισή.

Ο Φάμπιαν και ο Κάρτερ κάπνιζαν και περίμεναν μαζί με άλλους τρεις στρατιώτες και ένα σκυλί στο ισόγειο. Στην κουζίνα. Άλλοι ήταν στο σαλόνι, όπου ζεσταίνονταν από τη φωτιά του τζακιού, και άλλοι στον επάνω όροφο. Όλοι με τα όπλα κοντά τους. Στα Μάνλιντσερ, είχαν περάσει και ξιφολόγχη, έπειτα από διαταγή του Φάμπιαν. Ήταν έτοιμοι. Είχαν καθαρίσει και οχυρώσει το μεγάλο σπίτι των Τσομπάνου. Είχαν καλύψει τα παράθυρα με ξύλινες σανίδες και κομμάτια ύφασμα από ρούχα που είχαν βρει στα επάνω δωμάτια. Είχαν στηρίξει την κεντρική πόρτα, ούτως ώστε να μην ανοίγει εύκολα. Είχαν αναμμένα φανάρια σε κάθε χώρο, για να μη χρειάζεται να τα κουβαλάνε. Είχαν βρει και πυρομαχικά στην αποθήκη -όλα κλεμμένα από τον ουγγρικό στρατό- και είχαν πάρει ό,τι χρειάζονταν, κυρίως επιπλέον σφαίρες, αλλά ο Φάμπιαν είχε πάρει και ένα σπαθί. Κάποιοι από τους φαντάρους είχαν κλειστά τα μάτια, αλλά στην ουσία δεν κοιμούνταν. Δεν θα το μπορούσαν, όσο και να το ήθελαν. Απλά, ξεγελούσαν το μυαλό τους, ώστε να έχει την ψευδαίσθηση πως κοιμάται. Έπρεπε να είναι έτοιμοι.

Ήταν έτοιμοι.

Και περίμεναν.

Λίγο πριν, ο Φάμπιαν και ο Σούκε είχαν συνεννοηθεί για ένα ακόμα πράγμα –πέραν του ότι θα αναλάμβαναν τον Ορμπάν και τον Τζούρτζου. Αν ζούσαν, αν ξημέρωνε άλλη μια μέρα κι αυτοί ήταν ζωντανοί, θα πήγαιναν στο κάστρο. Θα το περικύκλωναν και θα έστελναν αγγελιαφόρο στο Μπρασώφ, ώστε το Δέκατο Πέμπτο να στείλει ενισχύσεις. Κανόνια και στρατιώτες. Θα έμπαιναν μέσα και αλίμονο σε όποιον εχθρό θα έβρισκαν. Τέλος, θα το κατέστρεφαν, για να μην μιλήσει ποτέ ξανά κάποιος για αυτό.

«Νομίζετε ότι θα καταφέρετε κάτι με όλα αυτά;»

Ο Φάμπιαν και ο Κάρτερ γύρισαν προς τον Στεφάν. Τον είχαν καθίσει σε μια γωνία, στο κρύο πάτωμα, με δεμένα χέρια. Αλλά αυτός δε φαινόταν να ταλαιπωρείται. Άλλη μια απόδειξη για αυτό που είχαν καταλάβει νωρίτερα, ότι η μαγκούρα και η δήθεν κακομοιριά στη στάση του όταν τον γνώρισαν ήταν μια παράσταση, για να τους κοροϊδέψει. Να νομίζουν ότι ήταν μονάχα ένας γέρος παπάς και, όταν θα έμπαιναν στην εκκλησία, η κυρά του θα τους σκότωνε και θα έπινε το αίμα τους.

Ο Στεφάν συνέχισε «Αν αντισταθείτε, θα μπουν μέσα και θα σας σκοτώσουν. Τα όπλα σας δεν θα έχουν κανένα αποτέλεσμα σε αυτούς. Είστε πολύ λίγοι για τα εκπληκτικά αυτά πλάσματα».

Ο Φάμπιαν ρώτησε «Έτσι νομίζεις;»

«Έτσι είναι». Ο Στεφάν γύρισε προς τα πάνω, κοιτώντας το ταβάνι, το οποίο είχε επίσης αμαυρωθεί από την όποια έκρηξη έγινε εδώ μέσα. Είχε ξανά το ονειροπόλο βλέμμα. «Ξέρεις, ούτε εγώ πίστευα τις φήμες. Άκουγα τους άλλους που λέγανε για βρικόλακες, για την Κόμισσα, για το κάστρο, αλλά δεν τους πίστευα. Κάποτε, σε μια συζήτηση με την αγαπημένη μου Ντανιέλα, είχα πει ότι αξίζει να παλέψω, για να λυτρώσω το ποίμνιό μου από τους παράλογους φόβους του, γιατί “έχω να τα βάλω με ανύπαρκτα τέρατα. Είναι ο λόγος μου απέναντι στον δικό τους”. Αυτό της είχα πει. Τότε, όμως, δεν είχα ανακαλύψει πως κάποιες τόσο ξεχωριστές οντότητες είχαν επισκεφτεί την πατρίδα μας και ότι είναι ακόμα εδώ. Τι ανόητος που ήμουν!»

«Τι λέει;» ρώτησε ο Κάρτερ τον Φάμπιαν.

«Δικαιολογεί τον εαυτό του, ότι δεν ήξερε για τους βρικόλακες, ότι είναι ηλίθιος που δεν πίστευε τις δεισιδαιμονίες των χωρικών κλπ» απάντησε ο ταγματάρχης, κοιτώντας τον. Δεν είχε δώσει σημασία καθόλου προς τον Στεφάν, από την στιγμή που τον έφεραν και τον παράτησαν εδώ.

«Γιατί να κάνει κάτι τέτοιο;»

«Δεν ξέρω, Μαξ. Ούτε με νοιάζει. Ο άνθρωπος αυτός πρόδωσε όχι μόνο τη χώρα του, αλλά όλο το ανθρώπινο γένος. Δεν με νοιάζει αν θέλει να απολογηθεί. Δεν θα δεχτώ καμιά δικαιολογία του».

Ο Στεφάν ρώτησε «Ξέρεις γιατί μου είναι εύκολο να είμαι μαζί τους; Μπορείς να φανταστείς;»

Ο Φάμπιαν δεν απάντησε.

«Γιατί ανέκαθεν ήμουν θυμωμένος με τον Θεό που υπηρετούσα» είπε ο Στεφάν, φτύνοντας λόγια και σάλια. «Εγώ και η Ντανιέλα θέλαμε παιδιά. Έστω, ένα. Αγαπούσαμε τα παιδιά. Αλλά Εκείνος δεν μας έδωσε ποτέ. Γιατί; Τι κάναμε λάθος; Ήμουν πιστός Του. Ταγμένος να Τον υπηρετώ. Το ίδιο και η Ντανιέλα. Κι Εκείνος μας αρνήθηκε να αποκτήσουμε ένα αγοράκι ή ένα κοριτσάκι. Ή περισσότερα. Γιατί; Γιατί να μη μας χαρίσει ένα παιδί; Τι Του φταίξαμε;» Χαμογέλασε ξανά, αλλά με κακεντρέχεια. «Ξέρω την απάντηση. Πλέον, ξέρω. Δεν υπάρχει ο Θεός. Δεν υπάρχει ο Ιησούς, ούτε η Παναγία, ούτε οι Άγιοι. Κανείς Τους δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η θεά, η εξαίρετη Κόμισσα. Αυτήν θα υπηρετήσω, γιατί αυτή, μέσω ενός τέκνου της, της αφέντρας μου, μου έδωσε κάτι που δεν θα μπορούσα να το κερδίσω με κανέναν άλλο τρόπο. Κατέρριψε την θνητότητά μου και με αναζωογόνησε. Και εμένα και την Ντανιέλα, που εσείς, οι αχρείοι, την σκοτώσατε! Αναθεματισμένοι! Καταραμένοι να είστε!»

Το σκυλί γρύλισε προς τον ηλικιωμένο.

Ο Κάρτερ, που είχε βγάλει το καπέλο του και το είχε στο τραπέζι, στράφηκε προς τον Στεφάν. Σε αντίθεση με όλους τους άλλους, ήταν ο μόνος που τα όπλα του τα είχε αφήσει στις θήκες. Επίσης, αντίθετα από τους υπόλοιπους, ο Κάρτερ δεν προσευχόταν στον Θεό, αλλά ζητούσε τη βοήθεια του θρυλικού πιστολέρο που είχε η υπηρεσία του ως σύμβολό της. Ήθελε να είναι κοντά του ο Λούκυ Λουκ. Όπως τότε, στη Silent Desert. Θα τον χρειαζόταν και τώρα. Ο Φάμπιαν τού είχε προτείνει να του δώσει ένα από τα πιστόλια ΛεΜατ (αυτά που είχε κατασχέσει από τους μπράβους του Τζούρτζου) ή κάποιο άλλο τυφέκιο από την αποθήκη των Τσομπάνου, αλλά ο Κάρτερ είχε αρνηθεί, καθότι, δεδομένων των όσων ήξεραν για τους βρικόλακες (ότι πεθαίνουν μόνο από λεπίδα ή παλούκι ή κάτι άλλο αντίστοιχο) θεωρούσε ότι του αρκούσαν τα δικά του εξάσφαιρα και το μαχαίρι που του είχε δώσει ο σταβλίτης στη Βουδαπέστη. Όμως, δέχτηκε να έχει μαζί του ένα σπαθί από το απόθεμα των Τσομπάνου –ως προς αυτό, έφταιγε και το ότι πήρε και ο Φάμπιαν ένα σπαθί.

Οι στρατιώτες γύρισαν προς τον Στεφάν και τον σημάδεψαν. «Κύριε ταγματάρχη, θέλετε να τον σκοτώσουμε;» ρώτησε ένας εξ αυτών.

«Όχι. Όχι ακόμα». Ο Φάμπιαν απευθύνθηκε στον Στεφάν «Παραμένεις ανόητος, Οσμοκέσκου. Ακόμα και να ισχύουν όλα αυτά που μας αραδιάζεις, σου διαφεύγει κάτι: γιατί νομίζεις ότι είσαι εδώ και όχι μαζί με τους βρικόλακες; Ε;»

Ο Στεφάν δεν απάντησε. Αλλά κοιτούσε τον Φάμπιαν με κακία.

«Σε θέλουν μόνο για αυτή τη δουλειά. Να μας κατασκοπεύσεις. Αλλά, πέραν από αυτό, δεν έχεις μέλλον. Ούτε αν νικήσουν αυτοί, ούτε άμα νικήσουμε εμείς. Όπως και να έχει, θα πεθάνεις, Οσμοκέσκου. Θα ακολουθήσεις την κυρά σου. Και να χαίρεσαι για αυτό, γιατί θα λυτρωθεί η ψυχή σου, από το να κάνεις κι άλλο κακό στην ανθρωπότητα, βοηθώντας τα τέρατα».

«Ανόητε στρατιωτικέ!» είπε ο Στεφάν. «Δεν θα γλιτώσεις. Κανείς σας δεν θα γλιτώσει». Κοίταξε και τους άλλους, τους στρατιώτες και τον Κάρτερ. «Το τέλος σας είναι κοντά. Το νιώθετε, έτσι δεν είναι; Νιώθετε την ψυχρή του ανάσα στο δέρμα σας; Στην καρδιά και στην ψυχή σας; Σας πλησιάζει, ανίδεοι! Αλλαξοπιστήστε πριν να είναι αργά».

«Βγάλε το σκασμό, Οσμοκέσκου» του φώναξε ο Φάμπιαν. «Μην ξαναμιλήσεις. Με αηδιάζεις».

«Μην μου μιλάς έτσι εμένα!»

Το σκυλί παραλίγο να του επιτεθεί, αλλά ο στρατιώτης που κρατούσε το λουρί του το συγκράτησε.

Τότε ο Φάμπιαν έσβησε το τσιγάρο του στο σταχτοδοχείο που είχαν στο τραπέζι και το οποίο είχαν βρει στο σαλόνι, σηκώθηκε, έφτασε με δυο βήματα τον Στεφάν, γονάτισε, άρπαξε το κεφάλι του και του έβαλε το πιστόλι στον κρόταφο. «Άλλη μια κουβέντα σου και θα πας να συναντήσεις τον Θεό που απαρνήθηκες. Άλλη. Μία. Κουβέντα. Αν δεν σου δώσω εγώ άδεια, δεν θα πεις το παραμικρό. Δεν θα βγάλεις κιχ, τίποτα. Κατάλαβες;»

Ο Στεφάν γρύλισε, αλλά δεν κοίταξε τον Φάμπιαν.

Έτσι, αυτός τράβηξε τα μαλλιά του Στεφάν και το κεφάλι έγειρε προς τα πίσω. «Κατάλαβες;» ρώτησε ξανά. «Απάντησέ μου, Οσμοκέσκου».

«Ναι» ψιθύρισε ο Στεφάν. «Κατάλαβα. Αλλά…»

Ο Φάμπιαν δεν τον άφησε να συνεχίσει: σήκωσε το πιστόλι και τον χτύπησε στο πρόσωπο. «Αυτή είναι η τελευταία φορά που σου χαρίζω την ζωή, Οσμοκέσκου. Την επόμενη, το μόνο που θα προλάβεις να καταλάβεις είναι ένας πυροβολισμός». Τον άφησε και επέστρεψε στην θέση του. Έβγαλε το ρολόι του και έλεγξε την ώρα. Δώδεκα παρά τέταρτο. Δεν ήξερε αν θα γινόταν κάτι άμεσα, αλλά η αλήθεια ήταν ότι ο Οσμοκέσκου είχε δίκιο σε ένα πράγμα: ο Φάμπιαν ένιωθε μια αόριστη απειλή. Ίσως έφταιγε που είχε δει προ ολίγου ένα βρικόλακα, οπότε δεν μπορούσε να αγνοεί την αλήθεια, κι αυτό, κατά μία έννοια, ήταν χειρότερο από το να μην είχαν βρει καμιά απόδειξη για το ποιόν των εχθρών. Γιατί ήταν επίσης σίγουρος ότι όσοι κάτοικοι και πολιτοφύλακες αγνοούνταν δεν είναι αιχμάλωτοι, αλλά βρικόλακες –θα ήταν ανοησία του να πιστέψει οτιδήποτε άλλο. Γεγονός που τον οδηγούσε σε ένα ακόμα τραγικό συμπέρασμα: θα έπρεπε να σκοτώσουν (ή έστω να το προσπαθήσουν) όντα που κάποτε ήταν απλά χωρικοί ή περιφερόμενοι τσιγγάνοι ή ένστολοι της Αυστροουγγαρίας. Άνθρωποι που, κατ’ ουσίαν, δεν έφταιγαν για ό,τι τους συνέβη και για ό,τι θα τους συνέβαινε -τουλάχιστον, όχι οι περισσότεροι-, το οποίο είναι λυπηρό και ο Φάμπιαν σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να επιτεθεί σε αθώους, που είχαν πλανηθεί βιαίως και είχαν μετατραπεί σε τέρατα.

«Είσαι καλά, αδερφέ;» ρώτησε ο Κάρτερ, που έβλεπε τον προβληματισμό του Φάμπιαν να καθρεπτίζεται στο πρόσωπό του.

«Προσπαθώ να είμαι, Μαξ. Απλά…» Ο Φάμπιαν έβγαλε άλλο τσιγάρο και το άναψε. «Σκέφτομαι ότι θα χρειαστεί να κάνουμε φρικτά πράγματα σε ανθρώπους που μέχρι πριν λίγες μέρες προσπαθούσαν να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Αυτή που σκοτώσαμε πιο πριν, η γυναίκα εκείνου… Στο τέλος, καθώς ψυχορραγούσε, ξανάγινε άνθρωπος, αυτή που ήταν πριν τη δηλητηριάσουν. Μια αθώα ηλικιωμένη. Κι εμείς… Εγώ… αναγκάστηκα…» Ο Φάμπιαν σταμάτησε και έτριψε το κεφάλι του, σαν να ήθελε να βγάλει κάποια βρομιά που το είχε σκεπάσει.

«Καταλαβαίνω. Αλλά πρέπει να καταλάβεις και εσύ ότι δεν είχες επιλογή. Όπως είπες, μόνο στο τέλος επανήλθε η ανθρώπινη πλευρά της. Αν την αφήναμε, θα μας σκότωνε. Ή θα μας έκανε κι εμάς βρικόλακες, αν ισχύουν όσα ξέρουμε για αυτούς. Όπως επίσης είπες, αναγκάστηκες να τη σκοτώσεις, Φάμπιαν. Δεν το ήθελες πραγματικά. Έχει διαφορά. Σαν στρατιωτικός, θα έπρεπε να το ξέρεις αυτό».

«Το ξέρω, το ξέρω. Είναι που οι ευθύνες για ό,τι κακό έχει συμβεί σε τούτο το χωριό, αυτοί που σκοτώθηκαν ή έγιναν τέρατα, τα σπίτια που καταστράφηκαν, τα ζωντανά που σφαγιάστηκαν, όλα και όλοι βαραίνουν την ψυχή μου». Ο Φάμπιαν κοίταξε τον αδερφό του κατάματα. «Έδωσα ένα σωρό υποσχέσεις, Μαξ. Στην οικογένειά μου, στους συναδέλφους μου, στον εαυτό μου, μα, πάνω απ’ όλους, στους κατοίκους που έφυγαν, σε παιδιά και γονείς, σε θείους και θείες, σε παππούδες και γιαγιάδες. Τους υποσχέθηκα ότι θα λυτρώσουμε το Μπραν και θα βρούμε τους ανθρώπους τους. Ο άντρας που πέρασε χειροπέδες στον Οσμοκέσκου είναι ένας πολιτοφύλακας που έχασε συναδέλφους του, οι οποίοι είχαν έρθει εδώ, για να κάνουν ό,τι πρέπει να κάνουμε και εμείς. Δεν τους έχει δει έκτοτε και ταλαιπωρείται από τύψεις. Για αυτό και ήρθε τώρα. Για να εξιλεωθεί». Πλησίασε πιο κοντά το πρόσωπό του στον Κάρτερ. «Και είναι και κάτι άλλο, Μαξ. Δεν είχα πει σε κανέναν από το απόσπασμα ότι έχουμε κι άλλες ενδείξεις για την ύπαρξη βρικολάκων στο Μπραν. Βρήκαμε παλιά έγγραφα. Ειδικά, μια επιστολή ενός λοχαγού μιας μονάδας Ούγγρων μισθοφόρων, από το 1604, όπου ανέφερε πως στο κάστρο ζει μια “δαιμόνισσα που αρρωσταίνει τους στρατιώτες του”».

«Αυτό εκεί πάνω στο λόφο είναι κάστρο; Το είδα, καθώς ερχόμουν, αλλά, μες στη νύχτα, ήταν δύσκολο να καταλάβω».

«Ναι, είναι ένα παλιό κάστρο. Για αυτό μας μίλησαν και οι κάτοικοι που διέφυγαν και με κάποιους από τους οποίους μίλησα και εγώ. Ότι εκεί ζουν τα τέρατα, οι βρικόλακες. Αυτή η Κόμισσα, που μάλλον είναι η “δαιμόνισσα” που ανέφερε εκείνος ο Ούγγρος λοχαγός μισθοφόρος. Αν θυμάμαι καλά από τα έγγραφα που βρήκαμε στον σταθμό της Βουδαπέστης, το όνομά της είναι Ροντίκα Ντραγκίτσι. Υποτίθεται ότι ζει ακόμα στο κάστρο, μαζί με τους άλλους βρικόλακες».

Ο Κάρτερ σκέφτηκε όσα είχε μάθει ως τώρα και κατέληξε σε ένα συμπέρασμα. Ρώτησε «Δεν πήγατε εκεί, στο κάστρο, αλλά ήρθατε στο Μπραν, επειδή θέλατε να βεβαιωθείτε ότι ισχύουν όσα ξέρατε με σιγουριά; Ότι, δηλαδή, όντως είχαν γίνει καταστροφές και ότι πέθαναν και εξαφανίστηκαν άνθρωποι;»

«Ακριβώς. Αλλά και γιατί δυσκολευτήκαμε να δεχτούμε την πιθανότητα να υπάρχουν πράγματι βρικόλακες. Δηλαδή, ναι, εγώ το είχα υπ’ όψιν μου ότι υπάρχουν, όμως ήλπιζα μέσα στην ψυχή μου ότι θα αποδειχτεί πως δεν υπάρχουν». Κοίταξε για μια στιγμή τους φαντάρους που περίμεναν καρτερικά, προτού γυρίσει προς τον Κάρτερ. «Από την αρχή τούτης της υπόθεσης, τραβολογάω ανθρώπους σαν αυτά τα παιδιά, τους πάω όπου νομίζω εγώ ότι πρέπει να πάμε. Πλέον, αμφιβάλλω αν έχω πράξει σωστά έστω και μία φορά».

«Νομίζω πως αδικείς τον εαυτό σου, Φάμπιαν. Από την πλευρά σου, δεν είχες άδικο, τουλάχιστον για το ότι ήρθατε πρώτα στο Μπραν. Απλά, πρέπει να πάμε και στο κάστρο, για να διαπιστώσουμε αν όντως ζουν εκεί οι βρικόλακες».

Να πάμε. Του Φάμπιαν δεν του διέφυγε ότι ο Κάρτερ συμπεριλάμβανε και τον εαυτό του στην υπόθεσή τους. Έκανε πίσω και ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας. «Κάτι μου λέει ότι θα μας έρθουν πρώτα αυτοί, Μαξ. Ξέρουν ότι υπάρχει τροφή εδώ. Γιατί αυτό είμαστε για εκείνους. Τροφή. Θηράματα. Και θα θέλουν να φάνε».

«Ή να πιουν το αίμα μας». Ο Κάρτερ έδειξε τη δίκαννη καραμπίνα που είχε στηρίξει ο Φάμπιαν στο τραπέζι. Χαμογέλασε. «Αλλά δεν είμαστε απλά θηράματα, γιατί τους περιμένουμε. Δεν θα είμαστε εύκολοι στόχοι. Κι αν τα πυροβόλα δεν τους αρκούν, έχουμε και τα μαχαίρια, για να τους χορτάσουμε».

Ο Φάμπιαν, άθελά του περισσότερο, χαμογέλασε και αυτός. Ο Κάρτερ είχε καταφέρει να του περάσει με τα λόγια του τη δική του αισιοδοξία. Μια υπέρ τους έκβαση. Ένα καλό μέλλον. Ο Φάμπιαν φαντάστηκε τους κατοίκους του Μπραν να επιστρέφουν στον απελευθερωμένο τόπο τους. Θα τους έπαιρνε χρόνο, αλλά τελικά θα συνέχιζαν την ζωή τους, τιμώντας τους νεκρούς συγγενείς τους. Φαντάστηκε, ακόμα, τον ίδιο, τον Κάρτερ, την Έμιλυ και την Ορέλια να δειπνούν σε κάποιο εστιατόριο της Βουδαπέστης, μια ήσυχη βραδιά. Ίσως να είχαν καλέσει και τον Βολφ και τον Ράινχελ, μετά των δικών τους οικογενειών. Η Ορέλια μπορεί και να έπαιζε με τα παιδιά του Βολφ, όσο οι μεγάλοι θα συζητούσαν τα δικά τους –που δεν θα σχετίζονταν με καμιά στρατιωτική επιχείρηση· αυτό θα το φρόντιζε ο Φάμπιαν. Φαντάστηκε να κάνουν βόλτες κοντά στον Δούναβη. Φαντάστηκε να πηγαίνουν μέχρι και στην όπερα. Φαντάστηκε να αποχαιρετούν τον Κάρτερ λίγο πριν φύγει το τρένο, με μια υπόσχεση πως θα βρεθούν ξανά, κάποτε, ίσως στην Αμερική.

Τα ήθελε όλα αυτά, και όσα άλλα θα μπορούσαν όλοι τους -όλοι οι καλοί– να έχουν. Θα πολεμούσε για αυτά. Ανάθεμα αυτή την Κόμισσα και τους ομοίους της· όσο ισχυροί κι αν ήταν, θα έπρεπε να είναι προετοιμασμένοι για μεγάλη μάχη. Θα τους έκαναν την ζωή Κόλαση.

«Ξέρεις» είπε στον Κάρτερ «έστειλα ένα τηλεγράφημα στη Βουδαπέστη. Στον Βολφ και τον Ράινχελ. Τους είπα να βρουν κάποιον που είχα γνωρίσει και που ξέρω ότι έχει τις κατάλληλες γνώσεις, για τέτοια όντα».

Ο Κάρτερ είπε «Τον Μαρτίν. Για αυτόν μιλάς;»

«Ναι. Πώς;…»

«Μου μίλησε η Έμιλυ για αυτόν. Κι αυτή φαίνεται να πιστεύει πως είναι ο σωστός άνθρωπος για αυτή τη δουλειά. Ας ελπίσουμε ότι θα έρθει έγκαιρα». Ο Κάρτερ κοίταξε προς το παράθυρο και την πόρτα που βρίσκονταν στα δεξιά του. Έπειτα, στράφηκε ξανά προς τον Φάμπιαν και είπε «Ξέρεις, όταν έλαβα το γράμμα σου, μόλις είχα ολοκληρώσει μια αποστολή που δε διαφέρει και πολύ από αυτήν εδώ. Στην πόλη Silent Desert, του Τέξας. Έπρεπε να επιστρέψω ένα αξιαγάπητο κοριτσάκι, την Λία Ο’ Κόνορ, στην μητέρα του, γιατί ο θείος της είχε συλληφθεί. Αλλά αποδείχτηκε ότι οι άνθρωποι εκεί είχαν επικαλεστεί τέρατα».

Ο Φάμπιαν ύψωσε τα φρύδια του. «Τι; Αλήθεια; Γιατί να κάνουν κάτι τέτοιο;»

«Δεν τους άρεσε που οι Νότιοι έχασαν στον Εμφύλιο. Αυτή ήταν η δικαιολογία που έλεγαν σε άλλους, που τους βοηθούσαν. Αλλά στην πραγματικότητα ένας από τους κατοίκους, ο Ρόρι Κάβανα ήθελε την απεριόριστη δύναμη που υπόσχεται ένα χωρίο από έναν αρχαίο πάπυρο. Αυτός ήταν ο κύριος υπεύθυνος. Οι άλλοι παρασύρθηκαν από αυτόν, όμως όταν είδαν τους δαίμονες, τρόμαξαν». Ο Κάρτερ ανατρίχιασε στην θύμηση του πάπυρου Diabolus invocantem. Δεν τον είχε παραδώσει στην υπηρεσία του ή σε κάποιον άλλο, γιατί δεν μπορούσε να είναι σίγουρος τι θα τον έκαναν. Προτίμησε να τον κρύψει σε ένα μέρος που ήξερε μονάχα ο ίδιος. Δεν είχε φέρει μαζί του το παμπάλαιο κειμήλιο, καθότι θεωρούσε ότι αυτό το πράγμα δεν έπρεπε να βγει ποτέ ξανά στην επιφάνεια. Αναρωτήθηκε τώρα μήπως έπρεπε να το είχε φέρει, μήπως το χρειάζονταν, αλλά απέρριψε αυτήν την σκέψη. Πώς θα μπορούσε να τους φανεί χρήσιμος; Οι βρικόλακες δεν ήταν ακριβώς δαίμονες, όπως εκείνοι που αντιμετώπισε. Ήταν… διαφορετικοί. Βέβαια, ο πιστολέρο δεν ήξερε τι έγραφε ο πάπυρος, δεν τον διάβασε επίτηδες, για να μην κάνει καμιά ανοησία. Όχι, καλύτερα να μην έμπλεκε ποτέ ξανά κανείς με δαύτον.

«Λογικό μου φαίνεται. Και αυτός ο Κάβανα επικαλέστηκε τέρατα; Μα καλά, μπορούσε να τα ελέγξει;»

Ο Κάρτερ ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν είχε σημασία αυτό για εκείνον».

«Θεέ μου… Και τι τέρατα επικαλέστηκε, δηλαδή;»

«Δαίμονες. Μία γυναίκα που κλαίει και την λένε Banshee και ένα περίεργο πράγμα που το λένε Fachan –αυτοί είναι δαίμονες των αρχαίων Κελτών. Επίσης, υπήρχε ο Raw Head, ένας καραφλός τύπος με κουρέλια, πληγές στο ισχνό σώμα του και μακριά νύχια, που είναι δαίμονας των Ινδιάνων, αλλά αυτός υπήρχε ήδη εκεί, αποκλεισμένος σε ένα μεγάλο σπίτι Ινδιάνων. Όμως, αυτόν που ήθελε πραγματικά να φέρει στην πόλη ο Κάβανα ήταν ο Ankou, ο Καταραμένος Ιερέας. Είναι ένας άντρας, σχεδόν αποσκελετωμένος, με γκρίζο πρόσωπό που καλύπτεται από μακριά μαλλιά και γενειάδα και δεν έχει μάτια. Έχει ένα μαύρο κάρο με κρεμασμένες νεκροκεφαλές και κεριά. Τα όπλα δεν του έκαναν τίποτα, ενώ στους άλλους είχαν έστω και μικρό αποτέλεσμα. Αυτός, όμως… Ήταν πολύ ισχυρός, αναμφίβολα».

Ο Φάμπιαν ένευσε. Μέσα του ένιωθε ικανοποίηση, γιατί ο Κάρτερ πρέπει να είπε αυτή την ιστορία, ολόκληρη ή ένα μέρος της, στην Έμιλυ και αυτή θα έκρινε ότι ο Μαξ πρέπει να έρθει και για αυτόν τον λόγο στο Μπραν -ο Βολφ και ο Ράινχελ δεν θα τον πίστευαν, οπότε λογικά δεν τους είχε πει το παραμικρό. Ο Φάμπιαν χάρηκε και πάλι που είχε παντρευτεί μια τόσο έξυπνη γυναίκα.

Σκέφτηκε κάτι και ρώτησε «Και πώς τα κατάφερες; Θέλω να πω, είσαι εδώ. Άρα, επιβίωσες. Οι δαίμονες εξαφανίστηκαν, σωστά;»

«Ναι, δεν είναι πλέον σε αυτόν τον κόσμο». Ο Κάρτερ χαμογέλασε.

Πήγε να πει στον Φάμπιαν για τον θρυλικό πιστολέρο, αλλά δεν το έκανε ποτέ, γιατί τότε άκουσαν ένα γελάκι που έβγαλε κάποιος. Στράφηκαν προς τον Οσμοκέσκου. Πράγματι, χαμογελούσε. Και τους κοιτούσε. Με κακεντρέχεια, μαζί και ευχαρίστηση. Γιατί ήξερε. Εκείνη του είπε νοητά ότι έρχονται.

Οι βρικόλακες έρχονταν.

Για τα θηράματά τους.

 

Από το Κάστρο στο Μπραν

Για άλλη μια φορά, το κάρο που κάποτε ανήκε στον Μιχαήλ Μπενγκέσκου προχωρούσε στο δρόμο, με τους κατώτερους βρικόλακες να το σέρνουν και να το συνοδεύουν, με τον Βασίλι να τους καθοδηγεί, την στιγμή που οι ανώτεροι πετούσαν ως νυχτερίδες.

Δεν άργησαν να δουν τα πρώτα σπίτια και η όρεξή τους για αίμα έγινε ανυπόμονη λαιμαργία.

 

*

 

Βουδαπέστη – Μπραν

 

*

 

10 λεπτά

 

Η Έμιλυ και η Ορέλια κοιμόντουσαν στο ίδιο δωμάτιο που μοιράζονταν ο Φάμπιαν με την γυναίκα του. Ή αυτό παρίσταναν, γιατί καθόλου δεν νύσταζαν. Ήταν τρομαγμένες. Αν και η Ορέλια δεν ήξερε τι είχε ειπωθεί μεταξύ των συναδέλφων του πατέρα της και της μητέρας της, ωστόσο η Έμιλυ τής είχε μεταφέρει την κακή της διάθεση, η οποία προέκυπτε από το γεγονός ότι φοβόταν πως ο Μαρτίν δεν θα έφτανε έγκαιρα στο Μπραν. Πόσο ανόητη είχε φανεί, τελικά, που δεν προσπάθησε η ίδια να τον βρει ή έστω να πιέσει τον άντρα της να τον αναζητήσει, πριν φύγει για την Τρανσυλβανία… Εξαιτίας της, μπορεί… μπορεί…

Όχι, Θεέ μου, είπε μέσα της. Σε παρακαλώ, μην συμβεί αυτό.

Ήδη μετάνιωνε για την ιστορία που είχε γράψει. Δεν είχε πει τίποτα στους συναδέλφους του Φάμπιαν για αυτή, διότι δεν ήθελε να την περάσουν για αλλοπαρμένη, που, αντί να σκέφτεται τον άντρα της και το πόσο πολύ μπορεί να κινδύνευε, εκείνη καθόταν και έγραφε διηγήματα. Βέβαια, ήταν πιθανό να μην της έλεγαν κάτι και να καταλάβαιναν ότι η συγγραφή ήταν ένας τρόπος να διαχειριστεί τις δυσκολίες της πραγματικότητας, αλλά και πάλι, θα την αντιμετώπιζαν με συγκατάβαση, σαν μια κακόμοιρη, και δεν ήθελε ούτε αυτό. Αρκούσε που ο Βολφ και ο Ράινχελ επισκέπτονταν την ίδια και την κόρη της, για να σιγουρευτούν ότι είναι καλά.

Η Έμιλυ και η Ορέλια είχαν αγκαλιαστεί και παρακαλούσαν τον Θεό να βοηθήσει τον Φάμπιαν και τον Κάρτερ και όλους τους άλλους στρατιωτικούς της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας.

Αλλά στο μυαλό της Ορέλια τριγυρνούσε μια ακόμα σκέψη, η οποία ήταν η συνέχεια εκείνης που είχε κάνει πρωτύτερα, όταν φανταζόταν πως ήταν και η ίδια μια πιστολέρο. Πόσο περήφανος θα ήταν ο μπαμπάς αν η κόρη του γινόταν καλά από την αρρώστια της και πολεμούσε και αυτή με τέρατα και άλλους κακούς… Θα του άρεσε, σίγουρα. Ή αν ήταν και μαζί του και με τον θείο Μαξ, τώρα… Και η μαμά ακόμα θα χαιρόταν, γιατί η Ορέλια θα φρόντιζε να μην πάθει κάτι ο μπαμπάς ή ο θείος. Και οι τρεις θα ήταν πολύ καλοί ως πιστολέρο. Μια μικρή, αλλά δυνατή ομάδα.

Μακάρι να ήταν αλλιώς τα πράγματα, απ’ ό,τι είναι.

Κατά βάθος, αλλά από διαφορετική οπτική, αυτό εύχονταν η Έμιλυ και η Ορέλια.

 

«Ξανά εδώ» είπε η Ρεβέκκα, όταν προσγειώθηκαν οι ανώτεροι βρικόλακες μπροστά από τον Βασίλι, το κάρο και τους κατώτερους. «Στο ένα και μοναδικό Μπραν. Το δικό μας μαγειρείο». Οσμίστηκε τον αέρα, με κλειστά μάτια. Τη στιγμή που τα άνοιξε ξανά, αυτά είχαν γίνει δύο μαύρες σφαίρες και τα δόντια της είχαν μετατραπεί σε στιλέτα. Χαμογέλασε. «Ήδη μπορώ να γευτώ τη σάρκα τους και το αίμα που ρέει κάτω από αυτή».

«Κι εγώ, αγαπημένη μου» είπε η Ροζάλια.

«Κι εγώ!» πετάχτηκε η Ραλούκα, η οποία κάτι ένιωθε, αλλά δεν ήταν εντελώς σίγουρη.

«Ξεκινάμε;» ρώτησε ο Νικολάι.

Η Ρεβέκκα έδωσε την άδειά της και άρχισαν να απλώνονται στο χωριό, αλλά με κατεύθυνση προς το σπίτι των Τσομπάνου, εκεί που ήταν μαζεμένοι οι στρατιωτικοί, το οποίο ήδη πλησίαζαν. Κάποιοι από τους κατώτερους ακολούθησαν τον Βασίλι, στο πίσω μέρος του κτίσματος, ούτως ώστε να το περικυκλώσουν. Δεν θα άφηναν τα θηράματα να ξεφύγουν. Όπως και τις προηγούμενες φορές με τους χωριάτες και τους άλλους στρατιωτικούς που είχαν έρθει, θα αναλάμβαναν πρώτα τους ανθρώπους και μετά τα ζώα τους, που ήξεραν ότι τα έχουν συγκεντρώσει σε έναν στάβλο. Η μόνη διαφορά ήταν ότι τώρα δεν θα άλλαζαν κανέναν, αλλά θα τους σκότωναν όλους, αφού βέβαια τρέφονταν πρώτα από αυτούς.

Όπως και με το υπόλοιπο χωριό, έτσι και το μεγάλο σπίτι ήταν ουσιαστικά όπως το είχαν αφήσει και όπως το είχε δει η Ρεβέκκα μέσα από τα μάτια του Στεφάν και της γυναίκας του. Τα κτίρια ήταν σκοτεινά και άδεια. Οι δρόμοι, το ίδιο. Το μόνο μέρος που υπήρχε φως είναι το σπίτι που κάποτε ανήκε στον Ντράχοσλαβ Τσομπάνου. Σε αυτό, επίσης, είδαν -αν και το ήξεραν, χάρη στον Στεφάν- ότι τα παράθυρα και η θύρα είχαν καλυφτεί, κάτι που δεν ίσχυε μέχρι πρότινος. Μια απέλπιδα προσπάθεια να κρατήσουν μακριά τη Ρεβέκκα και τους ομοίους της. Ένα ακόμα δείγμα ότι εκεί μέσα υπήρχαν άνθρωποι. Δεν έβλεπαν κάποια κίνηση, είτε στο ισόγειο, είτε στον πρώτο όροφο, αλλά ήξεραν ότι σε αυτό το κτίσμα έπρεπε να μπουν. Ο Στεφάν τα είχε πει όλα στη Ρεβέκκα. Ήταν στενοχωρημένος που του σκότωσαν την γυναίκα, αλλά και τι μ’ αυτό; Τη Ρεβέκκα δεν την απασχολούσε καθόλου ο πόνος του γέρου. Το ότι είχαν χάσει μια δική τους ήταν κάτι που θα προτιμούσε να το είχαν αποφύγει, αλλά πλέον ήξεραν ότι τα θηράματα γνωρίζουν για αυτούς, ότι υπάρχουν βρικόλακες και πώς μπορούν να σκοτωθούν. Άρα, εκείνη και οι άλλοι έπρεπε να είναι προσεκτικοί, χωρίς ωστόσο να ανησυχούν. Άλλωστε, οι άνθρωποι παρέμεναν αδύναμα όντα, και οι άντρες ακόμα περισσότερο.

Οι βρικόλακες άκουσαν τα άλογα να χλιμιντρίζουν. Ήταν όλα μαζεμένα σε ένα μέρος όχι πολύ μακριά από το σπίτι των Τσομπάνου, όπως και την προηγούμενη φορά που είχαν έρθει. Αποφάσισαν ότι θα τα αφήσουν για το τέλος, όπως είχαν κάνει και πριν από λίγες νύχτες με τα ζώα των χωριατών.

Η Ρεβέκκα στράφηκε προς την Ροζάλια. «Πήγαινε» της είπε. «Ζήτα τους βοήθεια. Παράστησε την αδύναμη. Ας παίξουμε λίγο μαζί τους».

Ο Νικολάι είπε «Μα τι της λες, Ρεβέκκα; Γιατί να καθυστερήσουμε; Η Κόμισσα θέλει να τελειώνουμε με δαύτους».

«Και θα τελειώσουμε. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να βιαστούμε». Η Ρεβέκκα γύρισε προς το σπίτι. «Η νύχτα είναι δική μας».

Όταν το σκυλί άρχισε να γαβγίζει προς την πόρτα της κουζίνας, όλοι στο σπίτι κατάλαβαν ότι τα άλογα είχαν δίκιο που φοβούνταν. Είχε έρθει η στιγμή που θα αντιμετώπιζαν τα τέρατα. Όσοι «κοιμούνταν», ξύπνησαν και όπλισαν.

Ο Φάμπιαν έδωσε εντολή στον στρατιώτη να κρατήσει το σκυλί και σηκώθηκε από την καρέκλα του, με τον Κάρτερ να τον ακολουθεί, φορώντας το καπέλο του. Αμφότεροι, σημάδευαν την πόρτα. Το ίδιο έκαναν και οι δύο στρατιώτες.

Ακούστηκαν τρία χτυπήματα στην πόρτα.

Ο Φάμπιαν πήγε και στάθηκε κοντά της, την στιγμή που ο Κάρτερ πλησίασε το παράθυρο. Ο πιστολέρο παραμέρισε το ύφασμα που κάλυπτε το παράθυρο και έριξε μια ματιά έξω από τις χαραμάδες που υπήρχαν ανάμεσα στις σανίδες. Διέκρινε κάποιες φιγούρες, αλλά δεν μπόρεσε να δει συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Ούτε η γωνία ήταν κατάλληλη, για να δει ποιος είχε χτυπήσει την πόρτα.

Έκανε ένα νεύμα στον αδερφό του (Κάποιος είναι έξω) και, όταν του έκανε ο Φάμπιαν ένα (Πόσοι;), ο Κάρτερ απάντησε (Δεν ξέρω).

«Ποιος είναι;» ρώτησε ο Φάμπιαν.

«Με λένε Ροζάλια Μολντοβάνου. Είμαι κάτοικος του Μπραν» είπε μια γυναίκα. Ακουγόταν τρομαγμένη. «Κύριε, μήπως μπορείτε να ανοίξετε; Έχω ξεπαγιάσει. Φοβάμαι».

Ο Φάμπιαν κοίταξε τον Στεφάν. Ο ηλικιωμένος προσπαθούσε να μην προδοθεί, αλλά το χαμόγελό του ήταν εκεί. Ο Φάμπιαν, κάνοντας νόημα σε έναν στρατιώτη να πλησιάσει, είπε «Κυρία Μολντοβάνου, λέγομαι Φάμπιαν Άσπελ. Είμαι ταγματάρχης του στρατού της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας». Όταν ο στρατιώτης ήρθε κοντά του, του ψιθύρισε την εντολή. Ο νεαρός ένευσε και έφυγε. Ο Φάμπιαν είπε «Έχουμε μια περίεργη κατάσταση εδώ, και πολλές ερωτήσεις. Θα ήθελα να απαντήσετε μερικές από αυτές».

Ησυχία για λίγο.

Έπειτα, η γυναίκα ρώτησε «Μου δίνετε την άδειά σας να μπω στο σπίτι, κύριε;»

Ο Κάρτερ πρόσεξε ότι υπάρχει κινητικότητα στο σκοτεινό τοπίο. Κάτι ετοιμάζουν, είπε άηχα στον αδερφό του.

Ο Φάμπιαν είδε τον στρατιώτη να επιστρέφει και να του λέει ότι το σπίτι είναι περικυκλωμένο. Ο Φάμπιαν ένευσε και του είπε να πάρει θέση μάχης.

Το σκυλί γάβγισε ξανά.

«Απαντήστε πρώτα μια ερώτηση, κυρία Μολντοβάνου, και μετά θα σας αφήσω να περάσετε» είπε ο Φάμπιαν.

«Εντάξει, κύριε. Αλλά κάντε γρήγορα, σας παρακαλώ. Φοβάμαι».

«Ναι, μου το είπατε αυτό. Ιδού η ερώτηση, λοιπόν: πώς είναι, κυρία Μολντοβάνου;» ρώτησε ο Φάμπιαν.

«Πώς είναι τι;»

«Να είσαι βρικόλακας;»

Ησυχία.

«Ξέρω τι είσαι» είπε ο Φάμπιαν. Πέρασε την καραμπίνα στην θήκη πλάτης. Έβγαλε το σπαθί του και τον σταυρό που του είχε δώσει η Ιούλια. Έκανε νόημα στους δύο στρατιώτες να πλησιάσουν και να στοχεύσουν προς την πόρτα. «Κι αν νομίζεις ότι ξέρεις τι θα πει φόβος και κρύο…»

Ένα κακαριστό γέλιο απέξω.

Τότε ο Φάμπιαν άνοιξε απότομα την πόρτα. Μπροστά του, είδε μια σχετικά νέα γυναίκα, με μαύρο μανδύα και μακριά ξανθά μαλλιά. Του είχε γυρισμένη την πλάτη. Κοιτούσε κάπου παραπίσω.

«ΟΧΙ! ΡΟΖΑΛΙΑ, ΦΥΓΕ!» φώναξε η Ρεβέκκα.

Η Ροζάλια το μόνο που πρόλαβε να κάνει ήταν να γυρίσει και να αντικρίσει τον Φάμπιαν και έπειτα να ουρλιάξει, καθώς αυτός σήκωνε τον σταυρό προς το πρόσωπό της. Την επόμενη στιγμή, ο Φάμπιαν διαπερνούσε με το σπαθί του την καρδιά της Ροζάλια και πριν περάσουν λίγα δευτερόλεπτα την αποκεφάλισε, μετατρέποντάς τη σε σκόνη.

Η Ρεβέκκα ούρλιαξε. Αλλά, όπως και οι άλλοι, δεν έκανε καμιά κίνηση προς το σπίτι. Όχι ακόμα.

Ο Φάμπιαν έστεκε και τους κοιτούσε, κρατώντας ψηλά τον σταυρό, ενώ η λεπίδα του σπαθιού του έσταζε αίμα. Όλος ο κήπος είχε γεμίσει από δαύτους. Έβλεπε πολύ καλά πώς είναι τα τέρατα: ήταν ντυμένα στα μαύρα και είχαν κάτασπρο δέρμα, σκιώδη μάτια και αδύνατο κορμί. Τα δόντια τους προκαλούσαν την σκέψη ότι τα είχαν αντικαταστήσει με καρφιά. Κάποια, τα περισσότερα, έστεκαν πίσω από τρία άλλα, από την τύπισσα που είχε ουρλιάξει, έναν άλλο με μαύρα μαλλιά, τον πιο ψηλό απ’ όλους, και μια γυναίκα που, κρίνοντας από τα βραχιόλια που φορούσε στα χέρια, κάποτε πρέπει να ήταν τσιγγάνα –θα μπορούσε να είναι η μητέρα της Καταλίνα, σκέφτηκε ο Φάμπιαν. Αναρωτήθηκε στιγμιαία ποια από αυτά τα τέρατα να ήταν οι πολιτοφύλακες που είχαν έρθει στο Μπραν την 1η Μαρτίου και οι οποίοι αγνοούνταν.

Αλλά έχει σημασία; Δεν είναι άνθρωποι πια. Δεν πρέπει να τους αντιμετωπίσουμε ως δικούς μας, μα ως αιμοβόρα θηρία. Αν βρουν την ευκαιρία, θα μας σκοτώσουν.

Αυτή ήταν μια πικρή αλήθεια, που όφειλε και ο ίδιος και οι υπόλοιποι στρατιωτικοί να τη θυμούνται καλά, αν ήθελαν να έχουν κάποιες ελπίδες.

Τα τέρατα. Οι βρικόλακες. Οι υπαίτιοι για το Κακό που είχε κυριεύσει το Μπραν. Αυτοί που σκότωσαν ανθρώπους και ζώα. Αυτοί που έβαλαν φωτιά στα οικήματα. Στέκονταν απέναντί του. Διψούσαν για το αίμα του ιδίου και των λοιπών αντρών που διοικούσε. Και όχι μόνο για εμάς, σκέφτηκε, αλλά και για όλους τους άλλους ανθρώπους που θα βρουν. Αν τους αφήσουμε.

Κάτι που, όσο περνούσε από το χέρι του, δεν θα το επέτρεπε.

Όμως…

«Κύριε;» είπε ένας από τους στρατιώτες, με έκδηλη ανησυχία. «Ελάτε μέσα, κύριε ταγματάρχη. Είστε εκτεθειμένος».

Ο Φάμπιαν δεν απάντησε. Γιατί είχε σκεφτεί κάτι. Υποτίθεται ότι ηγέτιδα αυτών των βρικολάκων ήταν μια κόμισσα. Η οποία, όμως, δεν πρέπει να ήταν ανάμεσα στην αγέλη που έβλεπε τώρα ο Φάμπιαν. Φανταζόταν πως η δαιμόνισσα, η Κόμισσα, θα φορούσε πιο αρχοντικά ρούχα από αυτούς τους μανδύες. Ίσως να είχε και πιο περιποιημένα μαλλιά. Ή μήπως, επειδή ήταν βρικόλακας, δεν νοιαζόταν για να επιδεικνύει την ανωτερότητά της;

«Ροντίκα Ντραγκίτσι» φώναξε. «Ποια από εσάς είναι η Ντραγκίτσι, η περιβόητη Κόμισσα;» Κοίταξε την ωρυόμενη γυναίκα, που, όντας πιο μπροστά από όλους, έδειχνε σαν να ηγείτο των άλλων. «Εσύ είσαι;»

Η Ρεβέκκα γρύλισε εναντίον του, με τα σάλια της να κυλάνε στο σαγόνι της. «Πώς τολμάς, ανίδεε άντρα, να πιάνεις στο στόμα σου την λατρεμένη Κόμισσα; Κανείς θνητός δεν έχει αυτό το δικαίωμα! Είναι ανώτερη όλων, η καλύτερη όλων. Πρέπει να τη σεβόμαστε. Κι εσύ, αχρείε, την ζητάς σαν να είναι καμιά παλακίδα σου».

Ο Φάμπιαν κατέβασε λίγο τον σταυρό και στόχευσε την γυναίκα. «Οπότε δεν είσαι εσύ. Πού είναι; Δεν έχει έρθει μαζί σας; Δεν θέλει ανθρώπινο αίμα; Ή μήπως περιμένει από εσάς, τα λαγωνικά της, να της το σερβίρετε;»

Η Ρεβέκκα οπισθοχώρησε, γιατί πίσω από τον μικρό σταυρό έβλεπε έναν αποφασισμένο πιστό. Τον ίδιο άνθρωπο που είχε καταλάβει την προδοσία του Στεφάν και είχε σκοτώσει την Ντανιέλα. Έναν από αυτούς για τους οποίους την είχε προειδοποιήσει η Κόμισσα. Πάντα θα υπάρχουν και οι λίγοι που μπορεί να αποτελέσουν πρόβλημα και τους οποίους πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν μας –έτσι της είχε πει η Κόμισσα. Όμως, της είχε πει, επίσης, ότι και αυτοί οι άνθρωποι παραμένουν κατώτεροι και εκείνη, η Ρεβέκκα, μαζί με τους άλλους αδερφούς και τις άλλες αδερφές της, θα έπρεπε να τους δείξουν τι εστί τρόμος. Και αυτό θα έκαναν. «Πάψε!» φώναξε στον Φάμπιαν. «Θα πεθάνεις σαν σκυλί, Φάμπιαν Άσπελ! ΟΛΟΙ ΣΑΣ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΤΕ ΣΑΝ ΣΚΥΛΙΑ! ΜΕ ΑΚΟΥΤΕ, ΑΝΟΗΤΟΙ ΘΝΗΤΟΙ; ΘΑ ΣΑΣ ΣΚΟΤΩΣΟΥΜΕ! ΣΑΣ ΤΟ ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ ΕΓΩ, Η ΡΕΒΕΚΚΑ, Η ΠΙΟ ΠΙΣΤΗ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ ΤΗΣ ΚΟΜΙΣΣΑΣ! ΘΑ ΞΕΣΚΙΣΟΥΜΕ ΤΗ ΣΑΡΚΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΘΑ ΠΙΟΥΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΣΑΣ! ΘΑ ΣΑΣ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΨΥΧΟΡΡΑΓΕΙΤΕ, ΝΑ ΝΙΩΘΕΤΕ ΤΗΝ ΖΩΗ ΝΑ ΦΕΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΔΥΝΑΜΟ ΚΟΡΜΙ ΣΑΣ! ΣΑΣ ΤΟ ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ!»

Ο Φάμπιαν ξεροκατάπιε και αισθάνθηκε την καρδιά του να σκιρτάει φοβισμένη. Δεν απάντησε αμέσως, γιατί, όπως και οι συνάδελφοί του, ένιωσε στο πετσί του τη φρίκη των όσων είχε πει αυτή η Ρεβέκκα. Το ότι απευθύνθηκε προς αυτόν με το όνομα και το επώνυμό του τον τρομοκράτησε. Πλέον, εφόσον ήταν στο Μπραν και δεν αμφισβητούσε την ύπαρξη των βρικολάκων, συνειδητοποιούσε πόσο κινδύνευε ο ίδιος, ο Κάρτερ και το απόσπασμα. Ήταν εκπαιδευμένοι να πολεμούν, ναι, μα ο Φάμπιαν αμφέβαλλε αν ήταν αρκετοί για να ξεκάνουν τα τέρατα.

Άρχισε να ιδρώνει. Ήταν παγιδευμένοι. Δεν θα μπορούσαν να φύγουν, ακόμα και να το ήθελαν. Η νύχτα δεν θα τους προσέφερε καμιά βοήθεια, κανένα καταφύγιο, καμιά κρυψώνα. Κανένα πλεονέκτημα. Οι βρικόλακες θα τους κυνηγούσαν. Θα τους ξετρύπωναν. Ό,τι και να έκαναν οι στρατιωτικοί, τα τέρατα είχαν το πάνω χέρι.

Προσπάθησε να σκεφτεί. Η τελευταία ενημέρωση προς τις Αρχές του Μπρασώφ έγινε γύρω στις επτά. Ή κάπου εκεί, ανάλογα πότε έφτασαν ο Ίλις με την Καταλίνα. Ο Κέρσεν πρέπει να στείλει βοήθεια σε έξι ώρες, αν δεν λάβουν άλλη ενημέρωση. Που δεν θα λάβουν. Γιατί δεν μπορούσαμε να στείλουμε, καθώς βράδιασε και θα ήταν επικίνδυνο να στείλουμε αγγελιαφόρο –και σίγουρα δεν θα στέλναμε περισσότερους από έναν, γιατί ήδη είμαστε λίγοι. Οπότε…

  Ω Θεέ μου.

  Για τουλάχιστον μία ώρα ακόμα, δεν θα ερχόταν κανείς. Κι όταν θα ξεκινούσαν… θα…

Το ξύλο που κρατούσε γλίστρησε στη χούφτα του.

Αλλά ο σταυρός δεν έπεσε στο έδαφος.

Γιατί μια γροθιά ενώθηκε με του Φάμπιαν.

Γύρισε και είδε τον Κάρτερ να τον κοιτάζει.

«Μη λιγοψυχείς, αδερφέ μου» είπε ο πιστολέρο. «Είμαστε μαζί, απέναντι σε αυτά» έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι προς τα τέρατα. «Εγώ καλύπτω εσένα και εσύ εμένα. Και οι στρατιώτες που σε ακολουθούν, μας καλύπτουν και τους δύο, όπως και εμείς εκείνους. Μην το ξεχνάς αυτό. Πάνω απ’ όλα, μην ξεχνάς την Έμιλυ και την Ορέλια, που θέλεις να τις ξαναδείς και θέλουν να σε ξαναδούν. Μην ξεχνάς τους ανθρώπους του Μπραν. Θυμήσου ποιος είσαι, Φάμπιαν. Είσαι ένας αξιωματικός, ταγματάρχη Άσπελ. Και έχεις μια αποστολή».

Ο Φάμπιαν χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα, αλλά, για άλλη μια φορά, πήρε δύναμη από τα λόγια του Κάρτερ. Αλλά πλέον, ήξερε ότι ο αδερφός του είχε αντιμετωπίσει ξανά τέρατα και είχε επιβιώσει, ελευθερώνοντας μια πόλη του Τέξας. Και τώρα, ήταν εδώ, για να βοηθήσει τον Φάμπιαν και τους άλλους στρατιώτες με τους βρικόλακες.

Ένευσε στον Κάρτερ. Οι σκέψεις περί πιθανής ήττας χάθηκαν. Η όποια πιθανότητα φυγής ή υποχώρησης διαγράφηκε από το μυαλό του.

Έσφιξε το σπαθί και τον σταυρό.

Άκουσαν βήματα να πλησιάζουν.

Αλλά ο Νικολάι, όντας ο πρώτος που πήρε την απόφαση να κινηθεί προς τους ανθρώπους, έφαγε μια σφαίρα στο πρόσωπο και οπισθοχώρησε. Είχε δει την κίνηση του άντρα που σήκωνε το όπλο του, αλλά δεν σκέφτηκε ότι θα ήταν αυτός ο στόχος –ήθελε απλά να τελειώνουν με τα θηράματα.

Ο Κάρτερ όπλισε ξανά το εξάσφαιρό του, η κάννη του οποίου κάπνιζε ακόμα. Είχε πυροβολήσει χωρίς καν να κοιτάει τον βρικόλακα, γιατί πρώτος απ’ όλους ερχόταν ο αδερφός του.

Όμως, οι βρικόλακες πλησίαζαν. Αργά, αλλά προχωρούσαν. Στένευαν τον κλοιό. Απέκοπταν τη διέξοδο.

«Μαξ, μπες στο σπίτι». Ο Φάμπιαν γύρισε προς τα τέρατα. Θηκάρωσε το σπαθί του. Έβγαλε το υπηρεσιακό του πιστόλι και, οπισθοχωρώντας, πυροβόλησε έξι φορές, πετυχαίνοντας ισάριθμους στόχους -τη Ρεβέκκα πρώτη απ’ όλους.

Αφού μπήκε στην κατοικία των Τσομπάνου, έκλεισε την πόρτα και άρχισε να γεμίζει τις έξι θαλάμες του Γκάσερ. Όμως, το έβαλε στην θήκη του και έβγαλε την καραμπίνα του, επιβεβαιώνοντας μια τελευταία φορά αν είχε τις δύο βολές που ήθελε.

Οι στρατιώτες πήραν θέση μάχης. Ο Φάμπιαν έπραξε αναλόγως. Το σκυλί γάβγιζε μανιασμένα.

«Τι είπε εκείνη;» ρώτησε ο Κάρτερ.

«Ότι την λένε Ρεβέκκα και είναι η πιο πιστή ακόλουθος της Κόμισσας. Ορκίστηκε πως θα πεθάνουμε όλοι. Ότι θα μας πιουν το αίμα» απάντησε ο Φάμπιαν.

Ο Κάρτερ το σκέφτηκε. Μόρφασε δήθεν προβληματισμένος. «Λοιπόν, αν και δεν λέω όχι σε τόσο ευχάριστες προσκλήσεις, νομίζω ότι θα αρνηθώ τη δική της. Εσύ;»

«Σκότωσα μία εξ αυτών. Έδωσα την απάντησή μου, έτσι δεν είναι;»

«Ναι. Αλλά ίσως δεν το κατάλαβαν».

Ο Φάμπιαν ένευσε. Πήγε να πει κάτι, αλλά θυμήθηκε ότι ήταν και ο Οσμοκέσκου μαζί τους. Οπότε ψιθύρισε «Δεν μπορούν να μπουν μέσα. Χρειάζονται την άδειά μας. Όπως εκείνη, η Μολντοβάνου, που με ρώτησε αν της δίνω την άδειά μου να μπει».

Ο Κάρτερ δεν μίλησε, παρά προχώρησε ως το παράθυρο. Οι βρικόλακες στέκονταν εκεί έξω, όπως και πριν. Σαν να μην μπορούσαν να πλησιάσουν, σαν να ήταν βάσιμη η θεωρία του Φάμπιαν. Αλλά ο πιστολέρο υποψιαζόταν πως αυτός ο περιορισμός δεν θα ήταν αρκετός. Του φαινόταν πολύ ανόητο τέτοια όντα να κωλύονται να σπάσουν μια πόρτα και να ορμήσουν στο δωμάτιο. Επίσης, ήταν και κάτι άλλο που σκέφτηκε: εκείνη η μυρωδιά από μπαρούτι που έπλεε στον αέρα του Μπραν. Είχαν βρει, βέβαια, τα πυρομαχικά στην αποθήκη αυτού του σπιτιού, όπου υπήρχε και εκεί μπαρούτι, όμως ο Κάρτερ κατέληγε σε άλλο συμπέρασμα, πιο δυσοίωνο.

«Φάμπιαν» είπε και έκανε νόημα στον αδερφό του να πλησιάσει. Όταν ήρθε κοντά του ο ταγματάρχης, ο Κάρτερ του είπε τι πιστεύει.

«Να πάρει!» ψέλλισε ο Φάμπιαν, κοιτώντας μια τον Κάρτερ και μια έξω. Του είχε διαφύγει τελείως αυτό το ενδεχόμενο, κι αυτό ήταν μεγάλο λάθος του –ένα ακόμα στην λίστα. Αλλά σκέφτηκε ότι ίσως πρόφταινε να το διορθώσει, έστω και τελευταία στιγμή. «Περίμενε εδώ. Πρέπει να το πω στους άλλους». Και έφυγε από την κουζίνα, αφήνοντας τον πιστολέρο να ελέγχει τι έκαναν τα τέρατα.

 

1 λεπτό

 

Η Ρεβέκκα άκουσε το μουγκρητό του και μετά είδε τον Νικολάι να σηκώνεται και να την πλησιάζει και να στέκεται δίπλα της. Η ουλή στο κέντρο του μετώπου του έχασκε σαν μια τρύπα από φωλιά μυρμηγκιών και έσταζε αίμα. Ωστόσο, εκείνος δε φαινόταν να πονάει, παρά να θέλει να γδάρει ζωντανό τον άνθρωπο που τόλμησε να του επιτεθεί.

«Θα τους ξετρυπώσουμε» είπε ο Νικολάι. «Αλλά εκείνος με το καπέλο είναι δικός μου».

Η Ρεβέκκα δεν απάντησε σε αυτό, γιατί τότε εμφανίστηκαν ο Βασίλι, μαζί με άλλους βρικόλακες. Έφεραν το κάρο με τους καινούριους αυτοσχέδιους δαυλούς, τους οποίους άρχισαν να ανάβουν.

 

Την ίδια ώρα, περίπου, που το Μπραν ετοιμαζόταν να ζήσει άλλη μια μεγάλη μάχη, σε μια σκοτεινή αποθήκη στη Βουδαπέστη ο Τζούρτζου άκουσε τη βαριά σιδερένια συρόμενη πόρτα να ανοίγει. Επιτέλους, οι μπράβοι του είχαν βρει το αποψινό του θύμα.

Αυτός περίμενε καθισμένος στο λερωμένο από σωματικά υγρά στρώμα που υπήρχε στο βρώμικο δάπεδο. Ένα φανάρι έκαιγε λίγο παραδίπλα. Ο χώρος βρομούσε από ακαθαρσίες και ήταν παγωμένος σαν πτώμα. Όμως, τίποτα από αυτά δεν ένοιαζε τον Τζούρτζου. Είχε μεγαλώσει σε έναν ξεχασμένο από τον Θεό οικισμό, όπου οι άνθρωποι έχεζαν στα ίδια μέρη που έχεζαν και τα πρόβατα και τα κατσίκια και τα άλογα. Είχε αναγκαστεί από μικρό παιδί να κυνηγάει ζώα που πήγαιναν να ξεφύγουν από το κοπάδι και να καθαρίζει το στάβλο και το κοτέτσι που έμεναν. Κοιμόταν σε ένα κρεβάτι δίπλα από των γονιών του, τους οποίους ενίοτε τους άκουγε να ερωτοτροπούν όταν νόμιζαν πως αυτός κοιμόταν. Αν δεν υπήρχε το σχολείο στην κομητεία Ίλφοβ, όπου ανήκε το Ντάραστι-Φοβ, όπου τον πήγαινε ο πατέρας του, ο Τζούρτζου θα γινόταν άλλος ένας αδιάφορος αγρότης με μηδενικές προσδοκίες. Αλλά μπόρεσε να γλιτώσει αυτή την μοίρα και να φτιάξει μια άλλη (καλύτερη).

Είδε το αγοράκι με το γκρίζο καπέλο που κρατούσε το κηροπήγιο με τα τρία αναμμένα κεριά να μπαίνει. Ο μικρός κοίταξε κατευθείαν προς τα αριστερά, προς τη μοναδική πηγή φωτός. Είδε τον άντρα που περίμενε. Είδε το χαμόγελό του, που δε φαινόταν κακό, αλλά το αγόρι φοβόταν να προχωρήσει. Σίγουρα, έφταιγε το πώς το είχαν αρπάξει οι μπράβοι: το βρήκαν να κυνηγάει μια γάτα μες στη νύχτα. Μόνο του. Σταμάτησαν την άμαξα κοντά του και κατέβηκαν. Του προσέφεραν μια μπάρα σοκολάτας. Εκείνο, αν και την ήθελε, δεν τη δέχτηκε και προσπάθησε να γυρίσει, για να επιστρέψει στο σπίτι (δίνοντας όρκο στον εαυτό του ότι δεν θα έλεγε ξανά ψέματα στους γονείς του και πως δεν θα έβγαινε ποτέ μοναχό του), όμως ο ένας από αυτούς το έπιασε, του έκλεισε το στόμα και το πήρε μαζί του μέσα στην άμαξα, την ώρα που ο άλλος ανέβηκε και έδωσε εντολή στα άλογα να ξεκινήσουν. Το αγόρι άκουσε τι είχε να του πει ο άντρας, τι έπρεπε να κάνει, τι έπρεπε να υπομείνει και τι θα συνέβαινε αν τολμούσε ποτέ να ξεστομίσει έστω και μία λέξη στους γονείς του ή σε οποιονδήποτε άλλο. Το παιδί έβαλε τα κλάματα. Ο μπράβος τού είπε να σκάσει και του έδωσε τη μπάρα σοκολάτας. Το παιδί την πήρε και την έφαγε και κάπως γλυκάθηκε, αλλά η ανησυχία του δεν χάθηκε. Όταν είδε, δε, το μέρος έξω από το οποίο σταμάτησαν, φοβήθηκε ακόμα πιο πολύ, γιατί οι γονείς του του έλεγαν πάντα πως έπρεπε να το αποφεύγει, γιατί εκεί δεν πήγαιναν «καλοί άνθρωποι».

Και τώρα, έβλεπε εκείνον τον άντρα να κάθεται και να το περιμένει. Φορούσε κοστούμι και στα μάτια του αγοριού έμοιαζε πλούσιος. Δεν πρέπει να έμενε εδώ κοντά, γιατί κανείς δεν ντυνόταν έτσι –απ’ όσο ήξερε το αγόρι, δηλαδή. Ήταν ξένος.

Ο Τζούρτζου του έκανε νόημα να πλησιάσει. Ήδη φανταζόταν το κορμί του αδύνατου παιδιού κάτω από τα φτωχικά του ρούχα…

 

30 δευτερόλεπτα

 

«Φάμπιαν» είπε ο Κάρτερ με ένταση «θα μας ρίξουν δαυλούς!»

Ο Φάμπιαν πλησίασε και κοίταξε από το παράθυρο. Είδε κάποιους βρικόλακες να πηγαίνουν σε ένα παλιό κάρο και να ανάβουν κάτι ξύλα γύρω στους 40 πόντους, ενώ άλλοι ήδη κρατούσαν από ένα ο καθένας. Και όλοι στρέφονταν προς το σπίτι. Ώστε, έτσι κατέστρεψαν τις περιουσίες των ανθρώπων, σκέφτηκε. Έτσι έκαψαν κάποιους. Έτσι ανάγκασαν άλλους να βγουν και να πέσουν στην παγίδα τους.

Μία εξ αυτών, η Ρεβέκκα έκανε δύο βήματα μπροστά και έφτασε ως τα σκαλιά. «ΟΣΟΙ ΚΡΥΒΕΣΤΕ» ακούστηκε η φωνή της «ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΤΕ! ΒΓΕΙΤΕ ΕΞΩ, ΑΦΕΘΕΙΤΕ ΣΕ ΕΜΑΣ ΚΑΙ ΘΑ ΣΑΣ ΔΩΣΟΥΜΕ ΕΝΑΝ ΣΠΛΑΧΝΙΚΟ, ΓΡΗΓΟΡΟ ΘΑΝΑΤΟ. ΑΝ ΜΕΙΝΕΤΕ, ΟΜΩΣ, ΜΕΣΑ ΣΤΟ  ΣΠΙΤΙ, ΔΕΝ ΘΑ ΣΑΣ ΛΥΠΗΘΟΥΜΕ, ΑΛΛΑ ΘΑ ΜΑΡΤΥΡΗΣΕΤΕ».

Τότε ο Φάμπιαν έκανε νόημα στους δύο άντρες να πλησιάσουν, την στιγμή που ο ίδιος μετακινήθηκε ως την πόρτα, με τον Κάρτερ να τον ακολουθεί. Αλληλοκοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Έριξαν μια ματιά προς τον στρατιώτη που στεκόταν παραπίσω, με το λουρί του σκυλιού στο χέρι.

Ο Στεφάν γέλασε με την ανοησία τους.

 

10 δευτερόλεπτα

 

Οι δύο στρατιώτες κράτησαν σφιχτά τα όπλα τους.

Ο Φάμπιαν, δείχνοντας τον καθένας τους ξεχωριστά, είπε «Ανοίγω την πόρτα. Θα βγει πρώτος ο Μαξ, μετά εσείς, τελευταίος εγώ». Στράφηκε προς τον στρατιώτη που κρατούσε το σκυλί και του είπε «Θα το αφήσεις ελεύθερο με το που βγω και εγώ. Αλλά εσύ θα μείνεις να φυλάς τον Οσμοκέσκου».

Όλοι συμφώνησαν.

Στους άλλους χώρους του σπιτιού, γίνονταν παρόμοιες συμφωνίες μεταξύ των οπλισμένων αντρών.

«ΗΛΙΘΙΟΙ ΑΝΤΡΕΣ!» φώναξε η Ρεβέκκα. «ΝΟΜΙΖΕΤΕ ΟΤΙ ΘΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕΤΕ; ΝΟΜΙΖΕΤΕ ΟΤΙ ΕΧΕΤΕ ΕΛΠΙΔΕΣ;»

 

5

 

Όχι τώρα, είπε μέσα του. Όχι τώρα, γαμώτο.

Ένιωσε τις τύψεις του να παρεμβάλλονται και να θολώνουν το μυαλό του, καθώς ο Φάμπιαν, που κρατούσε το πόμολο της πόρτας, μετάνιωνε που δεν είχε πει εξ αρχής στον Σούκε για τους βρικόλακες, από την πρώτη τους συνάντηση. Δεν το είχε κάνει, βέβαια, όχι από καπρίτσιο ή επειδή ήθελε να τον αφήσει απέξω, μα γιατί, αν άρχιζε να του μιλάει σοβαρά για αιμοδιψή νεκροζώντανα τέρατα, ο λοχαγός θα τον απόπαιρνε και θα ζητούσε από τον διοικητή του να παρέμβει ώστε να αναλάβει τα ηνία άλλος ανώτερος αξιωματικός. Αλλά και αργότερα, όταν οι μαρτυρίες περί βρικολάκων πλήθαιναν, ο Φάμπιαν δεν παραδέχτηκε αμέσως πως μπορεί να πειθόταν για την ύπαρξη των τεράτων, ενώ δεν του είπε ποτέ για τον Μαρτίν ή για τις ανησυχίες της Έμιλυ.

Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να τα σκέφτομαι αυτά. Ίσως… αργότερα. Αν…

Ο Φάμπιαν κούνησε το κεφάλι του και απόδιωξε αυτές τις σκέψεις του.

Στο μεταξύ, ο Κάρτερ έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια, για να απευθυνθεί και πάλι στο πνεύμα που πριν από καιρό τον είχε βοηθήσει απέναντι στα τέρατα που είχαν ελευθερωθεί στην πόλη Silent Desert, του Τέξας. Πριν φτάσει στο Μπραν, είχε διερωτηθεί αν ο θρυλικός πιστολέρο της Αμερικής θα μπορούσε να παρέμβει σε μια εμπόλεμη κατάσταση σαν αυτή, που διεξαγόταν εκτός των ΗΠΑ. Πλέον, θεωρούσε ότι ήταν ανόητο εκ μέρους του να αμφιβάλλει. Τα πνεύματα, φιλικά ή εχθρικά, δεν παρεμποδίζονταν από δικαιοδοσίες και άλλες παρεμφερείς καταστάσεις που επέβαλλαν οι θνητοί, εκτός αν είχε χρησιμοποιηθεί κάποιο ξόρκι ή κάτι τέτοιο.

  Mitákuye Oyás’iŋ, θυμήθηκε τα λόγια της Βικτώρια Ο’ Κόνορ, της μητέρας της Λία. Όλα σχετίζονται. Φύση και ψυχή. Θεοί και δαίμονες. Άνθρωποι και ζώα. Οράματα και αλήθειες. Ζωή και θάνατος.

  Wačhékiya. Ζήτα βοήθεια. Από όποιον και όπου πιστεύεις, κύριε Κάρτερ.

Όπως τότε, αυτό έκανε και τώρα.

Ζήτησε τη βοήθεια του Λούκυ Λουκ.

 

Την ίδια ώρα, ο Τζούρτζου έβλεπε το αγοράκι να πλησιάζει με αργά βήματα, έχοντας σκυμμένο το κεφάλι.

Άπλωσε τα χέρια του προς τον μικρό.

 

4

 

«Δεν θα τα καταφέρετε» είπε ο Στεφάν. «Ετοιμαστείτε να πεθάνετε».

Δεν του απάντησαν, αλλά ο Φάμπιαν τον κοίταξε σκεπτόμενος κατά πόσο είχε σημασία αν τον κρατούσαν ζωντανό ή αν ξεμπέρδευαν μαζί του.

 

3

 

Ο Τζούρτζου άγγιξε το κορμί του αγοριού. Το δέρμα του προσώπου του ήταν κρύο, αλλά απαλό. Τα ρούχα του, όμως, ήταν ενοχλητικά.

«Μη φοβάσαι» του ψιθύρισε και πήρε το φανάρι που κρατούσε ο μικρός και το άφησε κάτω. «Μη φοβάσαι».

Το αγόρι ρώτησε με κλαμένη φωνή «Τι… τι με θέλετε;»

«Δεν σου είπαν;»

Το αγόρι ένευσε, χωρίς να τον κοιτάζει.

Ο Τζούρτζου έβγαλε το καπέλο του παιδιού και χάιδεψε τα μαλλιά του. Χρειάζονταν λούσιμο, σκέφτηκε, αλλά δεν θα τον σταματούσε αυτό.

Άρχισε να το γδύνει, ξεκινώντας από το πανωφόρι και το πλεχτό γιλέκο και συνεχίζοντας με το πουκάμισο.

 

2

 

Πολλοί από τους κατώτερους βρικόλακες που είχαν περικυκλώσει το μεγάλο σπίτι των Τσομπάνου ήδη ξερογλείφονταν.

 

1

 

Τότε η καμπάνα ξεκίνησε τους δώδεκα χτύπους της, όπως είχε κάνει και στην αλλαγή του μήνα, από Φεβρουάριο σε Μάρτιο, αναγγέλλοντας ότι ήταν ώρα να ξεκινήσει η αιματοχυσία.

Η Ρεβέκκα ήταν έτοιμη να ρίξει τον δαυλό της, όπως και ο Νικολάι, μιας που στέκονταν πιο κοντά στο σπίτι, αλλά δύο πυροβολισμοί τούς σταμάτησαν, ρίχνοντάς τους στο έδαφος. Ακολούθησε άλλος ένας δικός τους, που στεκόταν λίγο πιο πίσω, ενώ σύντομα άρχισαν να πέφτουν και άλλοι. Τα τέρατα δεν περίμεναν αυτή την εξέλιξη, γιατί οι πυροβολισμοί δεν προήλθαν από το ισόγειο, μα από τον πρώτο όροφο. Εκεί, είχαν βγει από το μπαλκόνι του διαδρόμου αθόρυβα τρεις στρατιώτες, αφού αφαίρεσαν τις σανίδες -μια απόφαση που είχε πάρει ο Φάμπιαν, όταν ο Κάρτερ τού είπε την ιδέα περί μπαρουτιού- έμειναν σε θέση πρηνηδόν, με το στήθος στο δάπεδο, ούτως ώστε να μη φαίνονται πολύ, πέρασαν την κάννη του κάθε Μάνλιντσερ από τα κάγκελα και σημάδεψαν ισάριθμους βρικόλακες. Και άρχισαν να ρίχνουν προς αυτούς, ενώ, με το που έπεσαν οι πρώτοι στόχοι, οι στρατιώτες συνέχισαν και με άλλους. Τα πεσμένα κορμιά αυξήθηκαν, αλλά οι υπόλοιποι βρικόλακες ετοιμάστηκαν να ρίξουν τους δαυλούς τους προς τον πρώτο όροφο.

Τότε άνοιξε η πόρτα του ισογείου και ο Κάρτερ βγήκε έξω, αδειάζοντας τα εξάσφαιρά του προς τα τέρατα, όπως είχε μάθει μια φορά κι έναν καιρό στην Ακαδημία: γρήγορα, σταθερά και έχοντας στο οπτικό του πεδίο μόνο τον εχθρό που ήθελε να πετύχει, αλλά δίχως να του διαφεύγουν οι υπόλοιποι. Πέτυχε διάνα όλες τις φορές και σε λιγότερο από είκοσι δευτερόλεπτα οπισθοχώρησε, για να γεμίσει τις άδειες θαλάμες, ενώ οι δύο ορειβάτες τυφεκιοφόροι που ήταν στην κουζίνα τον κάλυψαν, ανοίγοντας πυρ προς όσους βρικόλακες στέκονταν όρθιοι ακόμα και προς όσους χτυπημένους σηκώνονταν, μόνο και μόνο για να πέσουν ξανά.

Ο Φάμπιαν ήταν έτοιμος να βγει, όταν άκουσε από το σαλόνι αντρικές φωνές και ξύλα και τζάμια να σπάνε. Πρόλαβε να ανταλλάξει μια ματιά με τον φαντάρο που φυλούσε τον Στεφάν: και οι δύο στρατιωτικοί ήταν ανήσυχοι και αναρωτήθηκαν αν έπρεπε να σπεύσουν προς βοήθεια των άλλων που ήταν στο σαλόνι. Ο Στεφάν τούς έβγαλε από τις σκέψεις τους, γελώντας και λέγοντας «Θα πεθάνετε, ανόητοι». Μετά, φώναξε «ΑΦΕΝΤΡΑ ΜΟΥ, ΜΠΕΙΤΕ ΕΛΕΥΘΕΡΑ!»

  Την επόμενη, το μόνο που θα προλάβεις να καταλάβεις θα είναι ένας πυροβολισμός. Αυτό είχε υποσχεθεί ο Φάμπιαν στον Στεφάν, αν ο τελευταίος μιλούσε χωρίς την άδεια του πρώτου.

Ο Φάμπιαν έστρεψε την καραμπίνα προς τον πρώην παπά και τον πυροβόλησε, κάνοντάς τον να σταματήσει και λέγοντας στον στρατιώτη να προπορευτεί με το σκυλί. Ύστερα, βγήκε και αυτός, πυροβολώντας πρώτα με την δίκαννη καραμπίνα και έπειτα βγάζοντας το ένα από τα ρεβόλβερ μάρκας ΛεΜατ, αλλά και το σπαθί του. Σημάδευε το κεφάλι του κάθε βρικόλακα ή τα πόδια του, για να τον σταματήσει έστω και για μερικά δευτερόλεπτα, δίνοντας την ευκαιρία σε κάποιον άλλο από τους συμμάχους του να πυροβολήσουν το τέρας και να το σωριάσουν στο έδαφος. Όπως και οι άλλοι, έτσι και ο ίδιος, στρεφόταν προς όλες τις μεριές, όπου έβλεπε όρθιο βρικόλακα.

Το σκυλί που είχαν αφήσει ελεύθερο βοηθούσε και αυτό: επιτιθόταν στα τέρατα και τα δάγκωνε, απασχολώντας τα, έως ότου κάποιος στρατιωτικός να τα πυροβολήσει.

Ο Κάρτερ ήρθε ξανά και αυτός δίπλα στον αδερφό του και στον ένα εκ των ορειβατών τυφεκιοφόρων και άδειαζε πάλι τα εξάσφαιρά του, ανοίγοντας τρύπες στα νεκροζώντανα σώματα.

Όμως, διαπίστωνε πως ό,τι και να έκαναν ο ίδιος και οι στρατιωτικοί, οι βρικόλακες απλά συνέχιζαν να σηκώνονται, σαν να μην τους έβλαπταν οι σφαίρες –γεγονός που ήταν πολύ τρομακτικό, ακόμα και για τον Κάρτερ, ο οποίος είχε αντιμετωπίσει στο παρελθόν δαίμονες της Κόλασης. Όπως το είχε φανταστεί όταν η Έμιλυ τού εξηγούσε τη φύση των βρικολάκων, το έβλεπε τώρα εμπρός του: απλά ανέκοπταν τη φόρα των τεράτων, δεν τα εξόντωναν. «Φάμπιαν, δεν έχει νόημα» φώναξε, για να ακουστεί, αλλά μη σταματώντας να ρίχνει. Τουλάχιστον, σβήνουν οι δαυλοί τους, σκέφτηκε, καθώς τα καιόμενα ξύλα έπεφταν στο χιονισμένο έδαφος και η φλόγα τους εξαφανιζόταν. Αλλά αυτό δεν άλλαζε κάτι το ουσιώδες. Ο κίνδυνος παρέμενε. «Δεν πεθαίνουν».

Ο Φάμπιαν το έβλεπε και ο ίδιος. Άδειασε το πρώτο ΛεΜατ πριν από λίγα δευτερόλεπτα και τώρα άδειαζε και το δεύτερο. Και το μόνο που κατάφερνε ήταν να εμποδίζει τα τέρατα να φτάσουν κοντά τους. Άκουσε το ξερό κλικ του άδειου όπλου και το έβαλε άρον-άρον στην τσέπη του, πιάνοντας το υπηρεσιακό του πιστόλι Γκάσερ. «Άντρες» φώναξε «ετοιμάστε τις ξιφολόγχες. Μαξ, άσε το ένα πιστόλι και ξεθηκάρωσε το σπαθί».

Ο Κάρτερ το έκανε.

Οι στρατιώτες άκουσαν ο καθένας τον ήχο του όπλου τους που δεν είχε άλλες σφαίρες. Κράτησαν γερά τα Μάνλιντσερ, σαν να ήταν ακόντια.

Οι βρικόλακες άρχισαν να σηκώνονται.

Εκείνη τη στιγμή, όμως, ακούστηκαν για δεύτερη φορά ουρλιαχτά από το εσωτερικό του σπιτιού και πράγματα που έσπαγαν.

Ο Φάμπιαν είπε «Μαξ, πήγαινε να τους βοηθήσεις».

Ο Κάρτερ είπε «Δε φεύγω από το πλευρό σου, Φάμπιαν».

Ο Φάμπιαν τον αγριοκοίταξε. «Πήγαινε, Μαξ. Τώρα!»

Ο Κάρτερ άκουσε κάποιον να κλαίει και, όσο και αν δεν το ήθελε, έφυγε.

Ένας από τους κατώτερους βρικόλακες μπόρεσε να ξεφύγει των πυρών του Φάμπιαν και να φτάσει κοντά στους στρατιωτικούς, με ανοιχτή την αγκαλιά του για το θύμα του, έναν νέο εκ των ορειβατών τυφεκιοφόρων.

Ο άντρας πρόταξε την ξιφολόγχη, αλλά με τρεμάμενα χέρια από το κρύο και τον φόβο. Η λεπίδα έσκισε το μαύρο ρούχο του τέρατος και ένα μέρος του δέρματος του θώρακα, αλλά δεν το σταμάτησε.

Ο βρικόλακας τον άδραξε από τους ώμους, με το στόμα ορθάνοιχτο και τα σουβλερά δόντια να κατευθύνονται στον λαιμό του άντρα.

Όμως, τότε ένας πυροβολισμός αποπροσανατόλισε τον βρικόλακα, καθώς μια σφαίρα διαπέρασε το κρανίο του σχεδόν εξ επαφής. Δεν άφησε το θύμα του, αλλά γύρισε προς αυτόν που είχε πυροβολήσει.

Στη στιγμή, ο Φάμπιαν κλότσησε με όλη του τη δύναμη τον βρικόλακα, ο οποίος και πάλι δεν θα έπεφτε, αν δεν τον χτυπούσε στο σαγόνι και ο στρατιώτης με τον υποκόπανο του Μάνλιντσερ.

Το τέρας έκανε δύο βήματα πίσω.

Πριν επανέλθει, ο Φάμπιαν κάρφωσε την λεπίδα του στην καρδιά του βρικόλακα και τον εξαΰλωσε.

«Ευχαριστώ, κύριε» είπε ο νεαρός.

Ο Φάμπιαν ένευσε.

«Κύριε ταγματάρχη» είπε ένας από τους άλλους στρατιώτες «δεν θα μπορέσουμε να τους σκοτώσουμε. Είναι υπερβολικά πολλοί».

Η Ρεβέκκα, ο Νικολάι, η Ραλούκα, η Ρίλια Μπρεμπάν και οι άλλοι βρικόλακες που κάλυπταν σε ημικύκλιο την όποια διέξοδο των παγιδευμένων στρατιωτικών προς την σωτηρία, ετοιμάστηκαν να τους επιτεθούν. Δύο από αυτούς είχαν σκοτώσει, στο μεταξύ, το σκυλί, ξεριζώνοντας το κεφάλι του.

Δεν γίνεται να περιμένουμε άλλο, σκέφτηκε ο Φάμπιαν.

Και ούρλιαξε «ΛΟΧΑΓΕ, ΤΩΡΑ!»

Από δύο σπίτια που δεν είχαν καταστραφεί, πετάχτηκαν έξω ο Σούκε, ο υπολοχαγός, ο δεκανέας Σέκερες και οι άλλοι δεκατρείς ορειβάτες τυφεκιοφόροι, μαζί με το δεύτερο σκυλί, πιάνοντας τους βρικόλακες απροετοίμαστους και για αυτό το ενδεχόμενο. Είχαν κρυφτεί, έπειτα από υπόδειξη του Φάμπιαν. Φρόντισαν ώστε τα σπίτια να φαίνονται απείραχτα, άδεια. Δεν είχαν ανάψει κανένα φανάρι ή δαυλό, δεν μιλούσαν, ούτε έκαναν άλλο θόρυβο, ενώ ο υπολοχαγός συγκρατούσε το σκυλί, για να μη γαβγίσει. Ο Φάμπιαν, μαζί με τον Κάρτερ και τον Σούκε, είχαν σκεφτεί πως οι κάτοικοι του Μπραν που έμειναν πίσω, καθώς και αργότερα οι πολιτοφύλακες που είχαν έρθει, πιάστηκαν από τα τέρατα γιατί αυτά ήξεραν σε ποια σπίτια να επιτεθούν –τρανταχτή απόδειξη το γεγονός ότι κάποια οικήματα δεν είχαν υποστεί φθορές. Οπότε, ίσως αν δεν γνώριζαν ή αν δεν έψαχναν αλλού, τότε θα πήγαιναν μονάχα στο σπίτι που υπήρχαν άνθρωποι. Εν προκειμένω, στο σπίτι των Τσομπάνου. Μόνο αυτό θα φαινόταν ότι κατοικείται. Παράλληλα, επειδή είχαν μαζί τους έναν προδότη, τον Στεφάν Οσμοκέσκου, ο οποίος έλεγε στους βρικόλακες όσα έβλεπε και άκουγε, ο Φάμπιαν είχε την ιδέα να τον πάνε και αυτόν στο μεγάλο σπίτι, αλλά με καλυμμένα τα μάτια και δίχως να συζητάει κανείς γύρω του για την παγίδα που έστηναν, και μόνο όταν τον άφησαν στην κουζίνα, του έβγαλαν το μαντήλι από τα μάτια και άρχισαν να συζητάνε για το πώς θα υπερασπιστούν το σπίτι κλπ, αφήνοντας τον γέρο να υπονοήσει πως όλοι οι στρατιωτικοί ήταν μαζεμένοι εκεί. Κι όπως αποδείχτηκε, αυτός δεν κατάλαβε τίποτα άλλο και έτσι οι βρικόλακες αποφάσισαν να καταστρέψουν το μόνο μέρος που υποτίθεται ότι κατοικούνταν.

Ο χιονισμένος δρόμος του Μπραν γέμισε από κινούμενες ένστολες φιγούρες και ο αέρας από δεκάδες πυροβολισμούς και γαβγίσματα. Οι ορειβάτες τυφεκιοφόροι, ο πολιτοφύλακας και το λαγωνικό τους όρμησαν στα τέρατα, ρίχνοντάς τα ξανά στο έδαφος, με άγνωστο πόσες αιμορροούσες τρύπες να κοσμούν το σώμα του καθενός από αυτά.

Οι στρατιώτες δίπλα στον ταγματάρχη χάρηκαν και φώναξαν.

Ο Φάμπιαν, όμως, είδε τη Ρεβέκκα να ανασυντάσσεται. Το ίδιο και ο άλλος, ο ψηλός δίπλα της και η τσιγγάνα, που φαίνονταν να έχουν μια στάλα μυαλό ακόμα και μετά θάνατον.

Κατάλαβε τι θα γινόταν, όμως ήθελε να το προλάβει.

«Θα μας επιτεθούν! Μην επανα…» πήγε να φωνάξει στους άντρες του, αλλά ήταν αργά.

Ο ψηλός βρικόλακας έπεσε πάνω σε έναν από τους στρατιώτες και μαζί βρέθηκαν στην πόρτα της κουζίνας.

Η νεκροζώντανη που μάλλον ήταν η μητέρα της Καταλίνα άρπαξε αυτόν που είχε πει στον Φάμπιαν πως δεν θα μπορούσαν να σκοτώσουν τους βρικόλακες.

Η Ρεβέκκα δεν ασχολήθηκε καν με τον φαντάρο που απέμενε, μα επιτέθηκε αμέσως στον Φάμπιαν, ο οποίος δεν είδε ποτέ την αιωρούμενη μορφή της και τον μανδύα της που ανέμιζε. Αυτό που ήξερε είναι πως αυτή η δαιμόνισσα τη μια στιγμή στεκόταν στον χιονισμένο κήπο και την επόμενη τον κρατούσε από τον γιακά και τον σήκωνε ώστε να μην πατάει στο δάπεδο. Ο Φάμπιαν ούτε που κατάλαβε πότε του χτύπησε τα χέρια, αφοπλίζοντάς τον. Αλλά ένιωθε τον πόνο κάτω από τα μανίκια του. Δεν του είχε σπάσει κάποιο κόκαλο, βέβαια, όμως σίγουρα τα είχε πληγώσει.

Ο Φάμπιαν κοίταξε την γυναίκα με τα μαύρα μαλλιά και τα επίσης σκοτεινά μάτια που αποπλανούσαν τα δικά του, και ένιωσε ως τα τρίσβαθα της ψυχής του τον τρόμο τού να είναι στο έλεος ενός νεκροζώντανου τέρατος, που όμως, με έναν διεστραμμένο τρόπο, έμοιαζε τόσο ανθρώπινο. Τόσο πραγματικό.

Τι ανόητος που είχε φανεί… Πόσο πολύ είχε αδικήσει τους ανθρώπους του που τον προειδοποίησαν για τις αλήθειες της ζωής… Πόσο πολύ έφταιγε για όσους πέθαναν από τότε που ανέλαβε την υπόθεση και για όσους θα ακολουθούσαν… Πόσο αφελής είχε υπάρξει… Πόσο κακός αξιωματικός…

Ο φαντάρος που απέμενε επιτέθηκε στη Ρεβέκκα με την ξιφολόγχη του Μάνλιντσερ προτεταμένη, όμως, με ένα τίναγμα τον πέταξε πάνω στον τοίχο και ο στρατιώτης πέθανε.

Η Ρεβέκκα άνοιξε το στόμα της. Χαμογέλασε στον Φάμπιαν και έγλειψε τα τεράστια δόντια της. Το πάθος της για αυτόν δεν ήταν ερωτικό, μα, για κάποιον που δεν ήξερε, έτσι θα του έμοιαζε. Ότι αυτή ήταν ερωτευμένη με τον Φάμπιαν.

Αλλά το μόνο που ήθελε η Ρεβέκκα ήταν να γευτεί το αίμα του, προτού τον αποτελειώσει. Όμως, γιατί να μην τον έκανε να συνειδητοποιήσει πόσο λίγος ήταν απέναντί της; Όσα όπλα και να είχε, όσο καλά εκπαιδευμένος και να ήταν, παρέμενε ένας θνητός άντρας. Ένα τίποτα για εκείνη.

Ο Φάμπιαν φοβήθηκε. Φοβήθηκε για την μοίρα των αντρών που διοικούσε και για τους πολίτες που δεν ήξεραν τι δαίμονες υπήρχαν. Φοβήθηκε για την οικογένειά του και για τους φίλους του. Φοβήθηκε για τον αδερφό του –άραγε να ζούσε ακόμα; Φοβήθηκε, τέλος, για τους την μοίρα που ετοιμαζόταν να συναντήσει.

Τότε, όμως, ακούστηκε κάποιος να φωνάζει «ΜΗΝ ΤΟΛΜΗΣΕΙΣ ΝΑ ΒΛΑΨΕΙΣ ΤΟΝ ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗ, ΔΑΙΜΟΝΙΣΣΑ!»

Η Ρεβέκκα μόρφασε από ενόχληση, καθώς δύο σφαίρες από Μάνλιντσερ καρφώθηκαν στην κοιλιά της και από μία στον κάθε ώμο της. Πέταξε τον Φάμπιαν στο παράθυρο, διαλύοντας τα ξύλα που το κάλυπταν, και στράφηκε προς τον λοχαγό Σούκε, ο οποίος τη σημάδευε. Δεν έδωσε σημασία στη σφαγή μεταξύ στρατιωτικών και βρικολάκων που λάβαινε χώρα πίσω από τον Σούκε, όπως έκανε και αυτός.

Ο λοχαγός όπλισε ξανά και πυροβόλησε, αδειάζοντας το Μάνλιντσερ. Έπειτα, το έβαλε στον ώμο και έβγαλε το πιστόλι του και άρχισε να ρίχνει με αυτό.

Αλλά δεν πέτυχε καμιά άλλη φορά τη Ρεβέκκα, καθώς εκείνη απέφυγε όλες τις βολές, αιωρούμενη δεξιά και αριστερά, με κάθε κίνησή της να πλησιάζει ολοένα και πιο πολύ τον Σούκε, ο οποίος δεν μπορούσε να εστιάσει, γιατί, όπως ο Φάμπιαν νωρίτερα, δεν έβλεπε τι έκανε εκείνη, παρά μόνο πού κατέληγε να στέκεται, γεγονός που τον άγχωνε, γιατί αφενός όλες οι βολές πήγαιναν στράφι και αφετέρου δεν είχε ξαναδεί ποτέ του άνθρωπο να κινείται τόσο γρήγορα.

Η Ρεβέκκα βρέθηκε πίσω του, δίχως ο Σούκε να το ξέρει –κοιτούσε κάπου στα αριστερά του, προς τον δρόμο, από εκεί όπου είχαν έρθει. Εκείνη δεν έχασε άλλο χρόνο, παρά κάρφωσε τα νύχια του δεξιού χεριού της στον λαιμό του και τραβήχτηκε λίγα δευτερόλεπτα μετά, γλείφοντας όσο αίμα είχε μείνει στη χούφτα της.

Ο Σούκε άφησε το όπλο του, καθώς το αίμα χανόταν από μέσα του, παρασέρνοντας και την ζωή του. Καθώς γονάτιζε στο κρύο χιόνι, σκέφτηκε την γυναίκα και τις κόρες του. Παρακάλεσε τον Θεό να τις προστατέψει και ξεψύχησε.

Η Ρεβέκκα γύρισε, για να επιστρέψει για τον Φάμπιαν, αλλά την σταμάτησε ο Σέκερες, ο οποίος την χάραξε με την ξιφολόγχη του Μάνλιντσερ του. Την πέτυχε στο στήθος, εκείνη σύριξε, όμως αυτός συνέχισε με ένα ακόμα χτύπημα με την μπότα του στο στομάχι της. Την έκανε να οπισθοχωρήσει. «Αναθεματισμένο τέρας!» της είπε, καθώς την χτυπούσε ξανά και ξανά. «Εσύ και οι όμοιοί σου φταίτε για όλο αυτό το Κακό. Εξαιτίας σας τόσοι άνθρωποι έμειναν χωρίς τους συγγενείς τους. Αλλά το χειρότερο, για εμένα, είναι που πριν λίγο αναγκάστηκα να σφάξω έναν παλιό φίλο μου». Ο Σέκερες με βαριά καρδιά είχε έρθει αντιμέτωπος με τον πολιτοφύλακα Κάτονα, η γυναίκα του οποίου κυοφορούσε το τέταρτο παιδί τους. Ήταν αυτός, ο Σέκερες ήταν σίγουρος. Αλλά, ταυτόχρονα, δεν ήταν αυτός. Είχε γίνει ένα τέρας που ερχόταν για να πιει το αίμα του Σέκερες. Σε παρακαλώ, του είχε πει. Μην με αναγκάσεις. Ο Κάτονα δεν σταμάτησε, παρά μόνο όταν ο Σέκερες κάρφωσε την λεπίδα του Μάνλιντσερ στην καρδιά του. Ήταν η χειρότερη στιγμή που είχε ζήσει ποτέ του, να βλέπει τον παλιό του φίλο και συνάδελφο να πεθαίνει, με μια τελευταία αναλαμπή της πάλαι ποτέ ανθρώπινης υπόστασής του να επανέρχεται, να αναγνωρίζει στο πρόσωπο του φονιά του έναν δικό του άνθρωπο και να γίνεται σκόνη το επόμενο δευτερόλεπτο.

Ο Σέκερες δεν είχε προλάβει να θρηνήσει, γιατί μόλις είχε μπει στη μάχη και αυτός και οι κραυγές των άλλων στρατιωτικών τον ανάγκασαν όχι απλά να αφήσει στην άκρη τον ψυχικό πόνο του, αλλά να τον μετατρέψει σε επιθετική μανία ενάντια στα τέρατα που αντιμετώπιζαν.

Η Ρεβέκκα, βλέποντας την ορμή του άντρα, άνοιξε τα χέρια της και στάθηκε ακίνητη, χαμογελώντας του.

Όμως, πάνω που ο Σέκερες σήκωνε το Μάνλιντσερ εναντίον της, μια μαυροφορεμένη φιγούρα έπεσε πάνω του και τον έβγαλε από το δρόμο της Ρεβέκκα.

Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους και στράφηκε να μπει στο σπίτι, για να βρει τον άντρα που είχε σκοτώσει την Ροζάλια.

 

Ο Τζούρτζου θαύμασε την γύμνια του αγοριού. Ήταν ένα λεπτό, λευκό πλασματάκι, που έτρεμε λόγω του κρύου και του φόβου του. Και ήταν όλο δικό του για αυτή τη βραδιά.

Ήταν καιρός να αρχίσει να γδύνεται και ο ίδιος.

 

Παράλληλα με όλα αυτά που γίνονταν έξω, η κατάσταση στο εσωτερικό του σπιτιού των Τσομπάνου δεν ήταν καλύτερη, καθώς ο Κάρτερ είχε απέναντί του άγνωστο πόσους βρικόλακες, τους οποίους σημάδευε με το ένα εξάσφαιρο, ενώ στο δεξί του χέρι κρατούσε το σπαθί. Με το που είχε μπει στο σπίτι, λιγότερο από τρία λεπτά πριν, γεμίζοντας εν τάχει τα όπλα του, δεν έδωσε σημασία στον αναίσθητο Στεφάν, άνοιξε την εσωτερική πόρτα της κουζίνας με προσοχή και πέρασε στο σαλόνι, το οποίο φωτιζόταν επαρκώς από τα φανάρια των στρατιωτικών που ήταν αφημένα σε διάφορα σημεία. Αμέσως, είδε τα αναποδογυρισμένα έπιπλα, τα κατεστραμμένα φλιτζάνια και πιατάκια, τους πίνακες που είχαν πέσει από τους τοίχους. Μα είδε και τα αίματα που είχαν νοτίσει εδώ κι εκεί το χώρο, κόκκινες πινελιές και γραμμές και κηλίδες σε έναν καμβά κάποιου βασανισμένου ζωγράφου. Δεν είδε φωτιές, οπότε υπέθεσε ότι τουλάχιστον οι πέντε στρατιώτες είχαν καταφέρει να ρίξουν έγκαιρα στο έδαφος τα τέρατα και τους δαυλούς τους –όσον αφορά τη φωτιά του τζακιού, την είχαν σβήσει όταν τους ειδοποίησε ο Φάμπιαν. Αλλά είδε και τα πεσμένα κορμιά, με τις ξεσκισμένες στολές και τα όπλα που είχαν πέσει παραδίπλα τους. Είδε και τις μαυροντυμένες μορφές που είχαν μπει και έμπαιναν από την πόρτα, ενώ πέντε εξ αυτών ήταν κουλουριασμένες πάνω από έναν στρατιώτη, τη στιγμή που άλλες συγκεντρώνονταν πάνω από άλλους. Ο Κάρτερ άκουσε τους ήχους ρουφήγματος και έβρισε μέσα του, για την αργοπορία του.

«Αναθεματισμένα τέρατα!» είπε και τους επιτέθηκε, παρότι ήταν μόνος του. Ο πρώτος βρικόλακας πάνω από τον οποίο είχε βρεθεί ο Κάρτερ, ένας γεροδεμένος νεαρός που κάποτε λεγόταν Μιρόν Μπρεμπάν, σήκωσε το κεφάλι του από τον νεκρό στρατιώτη, δείχνοντας τα μυτερά δόντια και το αιματοβαμμένο στόμα του. Δεν συνειδητοποίησε καν τη σφαγή που υπέστη το κορμί του: την καρδιά του που τρυπήθηκε και το κεφάλι του που αποκόπηκε από τον κορμό και το ότι χάθηκε στην λήθη, με τη σκόνη του να πλανάται στο σαλόνι του σπιτιού.

Ο Κάρτερ δεν είχε σταματήσει εκεί. Δίπλα από τον Μιρόν, και από την άλλη πλευρά του ορειβάτη τυφεκιοφόρου, υπήρχαν άλλοι βρικόλακες που γευμάτιζαν, μη δίνοντας σημασία στον πιστολέρο. Δύο από αυτούς πέθαναν χωρίς να δουν ποιος τους επιτίθεται. Άλλοι δύο είδαν, μα ήταν αποχαυνωμένοι από την αιματοποσία τους.

Όμως, πολλοί βρικόλακες που τώρα εισέρχονταν στο σπίτι δεν είχαν προλάβει να πέσουν πάνω από κάποιο νεκρό κορμί. Είδαν τον Κάρτερ και του όρμησαν, με τα χέρια απλωμένα και το στόμα ορθάνοιχτο.

Ο Κάρτερ πήρε την ζωή μια για πάντα από τους πρώτους τρεις, ένας εκ των οποίων ήταν κάποτε πολιτοφύλακας. Τους πυροβολούσε και, όταν αυτοί κοντοστέκονταν, τους ορμούσε και τους αποτέλειωνε με το σπαθί, ευχαριστώντας νοερά τον Φάμπιαν που του είχε προτείνει να το πάρει μαζί του. Κάνα δυο από αυτούς έπιασαν το πανωφόρι του, αλλά τους έκοψε τα χέρια.

Όμως, αναγκάστηκε να υποχωρήσει, γιατί το πλήθος που εισέβαλλε στο σπίτι αυξανόταν συνεχώς και ο κλοιός στένευε απέναντί του. Ωστόσο, οι βρικόλακες καταλάβαιναν ότι δεν είναι εύκολος αντίπαλος. Κοιτούσαν με μοχθηρία το προτεταμένο πιστόλι και το σπαθί που κρατούσε στο άλλο χέρι, το οποίο ήταν λερωμένο με αίματα, τα οποία προέρχονταν από πλάσματα σαν και αυτούς.

Ο Κάρτερ κοίταξε γρήγορα προς τα πίσω, συνειδητοποιώντας ότι είχε φτάσει κοντά στην εσωτερική πόρτα που χώριζε το σαλόνι από την κουζίνα. Διχάστηκε με το τι έπρεπε να κάνει: αν έφευγε προς τη σκάλα για τον πρώτο όροφο ή αν οπισθοχωρούσε κι άλλο, τα τέρατα θα περικύκλωναν τον Φάμπιαν και όσους ήταν έξω. Αν έμενε, αναπόφευκτα θα έμενε και χωρίς σφαίρες. Και άλλωστε, ο Φάμπιαν και οι άλλοι πόσο θα κρατούσαν;

Παρακάλεσε ξανά το πνεύμα του Λούκυ Λουκ να τον βοηθήσει, γιατί ο ίδιος άρχιζε να νιώθει ανήμπορος.

Τότε κάποιος από τους βρικόλακες, ένας φαλακρός χλομός νέος, εμφανίστηκε μπροστά του. Στάθηκε ακριβώς απέναντι από την κάννη του εξάσφαιρου. Αυτός έδειχνε διαφορετικός, όχι τόσο στην όψη, όσο στο βλέμμα και το ύφος. Δεν έμοιαζε απλώς με ένα πεινασμένο θηρίο, αλλά με κάποιον που είχε ακόμα λίγη από την ανθρώπινη φρόνησή του. Χαμογελούσε σαρδόνια. Είπε κάτι, με φωνή συριστική, σαν να ψεύδιζε.

Ο Κάρτερ δεν κατάλαβε ούτε λέξη από όσα του είπε ο άλλος. Όμως, κατάλαβε ότι πρέπει να ήταν της ίδιας τάξης όπως αυτή με την οποία είχε μιλήσει ο Φάμπιαν νωρίτερα.

Ο Βασίλι έκρυψε το χαμόγελό του. Περιεργάστηκε τον άντρα με το περίεργο καπέλο, ο οποίος δεν ήταν στρατιωτικός, αν και ήταν οπλισμένος. Ο άγνωστος δεν του απάντησε και αυτό ο Βασίλι δεν ήξερε πώς να το εκλάβει. Δεν απάντησε επειδή φοβόταν; Αμφέβαλλε ως προς αυτό, γιατί ο άγνωστος δε φαινόταν τρομαγμένος, τουλάχιστον όχι όσο οι άλλοι στρατιώτες. Δεν θα έπρεπε να συμβαίνει αυτό. Ακόμα και να ήταν από αυτούς που δεν πιστεύουν ότι υπάρχουν βρικόλακες, θα έπρεπε να έχει τρομοκρατηθεί από τη σφαγή που συνέβαινε –δεν ήταν κάτι που επιδεχόταν αμφισβήτησης. Εκτός αν ήταν πολύ περισσότερο ανόητος απ’ ό,τι έδειχνε. Αλλά ο Βασίλι δεν έπρεπε να αρκεστεί σε αυτό. «Θα πεθάνεις» είπε. «Αλλά όχι αμέσως. Θα πιούμε το αίμα σου και θα το νιώθεις».

Ο Κάρτερ κατάλαβε μόνο όσες λέξεις είχε ακούσει και νωρίτερα, από εκείνη τη Ρεβέκκα που τις είπε στον Φάμπιαν. Αλλά αρκούσαν, για να ξέρει ποιες ήταν οι προθέσεις των άλλων και πως ο ίδιος δεν θα τους άφηνε να τον μεταχειριστούν σα σφαχτάρι.

Αλλά πώς θα τους αντιμετωπίσω;

Τώρα, οι βρικόλακες που είχαν μπει μέσα και δεν ασχολιόντουσαν με τους νεκρούς ορειβάτες τυφεκιοφόρους κάλυψαν και την σκάλα προς τον πρώτο όροφο –κάποιοι ανέβηκαν τη σκάλα. Όλοι κοιτούσαν τον Κάρτερ με τα μάτια σα σφαίρες. Όλων το στόμα έχασκε σε μια θανάσιμη παγίδα γεμάτη μυτερά παλούκια.

Ο Βασίλι ετοιμάστηκε. Το ίδιο και η αδερφή του, η Έλενα που στεκόταν δίπλα του. Το ίδιο και οι άλλοι κατώτεροι.

«Θα πεθάνεις» είπε ξανά ο βρικόλακας.

Ο Κάρτερ δεν απάντησε. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά στο στήθος του. Είχε βρεθεί κι άλλες φορές αντιμέτωπος με πολλούς εχθρούς ταυτόχρονα, αλλά ποτέ του δεν είχε φοβηθεί τόσο πολύ, όσο φοβόταν τώρα. Γιατί σε εκείνες τις παλιότερες περιπτώσεις τον περίμενε μόνο ο θάνατος. Ενώ εδώ, θα γινόταν βορά αυτών των τεράτων.

Οι βρικόλακες άπλωσαν τα χέρια τους προς τον πιστολέρο, αδιαφορώντας για το εξάσφαιρο και το σπαθί που κρατούσε.

  Mitákuye Oyás’iŋ, θυμήθηκε ξανά ο Κάρτερ και έκλεισε τα μάτια του. Όλα σχετίζονται.

  Wačhékiya. Ζήτα βοήθεια.

Ο Βασίλι ξέχασε ό,τι είχε σκεφτεί ποτέ για μια πιθανή σοβαρή αντίσταση από τους θνητούς, και άπλωσε τα μακριά νύχια του δεξιού του χεριού, ώστε να χαράξει τον καρπό του ξένου, να του ρίξει το όπλο και έπειτα να πέσει πάνω του, προτού αυτός προλάβει να χρησιμοποιήσει το σπαθί.

Τότε, ο χρόνος πάγωσε, σαν να είχε επηρεαστεί και αυτός από τον καιρό της Τρανσυλβανίας, και μια αόρατη παρουσία πέρασε στο προσκήνιο, μια οπτασία που ένας κοινός θνητός δύσκολα θα την έβλεπε -ωστόσο, καθώς περπατούσε και έμπαινε στο σπίτι, κάποιοι στρατιώτες ένιωσαν την ζεστή αύρα της-, αλλά οι βρικόλακες την είδαν να εισέρχεται από την ανοιχτή πόρτα, άκουσαν τα βήματά της· είδαν έναν άντρα ντυμένο πανομοιότυπα με αυτόν που ετοιμάζονταν να σκοτώσουν, αλλά αυτός έλαμπε και πλησίασε το υποψήφιο θήραμα και τότε σαν να εξαφανίστηκε, και μόνο ο Βασίλι κατάλαβε για μια απειροελάχιστη στιγμή πως αυτοί οι δύο ενώθηκαν, αλλά δεν πρόφτασε να σκεφτεί κάτι άλλο, καθώς ο πιστολέρο που ήταν πλέον απέναντί τους άνοιξε τα μάτια του, τα οποία δεν είχαν αλλάξει απόχρωση, αλλά είχαν έναν πολύ μεγαλύτερο δυναμισμό από οποιονδήποτε είχαν δει ποτέ οι βρικόλακες, και το χαμόγελο που σχηματίστηκε στο πρόσωπο του άντρα δήλωνε ξεκάθαρα το τι θα επακολουθούσε· ο Βασίλι έκανε να οπισθοχωρήσει, μα είχε ένα τείχος από μαυροντυμένα κορμιά πίσω του, και σκέφτηκε να μεταμορφωθεί σε νυχτερίδα, για να ξεφύγει, όμως δεν το μπόρεσε, γιατί τότε ο πιστολέρο κινήθηκε με αδιανόητη ταχύτητα, κάνοντας στην άκρη το αριστερό του χέρι με το εξάσφαιρο και εκτοξεύοντας το σπαθί προς τον ανώτερο βρικόλακα, πετυχαίνοντάς τον κατευθείαν στην καρδιά, ενώ την ίδια στιγμή, εξαιτίας της φόρας που είχε πάρει και της εγγύτητας μεταξύ των σωμάτων των βρικολάκων, η λεπίδα διαπέρασε και την καρδιά ενός δεύτερου καχεκτικού τέρατος, κάνοντας σκόνη και τα δύο φριχτά όντα.

Οι βρικόλακες οπισθοχώρησαν προς την εξώπορτα του σαλονιού, αβέβαιοι και δίχως κάποιον ανώτερο να τους καθοδηγεί.

Ο πιστολέρο δεν είχε σκοπό να σταματήσει να σφάζει τα τέρατα. Ξέροντας, πλέον, πως το εξάσφαιρο δεν είχε ιδιαίτερο αποτέλεσμα, το θηκάρωσε και έβγαλε το μαχαίρι που είχε δώσει στον Κάρτερ ο σταβλίτης από τη Βουδαπέστη.

Εκείνη την στιγμή, όμως, ήταν που άκουσε πρώτα την καμπάνα να χτυπάει μια φορά (αναγγέλλοντας ότι η ώρα είναι δώδεκα και μισή) και έπειτα να σπάνε πίσω του ξύλα και ένα σώμα να πέφτει στο δάπεδο της κουζίνας. Γύρισε και είδε ότι ήταν ο ταγματάρχης, ζωντανός ακόμα, που κειτόταν μπροστά από το σπασμένο παράθυρο. Όμως, είδε και ένα πτώμα στην πόρτα, καθώς και ότι έξω γινόταν μια συνταρακτική σύγκρουση ανάμεσα σε ανθρώπους και νεκροζώντανα τέρατα.

Ο Φάμπιαν; Είναι καλά; άκουσε τη φωνή του Κάρτερ. Ο πιστολέρο ήθελε να συνεχίσει να ξεπαστρεύει βρικόλακες, όμως όφειλε να σεβαστεί την επιθυμία του ανθρώπου που τον τιμούσε αφενός φέροντας στο στήθος του το σήμα με την προσωπογραφία του και αφετέρου που τον επικαλούνταν.

Αλλά αντιλήφθηκε ότι τα τέρατα κινούνταν προς το μέρος του, νομίζοντας ίσως ότι αυτός άρχισε να τα φοβάται ξανά. Άρχισαν να γεμίζουν και πάλι το σαλόνι και να γρυλίζουν προς το μέρος του και να αφήνουν τα αιμάτινα σάλια τους να τρέχουν από το στόμα τους.

Ο  πιστολέρο στράφηκε προς αυτά. Στριφογύρισε στα χέρια του τα όπλα του και ετοιμάστηκε να αμυνθεί.

Όμως, στα αυτιά του έφτασαν ανησυχητικοί ήχοι από τον πρώτο όροφο: γυαλιά και ξύλα που έσπαγαν και ανθρώπινα ουρλιαχτά φόβου. Οι ορειβάτες τυφεκιοφόροι αντιμετώπιζαν τους βρικόλακες που είχαν ανέβει τη σκάλα. Ο πιστολέρο αμφέβαλλε για το πόσο θα μπορούσαν να αντέξουν. Έπρεπε να τους συνδράμει, να τους σώσει.

«Μαξ» άκουσε πίσω του τη φωνή του ταγματάρχη, ο οποίος είχε σηκωθεί και πλησιάσει. Έξω θα έπρεπε να πάει, μα άλλαξε ρότα με το που είδε τον αδερφό του. «Είσαι καλά;»

«Είμαι».

Ο Φάμπιαν παραξενεύτηκε, γιατί η φωνή ήταν κάπως πιο βαριά από του αδερφού του, αλλά υπέθεσε ότι έφταιγε η ένταση που επικρατούσε. Ωστόσο, παρατηρώντας ότι οι βρικόλακες κρατούσαν απόσταση από τον Κάρτερ, χωρίς αυτός να κρατάει σταυρό παρά ένα σπαθί και ένα μαχαίρι, κατάλαβε πως μπορούσε να χειριστεί τα τέρατα. Και αυτά τα τέρατα, συμπλήρωσε στο μυαλό του. Ένας άνθρωπος εναντίον πολλών βρικολάκων, και όμως εκείνοι τον απέφευγαν, ή ήταν πάρα πολύ προσεκτικοί απέναντί του. Ο Φάμπιαν αναρωτήθηκε με περηφάνια πόσους να είχε σκοτώσει.

«Εσύ είσαι καλά;» ρώτησε ο πιστολέρο.

«Ναι. Γενικά, ναι» απάντησε ο Φάμπιαν, ακουμπώντας το κεφάλι του. Τον πονούσε λίγο στο πίσω μέρος, καθώς εκεί είχε χτυπήσει όταν βρέθηκε πεσμένος μέσα στην κουζίνα. Και η πλάτη του τον ενοχλούσε, κυρίως λόγω του ότι, όταν έπεσε στο δάπεδο, τα κόκαλα «συγκρούστηκαν» με την καραμπίνα που είχε θηκαρώσει, όμως μπορούσε να τα αντέξει όλα αυτά. Τουλάχιστον, για λίγο. Αλλά σίγουρα, δεν θα απασχολούσε τον αδερφό του για αυτούς τους πόνους.

Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του: Ο Σούκε; Αυτός ήταν που με έσωσε; Η φωνή έμοιαζε με του λοχαγού, σίγουρα. Πώς να είναι, άραγε;

«Πρέπει να πάω επάνω, όμως» είπε ο πιστολέρο. «Με χρειάζονται».

Ο Φάμπιαν τον κοίταξε. Έψαξε πάνω του και βρήκε τα δύο ΛεΜατ, τον σουγιά του και το δεύτερο σπαθί, που είχε πάρει από το απόθεμα των Τσομπάνου. Άρχισε να γεμίζει τα πιστόλια, ενώ, όταν τέλειωσε με αυτά, γέμισε και την δίκαννη καραμπίνα. «Όχι, θα πάω εγώ. Άκου, βγάλε τούτους εδώ έξω και βοήθησε τους στρατιωτικούς που πολεμάνε έξω. Εντάξει;»

Όχι! φώναξε ο Κάρτερ.

Ο πιστολέρο ρώτησε «Είσαι σίγουρος, ταγματάρχη;»

«Ναι, Μαξ. Ας γίνει όπως σου είπα. Θα βρεθούμε έξω». Έβαλε τα πιστόλια στην τσέπη του, κρατώντας έτοιμα για μάχη την καραμπίνα και το σπαθί που του είχε απομείνει. Χαμογέλασε και έπιασε το μπράτσο του αδερφού του, ταρακουνώντας το ελαφρά. «Πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε. Έχουμε ελπίδες. Πολύ χαίρομαι που ήρθες να μας βοηθήσεις».

Όχι! Φάμπιαν, όχι!

Οι βρικόλακες σαν να πλησίαζαν.

Ο πιστολέρο είπε «Εντάξει, ταγματάρχη. Ας γίνει έτσι».

«Μια ερώτηση μόνο, Μαξ: γιατί μιλάς έτσι; Γιατί με αποκαλείς συνέχεια “ταγματάρχη” και όχι “Φάμπιαν”, όπως πριν;»

Ο πιστολέρο γύρισε και τον κοίταξε.

Δεν είναι ο Μαξ, συλλογίστηκε ο Φάμπιαν, αλλά αυτό δεν ήταν δυνατό. Δηλαδή, εμφανισιακά, ήταν ο Μαξ. Όμως, το βλέμμα ήταν διαφορετικό. Απέπνεε μια δυναμικότητα, η οποία προκαλούσε δέος στον Φάμπιαν, σαν να έβλεπε έναν Άγιο μπροστά του.

Ο πιστολέρο χαμογέλασε. «Μην ανησυχείς, ταγματάρχη Άσπελ. Ο Μαξ είναι εδώ» είπε.

Και μετά, επιτέθηκε στους βρικόλακες, παρασέρνοντάς τους προς την έξοδο.

Ο Φάμπιαν παραλίγο να μείνει εκεί που στεκόταν, καθώς δεν μπορούσε να πιστέψει την αδιανόητη γρηγοράδα με την οποία κινούνταν (Αυτός) ο αδερφός του. Πώς τα κατάφερνε; Του θύμισε λίγο εκείνη τη Ρεβέκκα, το ότι τη μια στιγμή ήταν σε ένα σημείο και την επόμενη δέκα μέτρα πιο πέρα. Αλλά ο Κάρτερ δεν ήταν βρικόλακας. Οπότε πώς;… Και τι ήταν αυτό που είπε στο τέλος;

Όμως, οι φωνές και ο χαμός που επικρατούσε πάνω τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Όπλισε και έσπευσε προς τον πρώτο όροφο.

Δεν έδωσε σημασία στο ότι ο Στεφάν σηκώθηκε στην κουζίνα. Αργά-αργά, πονώντας, έχοντας χάσει πολύ αίμα από τον πυροβολισμό του Φάμπιαν, ο φαινομενικά ηλικιωμένος άντρας με τα ράσα σηκώθηκε. Το μυαλό του ήταν μπερδεμένο, ζαλιζόταν λίγο, όμως είχε τις αισθήσεις του και ήθελε κάτι. Ήθελε να βρει κάποιον, για κάποιο πολύ συγκεκριμένο λόγο. Αλλά δεν μπορούσε, γιατί ήταν δεμένος. Θα το άλλαζε και αυτό. Περπάτησε, λοιπόν. Έφυγε από την κουζίνα. Στο σαλόνι, ανάμεσα στα πτώματα, βρήκε ό,τι χρειαζόταν: μια λεπίδα. Αλλά, καθώς ελευθερωνόταν χάρη στην ξιφολόγχη ενός Μάνλιντσερ, όντας καθισμένος μεταξύ νεκρών στρατιωτών, η μυρωδιά του αίματος ταλάνιζε τα ρουθούνια του… ή έτσι του φαινόταν; Δηλαδή, η αφέντρα του τον είχε κάνει σαν αυτή, αλλά όχι ακριβώς σαν αυτή και… Αυτή ήθελε αίμα, για να τραφεί, άρα και ο Στεφάν δεν θα έπρεπε να πιει, για να πάρει λίγη δύναμη και να πάει μετά να βρει δικαιοσύνη για την Ντανιέλα του, η οποία, χάρη στο αίμα του άντρα της, ήξερε ότι θα έρθουν τα θηράματα και τα περίμενε, για να τραφεί από αυτά, και εκείνα της φέρθηκαν με τόσο… τόσο απάνθρωπο τρόπο;

Αυτό έπρεπε να κάνει.

Οπότε έσκυψε πάνω από έναν ορειβάτη τυφεκιοφόρο και έγλειψε όσο (ελάχιστο) αίμα είχαν αφήσει οι βρικόλακες. Και αμέσως, άρχισε να νιώθει καλύτερα.

Ο Φάμπιαν ανέβηκε προσεκτικά τα σκαλοπάτια. Οι θόρυβοι γίνονταν πιο ξεκάθαροι. Τώρα, άκουγε και τα μουγκρητά βρικολάκων.

Πριν πατήσει το τελευταίο σκαλί, είδε να πέφτει στον τοίχο έξω από ένα από τα δωμάτια ένας νεαρός ορειβάτης τυφεκιοφόρος, με το Μάνλιντσερ του να είναι μπροστά του, στο δάπεδο. Ο μαυρομάλλης άντρας –όχι, σκέφτηκε ο Φάμπιαν, είναι απλά ένα παιδί που ίσα που έχει ενηλικιωθεί!– είχε αίματα στο χιτώνιό του, κάποια από τα οποία προέρχονταν από τα γδαρσίματα στο πρόσωπό του. Έμεινε εκεί, να βογκάει από πόνο και να δακρύζει.

Ο Φάμπιαν είδε ένα βρικόλακα, που πριν από μερικές μέρες άκουγε στο όνομα Βαντίμ Πιτσούρκα (μόνιμος κάτοικος του Μπραν και ένας από τους ντόπιους που είχαν συμμετάσχει στις περιπόλους των Τσομπάνου), έναν από αυτούς που πίστευε ότι είναι περισσότερο σαν ζώα παρά άνθρωποι -ανάμεσά τους πρέπει να ήταν και οι αγνοούμενοι πολιτοφύλακες-, να έρχεται και να στέκεται πάνω από τον νεαρό.

Το αγόρι κάλυψε με τα χέρια του το πρόσωπό του, ζητώντας την μητέρα του.

Ο Φάμπιαν είπε «Έι, φρικιό». Πριν ο βρικόλακας γυρίσει προς το μέρος του, εκείνος βρέθηκε για δεύτερη φορά στον πρώτο όροφο αυτού του σπιτιού, άπλωσε το χέρι και το σπαθί έκοψε σύριζα το κεφάλι του βρικόλακα. Μετά, καθώς το ακέφαλο σώμα έπεφτε, ο Φάμπιαν μαχαίρωσε την καρδιά του και το τέρας έγινε σκόνη.

Κοίταξε γύρω του. Πρώτα στα αριστερά, στο δωμάτιο όπου είχε ανοιχτή την πόρτα και ήταν αυτό έξω από το οποίο είχε πέσει ο στρατιώτης. Ήταν άδειο και τα παραθυρόφυλλα απείραχτα. Έπειτα, στράφηκε προς τα δεξιά. Ο διάδρομος φωτιζόταν πολύ καλά, από τα φανάρια που υπήρχαν στο σπίτι, αλλά και από αυτά που είχαν τοποθετήσει οι στρατιωτικοί. Αγνόησε όλα τα έπιπλα, τους πίνακες και ό,τι άλλο δεν κινούνταν. Δυστυχώς, το μάτι του έπεσε πάνω σε δύο νεκρούς ορειβάτες τυφεκιοφόρους, όμως δεν είδε άλλους, τους τρεις ένστολους που έπρεπε να συμπληρώνουν τον αριθμό των έξι που φυλούσαν τον όροφο. Ούτε βρικόλακες είδε. Μα άκουσε φωνές και πυροβολισμούς από τα δωμάτια που ήταν στα δεξιά του.

Ο Φάμπιαν έδωσε το χέρι στον νεαρό, λέγοντάς του «Έλα, στρατιώτη. Θα χρειαστώ τη βοήθειά σου».

«Κύριε… Είναι… Πώς θα τους;…» ψέλλιζε το παιδί, κοιτώντας τον Φάμπιαν με μάτια που παρακαλούσαν να είναι όλα αυτά ένας εφιάλτης που θα τελείωνε με το που ξυπνούσε.

«Όπως βλέπεις, σκοτώνονται. Δεν είναι απέθαντοι».

Οι φωνές και οι καταστροφές συνεχίζονταν.

«Έλα». Ο Φάμπιαν έσκυψε, πήρε το Μάνλιντσερ και το έτεινε στον νεαρό με τα πρασινωπά μάτια. «Έλα, μας χρειάζονται». Αυτός το έπιασε και στηρίχτηκε στον ανώτερό του, για να σηκωθεί.

«Θα προχωράω εγώ μπροστά. Εσύ κάλυψε τα νώτα μου, εντάξει;»

«Ναι, ναι, κύριε» απάντησε ο λεπτοκαμωμένος νεαρός. «Σας ευχαριστώ που με σώσατε!»

Ο Φάμπιαν τού χαμογέλασε, αγνοώντας για το πόσα σήμαινε αυτό το καλοπροαίρετο δείγμα (γονικής) ανθρωπιάς για τον νεαρό. «Είναι γεμάτο το όπλο σου;»

«Ναι, κύριε». Το αγόρι έκανε μια προσπάθεια να κάνει τη φωνή του πιο βαριά, πιο αντρική, αλλά δεν τα κατάφερε πολύ καλά. «Μόλις το είχα γεμίσει, όταν μου επιτέθηκε α-αυτός».

«Εντάξει. Κράτα το γερά και ακολούθησέ με. Αν δεις κανέναν μαυροντυμένο, ρίξε του και εγώ θα αναλάβω τα υπόλοιπα».

«Μάλιστα, κύριε».

«Ωραία. Πάμε».

Ο Φάμπιαν προπορεύτηκε, στοχεύοντας με την καραμπίνα και έχοντας το σπαθί έτοιμο στο άλλο χέρι. Μπήκε στο πρώτο από τα δύο δωμάτια που έμεναν να ελέγξουν. Εκεί μέσα, ένας στρατιώτης και ένας βρικόλακας κρατούσαν το Μάνλιντσερ ανάμεσά τους. Ο ορειβάτης τυφεκιοφόρος, που σωματικά ήταν αρκετά εύρωστος -σε βαθμό που θα μπορούσε να συμμετάσχει σε αγώνες πάλης και να κερδίσει κιόλας-, είχε τσαλακωμένα ρούχα και ήταν κολλημένος στον τοίχο και πάλευε να μην αφήσει το τέρας να τον δαγκώσει.

Ο Φάμπιαν έκανε γρήγορα τον γύρο του κρεβατιού και βρέθηκε πίσω από τον άντρα που μια φορά και έναν καιρό λεγόταν Νάντρου Μολντοβάνου και ήταν σύζυγος της Ροζάλια, αλλά που από τις 23 Φεβρουαρίου ήταν ένας κατώτερος βρικόλακας. Το τέρας γύρισε πριν ο Φάμπιαν προλάβει να τον μαχαιρώσει, αφήνοντας τον ορειβάτη τυφεκιοφόρο ελεύθερο.

Κι αυτό ήταν λάθος του, γιατί ο άντρας, έχοντας θυμό μέσα του που ο βρικόλακας τον είχε πετάξει πριν λίγο πάνω σε διάφορα έπιπλα, χτύπησε με μια πλάγια κίνηση το κεφάλι του τέρατος, αποπροσανατολίζοντάς το.

Το επόμενο δευτερόλεπτο, ο βρικόλακας δεν είχε καρδιά, ενώ το κεφάλι του έπεσε στο δάπεδο. Ο στρατιώτης ανέμισε το χέρι του, για να διώξει τη σκόνη που απλώθηκε από τον οριστικό θάνατο του βρικόλακα.

«Ευχαριστώ, κύριε ταγματάρχη!» είπε στον Φάμπιαν.

Αυτός ένευσε. «Είσαι καλά;»

«Χάρη σε εσάς, είμαι, κύριε».

«Ωραία. Έλα μαζί μου. Εσύ και ο άλλος στρατιώτης θα φυλάτε τα μετόπισθεν. Δεν θα γυρίσετε, παρά μόνο αν σας το πω εγώ».

«Μάλιστα, κύριε».

Ο Φάμπιαν βγήκε από το δωμάτιο και κατευθύνθηκε προς το τελευταίο, όπου μπήκε, ενώ οι δύο φαντάροι, έπειτα από υπόδειξή του, περίμεναν, ο ένας κοιτώντας προς τα παραθυρόφυλλα και ο άλλος προς την αντίθετη μεριά, εκεί όπου υπήρχαν οι σκάλες.

Βρήκε δύο βρικόλακες που είχαν πέσει πάνω στους δύο τελευταίους στρατιώτες αυτού του ορόφου, μέσα στο παιδικό δωμάτιο των Λία και Αντελίνα Τσομπάνου. Ο ίδιος ο Φάμπιαν είχε πληροφορηθεί από τις ανακρίσεις που διενήργησε πως ένα βράδυ κάποιος θηλυκός βρικόλακας παραλίγο να μπει σε τούτο το χώρο, αλλά δεν τα είχε καταφέρει και οι μικρές εγγονές της Ιούλια Τσομπάνου (που τότε ήταν εδώ μέσα), αλλά και οι υπόλοιποι ένοικοι, είχαν γλιτώσει χάρη στη φρόνηση της μικρής Λία. Και να που τώρα, τα τέρατα τα είχαν καταφέρει: και είχαν μπει στο δωμάτιο -ίσως από το παράθυρο, αν έκρινε από τα σπασμένα γυαλιά και τις διαλυμένες ξύλινες πλάκες- και τρέφονταν από ανθρώπους.

Οι οποίοι είναι ζωντανοί ακόμα, σκέφτηκε με φρίκη ο Φάμπιαν. Και νιώθουν ότι τους απομυζούν.

Πράγματι, οι ένστολοι σπαρταρούσαν κάτω από την κυριαρχία των τεράτων, αλλά δεν προσπαθούσαν να τα αποτινάξουν. Είχαν χάσει ήδη πολλή από τη δύναμή τους. Απλά… χάνονταν. Έσβηναν σαν κεριά που λιώνουν από τη φλόγα.

Ο Φάμπιαν κινήθηκε γρήγορα, όχι όσο είχε δει τον Κάρτερ να κινείται, αλλά αρκετά, για να έρθει πάνω από έναν εξ αυτών, έναν ηλικιωμένο που λεγόταν Αρσένιε Μολντοβάνου, χωρίς ο τελευταίος να τον αντιληφθεί, και να τον μαχαιρώσει και να τον αποκεφαλίσει, εξαφανίζοντας τον ίδιο, αλλά και την γενιά των Μολντοβάνου.

Ο άλλος, ωστόσο, σήκωσε το κεφάλι, με τα αίματα του άτυχου νεαρού στρατιώτη να τρέχουν σαν σάλια από το ανοιχτό στόμα του. Ήταν πιο νέος από τον προηγούμενο βρικόλακα και, όταν ήταν ακόμη άνθρωπος λεγόταν Ιονάταν Φερέσκου, μόνιμος κάτοικος του Μπραν που είχε ταχθεί υπέρ του σχεδίου του Ντράχοσλαβ Τσομπάνου και, μαζί με τον Πιτσούρκα, είχε συμμετάσχει στην περίπολο και είχε πιαστεί αιχμάλωτος από τον Νικολάι, τον Βασίλι και την Έλενα. Ο βρικόλακας είδε τον Φάμπιαν και του γρύλισε. Και έκανε να σηκωθεί, για να του επιτεθεί.

Ο Φάμπιαν έχωσε την καραμπίνα στο ανοιχτό στόμα του βρικόλακα και πυροβόλησε μία φορά, διαλύοντας ένα μεγάλο μέρος του κρανίου του, με αίματα και κομμάτια δέρματος και σκελετού να πέφτουν πάνω στο παιδικό κρεβάτι και στην παιδική κούκλα που ήταν στα αριστερά του τέρατος. Ο θόρυβος ήταν πολύ ηχηρός, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του το σίγησε το στόμα του τέρατος.

Ο βρικόλακας έπεσε προς τα πίσω, βογκώντας.

Ο Φάμπιαν τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα. Να ήταν άραγε πολιτοφύλακας αυτό το τέρας; Δεν ήξερε. Αλλά, απ’ ό,τι είχε δει ως τώρα, οι βρικόλακες δεν πολεμούσαν σαν στρατιώτες, αλλά, κατά κύριο λόγο, επιτίθονταν σαν ζώα. Αν κάποιος από αυτούς ήταν πολιτοφύλακας κάποτε, τότε μάλλον οι γνώσεις του είχαν χαθεί μαζί με την ανθρωπιά του, κατέληξε ο Φάμπιαν.

Ο βρικόλακας μούγκρισε.

Ο Φάμπιαν, γνωρίζοντας ότι δεν τον είχε σκοτώσει ακόμα, ύψωσε το σπαθί του.

Αλλά σταμάτησε, γιατί άκουσε τον ένα από τους στρατιώτες, τον μεγαλόσωμο, να του φωνάζει «Κύριε ταγματάρχη, έρχεται μία από αυτούς!» Ο άντρας είχε δει, έντρομος, έξω από τα παραθυρόφυλλα, στο σκοτεινό ουρανό, μια νυχτερίδα να προσγειώνεται στο μπαλκόνι και να μεταμορφώνεται σε μια χλομή κοπέλα με μαύρα μαλλιά και μαύρο μανδύα. Την ίδια στιγμή, ο άλλος στρατιώτης, ο πιο αδύναμος, στρεφόταν προς τον συνάδελφό του, ερχόμενος δίπλα του, για να τον βοηθήσει, αλλά και αυτός τρόμαξε με το ον που τους παρατηρούσε.

Η Ρεβέκκα τους κοίταξε, τους χαμογέλασε και, ενώ εκείνοι φώναζαν και στόχευαν και πατούσαν τις σκανδάλες, αυτή διαπέρασε σαν ορμητικό κύμα τα τζάμια, θρυμματίζοντάς τα. Τα Μάνλιντσερ έβαλλαν από μία φορά το καθένα, όμως δεν πέτυχαν κάτι και οι σφαίρες τους χάθηκαν στο σκοτεινό τοπίο του Μπραν.

Η Ρεβέκκα δεν έχασε χρόνο με αυτούς: του πιο αδύναμου του έβγαλε τα μάτια και του τσάκισε το κράνος και το κεφάλι πάνω στον τοίχο με το αριστερό της χέρι, ενώ του άλλου του ξερίζωσε την καρδιά.

Οι στρατιώτες έπεσαν μπρούμυτα στο δάπεδο και έμειναν ακίνητοι.

«ΟΧΙ!» ούρλιαξε ο Φάμπιαν. Είδε (και έμεινε το στόμα του να χάσκει) τη Ρεβέκκα να του χαμογελάει και να φέρνει στο στόμα της την καρδιά του φαντάρου και να τη γλείφει, σαν να ήταν λαίμαργη πελάτισσα σε εστιατόριο και δεν ήθελε να πάει χαμένη η σάλτσα του κρέατος.

Όμως, λίγες στιγμές μετά, η Ρεβέκκα, μην υπακούοντας στην αποτρόπαιη σκέψη του Φάμπιαν, πέταξε την καρδιά πάνω στο νεκρό σώμα απ’ όπου την είχε πάρει, σαν να ήταν σάπιο φρούτο. «Μας διέκοψαν» του είπε, γυρνώντας προς το μέρος του και αυτός παρακάλεσε τον Θεό να δεχθεί στον Παράδεισο τον λοχαγό Σούκε –δεν αμφέβαλλε ότι αυτή η δαιμόνισσα τον είχε σκοτώσει, και σίγουρα δεν ήθελε να διανοηθεί με ποιον τρόπο. «Έχουμε αφήσει κάτι ανολοκλήρωτο εμείς οι δύο, ταγματάρχη». Μάζεψε με τα δάχτυλά της όσο αίμα είχε νοτίσει το σαγόνι της και έπειτα τα έβαλε στο στόμα της. «Ομολογώ ότι οι στρατιώτες σου έχουν υπέροχη γεύση» σχολίασε. «Ίσως καλύτερη από αυτή των χωριατών».

Η Ρεβέκκα ήθελε να τον τρομοκρατήσει όσο περισσότερο γινόταν, να νιώσει στην ψυχή του ο αχρείος δολοφόνος της Ροζάλια τι τον περίμενε, και όντως ο Φάμπιαν αισθάνθηκε την καρδιά του να παγώνει και να νιώθει σαν να μούδιαζαν όλα τα μέλη του κορμιού του. Αλλά όχι από τρόμο. Όχι, πλέον δε φοβόταν. Γιατί ήξερε ότι αυτά τα τέρατα δεν ήταν παντοδύναμα. Δεν ήταν απέθαντα. Είχαν αδυναμίες. Μπορούσες να τα σφάξεις, όπως οποιονδήποτε άλλο. Δεν ήταν τα τρομερά φρικιά που τόσο πολύ έτρεμαν οι κάτοικοι του Μπραν και η Έμιλυ. Αυτά μπορούσες να τα εξαφανίσεις πολύ πιο εύκολα απ’ ό,τι έναν θνητό.

Για του λόγου το αληθές, ο Φάμπιαν άκουσε το μουγκρητό του βρικόλακα που είχε πυροβολήσει και που κειτόταν στο παιδικό δωμάτιο. Γύρισε προς αυτόν, κάρφωσε το σπαθί του στην καρδιά του βρικόλακα και έπειτα, μπροστά στα μάτια της Ρεβέκκα, έκοψε το κεφάλι του σιγά-σιγά, από τη μία άκρη ως την άλλη, σαν να έκοβε ψωμί.

Την κοίταξε, περιμένοντας να δει πόσο είχε εκνευριστεί μαζί του.

Όμως, παραξενεύτηκε από την αντίδρασή της. Παρέμενε χαμογελαστή. Δεν θα έπρεπε να ενοχληθεί που αυτός σκότωνε έναν δικό της;

Ενώ ο Φερέσκου γινόταν σκόνη, ο Φάμπιαν αποφάσισε ότι δεν τον ένοιαζε τι νιώθει η Ρεβέκκα. Το μόνο που ήθελε ήταν να την τιμωρήσει για όλο αυτό το Κακό που είχε προκαλέσει η ίδια και οι όμοιοί της. Και μετά, να βρει την Κόμισσα, και να την ξεκάνει και αυτή, ελευθερώνοντας το Μπραν και τον κόσμο ολάκερο από μια φριχτή φυλή τεράτων.

Η Ρεβέκκα τού επιτέθηκε.

Αλλά αυτή τη φορά, ο Φάμπιαν, έχοντας κατά νου τι ον ήταν, πρόφτασε, σήκωσε την καραμπίνα και το τελευταίο σκάγι διέλυσε την κοιλιά της Ρεβέκκα και εκτόξευσε την ίδια πάνω στον τοίχο του διαδρόμου. Η γυναίκα σωριάστηκε στο δάπεδο, μουγκρίζοντας δυνατά.

Ο Φάμπιαν θηκάρωσε την καραμπίνα και όρμησε έξω από το δωμάτιο. Δεν έχασε καθόλου χρόνο: κατέβασε το σπαθί του, στοχεύοντας την καρδιά της.

Η Ρεβέκκα, όμως, έπιασε με το αριστερό της χέρι την λεπίδα, πριν βρει το στόχο της.

Ο Φάμπιαν προσπάθησε να τραβήξει το σπαθί του, αλλά αυτό είχε μαγκωθεί στη χούφτα της δαιμόνισσας. Έτσι, κατέβασε τη δεξιά μπότα του στο πρόσωπό της. Ο ήχος της σπασμένης μύτης της του έδωσε περισσότερο θάρρος. Κράτησε κόντρα, πιέζοντας το κεφάλι της στον τοίχο, έπιασε την λαβή και με τα δύο χέρια και προσπάθησε να ελευθερώσει το σπαθί.

Αλλά η Ρεβέκκα, παρά το ότι η λεπίδα είχε χαράξει τη γροθιά της, κούνησε πλαγιαστά το χέρι της και έσπασε την μυτερή αιχμή.

Ο Φάμπιαν έπεσε προς τα πίσω και παραλίγο να βρεθεί φαρδύς πλατύς στο δάπεδο, αλλά άπλωσε το χέρι και στηρίχτηκε στο κούφωμα της πόρτας του δωματίου. Έβρισε μέσα του, βλέποντας την μερική καταστροφή του όπλου του. Αλλά σκέφτηκε ότι και πάλι θα μπορούσε να κάνει τη δουλειά του –αν μη τι άλλο, παρέμενε αιχμηρό και αρκετά μακρύ για να σκίσει το δέρμα και την καρδιά του βρικόλακα.

Έκανε να γυρίσει προς εκείνη, αλλά η Ρεβέκκα, ξεπερνώντας έστω και ελάχιστα τους πόνους και το ότι έχανε αίμα, υψώθηκε και, για δεύτερη φορά, αφόπλισε τον Φάμπιαν, χτυπώντας το χέρι του. Το σπαθί έπεσε στην πέρα άκρη του διαδρόμου, πιο μακριά από τα πτώματα των στρατιωτών που είχε δει νωρίτερα και πολύ μακριά από εκεί που ήταν τώρα ο ταγματάρχης και η Ρεβέκκα. Το επόμενο δευτερόλεπτο, η Ρεβέκκα έπιασε το κεφάλι του, τυλίγοντάς το μέσα στις χούφτες της, καλύπτοντας τα αυτιά του και βυθίζοντας τα νύχια της στο κρανίο του. Αίμα άρχισε να τρέχει από τις πληγές και ο Φάμπιαν μόρφασε από πόνο και έπιασε με τα δικά του χέρια τα δικά της, μήπως κατάφερνε να τα απομακρύνει, αλλά ήταν μάταιο. Την ίδια στιγμή, ένιωθε τον αέρα να μη βρίσκει δίοδο προς τα πνευμόνια του. Πνιγόταν και η καρδιά του βροντούσε στο στήθος του.

«Θα πεθάνεις, αναθεματισμένε θνητέ» του είπε η Ρεβέκκα.

Ο Φάμπιαν έκλεισε τα μάτια.

«Κοίτα με!»

Ο Φάμπιαν δεν το έκανε. Αντίθετα, άφησε το δεξί του χέρι να πέσει.

«Κοίτα με, πρόβατο! Κοίτα…»

Ο Φάμπιαν κάρφωσε την λεπίδα του σουγιά του στο κάτω μέρος του στόματος της Ρεβέκκα, κάνοντάς την και να σταματήσει να μιλάει και να τον ελευθερώσει από τις λαβές της. Αντίθετα, εκείνος δεν σταμάτησε, αλλά την χτύπησε με την αριστερή γροθιά του στο σαγόνι. Πριν υποχωρήσει κι άλλο η Ρεβέκκα, ο Φάμπιαν την πλησίασε και τη χτύπησε με μια δεξιά γροθιά στο αριστερό της μάτι, και μετά της έριξε άλλη μία αριστερή γροθιά, βυθίζοντας το χέρι του στην ανοιχτή πληγή που έχασκε στο στομάχι της, το οποίο χυνόταν έξω από το σώμα της. Η Ρεβέκκα έπεσε πάνω στον τοίχο ξανά. Ο Φάμπιαν σήκωσε την αριστερή μπότα του και την κάρφωσε στην ανοιγμένη κοιλιά του βρικόλακα. Τώρα ήταν αυτός που γελούσε και χαιρόταν που είχε γυρίσει την μάχη υπέρ του. Έχοντας την κολλημένη στον τοίχο, ο Φάμπιαν μάτωσε κι άλλο τα χέρια του πάνω στην μαυροντυμένη γυναίκα. «Δεν… είσαι…» της έλεγε, καθώς την κοπανούσε στο κεφάλι και στο στήθος και στα πλευρά, «γαμημένη… απέθαντη! Είσαι… απλά… μία πόρνη… του Διαβόλου! Ένα τίποτα! Ένα γύναιο που νόμιζε… ότι μπορεί να νικήσει τους πολεμιστές… του Θεού! Αυτό σου έμαθε η Κόμισσά σου, ε; Όμως, μάντεψε: ΣΕ ΚΟΡΟΪΔΕΨΕ, ΗΛΙΘΙΑ!»

Η Ρεβέκκα δεν απαντούσε. Δεν μπορούσε. Το σώμα της είχε ρημαχτεί από τα γρονθοκοπήματα και τους άλλους τραυματισμούς που της είχε προκαλέσει ο Φάμπιαν. Και που της προκαλούσε.

Ο Φάμπιαν την τράβηξε προς τα αριστερά του με μεγάλη ευκολία –σαν να κρατάω πούπουλο, σκέφτηκε-, προς το παράθυρο απ’ όπου αυτή είχε εισβάλλει, έβαλε το δεξί του πόδι πίσω από τα δικά της και την πέταξε στο δάπεδο. Την επόμενη στιγμή, έσκυψε από πάνω της και σήκωσε το σουγιά του και τον κατέβασε στο αριστερό της στήθος. Η λεπίδα έσκισε το μαύρο ρούχο και έσκαψε το δέρμα, αλλά δεν έφτασε στην καρδιά. Οπότε ο Φάμπιαν προσπάθησε ξανά και ξανά: ύψωνε το χέρι του και το κατέβαζε, το ύψωνε και το κατέβαζε, και ο σουγιάς ολοένα και πλησίαζε τον στόχο του, την παλλόμενη νεκροζώντανη καρδιά της Ρεβέκκα, η οποία Ρεβέκκα, με κάθε χτύπημα, άδειαζε από αίμα.

Ήταν ώρα να ξεμπερδεύει από την αρχηγό των τεράτων μια και καλή.

Και η Ρεβέκκα δεν αντιστεκόταν, καθώς είχε αποδυναμωθεί πολύ. Τα χέρια και τα πόδια της είχαν μουδιάσει. Τα μάτια της με το ζόρι τα κρατούσε ανοιχτά. Βίωνε και πάλι την θνητότητα που πίστευε ότι είχε αφήσει πίσω και είχε χαρεί τόσο πολύ για αυτό.

Πριν ξεκινήσουν την επίθεση, είχε φωνάξει στους ανθρώπους ΔΕΝ ΘΑ ΣΑΣ ΛΥΠΗΘΟΥΜΕ, ΑΛΛΑ ΘΑ ΜΑΡΤΥΡΗΣΕΤΕΝΟΜΙΖΕΤΕ ΟΤΙ ΘΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕΤΕ; ΝΟΜΙΖΕΤΕ ΟΤΙ ΕΧΕΤΕ ΕΛΠΙΔΕΣ; Τώρα, όμως, συνειδητοποιούσε με τον χειρότερο τρόπο πόσο λάθος είχε κάνει. Πόσο πολύ είχε υπερεκτιμήσει τον εαυτό της και τους ομοίους της και πόσο είχε υποτιμήσει τους θνητούς.

Όχι απλά εκείνη και οι όμοιοί της έχαναν, αλλά αυτήν δεν την λυπόταν ο φονιάς της, ο ταγματάρχης, ο οποίος της αποδείκνυε ότι τα κατάφερνε εξαιρετικά απέναντί της. Είχε ελπίδες να την αποτελειώσει.

Θα τη σκότωνε… Εκείνη… θα πέθαινε…

  Κόμισσά μου, είπε μέσα της. Λυπάμαι. Σε απογοήτευσα.

Ο Φάμπιαν έβλεπε την πληγή στο στήθος της Ρεβέκκα να ανοίγει και το αίμα να ρέει άφθονο, και ένιωσε την ικανοποίηση, ένιωσε την νίκη του, καθώς έπαιρνε την ζωή από τη δαιμόνισσα. Την είχε υποτάξει! Ένιωσε τη χαρά όσων είχαν πεθάνει από τα χέρια της και οι οποίοι θα τον έβλεπαν από τον Παράδεισο και θα τον θαύμαζαν. Ένιωσε τη χαρά των συγγενών των νεκρών όταν θα μάθαιναν για το κατόρθωμά του. Ένιωσε…

«Άσπελ!» φώναξε κάποιος με θυμό.

Ο Φάμπιαν σταμάτησε να ονειρεύεται. Παραξενεύτηκε με την απότομη επαναφορά του στην πραγματικότητα, γιατί αναγνώρισε τη φωνή. Γύρισε προς την πλευρά που ήταν το πιο απομακρυσμένο από τα τρία δωμάτια και η εσωτερική σκάλα του σπιτιού.

Ο Στεφάν Οσμοκέσκου έστεκε εκεί. Τα γένια και το ράσο του ήταν λερωμένα από αίματα. Αλλά έδειχνε να είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση σωματικά απ’ ό,τι θα έπρεπε, δεδομένου του πυροβολισμού που του είχε ρίξει ο Φάμπιαν –δεν είχε ούτε την τρύπα που του είχε προκαλέσει η βολή από την καραμπίνα. Οπότε, σκέφτηκε ο ταγματάρχης, οι βρικόλακες μπορεί να μην τον έκαναν ακριβώς σαν αυτούς, αλλά του έδωσαν κάποιες σημαντικές δυνάμεις. Έπρεπε να το είχα σκεφτεί νωρίτερα, γαμώτο.

«Μην τολμήσεις να βλάψεις την αφέντρα μου!» ούρλιαξε ο Οσμοκέσκου και ο Φάμπιαν είδε τι κρατούσε στα χέρια του, καθώς ο πρώην παπάς σήκωνε το αντικείμενο.

Κι ένιωσε έναν τρόμο απόλυτα υπαρκτό, γιατί ο Στεφάν κρατούσε ένα Μάνλιντσερ M1890. Ένα αληθινό στρατιωτικό όπλο, σχεδιασμένο από τον Φέρντιναντ Μάνλιντσερ στις αρχές της δεκαετίας και το οποίο αντικαθιστούσε το Μ1888. Ένα όπλο που έπρεπε να το κρατάει ένας ένστολος και όχι ένας παπάς. Αλλά τώρα το είχε ο Οσμοκέσκου, που ήταν πρώην παπάς και εχθρός της ανθρωπότητας. Και το ύψωνε, με την κάννη να στρέφεται προς τον ταγματάρχη.

Ο Φάμπιαν σηκώθηκε, γύρισε εντελώς προς τον Στεφάν και προσπάθησε να βγάλει ένα από τα πιστόλια ΛεΜατ.

Αλλά ο Στεφάν, που κάποτε η Ντανιέλα του του είχε πει ότι δεν ήταν πια νέος και δεν έπρεπε να κάνει κάποια ανοησία, ήταν πιο γρήγορος: σημάδεψε σαν έμπειρος κυνηγός και πυροβόλησε τον Φάμπιαν. Δεν είχε ιδέα από όπλα, όμως το αίμα που είχε γλείψει από τον ορειβάτη τυφεκιοφόρο τού έδωσε τις γνώσεις που χρειαζόταν. Είχε ελέγξει το Μάνλιντσερ και είχε διαπιστώσει ότι είχε σφαίρες μέσα. Το να το οπλίσει ήταν πανεύκολο. Το ίδιο και το να ρίξει στον άθλιο που είχε σκοτώσει την γυναίκα του.

Η σφαίρα κατέστρεψε το κέντρο του στήθους του Φάμπιαν και χάθηκε στο σκοτεινό τοπίο που απλωνόταν έξω από το παράθυρο πίσω από τον ταγματάρχη.

Η καμπάνα σήμανε μία τα ξημερώματα, όταν ο Φάμπιαν διπλώθηκε στο δάπεδο, αφήνοντας τον σουγιά του να πέσει από την γροθιά του. Πάλεψε να πάρει ανάσα, ενώ ο πόνος, ο χειρότερος που είχε νιώσει ποτέ στην ζωή του, του κατέτρωγε τους πνεύμονες, ο ένας εκ των οποίων είχε γίνει κομμάτια, όπως και μερικά από τα πλευρά του. Ο Φάμπιαν έφτυσε αίμα και τα μάτια του δάκρυσαν.

Ο Στεφάν πλησίασε, πατώντας πάνω στα νεκρά κορμιά των στρατιωτών. Είχε ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό του, καθώς έβλεπε τον φονιά της γυναίκας του να ψυχορραγεί. «Πέθανε, άθλιε» είπε. «Πέθανε, όπως σου αξίζει. Απαρνήθηκες το κάλεσμα της αφέντρας, να γίνεις κι εσύ ένα ανώτερο ον. Σκότωσες την αγαπημένη μου Ντανιέλα! Και» έσκυψε πάνω από τον Φάμπιαν «πυροβόλησες εμένα! Αλλά δεν με σκότωσες!» Ο Στεφάν άκουσε τον Φάμπιαν να βήχει και να παλεύει να ανασάνει. «Πεθαίνεις. Αλλά τι; Μη μου πεις ότι θέλεις να σε εξομολογήσω, για να κερδίσεις μια θέση στον Παράδεισο; Ε; Ακόμα δεν κατάλαβες ότι ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ;» Την τελευταία φράση την φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε. «Υπάρχει μόνο η Κόμισσα! Υπάρχει μόνο η Ρεβέκκα! Υπάρχει μόνο η εκπληκτική απέθαντη φύση αυτών των…»

«Δεν είναι… απέθαντοι» ψέλλισε ο Φάμπιαν. «Ούτε εσύ… είσαι».

Ο Στεφάν έκανε να ουρλιάξει από οργή.

Αλλά τον πρόλαβαν οι κραυγές του πιστολιού ΛεΜατ που είχε βγάλει τελικά ο Φάμπιαν και το οποίο το είχε σηκώσει προς τον Οσμοκέσκου.

Για άλλη μια φορά, ο πρώην παπάς είχε παρακούσει τον Φάμπιαν και τιμωρήθηκε. Όμως, τώρα πρόλαβε να ακούσει περισσότερους από έναν πυροβολισμούς.

Μπαμ! Μπαμ! Μπαμ! Μπαμ! Μπαμ! Μπαμ! Μπαμ! Μπαμ! Μπαμ!

Ο Στεφάν έπεσε προς τα πίσω, με το Μάνλιντσερ να χτυπάει στο έδαφος. Προσγειώθηκε πάνω στο πτώμα του στρατιώτη που η Ρεβέκκα τού είχε ξεριζώσει την καρδιά. Έμεινε εκεί, με εννιά νέες πληγές να καλύπτουν το ράσο του. Μία από αυτές, ήταν στο ύψος της καρδιάς του. Προτού χάσει την ζωή του, ο Στεφάν σκέφτηκε πρώτα την Ντανιέλα και έπειτα εκείνο το πνευματικό ταξίδι που φανταζόταν τον εαυτό του να κάνει. Σε εκείνη την λίμνη, όπου στην μια πλευρά ήταν ο Θεός και στην άλλη η ανυπαρξία. Ο Στεφάν έφευγε από τον Θεό, γιατί ήταν εκνευρισμένος μαζί Του λόγω του ότι δεν είχαν παιδιά με την Ντανιέλα, και πήγαινε προς την άλλη μεριά της λίμνης. Το ταραγμένο και σχεδόν νεκρό μυαλό του σκέφτηκε ότι θα έκανε επιτέλους αυτό το μοναχικό ταξίδι.

Ύστερα, ο Στεφάν Οσμοκέσκου έπαψε να υπάρχει. Δεν έγινε, όμως, σκόνη, γιατί δεν ήταν βρικόλακας σαν τους άλλους δούλους της Κόμισσας.

Ο ιδρωμένος και εξαντλημένος Φάμπιαν είδε τη Ρεβέκκα να σέρνεται προς τον πρώην παπά, να γέρνει το κεφάλι της προς τον λαιμό του και να μπήγει τα δόντια της, για να πιει αίμα. Ήξερε ότι μετά θα είχε σειρά ο ίδιος.

Όχι! σκέφτηκε.

Παράτησε το άδειο ΛεΜατ και μπουσούλησε μέσα στο δωμάτιο, αφήνοντας αίματα στο διάβα του. Έκλεισε με κόπο την πόρτα και την κλείδωσε. Σύρθηκε ως το παιδικό κρεβάτι της Λία Τσομπάνου και ακούμπησε την πλάτη του με την αιμορροούσα πληγή στο ξύλινο έπιπλο και το κεφάλι του πάνω στο μαλακό στρώμα. Έβηξε ξανά, βγάζοντας κι άλλο αίμα. Με το αδύναμο αριστερό του χέρι, έπιασε το δεύτερο ΛεΜατ, που ήταν γεμάτο, και το έβγαλε. Το κράτησε στη χούφτα του, αλλά το όπλο ήταν πολύ βαρύ και το χέρι του σωριάστηκε στο δάπεδο.

Ο Φάμπιαν ζαλιζόταν. Το ταβάνι του δωματίου και το πάτωμα και όλα όσα έβλεπε γυρνούσαν, σαν να ήταν κολλημένα σε μια από τις ρόδες ενός κάρου που το έσερνε ένα άλογο.

Πρέπει… να… τη σκοτώσω. Τη Ρεβέκκα. Πρέπει… για το καλό… των κατοίκων… του Μπραν. Για την… τιμή των νεκρών. Για το… καλό της… Έμιλυ. Για την… Ορέλια. Για…

Προσπάθησε να σηκώσει το πιστόλι. Δεν το μπόρεσε. Προσπάθησε πάλι. Τίποτα. Ήταν πάρα πολύ βαρύ για αυτόν.

Πρέπει…

  «Έμιλυ» ψέλλισε. «Αγάπη μου».

Έσφιξε την κρύα λαβή με τα ιδρωμένα δάχτυλά του. Δάγκωσε το κάτω χείλι του. Έβαλε όση δύναμη είχε.

Το ΛεΜατ παρέμεινε κάτω.

Πεθαίνω. Αλλά πρέπει να ξέρουν. Η γυναίκα μου. Η κόρη μου. Οι συνάδελφοί μου. Ο αδερφός μου. Πρέπει… να ξέρουν.

Έβγαλε με το ελεύθερο χέρι του τέσσερα χαρτιά, ένα μήνυμα και τη διαθήκη του που είχε γράψει κάποια στιγμή αφού τελείωσαν τις προετοιμασίες για την πολιορκία. Είχε απομονωθεί στην εξωτερική τουαλέτα και σημείωσε κάποια πράγματα που θα ήθελε να μάθουν οι δικοί του άνθρωποι, σε περίπτωση που ο ίδιος δεν θα μπορούσε να τους τα πει, αλλά και να είναι σίγουρος πως ό,τι είχε θα ήταν δικό τους. Είχε κλάψει, καθώς το υπέγραφε, γιατί τον τρομοκρατούσε όχι μόνο η πιθανότητα να πεθάνει, μα και η ιδέα να μην ξαναδεί ποτέ τους αγαπημένους του. Καταλάβαινε απόλυτα τι ένιωθε ο Σέκερες για τους συναδέλφους του που είχαν χαθεί. Πριν βγει, για να γυρίσει στο πόστο του, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και σκούπισε τα μάτια του, και ετοίμασε τον εαυτό του για ό,τι επρόκειτο να συμβεί.

Τώρα, λαβωμένος θανάσιμα, άφησε κάτω από το κρεβάτι τα χαρτιά, αλλά έτσι ώστε να προεξέχουν λίγο, για να τα δουν όποιοι θα έρχονταν.

Ο Φάμπιαν γύρισε το κεφάλι προς τα αριστερά του. Ένιωσε αμέσως ναυτία και έβηξε, φτύνοντας λίγο ακόμα αίμα και σάλια. Είδε το πιστόλι. Είδε το χέρι του κάτω από αυτό. Είδε λίγο παραπέρα το κράνος ενός νεκρού στρατιώτη. Είδε…

«Ορέλια» ψέλλισε και νέα δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του, θολώνοντας το οπτικό του πεδίο. Αλλά δε χρειαζόταν να βλέπει. Ήξερε πού ήταν αυτό που ήθελε.

Άφησε το πιστόλι και έπιασε την παιδική κούκλα που είχε βρει και νωρίτερα, όταν έκαναν έρευνα. Πριν την επίθεση των τεράτων. Έπιασε το παιχνίδι και το σήκωσε –ναι, αυτό μπόρεσε να το σηκώσει!– και το έφερε στην αγκαλιά του, ακριβώς κάτω από την τεράστια πληγή στο στήθος του. Χάιδεψε τα ψεύτικα μαλλιά της κούκλας. Έκλεισε τα μάτια του. Φαντάστηκε ότι είχε την Ορέλια, μωρό ακόμα, στην αγκαλιά του. Φαντάστηκε να ακούει τα γέλια της. Φαντάστηκε την Έμιλυ να του λέει ότι ήθελε και εκείνη να κρατήσει το μωρό τους -«Άλλωστε, εγώ την γέννησα, κύριε ταγματάρχη!». «Ναι» απάντησε ο Φάμπιαν. «Ναι, φυσικά. Θα την κρατήσεις και εσύ, αγάπη μου. Απλά… άφησέ με λίγο να την κρατήσω εγώ. Μόνο λίγο». Η Έμιλυ δεν θα είχε πρόβλημα με αυτό. Ο Φάμπιαν άρχισε να λέει ένα παλιό τραγούδι, που θυμόταν να του λέει η μητέρα του, όταν αυτός ήταν μικρός.

Η πόρτα του δωματίου υπέστη ένα φοβερό χτύπημα και ξεκόλλησε από τα κουφώματά της και έπεσε στο δάπεδο, λίγα μέτρα μακριά από τον Φάμπιαν.

Η Ρεβέκκα, ανανεωμένη από την αφαίμαξη του Στεφάν, με όλες τις πληγές της γιατρεμένες, μπήκε και βρήκε τον ταγματάρχη να ακουμπάει στο κρεβάτι και να μιλάει μοναχός του. Χαμογέλασε. Τον πλησίασε και γονάτισε μπροστά του. Είδε τα αίματα που κάλυπταν το κεφάλι και τον κορμό του. Ήξερε ότι αυτός πέθαινε.

«Η Κόμισσα δεν λέει ψέματα, θνητέ» του είπε. Τώρα δεν σκεφτόταν καθόλου ότι παραλίγο να τη σκοτώσει. Η Ρεβέκκα ήταν και πάλι ανώτερη του ταγματάρχη. «Κοίτα πώς κατάντησες που δεν με υπάκουσες. Είσαι αξιολύπητος. Όπως είναι όλοι οι άντρες».

Ο Φάμπιαν άνοιξε τα μάτια του. Την κοίταξε. Κάτι ήθελε να της πει. Κάτι θα της είχε πει. Κάτι που θα πρόδιδε όσα εκείνος είχε κινήσει για να γίνουν. Την εμπλοκή στην υπόθεση του Μπραν ενός πολύ συγκεκριμένου θεόρατου άντρα. Του μοναδικού που ήταν κατάλληλος για αυτή την αποστολή. Αλλά δεν μίλησε, κι αυτό ήταν το μόνο καλό που προέκυπτε από την ομίχλη που είχε καλύψει το μυαλό του.

Αντίθετα, μια σκέψη ήρθε να τον ταλανίσει: ο πατέρας του τον είχε προειδοποιήσει ότι υπάρχουν φαντάσματα. Ο Φάμπιαν είχε έρθει αντιμέτωπος με μια εκδοχή αυτών. Και… θα πέθαινε, αλλά όχι από κάποιο από αυτά. Όχι, θα πέθαινε από ένα απόλυτα φυσιολογικό όπλο, δημιούργημα ανθρώπων και όχι του Διαβόλου –ή μήπως ήταν του Διαβόλου; Δεν ήξερε. Δεν τον ένοιαζε πια. Αυτό που τον ενδιέφερε είναι που παράκουσε (και) τον πατέρα του και πλήρωνε αυτή του την ανυπακοή με την ίδια του την ζωή, χωρίς καν να πει ένα τελευταίο αντίο στην Έμιλυ και την Ορέλια.

Και ο Ορμπάν… Ο Τζούρτζου… Αυτοί θα γλιτώσουν… σκέφτηκε, επίσης με πικρία.

ΟΧΙ! Το Κακό δεν γίνεται να… θριαμβεύσει… Δεν… Δεν πρέπει…

  Ήρθαν ξανά στο νοητό οπτικό του πεδίο οι δύο αγαπημένες γυναίκες της ζωή του, καθώς και οι συνάδελφοί του. Έμιλυ. Ορέλια. Σας αγαπάω! Θίοντορ. Τζόνας. Λυπάμαι που… δεν κατάφερα να τηρήσω την υπόσχεσή μου, ότι θα… επιστρέψω. Λυπάμαι πολύ.

Η Ρεβέκκα έβαλε το δάχτυλό της στην πληγή από τη σφαίρα. Πήρε λίγο από το αίμα και το έφερε στο στόμα της. Το έγλειψε, κλείνοντας τα μάτια της. Παραμέρισε όλους όσους ήξερε ο Φάμπιαν, δεν την ένοιαζαν, αλλά στάθηκε σε τρία πρόσωπα. «Έχεις σύζυγο. Και κόρη» είπε και άνοιξε τα σκοτεινά της μάτια. Χαμογέλασε ξανά. «Έμιλυ και Ορέλια. Δύο γυναίκες. Πολύ θα ήθελα να τις γνωρίσω και να τους προσφέρω την απέθαντη φύση μου. Ή να τις σκοτώσω, αν αρνηθούν».

Ο Φάμπιαν δεν απάντησε. Το χέρι του σταμάτησε να χαϊδεύει τα μαλλιά της κούκλας. Το στήθος του σταμάτησε να ανεβοκατεβαίνει και η καρδιά του έπαψε να πάλλεται. Τα μάτια του έμειναν ανοιχτά, άλλα άδεια από ζωή.

Ο Φάμπιαν Άσπελ, Αυστριακός στην καταγωγή, ταγματάρχης του Evidenzbureau της Βουδαπέστης, σύζυγος και πατέρας, φίλος και αδερφός δεν υπήρχε πια.

 

Στο διαμέρισμα των Άσπελ, η Έμιλυ και η Ορέλια άνοιξαν τα μάτια τους και κοίταξαν η μία την άλλη, με έντρομο ύφος. Είχαν αισθανθεί το ίδιο πράγμα: κάτι να σπάει μέσα τους. Μια παγωμένη αύρα να τυλίγει την καρδιά τους.

«Φάμπιαν» ψέλλισε η Έμιλυ.

«Μπαμπά» ψέλλισε η Ορέλια.

Σκέφτηκαν: Δεν μπορεί να συνέβη… Δεν… Όχι, δεν συνέβη!

 

Την ίδια ώρα, ο Τζούρτζου σιγοντάριζε τις κραυγές πόνου του αγοριού από κάτω του, αφού ο ίδιος ούρλιαζε από ηδονή.

 

Η Ρεβέκκα άκουσε απέξω τις φωνές των δικών της, των κατώτερων βρικολάκων και γύρισε ελαφρώς το κεφάλι της προς το παράθυρο. Της φάνηκαν τρομαγμένοι. Αλλά γιατί να ήταν; Με ανθρώπους είχαν να κάνουν.

Εκτός…

Θυμήθηκε ότι πιο πριν είχε δει, ή έτσι είχε νομίσει, μια οπτασία να εισέρχεται στο σπίτι. Μια αντρική φιγούρα που περπατούσε και που… Που δεν ήταν ανθρώπινη. Αλλά δεν ήταν σίγουρα ούτε βρικόλακας. Ήταν… κάτι άλλο. Τι, όμως;

Εκείνη τη στιγμή, θυμήθηκε το τρίτο πρόσωπο που είχε ξεχωρίσει από την μνήμη του νεκρού ταγματάρχη. Τον αδερφό του. Τον Αμερικάνο Μαξ Κάρτερ, που ήταν κάτι σαν στρατιώτης –πιστολέρο, αυτή η λέξη ήρθε στο μυαλό της από τα όσα ήξερε ο Άσπελ. Αυτόν είχε δει ο ταγματάρχης να κινείται με αφύσικη ταχύτητα και να σφαγιάζει βρικόλακες, χωρίς, όμως, να είναι ο ίδιος ένας υπηρέτης της εξαίρετης Κόμισσας.

Άραγε, να υπήρχε κάποια σχέση ανάμεσα στην οπτασία και αυτόν τον Κάρτερ; Ο Άσπελ δεν ήταν σίγουρος, γιατί δεν είχε δει την οπτασία, αλλά ο τρόπος που του είχε μιλήσει ο αδερφός του και το πόσο γρήγορα τον είδε να κινείται, προς τα εκεί κατέληγαν. Κι αν σχετίζονταν ο πιστολέρο και το φάντασμα, αυτό σήμαινε ότι τα τέκνα της Κόμισσας δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν αυτούς τους δύο;

Έπρεπε να πάει και να δει.

Αλλά σκέφτηκε κάτι άλλο και σταμάτησε. Ήξερε ότι έχουν πολλές απώλειες. Ότι αυτοί οι στρατιωτικοί έστειλαν στον τάφο πολλούς βρικόλακες -οριστικά. Η Κόμισσα είχε προειδοποιήσει τη Ρεβέκκα για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ότι μπορεί κάποιοι να αποδειχτούν επικίνδυνοι. Η Ρεβέκκα δεν το είχε πιστέψει εντελώς, γιατί ποτέ της δεν θεώρησε πως οι άντρες μπορούν να είναι ιδιαιτέρως έξυπνοι, αλλά, απ’ ό,τι φάνηκε, είχε κάνει λάθος, και έτσι χάθηκαν κάποιοι δικοί της –και συνεχίζουν να πεθαίνουν. Η Μαγκνταλένα, πρώτη απ’ όλους. Η Ροζάλια. Ακόμα και ο Βασίλι είχε σφαχτεί, ένας από τους πρώτους που πήρε το χρίσμα από την πανέμορφη Κόμισσα, και μάλιστα από αυτόν τον Κάρτερ και την οπτασία του.

Η Ρεβέκκα κοίταξε ξανά τον ακίνητο Φάμπιαν, που πλέον ήταν τόσο ζωντανός, όσο η παιδική κούκλα που κρατούσε στην αγκαλιά του. Είχε μια ιδέα. Θα μπορούσε να είναι παράτολμη, αλλά όχι υπό τις παρούσες συνθήκες ή από αυτές που θα προέκυπταν, χάρη στη δική της ευφυΐα. Αυτή, σαν ανώτερο ον, ήξερε τι έπρεπε να κάνει, για να διαλύσει τους θνητούς που θα έρχονταν για την ίδια και τους ομοίους της. Θα έρχονταν στο κάστρο. Κι αν δεν ήθελαν όλοι –πολύ πιθανό, σκέφτηκε η Ρεβέκκα, γιατί οι περισσότεροι φοβούνται-, τότε θα ερχόταν σίγουρα ο πιστολέρο. Εκείνη θα του έδινε τον λόγο, για να πέσει στην παγίδα της και να πεθάνει. Γιατί το κάστρο ανήκε στους υπηκόους της Κόμισσας και κανένας δεν μπορούσε να εισβάλλει, περιμένοντας ότι θα το κυριεύσει –εκτός αν ήταν ανόητος. Μέσω των γνώσεων του ταγματάρχη, αλλά και του πόσο δυναμικά πάλευε απέναντι στους βρικόλακες, η Ρεβέκκα γνώριζε πως ο πιστολέρο είναι θαρραλέος, αλλά αυτό θα μπορούσε να του στοιχίσει την ζωή του. Και αυτό ήθελε η Ρεβέκκα. Να τον αφανίσει, αλλά η μάχη θα γινόταν στο κάστρο. Εκεί όπου ο Κάρτερ δεν θα είχε ελπίδα να νικήσει, αλλά θα γινόταν βορρά των βρικολάκων.

Θα ερχόταν. Γιατί θα έψαχνε τον αδερφό του. Θα νόμιζε ότι τον έχουν πιάσει αιχμάλωτο. Θα ήλπιζε ότι ο ταγματάρχης ζει. Μπορεί μέσα του να ήξερε ότι δεν ισχύει αυτό, αλλά θα το ευχόταν. Και αυτή η πίστη του θα ήταν το τέλειο δόλωμα για να έρθει στο κάστρο, ακόμα και μόνος του. Κι έτσι, ένα μεγάλο πρόβλημα θα έβγαινε από τη μέση.

Η Ρεβέκκα έστειλε νοητά μια διαταγή στον Νικολάι και τη Ραλούκα και έπειτα από μισό λεπτό έφυγε από το σπίτι των Τσομπάνου.

Παράλληλα με όσα διαδραματίζονταν εντός του σπιτιού, η μάχη μεταξύ ορειβατών τυφεκιοφόρων και βρικολάκων στον κήπο των Τσομπάνου και στον κεντρικό δρόμο του Μπραν ήταν σφοδρή και πολύ αιματηρή. Ο υπολοχαγός είχε δίπλα του δύο άλλους άντρες που φυλούσαν τα νώτα του, κάτι το οποίο οι άντρες το έκαναν περισσότερο από συνήθεια, παρά από νέα διαταγή –γιατί δεν τους είχε δοθεί καμία σχετική. Οι άλλοι, με το που βγήκαν από τα σπίτια, είχαν διασπαρθεί αμέσως, ούτως ώστε να επιτεθούν σε βρικόλακες που στέκονταν από την μία άκρη του μεγάλου σπιτιού έως την άλλη. Είχαν ήδη έτοιμα τα όπλα τους και άρχισαν να βάλλουν, μέχρι να φτάσουν τα πεσμένα τέρατα και να τα μαχαιρώσουν στην καρδιά με τις ξιφολόγχες. Κάποιοι τα κατάφεραν με την πρώτη δοκιμή, αλλά άλλοι έπρεπε να προσπαθήσουν δύο ή και τρεις φορές, γιατί πάνω στη φούρια τους δεν σημάδευαν σωστά, την καρδιά, με αποτέλεσμα οι βρικόλακες να σηκώνονται και να τους επιτίθενται. Όλοι οι στρατιωτικοί, ανεξαιρέτως του βαθμού τους, δεν μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν το γεγονός πως μια σφαίρα στο κεφάλι ή στο στήθος από τόσο κοντινή απόσταση (οι περισσότερες ρίχνονταν από τα πέντε ή τα δέκα μέτρα, ενώ η πιο μακρινή προερχόταν από τα είκοσι μέτρα) δεν ήταν αρκετή για να σκοτώσει τους ανθρώπους που είχαν στο στόχαστρό τους –γιατί, μέχρι να φτάσουν κοντά τους, ως ανθρώπους τούς έβλεπαν. Εφάρμοζαν όσα τους είχε πει ο ταγματάρχης, ή αυτό προσπαθούσαν, αλλά διαπίστωναν πως είναι άλλο πράγμα να ακούς ότι οι εχθροί σου είναι νεκροζώντανα τέρατα και άλλο να το διαπιστώνεις ιδίοις όμμασι στο πεδίο της μάχης. Μόνο το σκυλί που είχαν μαζί τους δεν κοντοστάθηκε ούτε είχε δεύτερες σκέψεις. Αυτό απλά ριχνόταν στους εχθρούς, δαγκώνοντάς τους σε κάποιο χέρι ή πόδι, κάνοντας λίγο πιο εύκολο το έργο των συντρόφων του.

Όμως, το σκυλί ήταν και το πρώτο που πέθανε από την συγκεκριμένη υπο-ομάδα, αφού, πάνω στην επίθεση σε ένα από τα τέρατα, δεν μπόρεσε να το δαγκώσει, παρά μόνο να του γδάρει το πόδι, δίνοντας την ευκαιρία στον βρικόλακα να το χτυπήσει και να σπάσει το σβέρκο του σκυλιού.

Οι βρικόλακες, στην αρχή, έπεφταν ένας-ένας και δύο-δύο, από τις δυνητικά θανατηφόρες βολές των στρατιωτικών που είχαν βγει από τις κρυψώνες τους, όμως γρήγορα πήραν το πάνω χέρι. Τους περισσότερους τους πέτυχαν πάνω από έξι σφαίρες συνολικά, όμως δεν ήταν ούτε κατά διάνοια αρκετές για να τους κρατήσουν πεσμένους στο χιονισμένο έδαφος. Ένιωθαν τη βίαιη ζημιά που τους προκαλούσαν, αλλά, καθώς οι στρατιωτικοί ήταν πολύ λιγότεροι και δεν μπορούσαν να σφάξουν εγκαίρως πολλούς βρικόλακες, η καρδιά του καθενός παρέμενε άθικτη, οπότε οι πληγές τους ήταν αμελητέες και έτσι μπόρεσαν να σηκωθούν, να βρουν τους επιτιθέμενους και να τους ορμήσουν. Επειδή αυτοί οι βρικόλακες ήταν κατώτεροι από τη Ρεβέκκα, τον Νικολάι, τον Βασίλι και την Ραλούκα δεν σκέφτονταν πώς ή γιατί δεν είχαν εξαϋλωθεί όπως κάποιοι άλλοι, κι ούτε είχε σημασία για αυτούς. Το μόνο που ήθελαν ήταν να γευτούν το αίμα που μύριζαν και έβλεπαν μέσα από τα κορμιά των θνητών. Και αυτό έκαναν, όσοι επιζούσαν. Άρπαζαν κάποιον άντρα, συνήθως αυτόν που προσπαθούσε να τους αποτελειώσει με την ξιφολόγχη, και κάρφωναν τα δόντια τους στον λαιμό του, αφοπλίζοντας το σώμα και το πνεύμα του. Κάποιοι ένστολοι τούς δυσκόλεψαν, καθώς τους χτυπούσαν με τα όπλα ή με τις γροθιές ή με τα πόδια τους, αλλά φαινόταν ότι είναι μάταιες οι προσπάθειές τους, αφού οι βρικόλακες ίσα που οπισθοχωρούσαν, έως ότου πηδήσουν και αρπάξουν το θύμα τους.

Ο δρόμος του Μπραν και η αυλή του σπιτιού των Τσομπάνου γέμιζαν αίματα και νεκρά κορμιά των υπερασπιστών όχι μόνο της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, μα κάθε χώρας της Γης. Άλλη μια ήττα της ανθρωπότητας συντελούνταν σε τούτο το μικρό χωριό, ενώ οι ιαχές αντικαθίσταντο από πονεμένες κραυγές και η ζωή έδινε την θέση της στον θάνατο.

Αυτοί που κράτησαν λίγο παραπάνω ήταν ο υπολοχαγός και οι άλλοι δύο ορειβάτες τυφεκιοφόροι. Όντας οι τελευταίοι ζωντανοί άνθρωποι εκτός σπιτιού, με τα δεκάδες τέρατα να τους γυροφέρνουν, αποκλείοντάς τους από κάθε πιθανή διαφυγή, οι τρεις άντρες ένιωθαν σαν να ήταν θύματα της Ιεράς Εξέτασης, οι άντρες της οποίας τους είχαν περικυκλώσει και ετοιμάζονταν να τους κάψουν. Είχαν τα όπλα προτεταμένα προς τρεις μεριές, αλλά έμοιαζαν γελοία μπροστά στα αιματοβαμμένα χλομά πρόσωπα που τους κοιτούσαν. Κάνα δυο από τους βρικόλακες πλησίασαν εντός του κύκλου, προς τους άντρες, αλλά οπισθοχώρησαν, καθώς δεν έβρισκαν τρόπο να πιάσουν κάποιον. Όμως, ήταν φανερό ότι αυτή η αντίσταση δεν θα κρατούσε για πολύ.

Τότε, είδαν να ανοίγουν το πλήθος δύο άλλοι, ένας ψηλός άντρας και μια γυναίκα που πρέπει να ήταν τσιγγάνα. Ήρθαν και στάθηκαν απέναντι στον υπολοχαγό. Τον κοίταξαν κατάματα, προκαλώντας του ανατριχίλα.

«Γιατί;» ρώτησε ο Νικολάι, ο οποίος, με το αίμα που είχε πιει από τον ορειβάτη τυφεκιοφόρο που σκότωσε πιο πριν, ένιωθε αναζωογονημένος. Για αυτό και άφηνε ζωντανούς αυτούς τους αξιολύπητους άντρες. Γιατί δεν έβλεπε κανέναν λόγο για να βιαστούν. Η μάχη είχε κριθεί. Παραδεχόταν, βέβαια, ότι είχε κάνει λάθος που, όπως οι άλλοι βρικόλακες, πίστεψε ότι αυτοί οι καινούριοι στρατιωτικοί ήταν πιο ηλίθιοι από τους προηγούμενους, καθώς αυτοί όχι μόνο είχαν χωριστεί, αλλά είχαν στήσει μια πολύ καλή παγίδα, εκμεταλλευόμενοι τον Οσμοκέσκου και την ικανότητα της Ρεβέκκα να μιλάει νοητά μαζί του. Τι είχε πει ο Βασίλι, πριν φύγουν από το κάστρο; Ο παπάς είναι χρήσιμος, αλλά δεν ξέρω αν πρέπει να του έχουμε τυφλή εμπιστοσύνη. Δεν τον έχουμε αλλάξει εντελώς. Παραμένει άνθρωπος, ως ένα σημείο. Δηλαδή, και ηλίθιος, μα και πιθανός εχθρός μας. Μπορεί να μας παραπλανά. Η Ροζάλια τον είχε αποπάρει, ενώ ο Νικολάι ήταν σίγουρος ότι ο Οσμοκέσκου δεν θα τους πρόδιδε ποτέ. Και η Ρεβέκκα ήταν σίγουρη πως η εντολή της Κόμισσας θα εκπληρωνόταν. Αλλά παραλίγο, να μην τα καταφέρουν, επειδή τα νέα θηράματα είχαν μια στάλα μυαλό παραπάνω από τα προηγούμενα. Όμως, τελικά, και αυτοί οι άντρες θα έχαναν και θα πέθαιναν. «Γιατί παλεύετε ακόμα;» Έκανε μια περιστροφική κίνηση, δείχνοντας τους άλλους βρικόλακες και τα πεσμένα κορμιά των συντρόφων τους και τον αιματοβαμμένο χιονισμένο δρόμο. «Δε βλέπετε πόσο μάταιο είναι;»

Ο υπολοχαγός δεν απάντησε, αλλά αισθανόταν τις στάλες ιδρώτα που έλουζαν το κεφάλι και το σώμα του και του προκαλούσαν κρυάδες. Σκέφτηκε να πυροβολήσει, μα το Μάνλιντσερ ήταν άδειο και δεν είχε χρόνο να το γεμίσει ξανά. Υπέθετε πως το ίδιο ίσχυε και για τους δύο στρατιώτες πίσω του. Τι θα έκαναν; Θεέ μου, είμαστε χαμένοι, είπε μέσα του. Είμαστε…

Εκείνη τη στιγμή, του ήρθε μια ιδέα, καθώς θυμήθηκε άλλη μια οδηγία του ταγματάρχη Άσπελ. Άφησε το τυφέκιο να πέσει στο έδαφος και αμέσως εμφάνισε από τον λαιμό του τον σταυρό που φορούσε, ένα απλό ξύλινο κατασκεύασμα με σκαλισμένο τον Εσταυρωμένο Ιησού που είχε ρίξει το κεφάλι του, καθώς ξεψυχούσε πριν από πολλούς αιώνες. Ο υπολοχαγός έτεινε προς τους βρικόλακες το κειμήλιο των γονιών του, που περνούσε από γενιά σε γενιά εδώ και διακόσια χρόνια και παρακάλεσε με όλη του την καρδιά τον Κύριο να προστατέψει τον ίδιο και τους δύο φαντάρους και όσους άλλους ζώντες συναδέλφους του. Είδε πως τα τέρατα μόρφασαν και σύριξαν. Και οπισθοχώρησαν –ακόμα και αυτός που του είχε μιλήσει.

«Ο Κύριος μάς προστατεύει. Έχουμε την ευλογία Του, ως πιστοί Του» είπε ο υπολοχαγός με αναπτερωμένο ηθικό. Έβγαλε το σπαθί του και ύψωσε την λεπίδα προς τον ψηλό άντρα. «Αν πλησιάσεις, καταραμένε, θα σε στείλω εκεί που ανήκεις, στην Κόλαση. Όλους σας θα σας σφάξω».

Ο Νικολάι είπε «Ξεχνάς κάτι, θνητέ. Δεν θα μπορέσετε να αντέξετε εδώ έξω μέχρι να ξημερώσει. Ενώ εμείς μπορούμε».

Ο υπολοχαγός χάραξε τον αέρα: από πάνω προς τα κάτω, από αριστερά στα δεξιά.

Οι κατώτεροι βρικόλακες έκαναν κι άλλο πίσω.

Ο Νικολάι και η Ραλούκα έμειναν λίγο ακόμα στην θέση τους.

«Φύγετε!» φώναξε ο υπολοχαγός, αλλά η φωνή του ήδη άρχιζε να βραχνιάζει, καθώς το κρύο περόνιαζε τον λαιμό του και ο ίδιος αποζητούσε λίγο νερό, για να ξεδιψάσει. Όπως και οι δύο συνάδελφοί του, αισθανόταν κουρασμένος ψυχή τε και σώματι. Ακόμα και το σπαθί του βάραινε το χέρι του. «Φύγετε, αναθεματισμένα τέρατα!»

Ο Νικολάι είπε μια λέξη στην Ραλούκα («Νυχτερίδες») και εκείνη ένευσε. Το επόμενο δευτερόλεπτο, μεταμορφώθηκαν σε νυχτερίδες και υψώθηκαν, με σκοπό να πέσουν με ορμή προς τους εναπομείναντες άντρες.

Κι ήταν αυτή τους η επιλογή, που τους έσωσε, ενώ κάποιοι κατώτεροι δικοί τους είχαν την ατυχία να συναντήσουν την μοίρα τους.

Η πρώτη από αυτούς που βρέθηκε στο δρόμο του πιστολέρο ήταν η Ρίλια Μπρεμπάν, η οποία ήταν πίσω από την πρώτη σειρά των βρικολάκων και, όπως και οι άλλοι, αδημονούσε να γευτεί κι άλλο αίμα, καθώς οι δύο προηγούμενοι νεκροί δεν της είχαν προσφέρει αρκετό –προφανώς, επειδή τους είχαν αναλάβει πρωτύτερα άλλοι βρικόλακες. Η Ρίλια, όπως και όσοι ήταν δίπλα της -οι οποίοι τύγχανε να είναι οι πολιτοφύλακες που είχαν γίνει βρικόλακες-, άκουσε τις κινήσεις και μύρισε το αίμα του πιστολέρο, αλλά, σε αντίθεση με τους άλλους, εκείνη δεν πρόλαβε να δει την επίθεσή του. Μόνο ένιωσε δύο λεπίδες να καρφώνονται στο σώμα της: μία στο κεφάλι και μία στην καρδιά της, και την επόμενη στιγμή ένιωσε το κεφάλι της να αποκολλάται από το κορμί της. Και έγινε σκόνη.

Ο άντρας με τα λερωμένα από αίμα βρικολάκων ρούχα επιτέθηκε στον επόμενο βρικόλακα, τον γύρισε προς το μέρος του, άνοιξε στη μέση την καρδιά του και μετά τον αποκεφάλισε και αυτόν, ενώ οι υπόλοιποι που στέκονταν κοντά του στρέφονταν προς το νεοφερμένο υποψήφιο θύμα τους. Προσπάθησαν να τον περικυκλώσουν και αυτόν, όμως στάθηκε αδύνατο, γιατί ο άντρας κινούνταν με απίστευτη γρηγοράδα, ξέφευγε από τις αρπάγες τους σκύβοντας ή κλοτσώντας τους, στριφογυρνούσε και τους διαμέλιζε με το σπαθί και το μαχαίρι του, γεμίζοντας το έδαφος με περισσότερα από τα ήδη υπάρχοντα πεσμένα κορμιά και κεφάλια και αίματα από ανοιχτές πληγές –όμως, σε αντίθεση με τα πτώματα των στρατιωτικών, αυτά εξαφανίζονταν. Κάποιοι από αυτούς τους βρικόλακες γρατσούνισαν το πανωφόρι του και έφτασαν κοντά στο να τον γραπώσουν και να καρφώσουν τα δόντια τους στον λαιμό του, αλλά, όπως και εκείνοι που ο πιστολέρο είχε παρασύρει έξω από το σπίτι, δεν είχαν την άδειά του παρά μόνο για ένα πράγμα: να εξαφανιστούν από προσώπου Γης. Και αυτή την άδεια την υπέγραφε με το σπαθί σαν πένα και με το αίμα τους για μελάνι.

Την ώρα που μία γυναίκα από τα τέρατα, η οποία κάποτε άκουγε στο όνομα Μαριάνα Μπενγκέσκου και ήταν η μητέρα της Μαγκνταλένα, έπεφτε πάνω στον πιστολέρο, αδράχνοντάς τον από το λαιμό, αφού αυτός ήταν απασχολημένος ταυτόχρονα με δύο άλλους, ο υπολοχαγός και οι στρατιώτες του, μεθυσμένοι από το πόσες απώλειες είχαν οι βρικόλακες μέσα σε λίγα λεπτά, θέλοντας να συμβάλλουν και οι ίδιοι στη σφαγή των τεράτων, πήραν την λάθος απόφαση, διασπάστηκαν και επιτέθηκαν σε αυτά. Μπόρεσαν και τραυμάτισαν τρία, αλλά δεν τα σκότωσαν. Αντίθετα, εκείνοι βρήκαν τον θάνατο από τα χέρια των νεκροζώντανων.

Πάνω στην κορυφή της σκεπής του σπιτιού των Τσομπάνου, στέκονταν ο Νικολάι και η Ραλούκα και παρακολουθούσαν όσα συνέβαιναν, αλλά δεν τολμούσαν να επέμβουν. Γιατί φοβούνταν. Φοβούνταν αυτόν τον άγνωστο. Δεν είχαν δει ποτέ στην ζωή τους έναν θνητό να ξεπερνά σε ταχύτητα και να είναι τόσο… τόσο ανίκητος αντίπαλος για αυτούς. Ακόμα και αυτοί οι δύο, που ήταν ανώτεροι όσων πέθαιναν εκεί κάτω, δυσκολεύονταν να παρακολουθήσουν τις κινήσεις του. Αν έτρεμαν τον σταυρό και τον αγιασμό, τότε αυτός ο άντρας τούς προκαλούσε ανατριχίλα.

«Τι είναι;» ρώτησε η Ραλούκα. «Τι μπορεί να είναι;»

Ο Νικολάι δεν απάντησε, γιατί, για άλλη μια φορά φαινόταν ότι είχε υποτιμήσει τα νέα θηράματα, και έτσι είχαν πολλές ακόμα απώλειες. Πλέον, αμφέβαλλε αν θα κατάφερναν να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους, την εντολή της Κόμισσας. Η νύχτα είναι δική μας, είχε πει η Ρεβέκκα. Έκανε λάθος. Όλοι τους έκαναν λάθος. Όλοι εκτός από τον Βασίλι. Μόνο αυτός είχε καταλάβει ότι δεν έπρεπε να παρασύρονται από την ιδέα ότι είναι ανώτεροι των θηραμάτων. Ο ίδιος ο Νικολάι είχε πει στη Ρεβέκκα Εκείνος με το καπέλο είναι δικός μου, εννοώντας τον άντρα που τώρα έβλεπε ότι σκοτώνει δικούς τους. Πλέον, και μόνο η σκέψη να τα βάλει μαζί του τρομοκρατούσε τον Νικολάι, ο οποίος είχε έρθει κοντά στο να σκοτωθεί: παραλίγο να πεθάνει στα χέρια του Μιρόν Μπρεμπάν την νύχτα πριν την πρώτη μεγάλη επίθεση των βρικολάκων στο Μπραν. Θυμήθηκε που ο νεαρός -και ακόμα θνητός- Μιρόν είχε επιδείξει αξιοσημείωτο σθένος απέναντί τους και είχε παλέψει σαν άγριο ζώο. Ήταν ο πρώτος που είχε αποδειχτεί αρκετά άξιος εχθρός τους και τώρα διαπίστωναν ότι η Κόμισσα είχε δίκιο. Υπήρχαν κι άλλοι που όχι μόνο θα αντιστέκονταν, αλλά είχαν τον τρόπο να καταστρέψουν τους βρικόλακες.

Τότε ήταν που η Ρεβέκκα τούς μίλησε. Εκείνοι την άκουσαν μέσα στο μυαλό τους και υπάκουσαν. Άλλωστε, δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο. Όχι προτού ανασυνταχτούν.

Έτσι, μεταμορφώθηκαν ξανά σε νυχτερίδες και πέταξαν προς το κάστρο. Οι κατώτεροι βρικόλακες, όσοι από αυτούς υπήρχαν δηλαδή, που επίσης είχαν εισακούσει τη διαταγή, άρχισαν όχι να περπατούν, αλλά να τρέχουν προς αυτό. Παράτησαν ακόμα και το κάρο με τους δαυλούς και το μπαρούτι.

Τα άλογα των στρατιωτικών σταμάτησαν να χλιμιντρίζουν.

Η πολιορκία είχε λήξει.

Ο πιστολέρο, μια ψηλόλιγνη φιγούρα ντυμένη με ρούχα γεμάτα πορφυρά σημάδια-αποδείξεις για κάθε βρικόλακα που είχε εξαϋλώσει, παρακολούθησε τα τέρατα να φεύγουν. Θα ήταν πολύ εύκολο για αυτόν να τα ακολουθήσει, για να αποτελειώσει το έργο του, όμως η φωνή του Κάρτερ τον σταμάτησε.

Πού είναι ο Φάμπιαν; Είναι καλά; Πρέπει να δω πώς είναι ο αδερφός μου. Ανησυχώ για αυτόν.

«Πρέπει να εξαφανίσουμε αυτά τα φρικιά».

Πρέπει να ξέρω αν είναι καλά ο Φάμπιαν.

Ο πιστολέρο κούνησε το κεφάλι του, κοιτώντας και τον τελευταίο βρικόλακα να εξαφανίζεται στην γωνία του τελευταίου σπιτιού.

Σε παρακαλώ. Είναι ο αδερφός μου. Έχει σύζυγο και μία κόρη.

«Εντάξει, εντάξει».

Γύρισε για να μπει στο σπίτι των Τσομπάνου, αλλά άκουσε κάποιον να βήχει. Με δυο βήματα, βρέθηκε πάνω από δύο νεκρούς στρατιώτες. Κοίταξε και είδε έναν άλλο άντρα, με διαφορετική στολή από τους άλλους, που βρισκόταν σωριασμένος κάτω από τους ορειβάτες τυφεκιοφόρους. Ήταν ο δεκανέας Σέκερες. Ήταν ζωντανός.

Ο πιστολέρο έκρυψε το σπαθί και το μαχαίρι του και έσκυψε, για να τον βοηθήσει, να απεγκλωβιστεί. Είχε λίγα αίματα πάνω του, αλλά τα περισσότερα δεν ήταν δικά του. Μόνο ένα καρούμπαλο στη δεξιά πλευρά του μετώπου του υπήρχε που αποδείκνυε ότι κάποιος τον είχε χτυπήσει και προφανώς τον αναισθητοποίησε.

«Είσαι καλά, δεκανέα;» ρώτησε ο πιστολέρο, ενώ εξέταζε τις ζημιές που του είχαν κάνει. Ουσιαστικά, του είχαν γδάρει μόνο το πανωφόρι -οι καταραμένοι το είχαν σκίσει σε πέντε σημεία στην πλάτη με τα νύχια τους-, αλλά δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί τι θα μπορούσαν να του είχαν κάνει αν ήταν περισσότεροι ή αν ήταν καλύτερα προετοιμασμένοι για εκείνον.

«Ναι, κύριε. Ευχαριστώ!» Ο Σέκερες έσαξε τη στολή του και έβγαλε ένα μαντήλι και σκούπισε το πρόσωπό του. Έπειτα, κοίταξε γύρω του, τα δεκάδες πεσμένα κορμιά. «Θεέ μου» είπε με δυστυχισμένο ύφος. Έτριψε τα μαλλιά του, αλλά μόρφασε από πόνο όταν άγγιξε το καρούμπαλο.

Ο πιστολέρο τον κοίταξε. «Δεκανέα, μιλάς αγγλικά;»

Ο Σέκερες απάντησε, χωρίς να τον κοιτάζει, καθώς δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από τους νεκρούς στρατιώτες. «Πολύ λίγα, κύριε. Πολύ… λίγα». Ήδη σκεφτόταν τις οικογένειες αυτών των ανθρώπων. Πόσοι από αυτούς θα είχαν γονείς, σύζυγο, παιδιά, να τους περιμένουν… «Τόσοι νεκροί άντρες… Αλλά κανένα… κανένα…» Προσπάθησε να θυμηθεί τη σωστή λέξη, αλλά το κεφάλι του τον ταλάνιζε.

«Πέθαναν πολλά τέρατα. Σε διαβεβαιώνω».

«Αλλά χάσαμε, σωστά;»

«Δεν θα το έλεγα. Αυτοί έφυγαν κακήν κακώς».

Ο Σέκερες ρώτησε «Πήγαν στο κάστρο;»

«Έτσι πιστεύω».

«Πρέπει… πρέπει να ζητήσουμε βοήθεια. Από το Μπρασώφ». Είπε άλλη μια πρόταση, που ο πιστολέρο δεν κατάλαβε ακριβώς, αλλά φαντάστηκε τι μπορεί να εννοούσε: να έρθουν κι άλλοι στρατιώτες.

«Θα γίνει και αυτό. Αλλά πρώτα, θα μπω στο σπίτι. Πρέπει να ελέγξω αν ζει ο ταγματάρχης Άσπελ ή κάποιος άλλος. Θες να έρθεις μαζί μου;»

Ο Σέκερες ένευσε, βασανιστικά αργά. Σαν να είχε παραιτηθεί.

Ο πιστολέρο δεν του είπε τίποτα. Θεώρησε ότι πρέπει να τον αφήσει να θρηνήσει τώρα, για να είναι έτοιμος αργότερα, όταν θα έπρεπε να επισκεφτούν το κάστρο. Γιατί, όσο φοβισμένος και λυπημένος και να ήταν αυτή τη στιγμή, άλλο τόσο θα ήθελε να πάρει εκδίκηση μετά. Συν ότι ήδη κουβαλούσε αυτή την θέληση από τους νεκρούς συναδέλφους του, που είχαν αντιμετωπίσει τους βρικόλακες, ενώ αυτός είχε σταλεί στην ασφάλεια του Μπρασώφ, και είχε μείνει για λίγες μέρες με τις τύψεις να τον τυραννούν. Σίγουρα, θα αποζητούσε να τιμωρήσει τα τέρατα. Αλλά όχι τώρα. Θα ερχόταν η ώρα να τα ξεπαστρέψουν. Όταν θα ήταν ξεκούραστοι. Όταν θα έρχονταν ενισχύσεις. Συγκεκριμένα, όταν θα ερχόταν ο Μαρτίν Χόουνεχ –αν δεν αργούσε πολύ, δηλαδή.

Προς το παρόν, είχαν άλλες προτεραιότητες.

Οι δύο άντρες μπήκαν τελικά στο σπίτι, με τον πιστολέρο μπροστά και τον Σέκερες να τον ακολουθεί.

 

Ο Τζούρτζου άφησε το γυμνό παιδί στο λερωμένο στρώμα και άρχισε να ντύνεται. Αλλά το παρατήρησε κι άλλο, ενώ αυτό ήταν μαζεμένο σε εμβρυακή στάση. Θαύμασε ξανά το κορμί του. Θυμήθηκε που το εξερευνούσε και το τράνταζε. Σκέφτηκε ότι και σε είκοσι χρόνια από τώρα, όντας γέρος, δεν θα έχανε την όρεξή του.

Όταν ήταν έτοιμος, βγήκε από την αποθήκη. Ανέβηκε στην άμαξα και έφυγε από την 8η Συνοικία, για να επιστρέψει στο διαμέρισμά του. Τότε μόνο αναρωτήθηκε αν ο Άσπελ ήταν ακόμα ζωντανός.

 

 

ΤΕΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

 

 

 

——————————————————————————————————

Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.

Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr

Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/

Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/%ce%b7-%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ae-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%cf%8c%ce%bc%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1%cf%82/

 

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook