Η Εντολή της Κόμισσας – Μέρος Δεύτερο – 6.Ι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

5 Μαρτίου 1897 μ.Χ.

6 μετά μεσημβρίας

6 ώρες πριν την Πολιορκία του Μπραν

 

*

 

Βουδαπέστη

Είχαν περίπου άλλες τέσσερις ώρες μέχρι να τελειώσει η βάρδιά τους, αλλά τα τελευταία δέκα λεπτά νόμιζαν ότι θα έπαιρνε κι άλλη παράταση. Ο Ορμπάν είχε έρθει στο γραφείο των Φάμπιαν, Βολφ και Ράινχελ και είχε κάτσει στην «αρχηγική θέση». Χωρίς κάποια προειδοποίηση, χωρίς κάποια φανερή αιτία. Απλά, σηκώθηκε, βγήκε από το δικό του γραφείο, δε χτύπησε την πόρτα, άνοιξε, μπήκε, έκλεισε, τους χαιρέτισε και κατευθύνθηκε προς τον Βολφ, ο οποίος τυπικά ήταν υπεύθυνος για τα δύο μέλη της ομάδας που είχαν μείνει στον σταθμό. Είχαν πιστέψει ότι κάτι θα ήθελε να τους πει, κάτι καινούριο. Ίσως ο λοχαγός που λειτουργούσε τον τηλέγραφο και ήταν πιότερο αξιωματικός της Ουγγαρίας παρά της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας (άρα, πρώτα θα απευθυνόταν στον Ούγγρο διοικητή του ακόμα και για μια υπόθεση που αφορούσε άμεσα τους δύο Αυστριακούς) να του είχε παραδώσει το μήνυμα του Φάμπιαν, με το οποίο ζητούσε από τους συνεργάτες του να γυρέψουν τέσσερις πρώην ουσάρους που είχαν φύγει από το Μπραν και πως αυτό μάλλον το ήξερε ο Ορμπάν, αλλά, για κάποιο λόγο, δεν το είχε αποκαλύψει. Ωστόσο, το μήνυμα έφτασε και στους Βολφ και Ράινχελ, από τον ίδιο τον λοχαγό, μισή ώρα πριν έρθει στο γραφείο τους ο Ορμπάν.

«Άλλη μια παρατυπία από τον διοικητή» είχε σχολιάσει ο Βολφ, αναστενάζοντας. Για άλλη μια φορά στις αρχές του Μαρτίου αυτού του καταραμένου έτους, μάθαιναν πως ο τοπικός σταθμός του Evidenzbureau διοικούνταν από έναν άνθρωπο που μηχανορραφούσε εις βάρος του στρατού που υπηρετούσε. Αυτό έδειχναν όλα όσα είχε ανακαλύψει ο Φάμπιαν για τον Ορμπάν, δηλαδή.

Ο Ράινχελ ένευσε, το ίδιο εκνευρισμένος. «Το πράγμα γίνεται ολοένα και “καλύτερο”, κύριε λοχαγέ».

«Τι άλλο θα μάθουμε για αυτόν; Ότι έχει αποκαλύψει όλα τα ονόματα των αντρών της φρουράς του Αυτοκράτορα;»

«Έχω την εντύπωση πως ό,τι έχει κάνει δεν έχει ξεφύγει πέραν της Βουδαπέστης. Έδωσε όπλα σε ξένους. Και πληροφορίες για την παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων στην πόλη. Τώρα, στις συναντήσεις με τον Τζούρτζου… Ένας θεός ξέρει τι ειπώθηκε». Το οποίο, βέβαια, ήταν πολύ ανησυχητικό. Θα έπρεπε να ξέρουν τι πάρε δώσε είχε ο Ορμπάν με τον Τζούρτζου, καθώς ο δεύτερος ήταν γνωστό πως εποφθαλμιούσε την κυριαρχία της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και σίγουρα θα ήθελε να μάθει μυστικά της, για να τα εκμεταλλευτεί.

«Μην ξεχνάμε και τον λοχαγό που χειρίζεται τον τηλέγραφο. Κι αυτός έχει συμμετάσχει στις βρομοδουλειές του Ορμπάν». Ο Βολφ έτριψε το πρόσωπό του και ανακάτεψε τα μαλλιά του, πριν τα σάξει ξανά. Αναρωτιόταν πλέον αν υπήρχαν κι άλλοι εδώ μέσα που να είχαν παρανομήσει κατά της χώρας τους.

«Μόλις τελειώσει αυτή η υπόθεση» είπε ο Ράινχελ «θα γίνουν πολλές ερωτήσεις και από άτομα με πολύ κακή διάθεση».

«Σίγουρα». Ο Βολφ σκέφτηκε κάτι και έφερε την καρέκλα πιο κοντά, ώστε πλέον ο θώρακάς του ακουμπούσε στο γραφείο. Έσκυψε μπροστά και είπε «Θα πρέπει να παρακολουθήσουμε τον Τζούρτζου. Να δούμε μήπως ετοιμάζει τίποτα».

Ο Ράινχελ το συλλογίστηκε. Δεν είχε λόγο να αρνηθεί. Άλλωστε, ήταν βαρετά να κάθονται και να περιμένουν νεώτερα από το απόσπασμα. Τουλάχιστον, θα έκαναν κάτι χρήσιμο. Εκτός του ότι θα έμεναν μακριά από τον σταθμό, που πλέον δεν ήταν ένα ασφαλές μέρος για αυτούς. Το να μην ξέρουν ποιον να κοιτάξουν στα μάτια και να περιμένουν μια ειλικρινή απάντηση τούς προκαλούσε άγχος, γιατί όλοι εκεί μέσα ήταν ένοπλοι και εκπαιδευμένοι να σκοτώνουν. Ο Βολφ και ο Ράινχελ ήταν σχεδόν σίγουροι ότι ο επιλοχίας στην είσοδο δεν ήταν προδότης, αλλά αυτό δεν τους έκανε να νιώθουν καλύτερα. Ήταν και η απουσία του αρχηγού τους, του Φάμπιαν, που αύξανε την αγωνία ότι μπορεί ανά πάσα ώρα να έμπαιναν άλλοι κατάσκοποι και να τους σκότωναν. Ήταν υπερβολικοί; Μπορεί. Αλλά ποιος μπορούσε να τους πει με σιγουριά ότι δεν είχαν λόγο να ανησυχούν τόσο πολύ;

Για μερικά λεπτά, είχαν μείνει αμίλητοι, σκεπτόμενοι τις συνέπειες των πράξεων του διοικητή τους (κυρίως) και του λοχαγού και όποιων άλλων εμπλέκονταν σε προδοτικές ενέργειες. Όσοι επρόκειτο να έρθουν από τα κεντρικά θα είχαν σαν κύριο μέλημά τους να μάθουν ακριβώς ποιοι είναι ένοχοι και έπειτα να τους συλλάβουν. Θα ακολουθούσαν στρατοδικεία, ανακοινώσεις ποινών και επιβολή τους. Ο σταθμός της Βουδαπέστης θα αποκτούσε καινούριο διοικητή και μερικούς νέους υπαξιωματικούς και αξιωματικούς. Ο Βολφ και ο Ράινχελ δεν είχαν αναμειχθεί σε παρανομίες σαν αυτές του συνταγματάρχη Ορμπάν, αλλά πρώτον, ήταν αμφίβολη η θέση τους, γιατί οι άλλοι, οι ανακριτές, θα είχαν εντολές να γίνει εκκαθάριση, και δεύτερον, υπήρχε η περίπτωση του ομοσπονδιακού πιστολέρο των ΗΠΑ, Μαξ Κάρτερ, ο οποίος πήγαινε στο Μπραν έχοντας μαζί του επίσημα έγγραφα που είχαν υπογραφές και σφραγίδες της Αυτοκρατορίας, αλλά δίχως να έχουν ενημερωθεί οι ανώτεροι ή η πρεσβεία. Αυτό ήταν το αγκάθι που είχαν πατήσει και θα μπορούσε να αποδειχτεί δηλητηριώδες για τους ίδιους.

Μέχρι να ολοκληρωθεί η υπόθεση του Μπραν, δεν θα μπορούσαν να ησυχάσουν. Και πάλι, η τύχη τους θα εξαρτιόταν από το αποτέλεσμα. Αν το απόσπασμα τα κατάφερνε, θα ήταν ασφαλείς. Αν δεν τα κατάφερνε, όμως…

Ο Ράινχελ είχε πει στον Βολφ για όσα είχαν ειπωθεί στο διαμέρισμα των Άσπελ. Πως πλέον η Ορέλια ήξερε ότι ο πατέρας της πήγαινε στο Μπραν της Τρανσυλβανίας ως επικεφαλής ενός στρατιωτικού αποσπάσματος και ότι εκεί είχαν χαθεί άνθρωποι, είτε δε βρέθηκαν ποτέ, είτε βρέθηκαν νεκροί.

«Ήθελε να ξέρει και έδειχνε σαν να κρέμεται η ζωή της από τα λόγια μας» δικαιολογήθηκε ο επιλοχίας. Όχι ότι δεν θα μπορούσαν να της πουν ψέματα ή μισές αλήθειες, όμως ούτε εκείνος ούτε η Έμιλυ είχαν δει ή περίμεναν να δουν ένα μικρό κορίτσι τόσο αποφασισμένο να μάθει σκληρά πράγματα για την ζωή. «Και ξέρεις, δεν έκλαψε, δεν έπεσε στην αγκαλιά της Έμιλυ, φωνάζοντας ότι ο πατέρας της κινδυνεύει. Απλά, έμεινε καθιστή και ζήτησε λίγο γάλα από την μητέρα της και δεν ξαναμίλησε για λίγο. Φάνηκε πιο δυνατή απ’ ό,τι περίμενα, Βολφ. Πιο δυνατή… πιο δυνατή ακόμα και από εμένα».

Ο Βολφ ένευσε. «Είναι μια Άσπελ. Είναι κόρη του Φάμπιαν» σχολίασε, επαναλαμβάνοντας τη φράση που είχε πει και όταν έμαθαν ότι είχε πάρει εξιτήριο. «Μην το ξεχνάμε αυτό».

«Ξέρεις τι είπε πριν φύγω; Είπε “Έχω εμπιστοσύνη στον μπαμπά. Και στον θείο μου, τον Κάρτερ. Θα νικήσουν”. Αυτό είπε».

Ο Βολφ ύψωσε τα φρύδια του και σφύριξε. «Μπράβο στην Ορέλια!»

«Μμμ, ναι. Και… το παραδέχομαι, πήρα λίγο θάρρος και εγώ» είπε ο Ράινχελ. «Λες και εκείνη ήξερε κάτι περισσότερο από εμένα. Από εμάς». Ανασήκωσε τους ώμους του. Δεν μπορούσε να περιγράψει στον λοχαγό του τη σκηνή. Του φαινόταν εξωπραγματική, ένα θαύμα. Αυτός και η Έμιλυ να κάθονται στο τραπέζι της κουζίνας ενός μικρού διαμερίσματος και να παρατηρούν την Ορέλια να πίνει το γάλα της, έχοντας αποκτήσει ένα μικρό άσπρο μουστάκι στο πάνω χείλος της, να τους κοιτάζει στα μάτια και να μιλάει σαν να ήταν ένας σοφός ερημίτης που είχε ζήσει χίλιες δυο κακουχίες. Ναι, η Ορέλια είχε περάσει δύσκολες στιγμές, και δεν ήταν καν σε ηλικία που να ενδιαφέρεται για έρωτες, αλλά εκείνη τη στιγμή του Ράινχελ τού φάνηκε πολύ πιο ώριμη όχι μόνο από παιδιά, μα και από ενήλικες.

Είναι πολεμίστρια, θυμήθηκε που είχε πει ο Βολφ το μεσημέρι και ο Ράινχελ δεν θα μπορούσε να συμφωνήσει περισσότερο μαζί του.

Τότε ο Βολφ είχε εμφανίσει το σημερινό φύλλο της εφημερίδας Wiener Zeitung. Το έβαλε δίπλα από το χαρτί με το μήνυμα του Φάμπιαν. «Βρέθηκαν δύο νεκροί, πρώην ουσάροι» επανέλαβε όσα είχαν διαβάσει πριν λίγες ώρες, που εκείνη τη στιγμή δεν τους είχε κάνει κάποια εντύπωση, αλλά πλέον, γνωρίζοντας ότι τους αναζητούσε ο Φάμπιαν και ότι ο Ορμπάν (μάλλον;) είχε αποκρύψει πληροφορίες σχετικές με αυτούς, τους ενδιέφεραν. Δεν αμφέβαλλαν ότι επρόκειτο για τα ίδια άτομα. Απλά, έμενε να βρεθούν και οι άλλοι δύο. Ζωντανοί ή νεκροί.

«Να πάμε στην πολιτοφυλακή» πρότεινε ο Ράινχελ. «Να δούμε αν βρήκαν και τους άλλους».

«Θα πάμε, ναι. Θα…»

Στο σημείο αυτό, τους είχε διακόψει ο Ορμπάν και ήταν μαζί τους εδώ και δέκα λεπτά. Κάπνιζαν και οι τρεις, αλλά ήταν φανερό πως υπήρχε αμηχανία και μυστικοπάθεια ανάμεσά τους. Ο Βολφ και ο Ράινχελ δεν έλεγαν τίποτα μέχρι να ερωτηθούν και ο Ορμπάν, κατά βάση, ήταν σκεφτικός. Σαν να ήξερε κάτι δυσάρεστο, αλλά δεν είχε αποφασίσει πώς να τους το πει. Ή αν θα τους το έλεγε, γενικά. Επίσης, κρίνοντας από τους λεκέδες στον γιακά του πουκαμίσου του, φαινόταν ότι ο σχεδόν φαλακρός διοικητής είχε ιδρώσει πολύ, ενώ είχε χαλαρώσει τη γραβάτα του και είχε γένια μιας ημέρας. Το μουστάκι του ήταν κι αυτό απεριποίητο. Το σκούρο γκρι κουστούμι του είχε τσαλακωθεί, λες και το προηγούμενο βράδυ κοιμήθηκε με αυτό. Αν και τον είχαν συναντήσει στην αρχή της ημέρας, ως όφειλαν, ήταν για ένα λεπτό μονάχα και έτσι ο Βολφ και ο Ράινχελ δεν είχαν κάτσει να παρατηρήσουν την εμφάνισή του, αλλά τώρα που ήταν αναγκασμένοι να τον υποστούν στον χώρο τους, έβλεπαν πως ο Ορμπάν είχε τα χάλια του. Άραγε, φοβόταν για την μοίρα που τον περίμενε; Μήπως υποψιαζόταν ότι ξέρουν για όσα είχε κάνει;

Κατά μία έννοια, είχαν δίκιο. Ο Ορμπάν όντως είχε αγωνία για το μέλλον του, αλλά το σκεφτόταν από διαφορετική σκοπιά. Τα νέα που έφταναν από την αποστολή δεν ήταν καλά για αυτόν. Ο Άσπελ ζούσε. Τα υπόλοιπα περί ανακρίσεων κλπ δεν  ένοιαζαν ιδιαίτερα τον Ορμπάν. Γιατί ο Σούκε δεν τον είχε ξεκάνει ακόμα; Ή κάποιος άλλος από το απόσπασμα; Ναι, είχε καταλάβει και ο ίδιος και ο Τζούρτζου ότι ο λοχαγός των ορειβατών τυφεκιοφόρων είχε αμφιβολίες για τα όσα ψέματα τού είπαν κατά του Άσπελ, όμως ο Σούκε είχε υποσχεθεί ότι, με την πρώτη ευκαιρία, με την υποψία ότι ο Άσπελ μπορεί να ήταν προδότης, θα τον σκότωνε. Είχε καταφέρει, δηλαδή, αυτός ο αναθεματισμένος ταγματάρχης να ξεφύγει; Δεν είχε κάνει κανένα λάθος;

Έχει κάνει, σκεφτόταν. Πριν πάει εκεί. Όταν ανέλαβε την υπόθεση. Πέθαναν πολιτοφύλακες. Οι οποίοι, βέβαια, ήταν υπ’ ευθύνη του αντιστράτηγου Ζαλάν, όμως μπορούμε να χρεώσουμε αυτούς τους θανάτους και στον Άσπελ. Καθυστέρησε να βρει τις απαραίτητες πληροφορίες και να προειδοποιήσει τους άτυχους άνδρες. Θα μπορούσε, όμως, να σταθεί σε στρατοδικείο αυτή η κατηγορία; Ανάλογα από το αν η αποστολή στεφθεί με επιτυχία ή αποτυχία.

Αλλά μέχρι τότε; Τι θα έκανε; Θα ζούσε λες και περίμενε τη δική του καταδίκη;

Κι ήταν και το άλλο. Οι θάνατοι των δύο νεκρών πρώην ουσάρων. Οι οποίοι πλέον είχαν γίνει τέσσερις. Είχαν ανακαλυφτεί άλλα δύο πτώματα, που αναγνωρίστηκαν κι αυτά. Αυτό το νέο είχε έρθει να πει στους Βολφ και Ράινχελ. Δεν είχε νόημα να τους το κρατήσει κρυφό, γιατί θα το μάθαιναν έτσι κι αλλιώς –η εφημερίδα που είχαν πάνω στο γραφείο το αποδείκνυε. Αυτό που δεν θα μάθαιναν ούτε αυτοί, ούτε κανείς άλλος, ήταν το παρελθόν των νεκρών. Το ότι επρόκειτο για τους ίδιους τύπους που είχαν περάσει τα σύνορα Ουγγαρίας και Τρανσυλβανίας. Μπορεί να ήταν σημαντική πληροφορία, γιατί ο Ορμπάν, αν και δεν ήταν σίγουρος, πίστευε πως αυτοί οι τύποι είχαν σχέση με το Μπραν και ό,τι στο διάολο συμβαίνει εκεί. Αυτό που δεν ήξερε να πει είναι το ποιος τους σκότωσε και γιατί. Επειδή δεν πέθαναν στο Μπραν ή σε κάποια άλλη περιοχή, αλλά εδώ, στη Βουδαπέστη. Οπότε ήταν απίθανο να τους περίλαβε κάποιος Τρανσυλβανός. Είχε σκεφτεί να ρωτήσει τους άντρες στο Άρταντ αν είχε έρθει κάποιος από την άλλη πλευρά, κάποιος που φαινόταν τσαντισμένος ή «περίεργος» γενικά, αλλά δεν το έκανε και δεν θα το έκανε. Μάλλον, θα απευθυνόταν στον Τζούρτζου, που είχε καταγωγή από ένα χωριό κοντά στο Βουκουρέστι και πιθανώς να ήξερε ποιοι έρχονται.

Βασικά, γενικά πρέπει να μιλήσω με τον Τζούρτζου. Οι εξελίξεις δεν είναι ενθαρρυντικές και πρέπει να σκεφτούμε τι θα κάνουμε, αν δεν πάνε τα πράγματα όπως θέλουμε. Ήτοι αν ο Άσπελ γυρνούσε και ζωντανός και θριαμβευτής. Θεός φυλάξοι!

Αλλά, προς το παρόν, έπρεπε να κάνει το καθήκον του και να συνεχίσει να φαίνεται ως ο καλός διοικητής που κρατά ενήμερους τους υφισταμένους του. Ήξερε ότι δεν τον έβλεπαν με συμπάθεια, όμως θα ήταν χρήσιμο να μην τους δίνει πολλούς λόγους για να τον αντιπαθούν.

«Ξέρετε» είπε, αλλά σταμάτησε ένα δυο δευτερόλεπτα για να καθαρίσει τη βραχνιασμένη φωνή του. «Βρέθηκαν άλλοι δύο πεθαμένοι». Ακούμπησε με το δείκτη του δεξιού του χεριού τον τίτλο του άρθρου. «Σαν αυτούς εδώ».

«Αλήθεια;» ρώτησε ο Βολφ, καθώς ο Ράινχελ έπρεπε να αφήνει τον ανώτερό του να μιλάει. «Πότε, κύριε;»

«Πριν δύο ώρες. Θα αργούσαν από την πολιτοφυλακή να βρουν ποιοι είναι, αλλά, επειδή ο τρόπος που πέθαναν έμοιαζε πολύ με το πώς πέθαναν οι άλλοι, έψαξαν κατευθείαν στα αρχεία και βρήκαν ότι είναι, ήταν κι αυτοί πρώην ουσάροι». Ανασήκωσε τους ώμους. «Πολλές ανακαλύψεις έχει η σημερινή μέρα, έτσι;»

«Όντως, κύριε. Όντως. Είναι λίγο περίεργο».

«Πολύ περίεργο, θα έλεγα, λοχαγέ. Αλλά είμαι σίγουρος ότι η πολιτοφυλακή θα κάνει τη δουλειά της σωστά. Ήδη την κάνει. Αν χρειαστούν, όμως, βοήθεια, εδώ είμαστε».

«Σίγουρα, κύριε».

Ο Ορμπάν περίμενε, αλλά δεν μίλησε κανείς από τους άλλους. Είχε παρατηρήσει πως ήταν απόμακροι απέναντί του, όχι μόνο τώρα, αλλά ανέκαθεν. Ο Βολφ και ο Ράινχελ, όσο μπορούσαν, δεν είχαν επαφές με τον διοικητή τους και άφηναν τον Φάμπιαν να μιλάει μαζί του, εν μέρει επειδή ήταν ο επικεφαλής τους, αλλά κυρίως γιατί δεν συμπαθούσαν τον Ορμπάν. Ο συνταγματάρχης, όμως, αναρωτιόταν αν αυτοί ήξεραν κάτι που δεν θα ήθελε να μάθουν. Κι αν ναι, γιατί δεν είχαν κάνει κάτι; Ή, ακόμα χειρότερα, ο Άσπελ; Θα έπαιρνε όρκο ότι ειδικά αυτός θα έκανε τα πάντα για να καταστρέψει τον Ορμπάν. Και τι ήταν αυτά τα κωδικοποιημένα μηνύματα, τέλος πάντων, που αντάλλασσαν ο Άσπελ με αυτούς τους δύο; Ούτε ο ίδιος μπορούσε να πει, ούτε ο λοχαγός που χειρίζεται τον τηλέγραφο. Τι ήξεραν;

«Μήπως θα θέλατε να μου πείτε κάτι, κύριοι;» ρώτησε. «Είχαμε κάποιο σημαντικό νέο από το απόσπασμα;»

«Έφυγαν από το Μπρασώφ για το Μπραν, κύριε» απάντησε ο Βολφ. «Πήραν καταθέσεις από χωρικούς, διαπίστωσαν ότι οι Αρχές εκεί κάνουν πολύ καλά τη δουλειά τους, αν και όχι τέλεια, και αποχώρισαν».

Όμως, όλα αυτά τα ήξερε ήδη ο Ορμπάν. «Κατάλαβα. Κάτι άλλο;»

«Σαν τι άλλο, κύριε συνταγματάρχη;»

«Δεν ξέρω, λοχαγέ. Εσείς διαβάζετε τα τηλεγραφήματα, εσείς θα πρέπει να ξέρετε. Και οφείλετε να με ενημερώσετε, για να μην έχουμε άλλες δυσάρεστες εκπλήξεις».

Ο Βολφ κατάλαβε την απειλή και το ότι ο Ορμπάν έλεγε ψέματα, γιατί ήταν γνωστό πως ο λοχαγός τού έλεγε κάθε νέο που έφτανε, αλλά αποφάσισε πως θα τον κρατούσαν εκτός τον μαλάκα, για όσο περισσότερο μπορούσαν. «Δεν υπάρχει κάτι άλλο, κύριε» είπε. «Όχι ακόμα, δηλαδή».

Ο Ορμπάν έμεινε να παρατηρεί το πρόσωπο του κοντού Βολφ και μετά αυτό του ομορφονιού Ράινχελ. Ήλπιζε να βρει κάποιο ψεγάδι, μια ένδειξη ότι τον δούλευαν στα μούτρα του. Μια υποψία χαμόγελου ή ένα νεύμα ή να πάνιαζε η φάτσα τους. Κάτι τέτοιο χρειαζόταν. Αλλά και οι δύο έδειχναν ατάραχοι. Σοβαροί. Κοιτούσαν τον διοικητή τους σαν καλοί κατώτεροί του, περιμένοντας από αυτόν να πει την επόμενη λέξη, γιατί, αν μιλούσαν πρώτοι, τότε θα μπορούσαν να κατηγορηθούν για ασέβεια. Όπως είχε συμβεί στις 3 του μήνα, όταν ο Ράινχελ δεν είχε απαντήσει σε μια ερώτηση του Ορμπάν και αυτός τον κατσάδιασε. Είχαν πάρει το μάθημά τους, απ’ ό,τι φαίνεται. Ή και όχι, αν έκρυβαν κάτι.

Ο Ορμπάν άλλαξε θέμα. «Ο Άσπελ σάς έχει ζητήσει να ελέγχετε πώς είναι η γυναίκα και η κόρη του, σωστά;»

Ο Βολφ απάντησε «Σωστά, κύριε».

«Λοιπόν; Πώς είναι;»

«Καλά, θα έλεγα. Η Ορέλια πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο και έχουν πάει στο διαμέρισμα που μένουν».

«Μάλιστα. Ευχάριστο νέο» σχολίασε ο Ορμπάν, αλλά δίχως να χαίρεται. Του ήταν αδιάφορο αν η μικρή θα ζούσε. Βέβαια, αν πέθαινε, δεν θα λυπόταν, αλλά μάλλον θα τον ικανοποιούσε αυτό το γεγονός. Γιατί η είδηση θα διέλυε τον Άσπελ. Ακόμα και αν επιζούσε και γυρνούσε στη Βουδαπέστη. Αν, δηλαδή, είχε όρεξη να παλέψει στο Μπραν, εφόσον πληροφορούνταν ένα τόσο δυσάρεστο νέο. Ο Ορμπάν ήξερε πως, αν μάθαινε η γυναίκα του πώς σκεφτόταν για ένα άρρωστο παιδί, θα απογοητευόταν μαζί του και ίσως να τολμούσε να του πει ότι δεν ήταν σωστό, αλλά αυτός δεν σκοτιζόταν. Η γυναίκα του ήταν σπίτι και έκανε ό,τι, κατά τη γνώμη του, πρέπει να κάνει μια σωστή γυναίκα. Συγύριζε, μαγείρευε, έπλενε τα ρούχα, φρόντιζε τα παιδιά και, όταν ο Ορμπάν είχε όρεξη, άνοιγε τα πόδια της για αυτόν. Οι μαλακίες για γυναικεία δικαιώματα που γίνονταν σε άλλες χώρες, όπως στην Αγγλία, δεν είχαν θέση στο δικό του το σπίτι.

«Ναι, κύριε, πολύ ευχάριστο. Ο κύριος ταγματάρχης έχει χαρεί πολύ».

Ο Ορμπάν ρώτησε «Για ποιο λόγο σάς ζήτησε να τις ελέγχετε; Τι φοβάται;» Μήπως η κυράτσα του κοιμηθεί με άλλον; Αυτό δεν το είπε, απλά το σκέφτηκε. Θα ήταν υπερβολικά κακότροπο από μέρους του και τον ενδιέφερε να μάθει τυχόν μυστικά τους.

«Απλά, ο κύριος ταγματάρχης ξέρει ότι τον σκέφτονται και περιμένουν πώς και πώς να γυρίσει. Τους λείπει, κύριε. Και, όσο να ’ναι, είναι λυπημένες που δεν είναι μαζί τους».

«Και δεν σκέφτηκε ο κύριος ταγματάρχης ότι εσείς πρέπει να είστε απίκο, για οποιαδήποτε εξέλιξη στην υπόθεσή μας;»

Ο Βολφ έσβησε το τσιγάρο και, για μια στιγμή, είχε την παρόρμηση να σηκωθεί και να ορμήσει στον μαλάκα, για να του δώσει μια συγκεκριμένη εξέλιξη που θα την θυμόταν για χρόνια, αλλά συγκρατήθηκε και απλά άναψε άλλο τσιγάρο. «Σίγουρα, το σκέφτηκε, κύριε συνταγματάρχη».

«Και γιατί σας έδωσε τέτοια εντολή, η οποία μάλιστα είναι και άσχετη με το Μπραν;»

«Δεν μας είπε να πηγαίνουμε εν ώρα υπηρεσίας, κύριε».

«Αλήθεια; Και κάτι φορές που έχετε φύγει εν ώρα υπηρεσίας και αργήσατε να επιστρέψετε; Πού πήγατε;»

Ο Βολφ απάντησε με ψυχραιμία. «Να παρακολουθήσουμε μερικούς υπόπτους, κύριε. Άτομα που προέρχονται από την Τρανσυλβανία και που ίσως ξέρουν κάτι». Προσπάθησε να μη δείξει ότι η απάντησή του ήταν ουρανοκατέβατη. Ότι την είχε σκεφτεί ενστικτωδώς.

Ο Ράινχελ, από τη μεριά του, κρατήθηκε και δεν γύρισε να κοιτάξει τον λοχαγό. Μόνο ανοιγόκλεισε γρήγορα τα μάτια του, δύο φορές, ευτυχώς χωρίς να τον δει ο Ορμπάν. Δεν πίστευε ότι ο Βολφ είχε την έμπνευση να πει άμεσα ένα τόσο αληθοφανές ψέμα σε ανώτερό του. Γιατί δεν είχαν κανονίσει τι θα πουν αν τους ρωτούσε ποτέ κάποιος συνάδελφός τους, πόσω μάλλον ο Ορμπάν, πού πήγαιναν όταν θα έπρεπε να είναι στον σταθμό. Ανοησία τους, την οποία παραλίγο να πληρώσουν.

Τότε ακούστηκαν δύο χτύποι στην πόρτα. «Κύριε διοικητά;» είπε ο λοχαγός. «Έχει έρθει τηλεγράφημα από το Μπρασώφ».

«Επιλοχία Ράινχελ, πήγαινε να μου το φέρεις» είπε ο Ορμπάν και ο Ράινχελ σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα, ευχαρίστησε τον λοχαγό -ο οποίος έριξε μια ματιά, για να σιγουρευτεί ότι ο Ορμπάν ήταν μέσα και είχε δώσει ο ίδιος την άδεια στον Ράινχελ να παραλάβει τα δύο γράμματα-, έκλεισε και γύρισε κοντά στο γραφείο, όπου έδωσε τα χαρτιά στον διοικητή του τοπικού σταθμού του Evidenzbureau.

«Βρήκαν απομεινάρια μιας επίθεσης σε περιφερόμενους τσιγγάνους» είπε ο Ορμπάν, αφού διάβασε λίγο το πρώτο χαρτί. «Δύο άμαξες γεμάτες πράγματα, νεκρά άλογα, ξεραμένα αίματα… Αναφέρει τα ονόματα των απαχθέντων… Και ένα κοριτσάκι που επιβίωσε και που τους είπε ότι κάποιοι επιτέθηκαν στην οικογένειά της και στου θείου της και άρπαξαν όλους τους άλλους». Ο Ορμπάν μόρφασε σαν να δάγκωσε τη γλώσσα του. Κοίταξε τους άλλους, δείχνοντας με το δεξί του χέρι το χαρτί. «Ότι τώρα ο ταγματάρχης πιστεύει την μικρή τσιγγάνα; Πως μόνο αυτή κατάφερε να γλιτώσει; Και πρέπει να το δεχτούμε και εμείς;»

Ο Βολφ και ο Ράινχελ αντάλλαξαν μια ματιά. Δεν μπορούμε να πούμε πολλά με αυτόν να είναι εδώ.

«Ίσως… κρύφτηκε, κύριε» πρότεινε ο Βολφ.

«Ναι, αυτό λέει και ο Άσπελ. Αλλά ήταν τόσο ηλίθιοι αυτοί που επιτέθηκαν, ώστε δε βρήκαν ένα κοριτσάκι;»

«Μπορεί, κύριε. Δεν είναι και αδύνατο».

Ο Ορμπάν μούγκρισε, ρουφώντας τη μύτη του. Πήρε δύο τζούρες από το τσιγάρο του και συνέχισε να διαβάζει νοητά. «Πάλι τα ίδια» είπε, στο τέλος. «Πάλι κωδικοποιημένες μαλακίες». Σήκωσε το κεφάλι. Έδειξε τους άλλους. «Θα σας δώσω τούτο το γράμμα και θα το μεταφράσετε εδώ, μπροστά μου. Θέλω να ξέρω τι λέει».

«Μάλιστα, κύριε συνταγματάρχη». Ο Βολφ σηκώθηκε από την καρέκλα του και άπλωσε το χέρι του.

Ο Ορμπάν δεν του έδωσε αμέσως το χαρτί. Αντίθετα, άρπαξε τον καρπό του Βολφ και τον έσφιξε. «Όχι ψέματα, λοχαγέ. Μην τολμήσετε να με κοροϊδέψετε. Γιατί θα σας διαλύσω. Έγινα κατανοητός;»

«Μάλιστα, κύριε συνταγματάρχη» απάντησε συγκρατημένα ο Βολφ, κοιτώντας στα μάτια τον Ορμπάν.

«Μάλιστα, κύριε συνταγματάρχη» είπε και ο Ράινχελ.

«Το καλό που σας θέλω, να το εννοείτε». Και τους έδωσε το χαρτί.

Ο Βολφ έγειρε και κάθισε, αλλά χωρίς να τρίψει τον καρπό του. Δεν πονούσε, αλλά υπήρχε μια ενόχληση σαν να είχε περπατήσει πάνω του κάποιο αηδιαστικό ζωύφιο. Όμως, δεν θα έκανε τη χάρη στον μαλάκα, να του δείξει ότι είχε καταφέρει να τον τσαντίσει και να τον κάνει να σιχαθεί τόσο, ώστε να θέλει να γδάρει το δέρμα του.

Μαζί με τον Ράινχελ, παραμέρισαν άλλα χαρτιά και την εφημερίδα που είχαν απλώσει και έβαλαν το τηλεγράφημα στη μέση και, όσο ο Βολφ μετέφραζε σε λέξεις τα γράμματα και τους αριθμούς, ο Ράινχελ έγραφε με μολύβι σε ένα άλλο χαρτί.

Στο τέλος, ο λοχαγός έδωσε την απάντηση στον Ορμπάν. «“Η απάντηση είναι στην πρεσβεία της Βλαχίας. Κάποιος εκεί θα πρέπει να ξέρει τι συμβαίνει στο Μπραν. Το κορίτσι αναγνώρισε την γλώσσα που μιλούσαν αυτοί που επιτέθηκαν στους δικούς της και είναι σίγουρη ότι πρόκειται για Βλάχους. Ίδιος τρόπος δράσης με το Μπραν”» διάβασε και απόρησε. Στράφηκε προς τον Βολφ και τον Ράινχελ. «Δηλαδή, τώρα ξέρουμε ποιοι είναι οι ένοχοι;»

«Για την ακρίβεια, και σύμφωνα με το κορίτσι, ξέρουμε ποιοι επιτέθηκαν σε αυτούς τους τσιγγάνους, κύριε» απάντησε ο Βολφ. «Ο κύριος ταγματάρχης υποθέτει ότι είναι οι ίδιοι που επιτέθηκαν στο Μπραν».

«Όχι, μου φαίνεται ακραίο» ένευσε αρνητικά ο Ορμπάν. Γαμημένε Τζούρτζου! σκέφτηκε. Αν ξέρεις κάτι, αν φταίτε εσείς, θα σε σκοτώσω. Δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι είχε πέσει θύμα της πανουργίας αυτού του αδίστακτου Βλάχου. Ωστόσο, η άρνησή του ήταν ειλικρινής. Πραγματικά, δεν του ήταν εύκολο να διανοηθεί τους Βλάχους να κάνουν τέτοιες ακρότητες σε απλούς χωριάτες. Σε περιφερόμενους τσιγγάνους, ναι, έβγαζε νόημα, γιατί ήταν σιχαμεροί κλέφτες, αλλά σε χωριάτες, όχι.

«Γιατί, κύριε; Ανέκαθεν εποφθαλμιούσαν τα Εδάφη του Στέμματος του Σαιντ Στεφάν, που κατέχει η Ουγγαρία και πλέον η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία».

«Να κάνουν τέτοια πράγματα σαν αυτά που έχουν γίνει στο Μπραν; Γιατί;»

«Για να μας πλήξουν. Να δείξουν ότι δεν κάνουμε καλά τη δουλειά μας και ότι υπάρχει διχόνοια μεταξύ των χωρών που έχουν ενωθεί. Ή γιατί είναι κακούργοι». Ο Βολφ ανασήκωσε τους ώμους του, ξεφυσώντας με αγανάκτηση. «Θα μάθουμε όταν τους πιάσουμε, κύριε. Αν, δηλαδή, το απόσπασμα δεν τους εκτελέσει όλους».

Ο Ορμπάν το σκέφτηκε για δύο λεπτά. Μετά, έβρισε, χτύπησε το χέρι του, πέταξε το χαρτί πάνω στο γραφείο και σηκώθηκε. «Καλά. Θα δούμε τι θα κάνουμε τους Βλάχους. Με την πρεσβεία. Αργότερα. Αύριο». Έφυγε, βροντώντας την πόρτα πίσω του.

«Που να σε πάρει ο διάολος, γαμημένε» είπε ο Ράινχελ.

Ο Βολφ έκανε μια χειρονομία, σαν να έλεγε Άσ’ τον αυτόν. Έτριψε λίγο τον καρπό του, χωρίς να καταφέρει να βγάλει από πάνω του την αηδιαστική αίσθηση της λαβής του Ορμπάν. Πήρε το τηλεγράφημα του Φάμπιαν και έδειξε το κρυπτογραφημένο κομμάτι, το οποίο βέβαια είχαν αποκρυπτογραφήσει, αλλά είχαν γράψει μια ψευδή απάντηση, ώστε να παραπλανήσουν τον Ορμπάν. Κοίταξε τον Ράινχελ. «Μπορείς να μου πεις γιατί μας λέει να μιλήσουμε στην Έμιλυ “για τον Ολλανδό”; Ποιον Ολλανδό; Και ποιος είναι ο αδερφός του, που θέλει να βρούμε, και μάλιστα άμεσα;»

Ο Ράινχελ δεν ήξερε. Αλλά κάτι του έλεγε ότι θα πήγαιναν ξανά στο διαμέρισμα των Άσπελ. Και όχι μόνο για αυτό που ήθελε ο Φάμπιαν να πάνε, αλλά και γιατί η Έμιλυ τούς χρωστούσε μια εξήγηση. Για την αποστολή του Κάρτερ στο Μπραν. Κάτι δεν τους είχαν πει, ούτε αυτή ούτε ο Αμερικάνος.

 

Στο διαμέρισμα των Άσπελ, η Ορέλια βρισκόταν στο δωμάτιό της, είχε τα χέρια σταυρωμένα, καθόταν στο κρεβάτι, με το μαξιλάρι να ακουμπάει τον τοίχο και τα πόδια της σκεπασμένα, και σκεφτόταν όσα είχε μάθει για τον πατέρα της. Είχε πάει σε ένα χωριό της Τρανσυλβανίας που λέγεται Μπραν. Εκεί είχαν εξαφανιστεί άνθρωποι, κάποιοι είχαν πεθάνει. Οι Αρχές είχαν κάνει κάποιες έρευνες, αλλά δε βρήκαν κάτι. Όμως, έπρεπε να συνεχίσουν και αυτό θα έκαναν. Φοβούνταν μήπως ήταν έργο του στρατού κάποιας άλλης χώρας. Αλλά δεν ήταν σίγουρο ποιος είναι ένοχος, ούτε το γιατί.

«Μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε» είχε πει ο κύριος Ράινχελ.

«Τι υποθέτετε;» είχε ρωτήσει η Ορέλια.

«Ότι κάποιος θέλει να μας βλάψει και να μας κάνει να φαινόμαστε άχρηστοι, ότι δεν μπορούμε να διαχειριστούμε τα προβλήματά μας».

Η Ορέλια είχε καταλάβει ότι ο κύριος Ράινχελ δεν της τα έλεγε όλα, γιατί πρόσεξε ότι η μαμά της ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα και δεν κοιτούσε κανέναν από τους δύο. «Μόνο αυτό υποθέτετε;» ρώτησε τον συνάδελφο του μπαμπά.

«Προς το παρόν, ναι, καλή μου». Τότε ο κύριος Ράινχελ χαμογέλασε και έσπευσε και της χάιδεψε τα μαλλιά. «Μην ανησυχείς, όμως, ο πατέρας σου θα βρει τους κακούς και θα τους τιμωρήσει».

«Πώς είναι ο μπαμπάς; Ξέρουμε;»

«Είναι καλά. Στέλνει τις ευχές του και χαίρεται πάρα πολύ που επιστρέψατε στο διαμέρισμα».

«Έχει φτάσει στο Μπραν;»

«Όχι. Όχι ακόμα. Αλλά θα φτάσει σύντομα».

Η Ορέλια άκουσε τον λυγμό που ξέφυγε από την μητέρα της. Αλλά δεν το σχολίασε. Δεν είπε τίποτα άλλο. Ήπιε το γάλα της και περίμενε να φύγει ο κύριος Ράινχελ, για να πάει κι αυτή στο δωμάτιό της και να σκεφτεί.

Ο μπαμπάς έπρεπε να πάει στο Μπραν και να ερευνήσει γιατί χάθηκαν οι άνθρωποι, πού είναι, ποιος φταίει και γιατί. Και να τιμωρήσει τους κακούς. Μπορεί τώρα να έχει φτάσει. Αλλά δεν θα έχει βρει κάτι, σωστά; Γιατί, αν ήταν τόσο εύκολο, θα είχαν βρει και οι προηγούμενοι που πήγαν. Άρα, τι θα κάνει;

Το κλωθογύρισε στο μυαλό της, αλλά δεν ήξερε ποια κατεύθυνση ήταν η σωστή, για να την ακολουθήσει. Έβρισκε παντού στο νοητό της οπτικό πεδίο κλειδαμπαρωμένες πόρτες και δεν είχε κανένα κλειδί. Και αμφέβαλλε αν η μητέρα της μπορούσε να της λύσει την απορία.

Η μητέρα της. Ήταν καλή με όλους. Χαμογελούσε, μιλούσε ακόμα και με ξένους. Έφτιαχνε ωραία φαγητά. Βοηθούσε της κόρη της σε ό,τι χρειαζόταν. Της διάβαζε παραμύθια. Τη φρόντιζε. Αγαπούσε τον μπαμπά, όπως και αυτός εκείνη και την κόρη τους. Και έγραφε. Στην κουζίνα –και πού και πού στο δωμάτιο που κοιμόταν με τον μπαμπά. Ενόσω ετοιμαζόταν το φαΐ και περίμενε τον μπαμπά. Η Ορέλια την είχε δει μερικές φορές σκυμμένη πάνω από χαρτιά, με ένα μολύβι στο χέρι. Συχνά, ακουμπούσε το κεφάλι της στο χέρι, το οποίο το στήριζε στο τραπέζι. Κοιτούσε κάπου, προς κάποιον τοίχο, αλλά έδινε την εντύπωση ότι δεν ήταν εκεί, στο διαμέρισμα. Δηλαδή, ήταν στο διαμέρισμα, αλλά έμοιαζε σαν να έβλεπε όνειρο ή κάτι τέτοιο. Μια φορά, η Ορέλια την είχε παρατηρήσει για λίγα δευτερόλεπτα, ακόμα και για ένα ολόκληρο λεπτό, απορημένη, μη ξέροντας αν η μαμά ήταν καλά. Φαινόταν προβληματισμένη με κάτι, αλλά παρέμενε ήρεμη. Και… δεν είδε την κόρη της, παρά μόνο όταν η ίδια μετακινήθηκε από την θέση της και της μίλησε. Την είχε ρωτήσει τι έκανε και η μαμά απάντησε ότι γράφει. Τι έγραφε; Ιστορίες. Τι ιστορίες; Θα έλεγε στην Ορέλια όταν θα ήταν αρκετά μεγάλη. Μήπως ήταν τρομακτικές ιστορίες; Θα… μάθαινε, αλλά όχι ακόμα. Και η Ορέλια, παρά το ότι είχε ακούσει επανειλημμένως τους γονείς της να μιλάνε για αυτές τις ιστορίες της μαμάς, δεν έθιξε ξανά το ζήτημα. Και θα το είχε ξεχάσει, αν δεν πετύχαινε ξανά και ξανά την μητέρα της στην ίδια θέση, να κάνει τα ίδια.

Όμως, όσον αφορά τη δουλειά του μπαμπά, η μαμά δεν πρέπει να ήξερε πολλά. Ήξερε ότι είναι στρατιωτικός και πού δουλεύει. Ήξερε τους συναδέλφους του –και η Ορέλια τούς ήξερε και τους αγαπούσε, γιατί ήταν καλοί μαζί της, με την μαμά και βέβαια με τον μπαμπά. Ήξερε ότι ο μπαμπάς πήγαινε στο Μπραν; Μάλλον, ναι. Μετά που είχε φύγει και τις άφησε στο νοσοκομείο, η Ορέλια κατάλαβε ότι η μαμά είναι δυστυχισμένη. Ότι ίσως και να φοβάται. Τι, όμως; Τους κακούς ανθρώπους που θα κυνηγούσε ο μπαμπάς, υπέθετε. Τι άλλο; Της πέρασε ξανά από το μυαλό μήπως αυτοί οι κακοί δεν ήταν απλά άνθρωποι, αλλά κάτι άλλο, κάτι υπερφυσικό. Όμως, υπήρχε τέτοια περίπτωση; Η Ορέλια δεν ήξερε. Τα παραμύθια του κυρίου Άντερσεν τής φαίνονταν πολύ… πραγματικά. Σαν να υπήρχαν στ’ αλήθεια όλοι αυτοί οι άνθρωποι και όλα αυτά τα πλάσματα. Και η μαμά είχε πει κάτι για βρικόλακες, ότι υπάρχουν στο Μπραν. Αλλά ο κύριος Ράινχελ μίλησε για κακούς από άλλη χώρα. Για κακούς ανθρώπους. Όμως, δεν ήταν σίγουρος. Η μαμά φαινόταν πιο σίγουρη…

Και το ότι πάει και ο θείος μου, ο Μαξ, στο Μπραν;

Με το που θυμήθηκε τον ψηλόλιγνο άντρα με το πανωφόρι και το περίεργο καπέλο και το ασημένιο σήμα του «ομοσπονδιακού πιστολέρο» με τον Λούκυ Λουκ (που, σύμφωνα με τον θείο Μαξ, ήταν «Ένας θρυλικός πιστολέρο, που πυροβολούσε πιο γρήγορα και από την σκιά του»), χαμογέλασε, χωρίς να το καταλάβει αμέσως. Για κάποιο λόγο, αυτός ο άνθρωπος την έκανε να νιώθει ωραία, ασφαλής. Έμοιαζε λίγο με τον μπαμπά, δηλαδή εμφανισιακά και στο ότι μιλούσε γλυκά -αλλά και αστεία, είχε περίεργη προφορά-, αλλά είχε κάτι άλλο που τον ξεχώριζε. Μια… σιγουριά στο βλέμμα. Και καθόλου φόβο. Και αυτό το είχε καταλάβει και η μαμά, γιατί εκείνη ήταν που του πρότεινε να πάει στο Μπραν, ενώ νόμιζαν και οι δύο ότι η Ορέλια κοιμόταν. Και ο θείος Μαξ είχε δεχτεί.

Μαμά: Τι υπηρεσίες προσφέρετε, δηλαδή;

  Θείος Μαξ: Ένοπλη συνοδεία καραβανιών ή τρένων, ας πούμε, προστασία ανθρώπων που απειλούνται, συνδρομή προς τις τοπικές Αρχές για σύλληψη υπόπτων ή έρευνα ανευρέσεως αγνοουμένων. Τέτοια πράγματα.

Ο θείος Μαξ ήταν σαν τον μπαμπά, αλλά διέφερε. Ήταν σαν στρατιωτικός, αλλά διέφερε. Κάπως. Είχε πει ιστορίες για όσα έζησε, για όσα έκανε –ο μπαμπάς σπάνια έλεγε τι έκανε, και ακόμα και η μαμά δεν είχε ενδιαφέρον για αυτά που εκείνος έλεγε. Κυκλοφορούσε μόνος του και βοηθούσε ανθρώπους και έπιανε κακούς. Είχε έρθει από πολύ μακριά, για να συναντήσει την οικογένεια του μπαμπά. Που ήταν και δική του οικογένεια.

Προστασία ανθρώπων που απειλούνται.

Συνδρομή προς τις τοπικές Αρχές.

Και, ίσως, αντιμετώπιση τεράτων; Βρικολάκων; αναρωτήθηκε η Ορέλια. Μπορεί να έκανε και τέτοια πράγματα ένας πιστολέρο;

  Η Ορέλια θυμήθηκε τον θείο της και ό,τι την έκανε να νιώθει. Ναι. Τα βάζουν και με τέρατα, αποφάσισε. Χαμογέλασε κι άλλο, γιατί φαντάστηκε τον μπαμπά και τον θείο Μαξ να νικάνε τους βρικόλακες. Και μετά, χαμογέλασε ακόμα περισσότερο, γιατί φαντάστηκε την ίδια, μεγάλη σαν την μαμά, υγιή (αλλά πιο δυναμική από την μαμά), να φοράει αυτό το περίεργο στρογγυλό καπέλο και το πανωφόρι και πουκάμισο και παντελόνι (ή μήπως φούστα, επειδή ήταν κορίτσι;) και μπότες, να έχει το ασημένιο σήμα με τον κύριο Λούκυ Λουκ, να είναι, δηλαδή, ομοσπονδιακή πιστολέρο που κυνηγάει τέρατα…

Όσο η κόρη της βυθιζόταν σε ένα όνειρο διαφορετικό από όσα άλλα είχε δει ποτέ, η Έμιλυ ήταν στην κουζίνα και, ενόσω το φαγητό ετοιμαζόταν, εκείνη, χωρίς να πιστεύει ότι, πριν γυρίσει ζωντανός ο Φάμπιαν, θα είχε ξανά αυτήν την όρεξη, καθόταν σε μια καρέκλα και είχε σε μια πλευρά του τραπεζιού ένα ποτήρι κρασί μπροστά της τα χαρτιά της και το μολύβι της στο χέρι και ετοιμαζόταν να γράψει μια καινούρια ιστορία τρόμου. Θα είχε πραγματικά στοιχεία, αλλά ενταγμένα σε έναν μυθοπλαστικό εφιάλτη. Ο πρωταγωνιστής θα ήταν ένας στρατιωτικός με οικογένεια (σύζυγο και κόρη), που, μαζί με ένα απόσπασμα του στρατού του, πήγαινε σε ένα απομακρυσμένο χωριό, για το οποίο υπήρχαν από παλιά άσχημες φήμες, για φρικιαστικά όντα που ζούσαν κάτω από το χώμα του και έβγαιναν την νύχτα για να γυρέψουν αθώους θνητούς και να τραφούν με το αίμα τους. Είχε γράψει και παλιότερα διηγήματα με βρικόλακες (και με άλλα καταραμένα πλάσματα), αλλά είχε αποφύγει να προσθέσει δικά της στοιχεία. Συνειδητά. Δεν ήθελε να φαντάζεται τον εαυτό της ή τους δικούς της ανθρώπους να μπλέκουν σε τέτοιες καταστάσεις, έστω και στα πλαίσια της δικής της φαντασίας. Αλλά τώρα, με την πίεση της γνώσης –όχι μόνο του ότι ο Φάμπιαν έφυγε, αλλά και του πού πήγαινε και τι υπήρχε εκεί-, ένιωθε ότι έπρεπε να γράψει μια παρόμοια ιστορία, όπου όλα θα πήγαιναν όπως εκείνη ήθελε. Ίσως έφταιγε το κρασί, αλλά είχε την παράλογη ελπίδα ότι, με κάποιον τρόπο, θα επηρέαζε όσα συνέβαιναν και όσα θα συνέβαιναν. Πώς; Δεν είχε ιδέα. Αλλά αισθανόταν ότι θέλει να ξεσπάσει και να καταφέρει ό,τι ποθεί, κι αυτός ήταν ένας τρόπος, ο μοναδικός που γνώριζε.

Ποιος ακριβώς ήταν ο ήρωας (τι χαρακτήρα είχε, τι ικανότητες, τι αδυναμίες, από πού προερχόταν, πού ζούσε με την οικογένειά του και πού δούλευε), ποιοι ήταν οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, ποιο το μέρος που έπρεπε να πάει και ποια τα τέρατα θα καλούνταν να αντιμετωπίσει… Όλα αυτά τα ήξερε η Έμιλυ. Και όσα δεν ήξερε ακριβώς, τα φανταζόταν. Ήταν μπροστά της, γύρω της, παντού στον κόσμο της. Μπορούσε να νιώσει την ζέστη των κλειστών χώρων και το κρύο της χειμερινής υπαίθρου. Άκουγε τα βήματα των αλόγων και τα χλιμιντρίσματα και τα λόγια των αντρών, και μύριζε την παγωμένη αναπνοή του δάσους. Τα όπλα ήταν περασμένα στην ζώνη ή στην πλάτη, το βάρος τους προσέφερε μια αίσθηση κύρους, σαν να ήταν μαγικά. Το τοπίο απλωνόταν αχανές, μα όσο πλησίαζαν στον προορισμό τους ο κλοιός έκλεινε, σαν αγκαλιά από κάποιο μυθικό θηρίο.

Οι λέξεις έρχονταν στην σκέψη της Έμιλυ και εκείνη τις περνούσε στο χαρτί. Δεν ήταν μια μητέρα και σύζυγος, αλλά μια αγγελιαφόρος-φάντασμα που περνούσε από ψυχή σε ψυχή, μένοντας παραπάνω στον αρχηγό του αποσπάσματος, τον Φάμπιαν Άσπελ -δεν μπήκε στον κόπο να αλλάξει τα ονόματα ή τα ιστορικά δεδομένα· η ιστορία της θα ήταν όσο πιο αληθινή μπορούσε να είναι. Έπινε, έγραφε και, αν χρειαζόταν, έσβηνε και ξανάγραφε. Κι όταν σηκωνόταν για να ελέγξει το φαγητό, στο μυαλό της το απόσπασμα σταματούσε ό,τι έκανε, γιατί κάτι ακουγόταν ή κάτι φαινόταν να κινείται ανάμεσα στα δέντρα, ίσως κάτι επικίνδυνο, και έπρεπε να πάρουν τα όπλα ανά χείρας. Κάποιοι πήγαιναν, ο Φάμπιαν και τρεις τέσσερις άλλοι, έψαχναν και, όταν η Έμιλυ γυρνούσε το γραπτό της, αφού δεν έβρισκαν κάτι, γυρνούσαν στα άλογά τους και συνέχιζαν την πορεία τους προς το στοιχειωμένο Μπραν, που, απ’ όσο ήξεραν, είχε καταντήσει ένα νεκροταφείο ανθρώπων, ζώων και σπιτιών. Τι θα έκαναν όταν έφταναν; Πού θα έβρισκαν τα τέρατα; Πώς θα τα αντιμετώπιζαν; Θα ήταν αρκετοί;

Η Έμιλυ δε χαμογελούσε, γιατί ήταν προσηλωμένη, όμως ήξερε τα πάντα για αυτή την αποστολή, για αυτή την πραγματική ιστορία. Ο Φάμπιαν είχε δεχτεί ότι υπάρχουν βρικόλακες και ήξερε πώς να τους αντιμετωπίσει. Όσο για το πού θα έπρεπε να τους γυρέψει, αυτό δεν ήταν δύσκολο. Στα σπίτια, φυσικά. Δεν ήταν πλέον οι οικείες που είχαν υπάρξει κάποτε. Ήταν ερείπια χωρίς δύναμη. Πεταμένα τούβλα και κεραμίδια και σκισμένες κουρτίνες και τραπέζια κομμένα στη μέση. Κρεβάτια λερωμένα, γεμάτα αίματα. Ακόμα και η ντόπια εκκλησία (σίγουρα θα υπήρχε έστω και μία) θα είχε υποστεί σημαντική καταστροφή. Οι βρικόλακες δε χρειάζονταν να τους καλέσει κάποιος άνθρωπος για να περάσουν το κατώφλι. Τους ανήκαν. Όλα. Τουλάχιστον, μέχρι να έρθουν οι απελευθερωτές του τόπου αυτού και να καθαρίσουν τις βρομιές και τα φρικιά, για να ξαναγεμίσει το μικρό Μπραν με ζωή, την ζωή του Θεού και όχι την αναβίωση του Διαβόλου.

Οι βρικόλακες άραγε ήξεραν για το απόσπασμα; Ότι έρχεται για αυτούς; Κι αν ήξεραν, είχαν προετοιμαστεί;

Αυτό ήταν εμπόδιο που προκάλεσε μια μικρή σύγχυση στην Έμιλυ, η οποία διέκοψε την εξιστόρησή της. Τι θα γινόταν αν ήξεραν; Τι θα μπορούσαν να κάνουν, αν το απόσπασμα έφτανε ενόσω ήταν μέρα; Αλλά δεν ήταν. Εφόσον ακολουθούσε σε μεγάλο βαθμό την πραγματικότητα, ήξερε ότι ο άντρας της και η συνοδεία του θα έφταναν το βράδυ. Λίγο πριν ξυπνήσουν οι βρικόλακες. Ή λίγο αφού θα είχαν ξυπνήσει.

Περνώντας το μολύβι ανάμεσα στον δείκτη και τον μέσο, πήρε το μολύβι της και ήπιε μια γουλιά. Κι άλλη μία.

Η απάντηση ήταν απλή τελικά. Δεν είχε σημασία αν ήξεραν τα φρικιά ή αν είχαν αφυπνιστεί. Το απόσπασμα θα τα σκότωνε. Όχι ένα προς ένα, αλλά δύο, τρία ή και δέκα ταυτόχρονα. Με πυροβολισμούς και μαχαιριές. Γιατί ήξεραν και οι άλλοι στρατιωτικοί πώς να τα αφανίσουν –τους το είπε ο Φάμπιαν.

Η Έμιλυ χαμογέλασε. Και να έβρισκαν σθεναρή αντίσταση από τα τέρατα, και να πέθαιναν κάποιοι άντρες του Φάμπιαν, υπήρχε (άλλη) μία έκπληξη που κατέφθανε στο Μπραν. Ο άσσος στο μανίκι. Ο πιστολέρο. Ο Μαξ Κάρτερ, που θα έφτανε με το άλογό του, σαν Άγιος με τη ρομφαία του, και θα θέριζε τέρατα στην επέλασή του. Αυτός κι αν θα τους προκαλούσε τρομερές απώλειες. Μαζί με τον Φάμπιαν, θα σχημάτιζαν μια ομάδα των δύο, που θα ήταν αρκετή για να εξολοθρεύσει πάρα πολλούς βρικόλακες.

Πρόσθεσε πολλές εκρήξεις και αστραπές από τα όπλα. Αλλά εκεί που εστίασε ήταν στις σφαγές. Δεν θυμόταν κάτι συγκεκριμένο από όσα της είχε πει κατά καιρούς ο Φάμπιαν για πολεμικές τακτικές, όμως δεν ήταν αυτή η ουσία της ιστορίας της. Ήθελε απλά να σκοτωθούν οι βρικόλακες, κι ως προς αυτό, τα σπαθιά και τα μαχαίρια -και ο σουγιάς που είχε μαζί του ο Φάμπιαν, τον οποίο σίγουρα θα χρησιμοποιούσε- θα ήταν πιο χρήσιμα από τα πυροβόλα –για τα οποία επίσης ήξερε λίγα πράγματα, κυρίως από ό,τι είχε διαβάσει στα βιβλία με τον Σέρλοκ Χολμς.

Σωστή πολιορκία θα γινόταν στο Μπραν. Και οι άνθρωποι ήταν πιο εξοικειωμένοι με τέτοιες καταστάσεις απ’ ό,τι ήταν τα τέρατα, σωστά;

Η Έμιλυ, που ακόμα φαντασιωνόταν συνεχόμενες επιτυχίες του άντρα της, του αδερφού του και των λοιπών μελών του αποσπάσματος, όταν θα τελείωνε το διήγημά της δύο ώρες μετά, όντας λίγο μεθυσμένη, θα ξεσπούσε σε κλάματα. Γιατί ναι, οι γραμμές ήταν εκεί, η πλοκή έτοιμη από την αρχή ως το τέλος, οι καλοί είχαν νικήσει και είχαν γυρίσει θριαμβευτές και το Μπραν γέμιζε ξανά με ανθρώπους και οι κακοί δεν υπήρχαν πια, αλλά όλα αυτά είχαν περαστεί σε φύλλα χαρτιού και μπορούσε κάποιος να τα πάρει, να τα σκίσει και να τα πετάξει στη φωτιά. Ήταν τα δικά της γράμματα και όχι του Θεού, κι εκείνη δεν είχε τη δύναμή Του, ώστε να επηρεάζει όσα γίνονταν. Ήταν μια εύθραυστη ωραιοποιημένη εκδοχή της πραγματικότητας, τόσο ψεύτικη, όσο και ένα παιδικό παιχνίδι –το οποίο επίσης μπορούσε ο οποιοσδήποτε να το καταστρέψει. Ήταν, όμως, και η ελπίδα της, η ανάσα που χρειαζόταν, για να συνεχίσει και να μην σπάσει μέσα της. Γι’ αυτό και δεν θα πετούσε την ιστορία της. Δεν θα την κατέστρεφε. Θα την έκρυβε. Κι αν όλα πήγαιναν όπως είχε φανταστεί, τότε θα μπορούσε να την παρουσιάσει στον Φάμπιαν και στην Ορέλια και στον Βολφ και στον Ράινχελ, ίσως και να την έστελνε σε κάποιο περιοδικό σαν το Weird Literature για δημοσίευση, και θα μπορούσε να πει, Ορίστε, εγώ ποτέ δεν λιποψύχησα! Πάντα πίστευα ότι οι Αρχές, με αρχηγό τον άντρα μου και υπαρχηγό του τον αδερφό του, θα τα κατάφερναν. Να, δείτε, διαβάστε όσα έγραψα!

Και αυτό το συναίσθημα θα ήταν που θα της επέτρεπε να σκουπίσει τα δάκρυά της, να καθαρίσει το πρόσωπό της και, με αναπτερωμένο ηθικό, να καλέσει την κόρη της να γευματίσουν, όντας αμφότερες με αισιόδοξη διάθεση.

 

Ενόσω η ώρα περνούσε, με τις δύο Άσπελ να παλεύουν η κάθε μία με το δικό της τρόπο να διαχειριστούν όσα γίνονταν, ο μπράβος του Τζούρτζου που είχε βαρεθεί να στέκεται και να κοιτάζει την είσοδο της πολυκατοικίας, πήγε στην άμαξα που ήταν παρκαρισμένη επί της οδού Ρόζα και είπε στον άλλο να πάει αυτός εκεί. Ο άλλος, όμως, είχε μια καλύτερη ιδέα: θα έμεναν στην άμαξα και οι δύο, γιατί το κρύο γινόταν τσουχτερό, και έτσι κι αλλιώς έβλεπαν προς την είσοδο. Διέκριναν ποιος έμπαινε και ποιος έβγαινε. Ήξεραν το σουλούπι των Άσπελ. Αν ξεπόρτιζαν, θα τις έβλεπαν και θα τις ακολουθούσαν. Οπότε γιατί να ξεπαγιάσουν;

 

*

 

7 μετά μεσημβρίας

5 ώρες πριν την Πολιορκία του Μπραν

 

*

 

Μπρασώφ

Ο Ίλις και η Καταλίνα έφτασαν στην πόλη, τη στιγμή που η μικρή είχε αρχίσει ξανά να γίνεται νευρική και να κλαίει και να παρακαλάει να βιαστούν, γιατί μπορεί να έρχονταν τα τέρατα. Ο δεκανέας τής μιλούσε καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού τους όπως του είχε υποδείξει ο ταγματάρχης: σαν να ήταν η μικρή του αδερφή που φοβόταν και που αποζητούσε τον μεγάλο της αδερφό, για να την παρηγορήσει. Είχε αποτέλεσμα, τουλάχιστον στο πρώτο μισό της διαδρομής. Όντως, η Καταλίνα σταματούσε να τρέμει και να μιλάει για τους φόβους της και κοιτούσε το ορεινό περιβάλλον και το σχολίαζε, ενώ ο Ίλις είτε συμφωνούσε, είτε προσέθετε δικές του λεπτομέρειες. Γενικά, η αποστολή του δεν ήταν δύσκολη. Από τη στιγμή, δε, που πέρασαν το Πουάνα Μπρασώφ και η Καταλίνα είδε όλους εκείνους τους στρατιώτες να είναι αρματωμένοι και να φροντίζουν ώστε εκείνη και ο Ίλις να έχουν ασφαλή διέλευση, υπήρξε ηρεμία ανάμεσά τους («Έχω ξανάρθει εδώ» είπε κάποια στιγμή η Καταλίνα «αλλά δεν υπήρχαν στρατιώτες»). Όμως, το σκοτάδι που απλωνόταν όσο αυτοί πλησίαζαν το Μπρασώφ όχι απλά δε βοηθούσε το κορίτσι να ξεχνιέται, αλλά του έφερνε στη θύμηση όσα είχε ζήσει και τους ανθρώπους που είχε χάσει και τα… τα…

Τα τέρατα, υπενθύμισε στον εαυτό του. Αυτά που φορούσαν μαύρα, είχαν μαύρα μάτια, δόντια σαν σκύλου και μούγκριζαν σαν ζώα. Αυτά που, σύμφωνα με την Καταλίνα, «Δάγκωναν και χτυπούσαν με τα νύχια τους τον μπαμπά μου, την μαμά μου, τον θείο, την θεία μου…»

Ποια τέρατα, όμως; Μήπως έχει μπερδευτεί η μικρή; Μήπως πέρασε για τέρατα μερικούς αγροίκους; Θα μπορούσε, υπέθετε. Αν μη τι άλλο, η Καταλίνα ήταν ένα παιδί. Τα παιδιά έχουν πολλή φαντασία και συχνά σκαρφίζονται αδιανόητες δικαιολογίες για λάθη που κάνουν ή για να τραβήξουν την προσοχή. Ο Ίλις, έχοντας συμβάλλει και ο ίδιος στην ανατροφή των μικρότερων αδερφών του, αλλά και ενθυμούμενος ως ένα βαθμό του τι έκανε όταν ήταν μικρός, ήξερε ότι τα ψέματα ήταν κάτι που λένε τα παιδιά. Αλλά το πώς αντιμετώπισε ο ταγματάρχης όσα είπε η Καταλίνα –που δεν την αποπήρε… Συν ότι ψιθυριζόταν γενικά ανάμεσα στους στρατιωτικούς ότι οι κάτοικοι του Μπραν μιλούσαν για βρικόλακες… Ήταν και το ότι και ο ίδιος είχε ακούσει από τους δικούς του αντίστοιχες ιστορίες… Δεν υπήρχε περίπτωση να έλεγαν όλοι ψέματα, αλλά να έκαναν λάθος; Δεν ήταν κάπως υπερβολικό αυτό;

Και είναι πιο λογικό να έχουμε να κάνουμε με βρικόλακες ή κάτι άλλο παρεμφερές; αναρωτιόταν.

Δεν του ήταν εύκολο, όμως έτεινε να δεχθεί ότι στο Μπραν υπήρχαν υπερφυσικά όντα. Ίσως του ήταν λιγότερο δυσάρεστο να σκέφτεται πως ό,τι συνέβη (και συμβαίνει) στο Μπραν δεν είναι έργο ανθρώπων, αλλά διαβολικών πλασμάτων. Θα ήταν μια παρηγοριά να μην έχουν αναμειχθεί άνθρωποι. Αλλά, ταυτόχρονα, θα ήταν και κατάρα.

Κι εγώ έφυγα για την ασφάλεια του Μπρασώφ, ενώ οι συνάδελφοί μου πάνε στο Μπραν.

Αυτή η σκέψη δεν του άρεσε καθόλου. Ένιωθε σαν να ήταν λιποτάκτης.

Αλλά ήξερε ότι δεν είναι. Είχε πει στον ταγματάρχη Άσπελ να επιστρέψει, αφού κάνει ό,τι τον είχε διατάξει. Όμως, εκείνος αρνήθηκε. Έλα αύριο. Ξεκουράσου σήμερα. Έτσι του είχε πει. Αλλά πώς να ξεκουραζόταν τώρα που φανταζόταν ότι υπάρχουν τέρατα της νύχτας στο Μπραν και οι συστρατιώτες του πάνε κατευθείαν προς αυτά;

Πρέπει να κάνω ό,τι μου είπε ο ανώτερός μου. Αυτός ξέρει καλύτερα από εμένα. Τα άλλα θα τα σκεφτώ μετά.

Έτσι, αναστέναξε και επικεντρώθηκε στην αποστολή του.

Όταν βρέθηκαν στο Μπρασώφ, λίγο μετά τις επτά, ο Ίλις βρήκε δύο πολιτοφύλακες, τους χαιρέτισε και τους ρώτησε πού είναι το νοσοκομείο. Ο ένας τού είπε μια οδό, αλλά ο Ίλις ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες, εξηγώντας πως δεν είναι ντόπιος. Ο πολιτοφύλακας τού έδωσε περαιτέρω οδηγίες. «Κάτι συνέβη, έτσι;» ρώτησε στο τέλος.

«Ναι. Θα μάθεις σύντομα» απάντησε ο Ίλις, κάνοντας ένα νεύμα προς την Καταλίνα, χωρίς εκείνη να τον καταλάβει. Ουσιαστικά, είπε στον άλλο ότι δεν μπορούσε να του μιλήσει τώρα, λόγω του παιδιού.

Οι πολιτοφύλακες ένευσαν και χαιρέτισαν τον Ίλις και το κορίτσι και συνέχισαν την περιπολία τους. Ο δεκανέας με την Καταλίνα κατευθύνθηκαν προς την οδό που τους είχε υποδείξει ο άλλος.

Βρήκαν το νοσοκομείο και ο Ίλις παρέδωσε στη φροντίδα μιας νοσοκόμας την Καταλίνα, στην οποία υποσχέθηκε ότι θα περνούσε ξανά, αργότερα. Εκείνη δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγει, όμως τελικά πείστηκε, αφού και η νοσοκόμα που την ανέλαβε χαμογελούσε και της μιλούσε καλόκαρδα. Έτσι, χαιρέτισε τον Ίλις, αγκαλιάστηκαν και έπειτα αυτός φόρεσε το κράνος του και ανέβηκε στο άλογό του. Διέσχισε το Μπρασώφ, κοιτώντας γύρω του τους ανθρώπους, τα οικόσιτα ζώα και τα κτίρια. Οι λάμπες στους δρόμους προσέφεραν ένα πολύ ωραίο θέαμα, δίνοντας την αίσθηση ότι όλοι και όλα ήταν μέρος ενός πίνακα ζωγραφικής. Υπήρχαν σκιές και πολύχρωμα φορέματα, για αντίθεση. Υπήρχαν γωνίες, απ’ όπου ξεπετάγονταν παιδιά. Υπήρχαν σκυλιά που γάβγιζαν και γάτες που νιαούριζαν, προσδίδοντας στον παρατηρητή του πίνακα την αίσθηση της ζωντάνιας που είχε το έργο. Τέλος, υπήρχαν οι ένστολοι, που έδειχναν ότι ο καλλιτέχνης θεωρούσε σημαντική την ασφάλεια των εικονιζόμενων πολιτών και των κτισμάτων.

Υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσε να χαζέψει περισσότερο το Μπρασώφ, αλλά ο χρόνος κυλούσε και αυτός έπρεπε να βιαστεί.

Έφτασε στο κτίριο της πολιτοφυλακής, λίγο πριν τις οκτώ παρά είκοσι. Του άνοιξαν την πύλη, πέρασε μέσα και άφησε το άλογό του σε έναν πολιτοφύλακα. Κάποιοι τον ρώτησαν τι συμβαίνει και γιατί ήρθε τόσο γρήγορα και πού ήταν οι υπόλοιποι, αλλά τους είπε μόνο ότι έφερε ένα κοριτσάκι που είχαν βρει στο δάσος. Ύστερα, έσπευσε στο γραφείο του διοικητή.

«Τι συμβαίνει, δεκανέα;» τον ρώτησε ο Ζαλάν, μετά τα τυπικά.

Τους είπε για την Καταλίνα και πρόσθεσε «Έφερα… ένα χαρτί, για να το τηλεγραφήσουμε». Παραλίγο να πει δύο χαρτιά, αλλά θυμήθηκε ότι ο ταγματάρχης του είχε τονίσει ότι για το δεύτερο δεν έπρεπε να ξέρει κάποιος άλλος.

«Να το δω».

Ο Ίλις έβγαλε το χαρτί και το έδωσε στον Ζαλάν, που το διάβασε. Έπειτα, του έριξε μια ματιά και ο Κέρσεν. «Μάλιστα» σχολίασε ο δεύτερος. «Οπότε έγινε κι άλλο περιστατικό, μακριά από το Μπραν». Κοίταξε τον Ζαλάν. «Δεν μ’ αρέσει καθόλου αυτό».

«Ούτε εμένα». Έδωσε το χαρτί πίσω στον Ίλις. «Σου είπε κάτι άλλο ο ταγματάρχης;»

«Όχι, κύριε».

«Εντάξει. Το κοριτσάκι πώς είναι;»

«Αρκετά καλά, θα έλεγα, κύριε αντιστράτηγε. Αν σκεφτούμε τι πέρασε, δηλαδή».

«Ναι, καταλαβαίνω». Ο Ζαλάν έτριψε τα μάτια και τα μαλλιά του, φανερώνοντας την κούραση του. «Πήγαινε, δεκανέα. Δεν σε χρειαζόμαστε κάτι άλλο».

«Κάτι ακόμα, κύριε. Ο κύριος ταγματάρχης μου είπε να μείνω εδώ σήμερα και να πάω το πρωί στο Μπραν. Μπορώ να κοιμηθώ εδώ, στην πολιτοφυλακή;»

«Ναι, μπορείς. Κάτι άλλο;»

Ο Ίλις θυμήθηκε την Καταλίνα. «Ναι. Υποσχέθηκα στο κορίτσι ότι θα πάω να το ξαναδώ. Δεν ήθελε να φύγω, καταλαβαίνετε, και…»

«Εντάξει. Τέλειωνε με το τηλεγράφημα, πήγαινε στο νοσοκομείο και έλα όταν ξεμπερδέψεις». Χαμογέλασε. «Αν και νομίζω ότι θα σε θέλει εκεί, δεκανέα. Να μείνεις μαζί της όλο το βράδυ, εννοώ. Ό,τι κι αν γίνει, το πρωί θέλω να είσαι εδώ, για να παρουσιαστείς, πριν ξεκινήσεις για το Μπραν».

Ο Ίλις ένευσε, χαιρέτισε και έφυγε.

«Εξαπλώνονται» είπε ο Κέρσεν, που είχε ενοχληθεί και αγχωθεί από τα νεώτερα. «Παίρνουν θάρρος. Όποιοι κι αν είναι, έχουν σκοπό να επεκτείνουν τη δράση τους. Δεν θα μείνουν στο Μπραν».

«Το περιμέναμε. Σιγά μη μένανε μονάχα εκεί. Ένα χωριό είναι» είπε ο Ζαλάν. Τέρμα οι μαλακίες για περιφερόμενους τσιγγάνους ή η εκδίκηση από άλλο χωριό, που σκεφτόμασταν στην αρχή, συλλογίστηκε. Εδώ είναι ξεκάθαρο ότι έχουμε να κάνουμε με άλλους κακούργους. «Αυτοί θα θέλουν να κατακτήσουν όλη την Τρανσυλβανία. Ίσως και να φαντάζονται ότι παίρνουν στα χέρια τους την Ουγγαρία. Ή και άλλες χώρες. Ένας θεός ξέρει τι έχουν στο καταραμένο το μυαλό τους».

Ο Κέρσεν συμφώνησε με ένα νεύμα. «Θα στείλεις τώρα τους πολιτοφύλακες, για να μαζέψουν τις άμαξες των τσιγγάνων;» ρώτησε.

«Όχι. Δεν υπάρχει λόγος να βιαστούμε. Καλύτερα το πρωί». Σταμάτησε, γιατί θυμήθηκε ότι κάτι αντίστοιχο είχε γίνει και στις 28 Φεβρουαρίου, όταν αποφάσισαν με τον Μίκλος να μη στείλουν δικούς τους στο Μπραν και έπειτα, την επόμενη μέρα… όταν πήγε το απόσπασμα… τι είχαν βρει;

Πτώματα και κατεστραμμένα σπίτια, απάντησε στην ερώτησή του. Ναι, αλλά τότε ήταν αλλιώς. Τώρα έχουν πάει εκεί πολλοί και με καλό αξιωματικό να τους διοικεί.

Ήταν, όμως;

Ο Ζαλάν δεν ήξερε με σιγουριά. Αλλά το ήλπιζε.

«Ελπίζω πως ο Φάμπιαν και οι ορειβάτες τυφεκιοφόροι θα ξετρυπώσουν τα καθάρματα και θα τα σφάξουν» είπε ο Κέρσεν.

«Κι εγώ αυτό ελπίζω, αντισυνταγματάρχη».

«Αλλά, αν δεν λάβουμε ενημέρωση μέσα στις επόμενες έξι ώρες, θα στείλω μια διμοιρία».

«Έτσι πρέπει».

Όσο αυτοί συζητούσαν, ο Ίλις έδωσε στον υπαξιωματικό που χειριζόταν τον τηλέγραφο το πρώτο σημείωμα και του είπε να το στείλει στα Επιτελεία, στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Ουγγαρίας, στον υπουργό των Εξωτερικών της Αυτοκρατορίας, στον ίδιο τον Αυτοκράτορα και στα κεντρικά του Evidenzbureau στη Βιέννη. Έπειτα, του έδωσε το δεύτερο σημείωμα, για τον σταθμό του Evidenzbureau στη Βουδαπέστη. Όταν ολοκλήρωσε τη διαδικασία, έφυγε για το νοσοκομείο, όπου και θα έμενε για το βράδυ, δίπλα στο κρεβάτι που αναπαυόταν η Καταλίνα.

 

*

 

8 μετά μεσημβρίας

4 ώρες πριν την Πολιορκία του Μπραν

 

*

 

Πρεσβυτέριο Μπόρλεϊ

Ο Τζον Μπάρλοου καθόταν δίπλα στο τζάκι, με την αγαπημένη του Ροντίκα Ντραγκίτσι να κάθεται απέναντί του. Έπινε τσάι με μπράντι, ενώ εκείνη, ως συνήθως, δεν κατέβαζε γουλιά. Ο χώρος ήταν ζεστός και αρκετά καλά φωτισμένος, με αναμμένα όλα τα κεριά στα κηροπήγια των τοίχων και της τραπεζαρίας. Πάνω από το κεφάλι τους, υπήρχε κρεμασμένο το πορτραίτο ενός συγγραφέα, του Σεριντάν Λε Φανύ, τον οποίο η Ροντίκα δεν ήξερε –όπως και όλους τους άλλους που ο Μπάρλοου είχε κρεμάσει σε διάφορα σημεία του σπιτιού.

Ο συγγραφέας παρατηρούσε την γυναίκα απέναντί του, ενώ στο αριστερό χέρι είχε το σημείωμα παραίτησης του υπηρέτη του. Από τη στιγμή που δεν είχε βρει πουθενά τον άντρα, ούτε το τραπέζι ήταν έτοιμο, ο Μπάρλοου ανησύχησε και πήγε στο δωμάτιό του και βρήκε το χαρτί. Το διάβασε και παραξενεύτηκε. Όχι τόσο γιατί είχε φύγει, αλλά πιότερο γιατί ο άνθρωπος αυτός δεν ήξερε γραφή και ανάγνωση –ήταν από τα πρώτα πράγματα που είχε πει στον Μπάρλοου, στην πρώτη τους συνάντηση. Πώς το είχε γράψει, λοιπόν; Και πού ήταν το μολύβι; Τι, είχε πάρει κάποιο από αυτά του (πρώην) κυρίου του; Πότε; Ο Μπάρλοου δεν είχε πολλά μολύβια και πένες, και δεν θυμόταν να λείπει κάποιο. Μπορεί να το πήρε κάποια στιγμή που έλειπα, να έγραψε και να το επέστρεψε, σκέφτηκε. Όμως, και πάλι, δεν ξέρει να γράφει. Και, εκτός αυτού, αποφεύγει –απέφευγε– την κρεβατοκάμαρα, λόγω της Ροντίκα. Η ίδια η Ροντίκα, δε, όταν της ανέφερε ο Μπάρλοου ότι ο υπηρέτης είχε φύγει χωρίς να πει το παραμικρό -το οποίο επίσης δεν θα έκανε, γιατί φερόταν πάντα με σεβασμό-, δεν έδειξε να νοιάζεται. Στον Μπάρλοου δε φάνηκε εξ αρχής περίεργη η αντίδρασή της, γιατί δεν συμπαθούσε ούτε αυτή τον υπηρέτη, μα, καθώς περνούσαν οι ώρες, ο συγγραφέας όλο και αναρωτιόταν για αυτήν και για όσα του είχε πει ο υπηρέτης. Όλοι οι υπηρέτες του, δηλαδή, που είχαν παραιτηθεί αυτά τα χρόνια. Συμφωνούσαν σε ένα πράγμα: ότι η παρουσία της Ροντίκα τούς φόβιζε. Έλεγαν και κάτι ανοησίες, ότι αυτή είναι αιμοβόρο τέρας της νύχτας, μα ο Μπάρλοου ποτέ δεν πίστεψε ότι ισχύει το παραμικρό από αυτά. Ναι, η αγαπημένη του είχε αναιμικό σώμα, αλλά αυτό δεν ήταν και τόσο ασυνήθιστο. Πολλοί άνθρωποι υπέφεραν από διάφορες παθήσεις του αίματος. Και ναι, δεν κυκλοφορούσε την ημέρα. Λόγω της κληρονομικής αρρώστιας της, φυσικά, έλεγε ο Μπάρλοου. Πού είναι το περίεργο;

Αλλά εδώ και καμιά ώρα, που την είχε απέναντί του και την κοιτούσε με (συγγραφική;) περιέργεια, σκεφτόταν μήπως υπήρχε κάποια δόση αλήθειας σε όσα είχαν πει οι πρώην υπηρέτες του. Όχι στα περί τεράτων και τα συναφή, αλλά ως προς το ότι είχε κάτι το τρομακτικό η όψη της, που του διέφευγε. Είχε ωραία μαύρα μαλλιά, λυτά, και κάτασπρο δέρμα. Σκουρόχρωμα μάτια, που ενίοτε έμοιαζαν να σκοτεινιάζουν, αλλά που δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα παιχνίδισμα του φωτός. Ήταν λεπτοκαμωμένη. Μιλούσε γλυκά προς τον αγαπημένο της. Ήταν πρόθυμη να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Πραγματικά, δεν υπήρχε κάτι το παράταιρο πάνω της.

Ή υπάρχει; Ο Μπάρλοου θυμήθηκε το μέρος που την είχε βρει. Το κάστρο στα Καρπάθια, σε ένα μέρος που λεγόταν Μπραν. Ένα από τα πιο ανατριχιαστικά κτίσματα που είχε επισκεφτεί ποτέ. Απ’ έξω, έμοιαζε με ένα οχυρό του Μεσαίωνα, που είχε δει και καλύτερες μέρες. Φθαρμένοι τοίχοι, με ρωγμές, σπασμένα παράθυρα. Τα κεραμίδια, ωστόσο, ήταν ακόμα στην θέση τους, και δίχως να έχουν χάσει το κόκκινο χρώμα τους. Το βασικότερο πρόβλημα, όμως, ήταν μέσα, όχι έξω. Ήταν βρόμικο απ’ άκρη σ’ άκρη, γεμάτο σκόνες, με πολλά σπασμένα έπιπλα, έντομα και ποντίκια να κυκλοφορούν στους σκοτεινούς διαδρόμους του. Οι κουρτίνες, σκισμένες. Οι πίνακες ζωγραφικής και τα πορτραίτα είτε είχαν πέσει από το καρφιά, είτε είχαν μουχλιάσει. Η υγρασία ήταν διάχυτη σε όλο το κάστρο. Υπήρχαν διάφορες οσμές, που όμως ήταν όλες δυσάρεστες, σαν να βρισκόταν σε μια κουζίνα όπου δούλευαν άχρηστοι μάγειροι, και ο Μπάρλοου χρησιμοποιούσε μαντήλι, για να αναπνέει. Όταν έπεφτε ο ήλιος και ώσπου να εμφανιστεί ξανά, ακούγονταν περίεργοι ήχοι σαν πατημασιές και ψίθυροι, σαν να είχαν φυλακιστεί άνθρωποι μέσα στους τοίχους –γιατί ο συγγραφέας δεν είχε δει κανέναν άλλο, πέραν της Ροντίκα. Δύο νύχτες άντεξε εκεί μέσα ο Μπάρλοου, και του φάνηκαν χίλιες. Παρά το ότι είχε δίπλα στο (βρόμικο, άθλιο) κρεβάτι την Ροντίκα, φοβόταν τι θα μπορούσε να πεταχτεί από το ανοιχτό παράθυρο ή τι θα άνοιγε την πόρτα. Ίσως κάποιος από εκείνους τους «γιατρούς της πανούκλας», που φορούσαν μαύρο μανδύα και μάσκα με γυάλινα μάτια και μύτη σαν ράμφος, είχε σκεφτεί κάποια στιγμή. Μόνο αυτός θα άντεχε εδώ. Δεν είχε τολμήσει να εξερευνήσει όλο το κάστρο, όπως ήθελε στην αρχή. Του προκαλούσε ανατριχίλα, λες και πίσω από κάθε θύρα υπήρχαν στρατιώτες έτοιμοι να πυροβολήσουν όποιον εμφανιζόταν μπροστά τους. Μόνο την πρώτη μέρα, περιηγήθηκε εκεί μέσα, και πάλι απέφυγε να κατέβει οποιεσδήποτε σκάλες οδηγούσαν σε υπόγειους χώρους -δεν ήθελε να ξέρει τι μπορεί να έβρισκε.

Πώς ζούσε η Ροντίκα σε εκείνο το μέρος; Τι της προσέφερε; Ναι, από παλιά ανήκε στην οικογένειά της. Του το είχε πει, και ο Μπάρλοου δεν είχε κανένα λόγο να την αμφισβητήσει. Αλλά πέραν από αυτό; Ήταν ένα άσχημο, παρατημένο ερείπιο, γεμάτο παγίδες θανάτου -οι τοίχοι μόνο έμοιαζαν ετοιμόρροποι. Και ζούσε και μόνη της… πόσα χρόνια; Ούτε η ίδια θυμόταν, απ’ ό,τι του είχε πει. Δεν ήθελε να φύγει, γιατί αυτό ήταν το σπίτι της. Αλλά πού μαγείρευε; Πού πλενόταν; Και γιατί συνέχιζε να διατηρεί σε τέτοια κατάσταση αυτό το μέρος; Γιατί, εφόσον ήθελε να μείνει, δεν το ανακαίνιζε;

Ο Μπάρλοου έσμιξε τα φρύδια του, καθώς θυμόταν κι άλλα από εκείνη την εξόρμησή του. Την Ροντίκα την είχε συναντήσει, ενόσω περίμενε να του ανοίξουν την μεγάλη σιδερένια, δίφυλλη πόρτα. Δεν ήταν σίγουρος αν είχε νόημα, γιατί, δίχως να ξέρει τότε, έβλεπε σε τι κατάσταση ήταν το κάστρο και σκεφτόταν πως μόνο τρωκτικά και άλλα αηδιαστικά πλάσματα που σέρνονταν ή πετούσαν θα ζούσαν, αλλά δοκίμασε να χτυπήσει μια τελευταία φορά, καθώς ο ήλιος έδυε, και έβγαλε ένα συριστικό ήχο, γιατί κατά λάθος είχε γδάρει το χέρι του σε μια προεξοχή. Έβγαλε λίγο αίμα, το οποίο καθάρισε με ένα ντόπιο αλκοολούχο ποτό που του είχαν δώσει στο Μπρασώφ. Μόρφασε, αλλά το ξεπέρασε όταν άκουσε τα φύλλα της θύρας να ανοίγουν προς τα μέσα. Το άλογό του έφυγε την επόμενη στιγμή, αλλά ο Μπάρλοου δεν νοιάστηκε, γιατί μπροστά του εμφανίστηκε μια γυναίκα που κρατούσε στα χέρια της ένα κηροπήγιο με τρία αναμμένα κεριά. Φορούσε μαύρο φόρεμα  με λαιμόκοψη που έφτανε λίγο πάνω από το μπούστο, λευκά μανίκια, το οποίο στένευε στη μέση. Φορούσε, επίσης, καλτσόν και κόκκινα παπούτσια με παχύ τακούνι. Η γυναίκα ήταν πανέμορφη και, ειδικά έτσι όπως στεκόταν στο άνοιγμα του παλιού κάστρου, με όλο το σκοτάδι να την περιβάλλει, φωτισμένη μόνο από τρεις ετοιμοθάνατες σπίθες. Ήταν σαν άγγελος που κατεβαίνει στην Κόλαση για να σώσει όσους περισσότερους καταραμένους μπορεί.

Ο Μπάρλοου, που ήξερε τότε κάποια πράγματα για την Τρανσυλβανία και για τους μύθους που την περιέβαλαν, είχε διερωτηθεί μόνο για μια στιγμή για την ταυτότητα της γυναίκας (μήπως ήταν η μοναδική εν ζωή συγγενής του Βλαντ Τσέπες, του Δράκουλα), αλλά όταν εκείνη του μίλησε με τη μελωδική φωνή της και του προσέφερε το χέρι της, ο συγγραφέας ξέχασε όσα ήθελε να ρωτήσει και απλά την ακολούθησε. Και χάθηκε στην λάβα του έρωτα που του ενέπνευσε η Ροντίκα ήδη από την πρώτη βραδιά, όταν την είδε να μπαίνει στο δωμάτιο που του είχε παραχωρήσει με ένα νυχτικό που σύντομα βρέθηκε στο πάτωμα και εκείνη, γυμνή, ολόλευκη, ξάπλωσε σιμά του και ο Μπάρλοου δεν κατάφερε να της αντισταθεί.

Χρειάστηκε να περάσουν δέκα χρόνια, για να αρχίσει να αμφισβητεί τους πόθους του και την απόφασή του να της πει να τον ακολουθήσει. Τόσοι υπηρέτες τού έλεγαν ότι αυτή δεν είναι καλή, και δεν τους πίστευε. Και τελικά, τον παράτησαν όλοι, αφήνοντάς τον μοναχό του με αυτήν.

Τι θα κάνω τώρα;

«Καλέ μου» του είπε εκείνη. «Τι συλλογιέσαι;»

Ο Μπάρλοου ανακάθισε στην θέση του. «Τον υπηρέτη που έφυγε» της απάντησε. Το πρωί μέχρι και το μεσημέρι, ήταν στα γραφεία του περιοδικού του, όπου μελετούσε πιθανά διηγήματα που είχαν σταλεί για δημοσίευση και η γραμματέας του τα είχε ξεχωρίσει από δεκάδες άλλα, γιατί θεωρούσε ότι αυτά ήταν σχετικά με τη θεματολογία του Weird Literature. Στο μυαλό του, όμως, καθώς διάβαζε για αδικοχαμένες συζύγους που επέστρεφαν από τον τάφο για να εκδικηθούν ή για σπίτια που άκμαζαν απομυζώντας τους ιδιοκτήτες τους ή για ιθαγενείς της Αφρικής που έτρωγαν ζωντανούς τους λευκούς καταπατητές, τριγυρνούσε το ζήτημα του υπηρέτη του και της Ροντίκα. Ίσως έφταιγε η φαντασία του, που πάντα γύρευε παράδοξες συνδέσεις ανάμεσα σε γεγονότα και καταστάσεις και ανθρώπους που (εκ πρώτης όψεως) δεν είχαν κάτι το περίεργο, αλλά για έναν συγγραφέα σαν και αυτόν πάντα θα υπήρχαν τα δαιμόνια των εκάστοτε θρησκειών ή τα μυθικά τέρατα μιας αρχαίας πόλης ή κάτι άλλο παρεμφερές, που εισέβαλλε στην πραγματικότητα και την μετέτρεπε σε μια εξωφρενική και τρομαχτική ιστορία, ικανή να κρατήσει τους αναγνώστες σε αγωνία. Ο Μπάρλοου ήταν ανέκαθεν έτσι, από μικρό παιδί κιόλας: ήταν ένας άνθρωπος που έπλαθε όσα έβλεπε, άκουγε, μύριζε και γενικά αντιλαμβανόταν σε κάτι πολύ έως τελείως διαφορετικό, σε κάτι που μπορούσε να το ελέγξει, να το κατευθύνει προς τα εκεί που ήθελε ο ίδιος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, είχε καταφέρει να διαχειριστεί τους θανάτους των γονιών του και κάποιων φίλων του, τις απορρίψεις των γυναικών που προσέγγιζε και τόσες άλλες περιπτώσεις.

Αλλά το ότι έφυγε ο υπηρέτης του… και η Ροντίκα… Κάποια σύνδεση υπήρχε ανάμεσά τους, αλλά… Αυτά δεν μπορούσε να τα εξηγήσει.

Ή μήπως δεν θέλω; αναρωτήθηκε.

Η Ροντίκα αναστέναξε, βγάζοντάς τον από τις σκέψεις του. «Αχ, γιατί σκοτίζεσαι για αυτόν; Δεν του αξίζει. Κοίτα πώς σε παράτησε. Πώς μας παράτησε, εννοώ. Χωρίς να μας αποχαιρετίσει. Τόσο άξεστος ήταν. Τόσο άξεστος είναι».

«Δυσκολεύομαι να το πιστέψω, Ροντίκα. Ποτέ δεν είχε φερθεί έτσι. Γιατί τώρα; Τι άλλαξε;»

«Σε ενδιαφέρει τόσο πολύ αυτός, λοιπόν, που, αντί να μιλάμε, αντί να αγαπιόμαστε, καθόμαστε εδώ λες και είμαστε γέροι;» Ο τόνος της είχε γίνει επικριτικός, σαν να την είχε θίξει η στάση του Μπάρλοου. «Και γιατί με κοιτάς έτσι, καλέ μου Τζον; Δεν μου αρέσει το ύφος σου».

Ο Μπάρλοου, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, πήρε το βλέμμα του από εκείνη και το έσυρε ως τη φωτιά του τζακιού. Ένιωσε να αγχώνεται, να φοβάται, κι αυτό τον μπέρδευε. Γιατί να αισθανθεί κάτι τέτοιο;

Είναι ο τρόπος που μου μίλησε εκείνη.

Γιατί, όμως, να τον ανησυχήσει η Ροντίκα, που, τόσα χρόνια μετά την γνωριμία τους, παρέμενε ίδια; Υπήρχε λόγος;

Όχι! Όχι! Είναι η αγαπημένη μου Ροντίκα, για όνομα του Θεού. Τι ασυναρτησίες σκέφτομαι;

«Τζον;»

Αυτός ήπιε το υπόλοιπο ποτό του και της χαμογέλασε. «Έχεις δίκιο. Απλά, είμαι κουρασμένος και δεν περίμενα να φύγει και αυτός ο υπηρέτης. Συγνώμη».

Η Ροντίκα σηκώθηκε από την θέση της και ήρθε και γονάτισε και πήρε το πρόσωπό του στην χούφτα της και τον φίλησε. Και διαπίστωσε ότι όντως, η σύγχυσή του άρχισε να υποχωρεί. Ακόμα, τον είχε του χεριού της, λοιπόν. Όχι ότι την ανησυχούσε ιδιαίτερα αν ο Μπάρλοου αποφάσιζε να της εναντιωθεί νωρίτερα απ’ ό,τι υπολόγιζε η ίδια, αλλά την ενδιέφερε να ξέρει πως μπορεί να επηρεάζει όποιον θέλει.

«Πάω στο κρεβάτι. Μην αργήσεις» του είπε και εξαφανίστηκε στους μισοσκότεινους διαδρόμους του Πρεσβυτέριου.

 

*

 

9 μετά μεσημβρίας

3 ώρες πριν την Πολιορκία του Μπραν

 

*

 

Μπραν

Νταν-νταν-νταν-νταν-νταν-νταν-νταν-νταν-νταν!

  Οι άντρες του αποσπάσματος έκαναν να πιάσουν τα όπλα τους, τρομαγμένοι από τους ξαφνικούς χτύπους, αλλά ο Φάμπιαν τούς καθησύχασε. Ήταν απλά η καμπάνα του τοπικού ναού που ανήγγειλε την ώρα.

  Πώς τα φέρνει η ζωή, ε; Έτσι είχε πει εκείνος ο αμαξάς, ο Κρίστοφερ Ντέακ, που μετέφερε τον Φάμπιαν από το διαμέρισμά του στο στρατόπεδο των ορειβατών τυφεκιοφόρων και ο οποίος είχε καταλάβει από μόνος του ότι ο Φάμπιαν είναι στρατιωτικός. Το είχε αναφέρει σαν σχόλιο στο ότι ο πατέρας του δεν πίστευε πως ο γιος του θα έκανε δική του οικογένεια, επειδή το αριστερό του χέρι είχε εξόγκωμα και η χούφτα του ήταν συνεχώς κλειστή. Αλλά τα πράγματα είχαν πάει πολύ καλά για τον υιό Ντέακ.

Το ακριβώς αντίθετο πίστευε ο Φάμπιαν για την υπόθεση του Μπραν. Μόνο προς το χειρότερο θα όδευαν. Τίποτα δεν υποδείκνυε ότι θα είχαν καλή εξέλιξη, και όφειλε να το παραδεχτεί.

Καθώς ξεπέζευε από το άλογό του, ο Φάμπιαν σκεφτόταν ξανά κάτι που είχε διαπιστώσει από παλιά, από τα πρώτα χρόνια της ζωής του: είναι άλλο πράγμα να ακούς για έναν άνθρωπο ή για έναν ιδιαίτερο τόπο και άλλο να βλέπεις αυτόν τον άνθρωπο ή να επισκέπτεσαι αυτόν τον τόπο. Παλιά, όταν ο πατέρας του του μιλούσε για τη δουλειά του ως σηματωρός σε σιδηροδρομικό σταθμό, ο Φάμπιαν καταλάβαινε ως ένα βαθμό τι εννοούσε, τι έκανε. Αλλά, όταν τον πήγε στον σταθμό της Βιέννης και του είπε να παρατηρήσει τον μεσήλικα σηματωρό με το παχουλό μουστάκι και τη μαύρη στολή, ο μικρός τότε Φάμπιαν διαπίστωσε ιδίοις όμμασι πόση υπομονή έπρεπε να έχει όποιος κάνει αυτή τη δουλειά, πόσο πρέπει να προσέχει στην επικοινωνία του με τον οδηγό κάθε τρένου, τους ελέγχους που οφείλει να κάνει, το ότι πρέπει να κρατά ενήμερο το μητρώο αμαξοστοιχίας κλπ. Αργότερα στην ζωή του, όταν ήταν έφηβος και άκουγε τις κρυφές συζητήσεις των συνομήλικων του για τα κορίτσια και τις πόρνες, πάλι είχε μια ιδέα για το τι εννοούσαν, αλλά χρειάστηκε να βιώσει αντίστοιχες εμπειρίες για να του γίνει πιο ξεκάθαρο. Με τον στρατό, πάλι, όντας για λίγα χρόνια αξιωματικός της Βασιλικής Χωροφυλακής και έκτοτε επικεφαλής μιας μονάδας αντικατασκοπείας, ήξερε πολύ καλά πως άλλο να ακούς για την ζωή ενός στρατιωτικού και άλλο να είσαι μέρος της. Τώρα, δε, που είχε αναλάβει την υπόθεση του Μπραν έβλεπε ξανά πως ό,τι κι αν είχε ακούσει για αυτό το μέρος τις τελευταίες  μέρες ωχριούσε μπροστά στα όσα ήταν αναγκασμένος να ερευνήσει επί τόπου.

Ήταν σαν αυτός και οι υπόλοιποι στρατιωτικοί να είχαν μπει με κάποιον παράταιρο τρόπο σε έναν πίνακα που είχε φιλοτεχνήσει ένας καλλιτέχνης με νοσηρή φαντασία. Λευκοντυμένο τοπίο, σκοτεινός ουρανός, μαυρισμένα αποκαΐδια παλιών αρχοντικών, ένα δάσος γεμάτο από πράγματα που περισσότερο θύμιζαν μεσαιωνικά όπλα παρά δέντρα. Κανένας άλλος άνθρωπος στο φόντο. Ξανά εδώ, θα ήταν η πρώτη του σκέψη, μα ο Φάμπιαν ήξερε πως δεν είναι έτσι τα πράγματα. Το Μπραν δεν ήταν το ίδιο όπως τότε που το είχε επισκεφτεί, γιατί τότε ήταν απλά ένα χωριό της Τρανσυλβανίας, πριν καν πλησιάσουν το πρώτο σπίτι, άκουγαν φωνές και έβλεπαν ανθρώπους και ζώα να προχωρούν στους δρόμους και καπνούς να βγαίνουν από τις καμινάδες των οικιών. Σήμερα, είχε γίνει πεδίο έρευνας, γιατί υπήρχε μόνο καταστροφή, την οποία είχαν βρει ώρες προτού πατήσουν το πόδι τους στο χωριό: αρχικά, με τα απομεινάρια των δύο οικογενειών τσιγγάνων και έπειτα όταν τα σκυλιά είχαν μυρίσει το πτώμα ενός μαύρου αλόγου, που είχε θαφτεί κάτω από το χιόνι και το οποίο, στο φως των δαυλών και των φαναριών, έμοιαζε με τρόπαιο κυνηγού. Πώς βρέθηκε εκεί; Ήταν σχετικό με την υπόθεση; Δεν ήξερε. Κανείς τους δεν ήξερε. Όλοι παρέμειναν σιωπηλοί. Μόνο ο Φάμπιαν είχε πει «Να έχουμε όλοι τον νου μας. Για το οτιδήποτε και τον οποιονδήποτε». Έπειτα, είχε βγάλει την θήκη πλάτης με την καραμπίνα που κουβαλούσε στον μπόγο του και την προσάρμοσε πάνω του, γιατί σκεφτόταν ότι πλησίαζαν στον τόπο που ήθελαν να φτάσουν και πως το σκοτάδι πύκνωνε και ποιος ήξερε τι τους περιμένει. Και συνέχισαν ως το Μπραν.

«Κύριε;» ρώτησε ο Σούκε, που, όπως και ο ταγματάρχης του, όπως και όλοι οι άλλοι συνάδελφοί τους, στεκόταν με τα πόδια του βυθισμένα στο χιόνι και κοιτούσε τα μαυρισμένα αποκαΐδια (που θύμιζαν γιγάντιες χελώνες) και τους αβυσσαλέους δρόμους που διέσχιζαν το Μπραν. Είχε βγάλει το Μάνλιντσερ του, όπως και οι άλλοι -με εξαίρεση τον Φάμπιαν, που κρατούσε το πιστόλι του-, αν και δεν είχαν δει ύποπτη κίνηση. Μόνο ύποπτες σκιώδεις γωνίες έβλεπαν, που δεν μείωναν όμως ούτε στο ελάχιστο την πιθανότητα κάποιας απειλής.

Ο Φάμπιαν, αν και δεν περίμενε να πετύχει κάτι, προχώρησε τρία βήματα μπροστά και φώναξε προς το Μπραν «ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΜΠΡΑΝ Ή ΟΠΟΙΟΣ ΑΛΛΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΕΔΩ. ΕΙΜΑΙ Ο ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ ΦΑΜΠΙΑΝ ΑΣΠΕΛ, ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΡΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ, ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΚΡΙΣΗΣ».

Καμιά απόκριση.

«ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΦΥΛΑΚΩΝ».

Καμιά απόκριση.

«ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΒΓΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ Ή ΟΠΟΥ ΑΛΛΟΥ ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ. ΑΝ ΕΧΕΤΕ ΟΠΛΑ, ΑΦΗΣΤΕ ΤΑ ΚΑΤΩ».

Καμιά απόκριση.

«Λοχαγέ, υπολοχαγέ. Και οι δεκανείς. Πλησιάστε» είπε ο Φάμπιαν, γυρνώντας προς το απόσπασμα. «Κατ’ αρχάς, Σέκερες, πλέον έχεις και εσύ εξουσία. Είσαι δεκανέας του συγκεκριμένου αποσπάσματος».

«Μάλιστα, κύριε».

«Ωραία. Τώρα, ακούστε με καλά. Το Μπραν έχει τρεις οδούς. Θα χωριστούμε σε αντίστοιχες ομάδες, για να ερευνήσουμε όλο το μέρος. Εγώ και ο λοχαγός θα αναλάβουμε την μεσαία. Υπολοχαγέ, εσύ θα έχεις μαζί σου οχτώ άντρες, και θα ερευνήσετε το δυτικό δρόμο, και, εσείς οι δεκανείς, θα είστε υπεύθυνοι δέκα στρατιωτών και θα αναλάβετε την ανατολική οδό. Εγώ και ο λοχαγός θα έχουμε πέντε στρατιώτες, συν ένα σκυλί –το άλλο θα το έχεις εσύ, υπολοχαγέ. Τα άλογα τα αφήνουμε εδώ, μαζί με δύο άντρες να τα προσέχουν».

«Μάλιστα, κύριε» απάντησαν οι άλλοι.

«Η διαδικασία είναι η εξής: οι βαθμοφόροι χτυπάτε την πόρτα, λέτε ότι είστε άντρες του στρατού της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, ζητάτε να βγει και να παραδοθεί όποιος μπορεί να είναι μέσα. Προφανώς, εσείς οι δεκανείς θα χωριστείτε σε δύο υπο-ομάδες, για να κερδίσουμε χρόνο. Αν δεν απαντήσει κανένας, ανοίγετε, μπαίνετε και ερευνάτε. Αν δε βρείτε κάποιον ή κάτι που αξίζει να σημειωθεί, φεύγετε, κλείνετε την πόρτα και συνεχίζετε με το επόμενο σπίτι. Δύο ή τρεις θα μπαίνετε, όχι όλοι. Από τους άντρες που θα σας συνοδεύουν, τουλάχιστον δύο θα βρίσκονται στο κέντρο του δρόμου και θα σας ακολουθούν, σε περίπτωση που σας επιτεθούν και χρειαστεί να οπισθοχωρήσετε, να είναι αυτοί έτοιμοι να σας καλύψουν. Είναι κατανοητά όλα αυτά;»

«Μάλιστα, κύριε».

«Εντάξει. Αφού ολοκληρώσετε την έρευνα, επιστρέφετε στον κεντρικό δρόμο και συζητάμε τι θα κάνουμε. Αν βρείτε κάποιον, είτε τον φέρνετε μαζί σας (σε περίπτωση που είναι ζωντανός), είτε τον αφήνετε εκεί που τον βρήκατε (αν είναι νεκρός)».

«Κύριε ταγματάρχη, επιτρέπετε; Διατάξτε» είπε ο υπολοχαγός.

«Ναι, πες μου».

«Αν μας επιτεθούν;»

«Υποχωρείτε, ανταποδίδοντας τα πυρά». Αν και, αν ισχύει ότι έχουμε να κάνουμε με βρικόλακες, σκέφτηκε, τότε δεν θα σας επιτεθούν με πυροβόλα. Δεν το είπε, όμως. Ενδόμυχα, είχε ακόμα την ελπίδα ότι οι εχθροί τους δεν θα ήταν απέθαντοι βρικόλακες, αλλά θνητοί άνθρωποι. «Αν ακούσουμε κάτι, θα σπεύσουμε και οι υπόλοιποι» συνέχισε. «Σε καμία περίπτωση, μην προσπαθήσετε να ξεκάνετε τους πιθανούς εχθρούς. Πρέπει να είμαστε όλοι μαζί σε αυτό. Συν ότι οφείλουμε να υποθέσουμε πως ίσως δεν είναι εχθροί μας, αλλά φοβισμένοι πολίτες της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, που μπορεί να αμύνονται».

«Μα, κύριε ταγματάρχη» ρώτησε ο Σούκε «οι κάτοικοι του Μπραν δεν έχουν φύγει ή εξαφανιστεί; Ποιος άλλος πολίτης μπορεί να είναι εδώ;»

Ο Φάμπιαν το σκέφτηκε. Δεν είχε κάποια πολύ πειστική απάντηση, αλλά είπε «Κάποιος περιφερόμενος τσιγγάνος, ίσως. Ή κάποιος χωρικός που κατάφερε να ξεφύγει από τους εχθρούς και κρύφτηκε προσωρινά εδώ». Αναστέναξε. «Δεν θέλουμε να βλάψουμε κάποιον αθώο, έτσι δεν είναι, λοχαγέ;»

Ο Σούκε κούνησε το κεφάλι του. «Όχι, κύριε, δεν το θέλουμε» απάντησε.

«Ωραία. Κάτι ακόμα, που θέλω να ξέρω. Βρείτε σπίτια που να είναι σε καλή κατάσταση. Κατοικήσιμα. Χωρίς σπασμένα παράθυρα ή και πόρτες, χωρίς ρωγμές, δίχως να έχουν καεί κλπ».

Οι άλλοι το υποσχέθηκαν.

«Άλλη ερώτηση;»

«Όχι, κύριε» απάντησαν οι άλλοι.

«Ωραία. Ξεκινάμε. Να προσέχετε, κύριοι. Όλοι. Μάτια και αυτιά ανοιχτά, όπλα έτοιμα».

«Μάλιστα, κύριε».

Το απόσπασμα χωρίστηκε.

Προτού, όμως, ο Φάμπιαν γυρίσει προς το Μπραν, έμεινε και ατένισε για λίγα δευτερόλεπτα τον σκοτεινό συμπαγή όγκο που διέκρινε σε έναν λόφο. Το κάστρο. Το θυμόταν ελάχιστα από την προηγούμενη επίσκεψή του. Δεν το είχαν ερευνήσει τότε, αλλά τώρα θα έπρεπε να πάνε και σε αυτό. Γιατί ίσως εκεί να κρύβονταν (ή να ζούσαν από παλιά) οι υπαίτιοι (βρικόλακες) για ό,τι συνέβη στο Μπραν –και όχι μόνο.

Έσφιξε το πιστόλι στο ένα χέρι -ακόμα δεν θεωρούσε απαραίτητη τη δίκαννη καραμπίνα, αν και την είχε έτοιμη προς χρήση- και ένα φανάρι στο άλλο και στράφηκε προς το χωριό. Ακολουθούμενος από τον Σούκε, που κρατούσε το λουρί του σκυλιού, και τρεις στρατιώτες, περπάτησαν στον κεντρικό δρόμο.

Υπήρχε μια μυρωδιά στον παγερό αέρα, η οποία είχε εξασθενήσει πολύ βέβαια, αλλά δεν του ξέφυγε, για δύο λόγους. Πρώτον, είχε διαβάσει για αυτήν στα αρχικά τηλεγραφήματα που είχαν φτάσει στον σταθμό του Evidenzbureau στη Βουδαπέστη. Και δεύτερον, θα αναγνώριζε αυτή την οσμή παντού. Γιατί επρόκειτο για μπαρούτι, ένα μείγμα νιτρικού καλίου, θείου και άνθρακα, που χρησιμοποιείται από παλιά ως πυρομαχικό, αν και αυτόν τον αιώνα άρχισε να περιορίζεται, αφού είχε σημαντικά ελαττώματα (πχ μετά από πολλές ριπές, ο καπνός αργούσε να διαλυθεί, με αποτέλεσμα οι στρατιώτες να μην έχουν επαρκές οπτικό πεδίο) και πλέον ανακαλύπτονταν νέα υλικά, όπως η λευκή άκαπνη σκόνη Poudre B (κατασκευασμένη από αδιάλυτη νιτροκυτταρίνη, διαλυτή με νιτροκυτταρίνη και ζελατίνη και παραφίνη), που ήταν και πιο ισχυρή από την πυρίτιδα. Αλλά, προτού γίνει η αλλαγή γύρω στις αρχές του ’90, ο Φάμπιαν είχε ρίξει με όπλα που χρησιμοποιούσαν την πυρίτιδα σαν προωθητικό.

Για τα επόμενα είκοσι λεπτά περίπου, σε όλο το Μπραν ακούγονταν ελαφριοί χτύποι, δυνατές αντρικές φωνές και βήματα πάνω στο χιόνι. Οι βαθμοφόροι ανήγγειλαν την παρουσία τους και την ιδιότητά τους και ζητούσαν να φανερωθεί όποιος έμενε σε κάθε σπίτι. Δεν έπαιρναν απάντηση, οπότε άνοιγαν και εισέρχονταν σε χώρους ακόμα πιο κρύους από το εξωτερικό περιβάλλον. Έψαχναν, δεν έβρισκαν ψυχή ζώσα ή οποιοδήποτε στοιχείο -κάτι που οι περισσότεροι δεν θα έλεγαν ότι είναι κακό, γιατί δεν ήξεραν τι μπορεί να έβρισκαν- και αποχωρούσαν. Όπου είχαν καταστραφεί τα παράθυρα και οι πόρτες, οι άντρες στόχευαν προς το εσωτερικό, παρότι δεν μπορούσαν να δουν πολλά. Άλλα, που παραδόξως έμοιαζαν απείραχτα, τα κατέγραφαν στο μυαλό τους. Ήταν όλοι τους σε υπερένταση, με τα μάτια τους να σαρώνουν το τοπίο, περιμένοντας ανά πάσα ώρα και στιγμή να αρχίσουν οι πυροβολισμοί, ίσως και οι κανονιοβολισμοί -ποιος ήξερε, άλλωστε, τι εξοπλισμό είχαν μαζί τους οι εχθροί-, και τα γαβγίσματα των σκυλιών και τα χλιμιντρίσματα αλόγων. Δεν συνέβη κάτι τέτοιο, αλλά η ανησυχία τους δεν έφυγε ποτέ, παρά μάλλον γινόταν χειρότερη όσο περνούσε η ώρα, αφού, με τον παραμικρό ήχο (απότομο φύσημα του αέρα, ένα κλαδί που έσπασε κάτω από την αρβύλα κάποιου, ένα διαλυμένο παντζούρι που δεν άντεχε άλλο το σφυροκόπημα του ανέμου και τελικά έπεφτε στο έδαφος…), στρέφονταν με το όπλο ψηλά και το δάχτυλο στην σκανδάλη. Για τους περισσότερους εξ αυτών, τούτη η αποστολή ήταν η πρώτη τους και, ενώ είχαν κάνει νυχτερινές ασκήσεις, δεν είχαν βρεθεί ποτέ σε ένα πραγματικό πεδίο μάχης, και δη σε ένα μέρος που θα έπρεπε να το αισθάνονται οικείο, που όμως τους ενέπνεε μόνο φόβο.

Για τον Φάμπιαν, η εξερεύνηση κάθε σπιτιού ήταν απλά μια ακόμα θλιβερή επιβεβαίωση ότι δεν θα έπρεπε να ελπίζει να βρει οποιονδήποτε ζωντανό. Κάθε χτύπημα σε πόρτα, κάθε φορά που φώναζε, κάθε φορά που άνοιγε και που, μαζί με τον Σούκε, το σκυλί και έναν στρατιώτη έλεγχαν και ανακάλυπταν ένα επιπλέον ρημαγμένο μέρος, σκοτεινό, γεμάτο παγωνιά, που μύριζε μπαρούτι, όλα αυτά ήταν συνέπειες των πράξεων και των αποφάσεών τους, που απλά τους αποδείκνυαν πόσο ανεπαρκείς ήταν. Το ότι σε ένα δωμάτιο στο μοναδικό τεράστιο σπίτι -μέσα στο ισόγειο του οποίου είχε γίνει κάποια έκρηξη- είχαν βρει και μια παρατημένη παιδική κούκλα με χέρια και πόδια που είχαν κοπεί στη μέση τον έκανε να τρέμει για λίγα λεπτά. Όποιοι κι αν έμεναν εδώ μάλλον είχαν φύγει εσπευσμένα, αδιαφορώντας για το τι θα άφηναν πίσω, αδιαφορώντας ίσως για τις φωνές της κόρης τους (ή των κορών τους) που θυμήθηκε τελευταία στιγμή ότι ξέχασε το παιχνίδι της. Έπρεπε να φύγουν. Ζωντανοί. Αυτό τους ενδιέφερε. Μπορεί, όμως, κάποιοι εξ αυτών να έμειναν, για να πολεμήσουν. Και… Τι να είχαν απογίνει άραγε;

Και τι δεν θα έδινε ο Φάμπιαν για να βρει έναν ζωντανό κάτοικο του Μπραν ή πολιτοφύλακα. Ήθελε (χρειαζόταν) να δει την ελπίδα που θα αποκαθίστατο στο πρόσωπο του ανθρώπου αυτού, ο οποίος, πιθανώς, θα είχε φωλιάσει με ένα μαχαίρι ή μουσκέτο ή τσεκούρι για προστασία, ξέροντας (υποθέτοντας, δηλαδή) ότι δεν θα ερχόταν κανένας, ότι όλες οι υποσχέσεις των Αρχών ήταν ψεύτικες και πως θα τον έβρισκαν τα τέρατα και θα τον σκότωναν –ή χειρότερα· αλλά τότε θα άκουγε την σίγουρη φωνή ενός άλλου ανθρώπου, ενός αξιωματικού του δικού του στρατού, και θα καταλάβαινε πως ναι, επιτέλους, είχαν έρθει, και θα χαμογελούσε, θα έκλαιγε από χαρά, και θα έβγαινε και θα συναντούσε τον Φάμπιαν και τον Σούκε και όλους τους υπόλοιπους και θα έπεφτε στην αγκαλιά τους και θα τους ευχαριστούσε που είχαν έρθει, έστω και τώρα.

Όμως, δεν έγινε κάτι τέτοιο. Ούτε θα γινόταν. Ο Φάμπιαν το ήξερε. Ωστόσο, συνέχιζε. Έψαχνε. Ήλπιζε.

Στον απολογισμό τους, οι βαθμοφόροι θα κατέγραφαν πως τα περισσότερα κτίσματα ήταν άδεια και κατεστραμμένα. Όμως, όχι όλα και όχι εντελώς άδεια. Βρήκαν πτώματα. Έξι ανθρώπους με στολές της πολιτοφυλακής και δεκατέσσερα άλογα. Όπως είχαν πει και οι άντρες του Δέκατου Πέμπτου, που είχαν έρθει στο Μπραν στις 2 του μήνα, για έρευνα. Ήταν σε κακή κατάσταση. Με αίματα γύρω-γύρω και σκισμένη σάρκα. Υπήρχαν διάφορα στίγματα, μικρές πληγές, που πρέπει να τις είχαν προκαλέσει έντομα, μύγες ή κάτι άλλο –ό,τι κι αν ήταν, πάντως, δεν ήταν τώρα εδώ. Ένας πολιτοφύλακας είχε εμφανώς καεί ολόκληρος και, δυστυχώς, ζωντανός –είχε ακόμα ανοιχτό το στόμα του σε ένα ουρλιαχτό που έμελλε να ήταν το τελευταίο του. Ο άτυχος άνδρας είχε καταπλακωθεί από την σπασμένη πόρτα και το σώμα ενός συναδέλφου του, το κρανίο του οποίου είχε ένα μεγάλο βαθούλωμα στην κορυφή του, απ’ όπου διακρινόταν ένα μέρος του ακόμα κοκκινωπού εγκεφάλου του. Αυτός, όμως, δεν είχε καεί τόσο πολύ όσο ο άλλος.

Ήρθαμε αργά, σκέφτηκε ο Φάμπιαν, όταν ήρθαν και του είπαν τα καθέκαστα. Στεκόταν μαζί με τον Σούκε, τους τρεις ορειβάτες τυφεκιοφόρους και το σκυλί στη μέση του δρόμου, με το καφενείο στη μια μεριά και ένα τεράστιο -συγκριτικά με τα άλλα του χωριού- σπίτι στην άλλη. Λίγο παραπέρα στο δρόμο, υπήρχε το κουφάρι μιας γάτας με άσπρο και μαύρο τρίχωμα. Θα έπρεπε να είχατε ήδη πάει, έτσι του είχε πει η Ιούλια Τσομπάνου και ο Φάμπιαν συμφωνούσε. Αυτοί έφταιγαν. Οι ίδιοι οι στρατιωτικοί της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Έπρεπε να είχαν δράσει πολύ πιο άμεσα και πολύ πιο αποτελεσματικά. Έπρεπε να είχαν φέρει ολόκληρο τάγμα. Ίσως ολόκληρο το Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού, του Κέρσεν. Με πολλούς στρατιώτες και κανόνια. Από την αρχή. Όταν έμαθαν ότι κάτι συμβαίνει στο Μπραν. Ναι, έφταιγε η πολιτοφυλακή, που δεν ενημέρωσε αμέσως το Evidenzbureau και που δεν ανταποκρίθηκε από την πρώτη στιγμή στο κάλεσμα των κατοίκων του Μπραν. Αλλά έφταιγε και ο Φάμπιαν. Έφταιγε.

Απομακρύνθηκε λιγάκι από τους άλλους. Πήγε και στάθηκε στον κρύο πετρόχτιστο τοίχο ενός σπιτιού που είχε καεί. Δάγκωσε το χείλος του. Έβγαλε το καπέλο και έξυσε το σχεδόν φαλακρό κεφάλι του. Αναθεμάτισε μέσα του. Έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή και, όταν τα άνοιξε, με το ζόρι κρατιόταν να μην κλάψει. Έσφιξε το πιστόλι του πιο δυνατά, οι αρθρώσεις του άσπρισαν. Ήρθαμε αργά. Αργά. Αυτή η διαπίστωση, μαζί με το απόκοσμο τοπίο και τους νεκρούς -δύο εκ των οποίων τους είχε δει και ο ίδιος-, του προκαλούσαν θυμό για τον εαυτό του. Ήταν υπαίτιος για όσα έγιναν. Έφταιγαν οι εχθροί, αλλά έφταιγε και αυτός. Εκείνοι ήταν σαδιστικά αποβράσματα, μα αυτός ήταν άχρηστος. Ναι. Αυτό ήταν. Αυτό είμαι. Άχρηστος. Έπρεπε να κάνω σωστά τη δουλειά μου και απέτυχα. Πέθαναν άνθρωποι εξαιτίας μου. Έκανα ό,τι έκανε και… Ο πατέρας μου… Ο πατέρας του, ο σηματωρός, που το φάντασμα (Μια φιγούρα από αγγλική ομίχλη) που του εμφανιζόταν τού έλεγε ότι πρέπει να προσέχει, ότι κάτι θα συνέβαινε, και εκείνος, μη μπορώντας να καταλάβει επακριβώς την όλη κατάσταση, αδρανούσε και έγιναν ατυχήματα και πέθαναν άνθρωποι. Μην κάνεις το ίδιο λάθος με εμένα. Μην αγνοήσεις τα σημάδια που αφήνουν τα φαντάσματα, Φάμπιαν, του είχε πει ο Αλεξάντερ Άσπελ. Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Γιατί σκέφτομαι όλους εκείνους τους ανθρώπους που θα μπορούσα να είχα βοηθήσει. Αλλά πέθαναν. Την ώρα που εγώ είχα την ευθύνη να φροντίσω για την ασφάλεια της αμαξοστοιχίας. Για εκείνους. Για γονείς. Για γιους και κόρες που πήγαιναν να δουν τα δικά τους παιδιά. Για εραστές που πήγαιναν ένα ταξίδι αναψυχής. Και δεν το έκανα. Κι εκείνοι πέθαναν, κι εγώ πρέπει να ζήσω με τα πρόσωπά τους να με στοιχειώνουν και τη σκέψη των δικών τους που δεν θα ξαναδούν τους συγγενείς τους. Τα ίδια λάθη είχε κάνει και ο Φάμπιαν. Παρότι είχε υποσχεθεί πως θα προσέχει, πως δεν θα αγνοήσει τα σημάδια. Το είχε υποσχεθεί. Εντάξει, μπαμπά. Το υπόσχομαι, αυτό είχε πει στον πατέρα του. Και δεν το έκανε. Ανάθεμά τον, δεν το έκανε. Και τώρα ήταν η σειρά της δικής του ψυχής να καταστραφεί.

«Ταγματάρχη;» Τον πλησίασε ο Σούκε. Στάθηκε απέναντί του. Είχε το όπλο του ανά χείρας. Κοιτούσε τον Φάμπιαν με γαλάζια μάτια γεμάτα κατανόηση. «Πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε από εδώ και πέρα».

Η Έμιλυ και η Ορέλια θα λυπηθούν για τους ανθρώπους που χάθηκαν. Ίσως με ακούσουν και δεχθούν τις δικαιολογίες μου (ότι δεν ξέραμε και ψάχναμε, και στο μεταξύ χάναμε χρόνο…). Ίσως με συγχωρέσουν και μου συμπαρασταθούν. Αλλά στα μάτια τους, στα μάτια όλων, θα είμαι για πάντα ένας αποτυχημένος. Ένας Αυστριακός χαρτογιακάς, όπως με είχε αποκαλέσει ο Σούκε. Αυτός είμαι.

«Κύριε ταγματάρχη;» προσπάθησε πάλι ο Σούκε.

Ο Φάμπιαν κοιτούσε το ασπρισμένο από χιόνι έδαφος, που είχε πατήσει προ ολίγου. Ίσως αυτό πρέπει να συμβεί και με εμένα. Να με πατήσουν, σκέφτηκε. Έπειτα: Ο Τζούρτζου θα αποδειχθεί σωστός: Είσαι ένα τίποτα, Άσπελ. Τ’ ακούς; Ένα τίποτα. Ένα πιόνι που, και να χαθεί, πολύ που θα νοιαστούν οι ανώτεροί σου, αυτοί που κάπως μετράνε. Ένας μπράβος με λίγη εξουσία, αυτό είσαι. Νομίζεις ότι έχεις μεγαλύτερη αξία; Ε; Αυτό νομίζεις; Αυτό νόμιζε. Αυτό ήλπιζε. Αλλά αυτό δεν ήταν. Τελικά, δεν ήταν κάποιος που είχε μεγαλύτερη αξία από ένα τυχάρπαστο πιόνι. Ίσως να μην ήταν στρατιώτης, αλλά ένας αξιωματικός που κινιόταν μονάχα πλαγιαστά, σε χιαστί. Αλλά και να χανόταν, ποιος θα σκοτιζόταν; Μικρό το κακό.

«Κύριε;»

Όχι. Θα νοιαστούν. Η Έμιλυ. Η Ορέλια. Ο Βολφ. Ο Ράινχελ. Θα νοιαστούν. Θα… Θα… Με αγαπούν. Κάτι σημαίνω για αυτούς. Είμαι σύζυγος. Πατέρας. Συνάδελφος και φίλος. Είμαι κάτι, γαμώτο. Μπορεί για τους πολίτες, τη διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων και τον Αυτοκράτορα να μην είμαι κάτι παραπάνω από έναν ακόμα βαθμοφόρο υπάλληλο, μπορεί μετά από αυτή την υπόθεση να γίνω κάτι ακόμα χειρότερο για αυτούς, μα για τουλάχιστον τέσσερις ανθρώπους είμαι σημαντικός.

  Για πέντε ανθρώπους, υπενθύμισε στον εαυτό του. Υπήρχε και ο Κάρτερ. Ο αδερφός μου.

«Κύριε!»

Ο Φάμπιαν επανήλθε στην πραγματικότητα. Κοίταξε τον Σούκε, που τον ταρακούνησε. Μια κίνηση που, υπό άλλες συνθήκες, θα θεωρούνταν προσβολή. Αλλά τώρα ήταν απαραίτητη.

Ο Σούκε ψιθύρισε «Με όλο το σεβασμό, κύριε ταγματάρχη, δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο. Καταλαβαίνω πώς νιώθετε, τουλάχιστον έτσι πιστεύω, αλλά πρέπει να συγκεντρωθούμε στη δουλειά μας. Πρέπει να βρούμε τα καθίκια που προκάλεσαν όλο αυτό το κακό. Πρέπει να βρούμε όσους πολίτες και πολιτοφύλακες τυχόν ζουν ακόμα. Πρέπει να δράσουμε. Κύριε!»

Ο Φάμπιαν θυμήθηκε τι του είχε πει ο συνταγματάρχης Φάρκας για τον Σούκε: Κύριε Άσπελ, σας παρακαλώ, συγχωρείστε τον Ίμρε. Είναι άνθρωπος της δράσης. Προτιμάει να είναι εκεί έξω, μαζί με τους φαντάρους, παρά να κάθεται. Καταλαβαίνετε, πιστεύω. Ω ναι. Καταλάβαινε. Και δεν είχε να συγχωρήσει κάτι στον λοχαγό. Και συμφωνούσε με αυτόν, όχι με τον συνταγματάρχη. Και χαιρόταν που ο Σούκε είχε επιλεγεί για να τον συνοδέψει στο Μπραν.

Κοίταξε ξανά τον λοχαγό. Μετά, τον υπολοχαγό, τους δεκανείς, τους φαντάρους και τα σκυλιά. Κάποιοι τον παρατηρούσαν, άλλοι είχαν τον νου τους προς τα σπίτια. Έβλεπε νεαρούς, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν ήταν καν είκοσι ετών, να περιμένουν την καθοδήγησή του. Να (συνεχίσει να) είναι ο διοικητής τους.

Και αυτό θα ήταν. Μετά από την υπόθεση του Μπραν, που θα γυρνούσαν στη Βουδαπέστη, ας έκαναν οι ανώτεροι ό,τι ήθελαν μαζί του. Προς το παρόν, ο Φάμπιαν ήταν εδώ και θα έκανε το καθήκον του. Το όφειλε σε όλους όσοι πέθαναν, σε όλους όσοι έζησαν για να θρηνήσουν και σε όλους όσοι ήθελαν να αποδοθεί δικαιοσύνη για το κακό που είχαν προκαλέσει κάποιοι.

Στάθηκε πάλι με τους ώμους ψηλά και με όση σοβαρότητα απαιτούσε ο βαθμός που έφερε. «Σε ευχαριστώ, λοχαγέ» είπε στον Σούκε. Προχώρησε προς τους άλλους. Καθώς μιλούσε, το βλέμμα του περιφερόταν από άντρα σε άντρα. «Δε βρήκαμε κάποιο στοιχείο. Επιβεβαιώσαμε όσα ξέραμε από την ομάδα έρευνας του Δέκατου Πέμπτου. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα παρατάμε. Σε καμία περίπτωση. Θα συνεχίσουμε. Μέχρι να ξετρυπώσουμε τους εχθρούς. Μέχρι να σώσουμε όσους δικούς μας κρατούνται παράνομα. ΔΕΝ ΤΑ ΠΑΡΑΤΑΜΕ. ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΟ;»

«ΝΑΙ, ΚΥΡΙΕ!» του απάντησαν.

«ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΟΧΩΡΗΣΟΥΜΕ, ΑΝ ΔΕΝ ΛΥΤΡΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΜΠΡΑΝ. ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΟ;»

«ΜΑΛΙΣΤΑ, ΚΥΡΙΕ!»

«ΔΕΝ ΗΡΘΑΜΕ ΓΙΑ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥΣ. ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΡΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ. ΚΑΙ ΓΙΑ ΝΕΚΡΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ. ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΟ;»

«ΜΑΛΙΣΤΑ, ΚΥΡΙΕ!»

«Ωραία. Ωραία».

«Ταγματάρχη» είπε ο Σούκε.

Ο Φάμπιαν τον κοίταξε.

«Η εκκλησία. Μήπως θέλετε τώρα να πάμε εκεί;»

Ο Φάμπιαν στράφηκε προς τον ναό, που επίσης ήταν φανερό ότι είχε υποστεί επίθεση. Είχε σπασμένα τζάμια. Ίσως αυτό να ήταν μια απόδειξη ότι οι εχθροί δεν είναι χριστιανοί. Ή ότι δεν νοιάζονταν να μπουν ή να την γκρεμίσουν –χαρακτηριστικό ήταν πως η μοναδική είσοδος δεν είχε καταστραφεί. Όμως, από την πρώτη στιγμή που είδε τον ναό και όταν πέρασε απέξω, ο Φάμπιαν ένιωσε ότι συμβαίνει κάτι αλλόκοτο με αυτό το κτίσμα. Του προκαλούσε νευρικότητα. Έμοιαζε… λάθος να συνεχίσει να στέκει. Παρότι ήταν καλό, από τη μια, γιατί ήταν ένα μέρος που αντιπροσώπευε τον οίκο του Θεού και εκεί πήγαιναν οι πιστοί για να προσευχηθούν και να μεταλάβουν, καθώς και το ότι, μετά από αυτή την υπόθεση, που θα γυρνούσαν οι κάτοικοι στο απελευθερωμένο Μπραν, θα έβρισκαν την αγαπημένη τους εκκλησία εκεί -θα χρειαζόταν να γίνουν επισκευές, αλλά αυτό ήταν το λιγότερο- από την άλλη, όμως, για εκείνον ήταν ανησυχητικό που υπήρχε ο ναός. Γιατί δεν υπήρχε κανείς να τον επισκεφτεί και αυτό δεν έπρεπε να συμβαίνει. Έτσι, άδειος… είχε κάτι το απόκοσμο, κάτι από τις ιστορίες που διάβαζε και έγραφε η Έμιλυ. Όλο το Μπραν διαπνεόταν από αυτή την αίσθηση, αλλά ο ναός ήταν σαν να συγκέντρωνε (ή και να διέχεε) όλη την διαβολική ενέργεια που υπήρχε εδώ. Του προκαλούσε περισσότερη ανατριχίλα, απ’ ό,τι το κάστρο στον λόφο, παρόλο που οι κάτοικοι τού είχαν υποδείξει το κάστρο ως ορμητήριο των βρικολάκων. Ίσως επειδή η εκκλησία ήταν μέσα στο Μπραν και όχι μακριά. Αλλά, τελικά, θα έπρεπε να την επισκεφτούν, έστω για μία και μοναδική ματιά.

Ο Φάμπιαν θυμήθηκε κάτι που επίσης είχε πει ο Φάρκας: ότι το Μπραν δεν θα πήγαινε πουθενά και ότι δεν υπήρχε λόγος για βιασύνες. Πού να ήξερε πόσο λάθος έκανε, πόσο λάθος έκαναν όλοι τους… Το Μπραν ήταν εδώ μόνο ως μια απλή, κοινή ονομασία. Η ουσία του, όμως, η ψυχή του είχε χαθεί. Οι κάτοικοί του, που του έδιναν την όποια σημασία είχε, δεν ήταν πια εδώ –ή είχαν πεθάνει πρόωρα και με βίαιο τρόπο. Κάποιοι δεν θα γυρνούσαν ποτέ. Άλλοι θα επέστρεφαν, αλλά δεν θα ήταν πλέον οι ίδιοι. Πιθανώς, δεν θα ένιωθαν ξανά τούτο τον τόπο ως αυτό που ήξεραν ότι είναι για αυτούς, δηλαδή η πατρίδα τους. Ο Φάμπιαν δεν ήξερε ποια θα ήταν η κατάληξη αυτής της υπόθεσης, αλλά το μόνο σίγουρο ήταν πως αυτό το μέρος θα αποκτούσε άσχημη φήμη –γιατί, και να μη μαθευόταν ποτέ η αλήθεια, σίγουρα θα μαθεύονταν οι θάνατοι και οι καταστροφές που υπέστησαν τα κτίσματα.

Τότε άκουσε τα σκυλιά, που γάβγιζαν. Λες και είχαν καταλάβει τι είπε ο Σούκε ή σαν να είχαν διαβάσει τις σκέψεις του Φάμπιαν για την εκκλησία, ήταν και τα δύο στραμμένα προς αυτήν. Έτσι, γύρισε και αυτός, όπως και όλοι οι άλλοι. Είδε ένα μικρό άνοιγμα μεταξύ της πόρτας και του κουφώματος ή έκανε λάθος; Ναι, η πόρτα είχε ανοίξει λίγο. Πριν, που πέρασαν απέξω, ήταν κλειστή, ήταν σίγουρος για αυτό. Οπότε πώς άνοιξε; Σίγουρα, δεν θα έφταιγε ο αέρας, γιατί, αφενός θα την είχε ανοίξει περισσότερο, και αφετέρου είχε σχεδόν κοπάσει.

Και τότε η πόρτα έκλεισε.

«Λοχαγέ» είπε ο Φάμπιαν, βάζοντας το πιστόλι του στην θήκη του και βγάζοντας την καραμπίνα. Με το δεξί χέρι κρατούσε το όπλο και με το αριστερό το φανάρι. «Κάποιος είναι εκεί μέσα».

Νταν! ακούστηκε ξανά η καμπάνα. Εννέα και μισή.

Ο Σούκε διέταξε τους άντρες να περικυκλώσουν την εκκλησία, με τα όπλα έτοιμα να βάλλουν. Οι ορειβάτες τυφεκιοφόροι υπάκουσαν: σχημάτισαν έναν κύκλο γύρω από τον ναό, αποφεύγοντας να πατήσουν στο νεκροταφείο. Είχαν τα όπλα στραμμένα προς το κτίριο. Τα σκυλιά συνέχισαν να γαβγίζουν και να διαλύουν τη σιγαλιά του στοιχειωμένου Μπραν. Ο Φάμπιαν και ο Σούκε πέρασαν τη γραμμή που είχαν σχηματίσει οι άλλοι και στάθηκαν δύο βήματα μπροστά.  Ο ναός πλέον φωτιζόταν καλύτερα, έτσι όπως έφεγγαν οι δαυλοί και τα φανάρια που κρατούσαν οι στρατιώτες. Αλλά αυτό έκανε περισσότερο απόκοσμο το κτίριο.

Ο Φάμπιαν ήταν έτοιμος να φωνάξει σε όποιον ήταν μέσα, αλλά δεν το έκανε, γιατί η προσοχή όλων διασπάστηκε και, για μια στιγμή, γύρισαν προς το τέλος του δρόμου, από εκεί που είχαν έρθει. Είχαν ακούσει τα βήματα και τις φωνές ενός από τους δύο ορειβάτες τυφεκιοφόρους που φυλούσαν τα άλογα. Όσοι μπορούσαν τον είδαν να πλησιάζει τρέχοντας, με το όπλο στον ώμο. Ο Φάμπιαν είπε στον Σούκε να περιμένει, ενώ ο ίδιος πήγε να συναντήσει τον στρατιώτη, ο οποίος ήρθε και στάθηκε προσοχή μπροστά του, σε απόσταση λίγων μέτρων από τους άλλους.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Φάμπιαν.

«Κάποιος ήρθε, κύριε ταγματάρχη» απάντησε ο άλλος. «Ένας καβαλάρης. Ξένος. Τον έχουμε ακινητοποιήσει».

Ο Φάμπιαν, πριν καν μιλήσει ο στρατιώτης, σκέφτηκε Είναι εδώ! Ωστόσο, ρώτησε «Πώς συστήθηκε;»

«Είπε ότι τον λένε Τζον Χίθροου και πως σας ξέρει, κύριε ταγματάρχη».

Ο Φάμπιαν ένευσε με χαμόγελο και έβαλε την καραμπίνα στην θήκη πλάτης. «Περίμενε εδώ». Πλησίασε τον Σούκε και του είπε «Λοχαγέ, μην προχωρήσετε ακόμα. Κάποιος ήρθε, κάποιος που θα μας βοηθήσει στην υπόθεσή μας. Μη με ρωτήσεις τώρα. Θα σου εξηγήσω σε λίγο. Μείνε εδώ, μην γίνει τίποτα, και θα έρθω και εγώ. Έτσι κι αλλιώς, απ’ ό,τι φαίνεται όποιος είναι στον ναό δεν πρόκειται να βγει από μέσα. Όχι ακόμα. Και αμφιβάλλω αν θα κινηθεί εναντίον σας. Άμα ήταν, θα το είχε κάνει νωρίτερα, όταν ήμασταν λιγότεροι σε αυτόν το δρόμο».

Ο Σούκε, αν και δεν του άρεσε που ο ταγματάρχης του είχε κάποιο μυστικό, ένευσε. «Μάλιστα, κύριε».

«Αλλά, ακόμα και να βγει, ξέρεις πώς πρέπει να τον αντιμετωπίσετε, έτσι δεν είναι;»

«Μάλιστα, κύριε. Μην ανησυχείτε».

«Ωραία».

Ο Φάμπιαν και ο στρατιώτης αποχώρισαν και κατευθύνθηκαν προς το σημείο που είχαν αφήσει τα άλογα. Με κάθε βήμα που έκανε, ένιωθε την αγωνία του να αυξάνεται, αλλά όχι επειδή περπατούσε νυχτιάτικα στο δρόμο ενός έρημου χωριού όπου είχαν σκοτωθεί άνθρωποι και ο κίνδυνος μπορεί να καραδοκούσε οπουδήποτε, αλλά γιατί επιτέλους θα γνώριζε τον αδερφό του. Δεν κρατούσε όπλο, ενώ ευχόταν τα χέρια του να μην ήταν τόσο κρύα όσο είχαν καταντήσει. Ήταν σαν να βρίσκεται στη Βουδαπέστη ή στη Βιέννη ή γενικά σε κάποιο άλλο μέρος που ήξερε ή που δεν είχε συμβεί κάτι κακό, παρά στο Μπραν. Πέντε χρόνια περίμενε αυτή τη στιγμή, και δεν ήξερε αν θα είχε ποτέ την ευκαιρία να την ζήσει. Αλλά να που είχε έρθει αυτή η ώρα. Με το ζόρι συγκρατιόταν, για να μην τρέξει.

Ο στρατιώτης -που έμενε ένα βήμα πίσω από τον Φάμπιαν- είπε «Κύριε ταγματάρχη, με όλο το σεβασμό, αλλά αυτός ο Τζον Χίθροου σάς μοιάζει λίγο».

Ο Φάμπιαν χαμογέλασε. «Ναι;»

«Μάλιστα, κύριε. Και ο συνάδελφός μου το παρατήρησε. Αν και ο Χίθροου είναι Άγγλος και εσείς Αυστριακός, το πρόσωπό σας και το δικό του είναι παρόμοια». Ο στρατιώτης σταμάτησε να μιλάει, αν και ο Φάμπιαν υπέθετε ότι θέλει να πει κι άλλα.

Τότε έστριψαν στην γωνία, προς την είσοδο-έξοδο του Μπραν. Φάνηκε ένας αναμμένος δαυλός που έστεκε στο έδαφος και τα συγκεντρωμένα άλογα και ο άλλος στρατιώτης που κρατούσε στα χέρια του το Μάνλιντσερ που έφερε και με το οποίο σημάδευε έναν άντρα που καθόταν στην πλάτη ενός αλόγου.

«Ξέρεις κάτι, στρατιώτη» είπε ο Φάμπιαν, που τάχυνε το βήμα του.

«Τι, κύριε;»

Ο καβαλάρης είχε δερμάτινο πανωφόρι, καουμπόικο καπέλο και τσιγάρο στο στόμα. Δεν είχε τα χέρια ψηλά, παρά με το ένα κρατούσε τα γκέμια του αλόγου του και το άλλο το ακουμπούσε στην σέλα. Αν και έκανε πολύ κρύο, το πανωφόρι ήταν ανοιχτό, για ένα λόγο: να προλάβει να αρπάξει ένα από τα εξάσφαιρα που πρέπει να έκρυβε από κάτω. Κι αν ίσχυαν όσα είχε μάθει από το Γραφείο Ιδιωτικών Ερευνών Κρέιν, τότε αυτός ο άντρας θα προλάβαινε να τραβήξει το όπλο του και να ρίξει, προτού προλάβει ο ορειβάτης τυφεκιοφόρος να πατήσει τη σκανδάλη.

«Αυτός είναι ο αδερφός μου» είπε ο Φάμπιαν. Ο στρατιώτης πίσω του απόρησε, αλλά δεν μίλησε. Όταν έφτασαν γύρω στα έξι μέτρα από τον αφιχθέντα, ο Φάμπιαν είπε στον άλλο στρατιώτη να κατεβάσει το όπλο του. Ο άντρας υπάκουσε.

Για ένα λεπτό, δεν μίλησε, μήτε κινήθηκε κανείς. Ο Φάμπιαν κοιτούσε τον καβαλάρη και ο καβαλάρης ανταπέδιδε το βλέμμα. Χαμογελούσαν και οι δύο.

Κάποια στιγμή, ο καβαλάρης πέταξε το τσιγάρο του και κατέβηκε από το άτι του και προχώρησε προς τον ταγματάρχη. Σταμάτησε απέναντί του. «Πρέπει να είσαι ο Φάμπιαν Άσπελ» είπε.

«Και εσύ ο Μαξ Κάρτερ» είπε ο Φάμπιαν.

Ένευσαν και οι δύο.

Οι στρατιώτες έμειναν ασάλευτοι, αν και κοιτούσαν ο ένας τον άλλο και τους δύο άντρες, τον ταγματάρχη και τον Τζον Χίθροου, που όμως λεγόταν Μαξ Κάρτερ;

Όταν τους είδαν, δε, να αγκαλιάζονται σαν παλιοί καλοί φίλοι, που έχουν να μιλήσουν πολλά χρόνια, τότε ήταν που δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν.

Ο Φάμπιαν και ο Κάρτερ, δύο άντρες με πολλές ομοιότητες και διαφορές, κράτησαν ο ένας τον άλλο, δακρύζοντας. Ήταν μια ονειρεμένη στιγμή και για τους δύο και δεν ήθελαν να την χαλάσουν αμέσως. Ήθελαν να τη ζήσουν όπως θα τη βίωναν σε έναν καλύτερο χρόνο και τόπο.

«Δεν το πιστεύω ότι ήρθες» είπε ο Φάμπιαν.

«Πώς θα μπορούσα να μην έρθω; Ανέκαθεν ήθελα να ξέρω ποιος είμαι, από πού προέρχομαι. Αν έχω ζώντες συγγενείς» είπε ο Κάρτερ. «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο χαίρομαι που μου έστειλες εκείνο το γράμμα».

«Το ξέρω. Το ξέρω. Αδερφέ μου» είπε ο Φάμπιαν.

«Αδερφέ μου» είπε και ο Κάρτερ.

Οι στρατιώτες έκαναν μια γκριμάτσα ο καθένας, που σήμαινε Ναι, αυτό βγάζει νόημα.

Ο Φάμπιαν και ο Κάρτερ άφησαν ο ένας τον άλλο. Ατένισαν ο ένας τον άλλο, για μερικά δευτερόλεπτα.

«Συνάντησα την Έμιλυ και την Ορέλια» είπε ο Κάρτερ. «Είναι αξιαγάπητες».

Ο Φάμπιαν ένευσε. «Ναι, είναι».

«Τους λείπεις».

«Το ξέρω» ψιθύρισε ο Φάμπιαν. «Κι εμένα μου λείπουν».

«Λείπεις και στους συναδέλφους σου».

Ο Φάμπιαν αναστέναξε. «Ελπίζω να τους ξαναδώ σύντομα. Όλους τους. Πώς ήταν το ταξίδι σου;»

«Όπως περίμενα. Κουραστικό, αλλά όχι αρκετά, για να το ματαιώσω».

«Είχες πρόβλημα με τους ελέγχους; Σίγουρα, θα πέρασες από μερικούς».

«Κανένα πρόβλημα. Μάλιστα, απόρησα, γιατί στο Μπρασώφ με περίμεναν κιόλας. Είχαν εντολές να με αφήσουν να περάσω, χωρίς ιδιαίτερο έλεγχο».

«Ως προς αυτό, φρόντισα εγώ. Πήρα το ρίσκο να τους μιλήσω για εσένα. Δεν ήθελα να σε καθυστερήσουν».

«Αλήθεια; Έτσι εξηγείται, λοιπόν. Γιατί δεν περίμενα ο λοχαγός Βολφ και ο επιλοχίας Ράινχελ να δώσουν τέτοια εντολή» Ο Κάρτερ έριξε μια ματιά στα σπίτια πίσω από τον Φάμπιαν. «Οπότε αυτό είναι το Μπραν της Τρανσυλβανίας» είπε.

Ο Φάμπιαν συμφώνησε.

«Μου θυμίζει μερικά αμερικάνικα μέρη, προς το Βερμόντ, το Ουισκόνσιν, το Γουαϊόμινγκ. Στο Μέιν. Και στην Μοντάνα. Ελάχιστα, βέβαια».

«Ελπίζω να είναι σε καλύτερη κατάσταση αυτά τα χωριά, Μαξ».

«Ναι, όταν πέρασα, ήταν». Ρούφηξε την μύτη του και τη σκούπισε με το μαντήλι του. «Οπότε τι τρέχει εδώ;»

«Με λίγα λόγια, έχουν γίνει σφαγές και καταστροφές. Έχουν καεί σπίτια. Έχουν πεθάνει άνθρωποι και ζώα –έχουμε βρει και από τα δύο. Δεν υπάρχουν ζωντανοί, μάρτυρες ή εχθροί. Ή, τουλάχιστον, αυτό πιστεύαμε».

«Τι εννοείς;»

«Θα σου πω. Έλα, πάμε. Μας περιμένουν». Ο Φάμπιαν στράφηκε προς τους δύο στρατιώτες. «Μείνετε εδώ. Να προσέχετε. Αν προκύψει κάτι, ενημερώστε μας. Αν το κρίνετε απαραίτητο, ας ρίξει ένας από τους δύο στον αέρα, για να μας ειδοποιήσει».

«Μάλιστα, κύριε ταγματάρχη» απάντησαν.

«Συμπεριλάβετε και το άλογο του κυρίου Κάρτερ στα δικά μας».

«Μάλιστα, κύριε ταγματάρχη».

Ο Φάμπιαν είπε στον Κάρτερ «Έλα, Μαξ. Ίσως έχουμε βρει έναν ζωντανό». Άρχισαν να περπατάνε προς τον κεντρικό δρόμο. «Δεν ξέρω αν είναι πολίτης της Αυτοκρατορίας ή εχθρός. Δεν έχει εμφανιστεί ακόμα, αν και ξέρουμε πού είναι. Του δίνουμε λίγο χρόνο, μέχρι να μπούμε στην εκκλησία –εκεί κρύβεται, κατά πώς φαίνεται. Όποιος κι αν είναι».

Ο Κάρτερ ένευσε. Έβγαλε τα χαρτιά που του είχαν δώσει οι συνάδελφοι του Φάμπιαν. «Αυτά θα μου χρειαστούν κι άλλο;»

Ο Φάμπιαν τα πήρε στα χέρια του και τους έριξε μια ματιά. «Έχεις κάποια άλλη ταυτότητα μαζί σου;»

Ο Κάρτερ έβγαλε το ασημένιο σήμα του. «Αρκεί ή θέλετε και το διαβατήριό μου;»

Ο Φάμπιαν το πήρε στα χέρια του και το μελέτησε. Του άρεσε. Γιατί δεν έχουμε εμείς τέτοια μαραφέτια, παρά μας δίνουν κοινότυπες ταυτότητες; «Ναι» απάντησε, δίνοντάς του το πίσω και βάζοντας τα υπόλοιπα χαρτιά στη δική του τσέπη. «Αρκεί. Πλέον, είσαι ο Μαξ Κάρτερ. Αν κάποιος έχει πρόβλημα, θα το αναλάβω εγώ».

«Καλώς». Ο Κάρτερ πρόσεξε ότι ο Φάμπιαν έβγαλε την καραμπίνα του. «Ωραία θήκη. Κάπως παλιομοδίτικη, αλλά ωραία. Το ίδιο και η καραμπίνα».

«Το όπλο είναι του πατέρα μου. Του πατέρα μας, εννοώ. Την θήκη την έφτιαξα εγώ. Και τα δύο είναι για “εξαιρετικές περιστάσεις”».

«Μπορώ;»

Ο Φάμπιαν του έδωσε την καραμπίνα. Ο Κάρτερ έλεγξε αν είχε φυσίγγια. Σημάδεψε με αυτήν την αυλόπορτα ενός σπιτιού. «Φαίνεται καλό όπλο» σχολίασε. «Όχι περισσότερο βαρύ, απ’ ό,τι πρέπει. Καλό στόχαστρο. Έχεις δύο έτοιμες βολές. Ωραίο». Το έδωσε στον Φάμπιαν. «Μιας και μιλάμε για όπλα, εγώ μπορώ να χρησιμοποιήσω τα δικά μου;»

«Ναι».

«Σίγουρα; Ρωτάω γιατί οι συνάδελφοί σου ήταν αυστηροί με αυτό το θέμα».

«Σίγουρα. Σου είπα, αναλαμβάνω εγώ την ευθύνη».

«Εντάξει». Ο Κάρτερ δεν έβγαλε αμέσως κάποιο από τα εξάσφαιρά του, γιατί έβλεπε τους στρατιώτες προς τους οποίους κατευθύνονταν. Είχαν περικυκλώσει ένα κτίσμα σαν ναό, με τα όπλα τους στα χέρια. Η κατάσταση ήταν ζόρικη. Κι αν έκρινε από τη σκοτεινιά που κάλυπτε τα άλλα κτίρια και την ανυπαρξία ζωής σε αυτά, τότε δικαιολογούνταν. Το μέρος ήταν παρατημένο. Στον αέρα, υπήρχε μια δυσοίωνη αψιά μυρωδιά μπαρουτιού. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να έχει βρει καταφύγιο εδώ. Οποιοσδήποτε και οτιδήποτε. Οτιδήποτε. Μήπως θα έπρεπε τώρα να πει κάτι στον Φάμπιαν; Ή θα τον απόπαιρνε και θα έπεφτε στα μάτια του, πάνω που γνωρίστηκαν; Σίγουρα, ο Κάρτερ έπρεπε να τον ενημερώσει, έστω και αν ο Φάμπιαν δεν τον πίστευε. Για παν ενδεχόμενο. Αποφάσισε ότι θα του το πει, αλλά όχι ακόμα.

Ο Σούκε, όπως και οι άλλοι ορειβάτες τυφεκιοφόροι που ήταν στην πλευρά του νεκροταφείου και μπροστά από την εκκλησία -αυτοί, δηλαδή, που μπορούσαν να τους δουν-, παρατήρησαν τον νεοφερμένο που συνόδευε τον ταγματάρχη. Όταν οι δύο άντρες πέρασαν το τείχος που είχαν σχηματίσει οι στρατιώτες, ο Σούκε ρώτησε τον Φάμπιαν «Κύριε, ποιος είναι ο κύριος;»

«Είναι ο Μαξ Κάρτερ, λοχαγέ. Ομοσπονδιακός πιστολέρο από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής».

Ο Κάρτερ χαιρέτισε στρατιωτικά τον Σούκε. «Στις υπηρεσίες σας, κύριε λοχαγέ» είπε με σοβαρότητα.

Ο Σούκε απάντησε στον χαιρετισμό, αλλά απευθύνθηκε και πάλι στον Φάμπιαν. «Κύριε ταγματάρχη, θα ήθελα μερικές επιπλέον εξηγήσεις για την παρουσία του κυρίου Κάρτερ εδώ, στο Μπραν».

«Φυσικά» απάντησε ο Φάμπιαν. «Ο κύριος Κάρτερ είναι αδερφός μου και θα μας βοηθήσει στην υπόθεσή μας. Όπως είπα, είναι ομοσπονδιακός πιστολέρο. Το οποίο σημαίνει ότι έχει γνώσεις πάνω στον πόλεμο, αλλά και στις έρευνες αγνοουμένων και στις συλλήψεις υπόπτων. Είναι στρατιωτικός και αστυνομικός».

«Κατάλαβα» είπε ο Σούκε, που είχε διαπιστώσει την εξωτερική ομοιότητα των δύο αντρών. «Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί ήρθε εδώ. Η αρμοδιότητά του περιορίζεται στις ΗΠΑ. Δεν έχει εξουσιοδότηση για να δράσει εντός των συνόρων της Αυστροουγγαρίας. Κύριε ταγματάρχη, με όλο το σεβασμό, εσείς καλέσατε τον κύριο Κάρτερ;»

«Ναι, λοχαγέ. Θεώρησα ότι θα μπορούσε να μας βοηθήσει. Για το καλό της Αυστροουγγαρίας». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν νομίζω να αρνηθείς μια τέτοια βοήθεια, έτσι δεν είναι;»

Ο Σούκε δεν ήξερε τι να πει. «Δεν ξέρω, κύριε. Δεν μου φαίνεται σωστό. Αν θέλαμε κι άλλη βοήθεια, γιατί να μην καλέσουμε ενισχύσεις από τις δικές μας μονάδες;»

Ο Φάμπιαν απάντησε «Δεν είναι μόνο αυτό, λοχαγέ». Αναστέναξε. Κοίταξε για μια στιγμή τον Κάρτερ -μια ματιά γεμάτη συναίσθημα- και μετά ξανά τον Σούκε. Κράτησε την καραμπίνα με το αριστερό χέρι και άπλωσε το δεξί του προς τον άλλο. «Έλα. Θα σου πω».

Ο Σούκε τον ακολούθησε. Απομακρύνθηκαν από τους υπόλοιπους, αφήνοντας τον Κάρτερ ανάμεσα στους ορειβάτες τυφεκιοφόρους. Οι οποίοι τον κοιτούσαν και συνομιλούσαν μεταξύ τους, λέγοντας πράγματα που ο Κάρτερ δεν καταλάβαινε, αλλά που μπορούσε να μαντέψει και μπορούσε να συνοψίσει σε μια ερώτηση: Τι δουλειά έχει αυτός εδώ; Και, επειδή έβλεπε ότι υπάρχει νευρικότητα στο ύφος των στρατιωτών, ακόμα δεν είχε τραβήξει κάποιο από τα εξάσφαιρά του, για να μην τους προκαλέσει. Γιατί ήταν οι καλοί. Αλλά, και να μην ήταν, ο ίδιος ο Κάρτερ ήταν γρήγορος, όμως όχι τόσο ώστε να προλάβει να τους αντιμετωπίσει –θα ήταν τρέλα να το δοκιμάσει. Γι’ αυτό, θα περίμενε τον Φάμπιαν.

Όμως, παρατήρησε τον ναό. Εξωτερικά, δε διέφερε σημαντικά από αυτούς που έβλεπε κανείς στην Αμερική. Ήταν ίσως πιο μικρός, αλλά κατά τ’ άλλα ίδιος. Με εξαίρεση, βέβαια, ότι, όπως και κάθε άλλο κτίσμα, είχε κάτι το απειλητικό. Σαν το Σπίτι των Sioux, σκέφτηκε, ενθυμούμενος το στοιχειωμένο εκείνο μέρος της Silent Desert.

«Αυτή είναι η πρώτη φορά που συναντιόμαστε με τον Μαξ» είπε ο Φάμπιαν. «Τον έψαχνα για χρόνια. Οι γονείς μου τον είχαν δώσει όταν ήταν μωρό στους θείους μου, γιατί δεν είχαν παιδί. Αυτοί έφυγαν για την Αμερική, αλλά πέθαναν προτού ο Μαξ προλάβει να τους γνωρίσει. Τον ανέλαβε μια άλλη οικογένεια εκεί πέρα, που, απ’ όσο ξέρω, δεν του συμπεριφέρθηκε σωστά, οπότε, με την πρώτη ευκαιρία, έφυγε και έγινε ομοσπονδιακός πιστολέρο». Ο Φάμπιαν είδε πως ο Σούκε άρχισε να γίνεται ανυπόμονος. «Δεν αργώ, λοχαγέ. Σε παρακαλώ, άκουσέ με. Πριν ένα χρόνο, περίπου του έστειλα ένα γράμμα, όπου του εξηγούσα ποιος είμαι και ότι θα ήθελα να τον γνωρίσω και, αν το επιθυμούσε και ο ίδιος, μπορούσε να με βρει στη Βουδαπέστη. Δυστυχώς, το γράμμα άργησε να φτάσει ή ο Μαξ δεν μπορούσε να φύγει αμέσως; Κάτι τέτοιο πρέπει να συνέβη. Όπως και να έχει, το έλαβε και ήρθε. Αλλά δεν με βρήκε στη Βουδαπέστη, γιατί έπρεπε να έρθουμε εδώ, στο Μπραν». Σταμάτησε για μερικά δευτερόλεπτα, γιατί ετοιμαζόταν να πει κάτι που δεν ήθελε να το σκέφτεται, όμως όφειλε να το παραδεχτεί. «Θέλαμε και οι δύο να συναντηθούμε, έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες, γιατί μπορεί να μην είχαμε ποτέ ξανά αυτή την ευκαιρία. Δεν ξέρουμε πώς θα τελειώσει αυτή η ιστορία, λοχαγέ. Ελπίζουμε ότι θα βγούμε νικητές, αλλά μπορεί και να μην τα καταφέρουμε. Ή, και να τα καταφέρουμε, ίσως κάποιοι από εμάς να μην ζήσουν για να γιορτάσουν την νίκη. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;»

Ο Σούκε ένευσε. Έβλεπε στα μάτια του Φάμπιαν ότι λέει την αλήθεια και πως δεν είχε κάποιο δόλιο σκοπό. «Ναι, κύριε» είπε. «Αλλά γιατί δεν μου είπατε κάτι;»

«Γιατί δεν ήξερα αν όντως ερχόταν. Μπορεί να τον συλλάμβαναν. Ή χειρότερα».

«Αλήθεια, πώς κατάφερε να περάσει από όλους τους ελέγχους; Με τι ήρθε, με τρένο;»

«Όχι. Με άλογο. Είχε μαζί του έγγραφα της Αυστροουγγαρίας». Πριν μιλήσει ο Σούκε, ο Φάμπιαν συνέχισε «Κοίτα, λοχαγέ, ξέρω. Ξέρω ότι είναι παράνομο κλπ. Αλλά ήθελα τόσο πολύ να τον συναντήσω…»

«Πέραν από αυτό, κύριε, υπάρχει και κάτι ακόμα. Θέτετε την ζωή του σε κίνδυνο».

«Αυτό το έχει αποδεχτεί από τότε που κατατάχτηκε, λοχαγέ. Όπως εσύ και εγώ. Ως προς αυτό το κομμάτι της δουλειάς, δε διαφέρουμε με τον Μαξ. Συν τοις άλλοις, ήξερε ότι εγώ είμαι σε μια επικίνδυνη αποστολή, όπου γυρεύουμε αθώους και εχθρούς. Και, παρ’ όλ’ αυτά, ήρθε. Δέχτηκε το ρίσκο».

Ο Σούκε δεν μίλησε. Καταλάβαινε τον ταγματάρχη, τι ένιωθε και γιατί είχε πράξει τοιουτοτρόπως, αλλά, σαν στρατιωτικός, δεν του άρεσε που ένας άσχετος ξένος θα εμπλεκόταν στην υπόθεσή τους. Το ότι ο ίδιος δεν ήξερε για την άφιξή του εξ αρχής ήταν κάτι που επίσης δεν ενέκρινε. Νόμιζε ότι έχουν μια καλή συνεργατική σχέση με τον ταγματάρχη, και τώρα αποδεικνυόταν ότι αυτός του κρατούσε μυστικά; Τι άλλο μπορεί να του έκρυβε, δηλαδή;

Όμως, όσο κι αν διαφωνούσε με την ανάμειξη του Κάρτερ και ό,τι αυτή συμπεριλάμβανε, ο Σούκε δε διανοήθηκε ότι ο ταγματάρχης Άσπελ είναι προδότης, όπως του είχαν πει ο Ορμπάν με τον Τζούρτζου. Ως προς αυτό, δεν άλλαζε γνώμη. Ακόμα και στη χειρότερη περίπτωση, να ίσχυε δηλαδή ό,τι του είπαν, ο Σούκε και οι λοιποί ορειβάτες τυφεκιοφόροι θα τα έβγαζαν πέρα –ήταν περισσότεροι, άλλωστε, από τον ταγματάρχη και τον αδερφό του. Αλλά θα έβαζε και το χέρι του στη φωτιά για την ηθική ακεραιότητα του ταγματάρχη. Κι εκτός αυτού, σαν ανώτερος του Σούκε, είχε το δικαίωμα να σκέφτεται και να πράττει κατά το δοκούν, χωρίς απαραίτητα να δίνει εξηγήσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, απαντούσε στις ερωτήσεις του Σούκε. Οπότε γιατί αυτός να συνέχιζε να διαφωνεί μαζί του;

«Λοχαγέ;» ρώτησε ο Φάμπιαν. «Είμαστε εντάξει;»

Ο Σούκε απάντησε «Θα ήθελα να το ξέρω, κύριε, πριν φτάσουμε στο Μπραν. Αλλά» συνέχισε, ξέροντας ότι υπερβαίνει το βαθμό του, «θα ήθελα να μου πείτε αν υπάρχει κάτι άλλο που σχετίζεται την υπόθεσή μας και δεν μου το έχετε πει ακόμα».

Ο Φάμπιαν έμεινε να τον κοιτάζει, για λίγο. Ο λοχαγός ήταν έτοιμος να ακούσει τι πίστευε για το ποιόν των υπαιτίων της καταστροφής του Μπραν; Ήλπιζε πως ναι. Σίγουρα, έδειχνε αποφασισμένος να ακούσει ό,τι έχει να του πει ο Φάμπιαν. Είχε σταθερό και σοβαρό βλέμμα. Και, όπως ο Φάμπιαν, είχε ακούσει αρκετές φορές ποιους θεωρούσαν οι κάτοικοι του Μπραν ως υπεύθυνους, που δεν θα του ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να δεχτεί την αλήθεια, όσο παράλογη κι αν φαινόταν εκ πρώτης όψεως. Αυτό ήλπιζε ο Φάμπιαν, δηλαδή.

Είπε «Υπάρχει κάτι που θέλω να σου πω, λοχαγέ. Πιστεύω ότι δεν ψάχνουμε ανθρώπινους εχθρούς, αλλά βρικόλακες. Πιστεύω ότι ισχύουν όσα μας είπαν οι χωρικοί. Αυτούς πιστεύω, όχι τον Ζαλάν ή την λογική που μου λέει ότι δεν υπάρχουν βρικόλακες». Ο Φάμπιαν κατάφερε να χαμογελάσει. «Ξέρεις, είναι κάπως αστείο. Η γυναίκα μου διαβάζει τέτοιες ιστορίες, και γράφει κιόλας. Ποτέ μου δεν τις θεώρησα κάτι περισσότερο από ψέματα που δημιουργούν μερικοί συγγραφείς, για να βγάλουν λεφτά. Και να που βρέθηκα να συμμετέχω και εγώ σε μία παρόμοια ιστορία». Ο Φάμπιαν ρώτησε «Πώς σου ακούγονται όλα αυτά; Τρελά;»

Ο Σούκε σχολίασε «Ναι, κύριε. Αλλά η αλήθεια είναι ότι κι εγώ πιστεύω ότι έχουμε να κάνουμε με βρικόλακες. Δεν ξέρω αν φταίει τούτο το εγκαταλελειμμένο μέρος και το πώς δείχνει τώρα, που έχει νυχτώσει, ή κάτι άλλο, αλλά το πιστεύω. Κυνηγάμε βρικόλακες». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Κι αν αποδειχτεί ότι κάνουμε λάθος, πάλι θα συνεχίσουμε ως το τέλος, μέχρι να ξεφορτωθούμε τα ανθρώπινα καθίκια. Η αποστολή μας δεν αλλάζει, όπως και να έχει».

«Αυτό νομίζω και εγώ».

Ο Σούκε έτριψε το πρόσωπό του, κοιτώντας προς ένα από τα σκοτεινά, καμένα σπίτια που είχαν ψάξει. Γύρισε ξανά προς τον Φάμπιαν και είπε «Κύριε, οφείλω να σας πω και εγώ κάτι που υποθέτω ότι δεν ξέρετε».

Ο Φάμπιαν παραξενεύτηκε. «Τι συμβαίνει, λοχαγέ;»

«Την νύχτα πριν έρθετε στο στρατόπεδο, για να ξεκινήσουμε την αποστολή, συνάντησα τον συνταγματάρχη Ορμπάν. Αυτός μου το ζήτησε, δηλαδή. Γνωριζόμαστε από παλιά και ήθελε να μου μιλήσει για την υπόθεση».

Τι έκανες πάλι, Ορμπάν; αναρωτήθηκε ο Φάμπιαν, καθώς άκουγε τον Σούκε.

«Μου είπε ότι ήθελε να συναντήσουμε και κάποιον άλλο, κύριε. Έναν ξένο, έναν Βλάχο που δουλεύει στο προξενείο. Τον Χάραλαμπ Τζούρτζου. Πήγαμε στο διαμέρισμά του και μιλήσαμε». Ο Σούκε κούνησε το κεφάλι του. «Από την πρώτη στιγμή που τον είδα, δεν μου άρεσε αυτός ο τύπος, κύριε ταγματάρχη, σας το ορκίζομαι».

«Ναι, σε καταλαβαίνω, λοχαγέ. Τον ξέρω καλά. Είναι κάθαρμα».

«Σίγουρα, κύριε. Γιατί αυτός και ο συνταγματάρχης… εμ…»

«Τι;»

«Μου ζήτησαν… να… να σας σκοτώσω. Σας κατηγόρησαν για προδοσία. Ότι είστε διπλός κατάσκοπος και ότι κάνετε επίτηδες λάθη, για να κερδίσουν έδαφος οι εχθροί μας». Ανασήκωσε τους ώμους τους, απογοητευμένος. «Λυπάμαι, κύριε. Ξέρω ότι είναι διοικητής σας ο συνταγματάρχης, όμως υποστήριξε τον Βλάχο». Πριν μιλήσει ο Φάμπιαν, ο Σούκε συνέχισε «Αλλά να ξέρετε, εξ αρχής είχα αμφιβολίες για όσα μου έλεγαν και πλέον είμαι μαζί σας, ως το τέλος. Δεν είστε προδότης, αλλά ένας πραγματικός αξιωματικός της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας».

Ο Φάμπιαν χαμογέλασε. «Χαίρομαι που το ακούω, λοχαγέ. Σε ευχαριστώ!» Αναστέναξε. «Μην ανησυχείς, δεν θα σε κατηγορήσω για τίποτα. Άλλωστε, θεωρώ ότι κάνεις πολύ καλή δουλειά. Δεν έχω κανένα παράπονο από εσένα. Κι όσον αφορά αυτούς τους δύο, τον Ορμπάν και τον Τζούρτζου, θα τους αναλάβουμε όταν επιστρέψουμε στη Βουδαπέστη. Έχω και εγώ ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί τους». Του έδωσε το χέρι του. «Σύμφωνοι;»

Ο Σούκε έσφιξε το χέρι του Φάμπιαν, χαμογελώντας. «Ναι, κύριε».

Τότε άκουσαν τα σκυλιά να αυξάνουν τα γαβγίσματά τους, ενώ ο Κάρτερ φώναξε «Φάμπιαν! Λοχαγέ! Κάποιος άνοιξε την πόρτα».

Πλησίασαν ξανά τον πιστολέρο -που είχε βγάλει το ένα από τα εξάσφαιρά του-, με τα όπλα ανά χείρας και στραμμένα προς τον ναό, όπου φαινόταν το σκοτεινό εσωτερικό του.

«Είμαι ο ταγματάρχης Άσπελ, του στρατού της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας» φώναξε ο Φάμπιαν. «Ηγούμαι αποσπάσματος ορειβατών τυφεκιοφόρων. Έχουμε έρθει για έρευνα και ανάκριση. Όποιος είσαι βγες έξω σιγά-σιγά. Αν έχεις όπλο, άφησέ το μέσα στον ναό. Αν δεν συμμορφωθείς, θα θεωρηθείς ύποπτος».

Δευτερόλεπτα αργότερα, στο κατώφλι εμφανίστηκε η μικροκαμωμένη και μαυροφορεμένη μορφή ενός ηλικιωμένου. Κρατούσε μαγκούρα, αν και τα βήματά του ήταν πιο γρήγορα και ευκίνητα, απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς από έναν άνθρωπο της ηλικίας του. Τα λευκά μαλλιά του ήταν ανακατωμένα.

Ο Φάμπιαν χρειάστηκε μόλις δύο στιγμές, προτού θυμηθεί ότι το Μπραν έχει παπά και ότι αυτός δεν πήγε ποτέ στο Μπρασώφ, μαζί με τους άλλους, ενώ ήταν αυτός που είχε στείλει τα γράμματα στις Αρχές. Κατέβασε το όπλο του και ρώτησε «Είστε ο πατήρ Οσμοκέσκου; Ο πατήρ Στεφάν Οσμοκέσκου;»

Ο Στεφάν κούνησε το κεφάλι του. «Μάλιστα, παιδί μου. Αυτός ακριβώς είμαι» είπε.

Τα σκυλιά γρύλισαν προς τον Στεφάν.

Ο Φάμπιαν ρώτησε «Είναι κανείς άλλος μέσα, μαζί σας, πάτερ;»

«Μόνο η νεκρή γυναίκα μου, παιδί μου. Η καλή μου, η Ντανιέλα».

Ο Σούκε ρώτησε σιγανά τον Φάμπιαν «Κύριε, οι προηγούμενες ομάδες έρευνας δεν ανέφεραν κανέναν ζωντανό, κάτοικο ή εχθρό. Αυτός και η γυναίκα του πώς βρέθηκαν εδώ;»

«Το ξέρω, λοχαγέ». Ο Φάμπιαν θυμόταν που η αναφορά των (νεκρών / αγνοούμενων) πολιτοφυλάκων όχι μόνο δεν είχε κάτι για ζώντες, αλλά για την εκκλησία συγκεκριμένα έλεγε ότι το εσωτερικό της ήταν πυρπολημένο. Μόνο δύο εικόνες είχαν διασωθεί. Σίγουρα, πάντως, δεν υπήρχε κάποια καταχώρηση για τον παπά και την σύζυγό του.

Κάτι δεν πήγαινε καλά.

Ο Φάμπιαν γύρισε προς τον Σούκε. «Πες στους άντρες σου να κατεβάσουν τα όπλα» του είπε. «Εγώ, εσύ και ο Μαξ θα μπούμε στον ναό. Φέρε τον Σέκερες και άλλον ένα στρατιώτη. Πες στον υπολοχαγό ότι αυτός και οι υπόλοιποι να πάνε στο μεγάλο σπίτι και να το προετοιμάσουν για να μείνουμε. Επίσης, να φέρουν τα άλογα εκεί κοντά, καθώς και τα σκυλιά».

«Μάλιστα, κύριε».

«Τι συμβαίνει, Φάμπιαν;» ρώτησε ο Κάρτερ.

Ο Φάμπιαν του είπε εν τάχει για τους χωρικούς που είχαν φύγει από το Μπραν και για τις προηγούμενες ομάδες έρευνας, από τις οποίες έμαθαν για τους νεκρούς, τα κτίσματα που είχαν καεί, για την μπόχα του μπαρουτιού που έδινε την αίσθηση ότι το μέρος είχε κανονιοβοληθεί απ’ άκρη σ’ άκρη. «Από τις αναφορές που μας ήρθαν» συνέχισε «δεν γινόταν λόγος για επιζώντα που έχει μείνει στο Μπραν. Μόνο για νεκρούς και αγνοούμενους».

«Κατάλαβα».

«Πάτερ» είπε ο Φάμπιαν στον Στεφάν «θα έρθουμε μαζί σας στον ναό. Θέλω να σας κάνω κάποιες ερωτήσεις».

«Όπως φρονείς, παιδί μου». Ο Στεφάν περίμενε να τον περάσουν οι στρατιωτικοί  και μετά τους ακολούθησε στο εσωτερικό της εκκλησίας.

Μέσα, είδαν μαυρισμένους τοίχους, λιωμένα κεριά και εικόνες, καμένες καρέκλες και υφάσματα. Και βρήκαν μια ηλικιωμένη γυναίκα να κείτεται στο κρύο δάπεδο. Ο Στεφάν, προς έκπληξη των στρατιωτικών, πλησίασε την κυρά του, άφησε στην άκρη τη μαγκούρα του, έσκυψε, σήκωσε το σώμα της και κάθισε σε μια καρέκλα, έχοντάς την στην αγκαλιά του. Είχε κατεβασμένο το κεφάλι του, την κοιτούσε και χάιδευε τα μαλλιά της.

Ο Σούκε, ο Φάμπιαν και ο Κάρτερ αλληλοκοιτάχτηκαν, χωρίς να μιλάνε, αλλά με δυσοίωνες σκέψεις να τους ταλανίζουν. Ο Σέκερες και ο άλλος στρατιώτης περίμεναν καρτερικά, αν και ένιωθαν άβολα. Ο χώρος μύριζε αποφορά και μπαρούτι και τα φανάρια τους δημιουργούσαν αλλόκοτες σκιές στο περιβάλλον γύρω τους.

«Πάτερ» είπε ο Φάμπιαν, πριν γίνει πιο άβολη η στιγμή, «εκ μέρους των Αρχών της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, λυπούμαστε για την απώλεια της συζύγου σας και για όλα τα δεινά που προκλήθηκαν στους συγχωριανούς σας και στο Μπραν γενικά».

Ο Στεφάν δεν αποκρίθηκε.

«Λυπούμαστε, επίσης, που δεν αντιδράσαμε όσο γρήγορα έπρεπε».

Ο Στεφάν δεν μίλησε.

«Πάτερ» συνέχισε την προσπάθεια ο Φάμπιαν «ξέρω ότι είναι δύσκολη η στιγμή, αλλά θα πρέπει να σας κάνω κάποιες ερωτήσεις, όπως σας είπα. Θα ήθελα να απαντήσετε με ειλικρίνεια».

Τίποτα.

«Πάτερ; Με ακούσατε;»

Τίποτα.

«Πάτερ» είπε ο Σούκε και ταρακούνησε τον Στεφάν, που δεν σήκωσε το κεφάλι του, αλλά απάντησε «Ναι. Σας ακούω».

«Μπορείτε να με κοιτάτε, σας παρακαλώ;» είπε ο Φάμπιαν. «Θα το εκτιμούσα».

Ο Στεφάν φίλησε την γυναίκα του στο μέτωπο και κάλυψε το στόμα της με το χέρι του και μετά κοίταξε τον Φάμπιαν. Δεν μίλησε.

«Πόσο καιρό κρύβεστε εδώ, πάτερ;»

«Κάτι μέρες. Δεν θυμάμαι πόσες».

«Πώς γίνεται αυτό;»

«Είμαι μεγάλος άνθρωπος. Ξεχνάω».

«Μάλιστα. Είχαν έρθει κι άλλοι στρατιωτικοί πριν από εμάς. Τους συναντήσατε;»

«Όχι».

«Τους είδατε;»

«Όχι εγώ. Τους είδε, όμως, η Ντανιέλα μου».

Ο Φάμπιαν κατάλαβε ότι ο Κάρτερ τον κοίταξε και υπέθεσε ότι είχε αναρωτηθεί και αυτός το ίδιο πράγμα: αφού η γυναίκα είναι νεκρή, πώς τους είχε δει; «Αλήθεια; Αυτοί δεν είδαν κανέναν από εσάς τους δύο. Παρότι έψαξαν κάθε σπιθαμή του Μπραν. Κάθε σπίτι, κάθε κτίριο. Κάθε αυλή. Παντού. Ακόμα και τούτο τον ναό. Κι όμως, δεν σας βρήκαν. Περίεργο δεν είναι;»

Ο Στεφάν δεν αποκρίθηκε.

Ο Κάρτερ, καθώς τον παρατηρούσε, σκεφτόταν αν αυτός ο παπάς είναι βρικόλακας. Αλλά κατέληξε πως όχι, γιατί δεν ταίριαζε με την περιγραφή που του είχε δώσει η Έμιλυ. Ωστόσο, για τον Κάρτερ, ήταν ύποπτος. Φερόταν περίεργα. Με μυστικοπάθεια. Ή απλά ήταν τρελός, με μυαλό που «πετούσε στα ουράνια» -συνέβαινε με τους ηλικιωμένους. Μπορεί αυτός ο παπάς να είχε παρανοήσει από τα όσα έζησε; Υπέθετε πως ναι, θα μπορούσε να επηρεαστεί πολύ. Αλλά το ένστικτο του Κάρτερ, αυτή η επίμονη άηχη αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά, τον προειδοποιούσε. Έπρεπε να προσέχει.

Ο Φάμπιαν ρώτησε «Ήσασταν εδώ όταν συνέβη το Κακό, έτσι δεν είναι; Όταν επιτέθηκαν στο Μπραν».

Ο Στεφάν ένευσε.

«Είδατε αυτούς που επιτέθηκαν;»

Ο Στεφάν ένευσε ξανά.

Ο Φάμπιαν πρόσεξε κάτι. Μια αδιόρατη κίνηση. Νόμιζε ότι κάνει λάθος, ότι δεν κατάλαβε σωστά, λόγω έλλειψης επαρκούς φωτισμού, αλλά είδε –ήταν σίγουρος– την κίνηση να επαναλαμβάνεται άλλες δύο φορές.

Τα δάχτυλα του δεξιού χεριού της νεκρής συζύγου, το οποίο κρεμόταν, κουνήθηκαν. Όχι πολύ, ίσα που λύγισαν. Αργά, αλλά ήταν ξεκάθαρο πως τα βρόμικα νύχια στράφηκαν από το έδαφος προς το κάτω μέρος της καρέκλας του Στεφάν. Έγινε το ίδιο πράγμα έπειτα από τρία τέσσερα δευτερόλεπτα.

Μπορεί να είναι ζωντανή; αναρωτήθηκε με τρόμο.

Παρατήρησε το πρόσωπο του Στεφάν. Ο ηλικιωμένος έδειχνε σαν να μην είχε καταλάβει κάτι. Κοιτούσε τον Φάμπιαν με το ίδιο γαλήνιο, ίσως παρατημένο, ύφος. Ήταν δυνατόν, όμως, να μην ήξερε ότι η γυναίκα του ήταν ζωντανή;

Έπειτα, είδε κάτι άλλο. Μια λεπτή κόκκινη γραμμή στην παλάμη του Στεφάν, που κάλυπτε το στόμα της γυναίκας του, και η οποία έρεε προς τα ανοιχτά χείλη.

Αίμα, σκέφτηκε με φρίκη.

Ρώτησε «Τι μπορείτε να μας πείτε για αυτούς που επιτέθηκαν στο Μπραν;»

Ο Στεφάν απάντησε «Ήρθαν και μας προειδοποίησαν. Μας έδωσαν την ευκαιρία να τους παραδώσουμε την ψυχή μας, για να μας λυπηθούν και να μας λυτρώσουν από τη δύσμοιρη και αδύνατη φύση μας. “Κάτοικοι του Μπραν. Παραδοθείτε. Βγείτε από τα σπίτια σας και δεχθείτε την μοίρα σας. Δεχθείτε την ανώτερη φύση που φέρνουμε και γίνετε κι εσείς υπήκοοι της Κόμισσας Ροντίκα Ντραγκίτσι. Αν δεν συμμορφωθείτε, θα υποφέρετε. Το Μπραν θα πάψει να υπάρχει σήμερα. Δεχθείτε την αιώνια ζωή και δεν θα πέσετε μαζί του”. Αυτά μας είπαν. Εμείς αρνηθήκαμε και εκείνοι αναγκάστηκαν να μας φερθούν με αυστηρότητα. Όπως μας έπρεπε, που τολμήσαμε να τους αντισταθούμε». Ο Στεφάν χαμογέλασε και κατέβασε πάλι το κεφάλι προς την σύζυγό του. «Αλλά μας λύτρωσαν τελικά. Έτσι δεν είναι, αγαπητή μου;»

Η γυναίκα δεν αποκρίθηκε. Δεν άνοιξε ούτε τα μάτια, ούτε μίλησε. Ούτε καν ανάπνεε –έτσι φαινόταν, δηλαδή.

Ο Φάμπιαν, όμως, πρόσεξε ξανά την κίνηση του χεριού της. Τα δάχτυλα κινήθηκαν για άλλη μια φορά. Αν αυτή είναι νεκρή, τότε εγώ είμαι ο Θεός.

Έριξε μια ματιά προς τον Κάρτερ, ο οποίος τον κοιτούσε. Και του ένευσε, σαν να του έλεγε Ναι, το είδα κι εγώ. Ο πιστολέρο σήκωσε αργά το εξάσφαιρό του προς τον Στεφάν και την γυναίκα του.

«Κύριε ταγματάρχη» ψιθύρισε ο Σούκε, που στεκόταν στα δεξιά του Φάμπιαν, «κάτι δεν μου αρέσει με αυτόν τον παπά».

Ο Φάμπιαν επιβεβαίωσε πως κι αυτός ανησυχεί.

«Μην ανησυχείτε, παιδιά μου. Θα έρθουν και για εσάς» είπε ο Στεφάν και τους κοίταξε όλους τους, με ένα χαμόγελο που, σε μια διαφορετική περίσταση, θα μπορούσε να είναι εγκάρδιο και διόλου απειλητικό. Δηλαδή, έτσι θα το έβλεπαν οι στρατιωτικοί και ο Κάρτερ. Γιατί και τώρα ο Στεφάν χαμογελούσε με καλοσύνη, αλλά αυτή η καλοσύνη ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με αυτά που έλεγε. «Θα λυτρώσουν και εσάς» συνέχισε. «Θα σας προσφέρουν την ανώτερη φύση τους. Θα σας καλέσουν να γίνετε υπήκοοι της Κόμισσας. Και δεν θα ήταν καθόλου, μα καθόλου σωστό από μέρους σας, να αρνηθείτε. Δεν θέλετε να αρνηθείτε, πιστέψτε με». Το χαμόγελό του άλλαξε. Φανέρωσε τα δόντια του, που, ενώ παρέμεναν ανθρώπινα, ωστόσο προσέδιδαν στο πρόσωπο του Στεφάν μια αλλόκοσμη παραφροσύνη. «Και γιατί να αρνηθείτε; Γιατί να μην θέλετε να γίνετε ανώτερα όντα; Να εκπληρώσετε τον σκοπό μιας τόσο εκπληκτικής…»

«Δαιμόνισσας» είπε ο Φάμπιαν, διακόπτοντας τον Στεφάν.

«Όχι!» πετάχτηκε ο Στεφάν, παραμένοντας, όμως, χαμογελαστός. «Όχι, δεν είναι δαιμόνισσα. Είναι θεά! Όχι σαν αυτόν τον Θεό που πίστευα τόσα χρόνια και Στον οποίο μάλλον πιστεύετε και εσείς. Όχι, αυτή είναι πολύ καλύτερη. Το πιο σημαντικό, αυτή έχει αποδείξει την ύπαρξή της. Οι υπήκοοί της ζουν στο κάστρο του Μπραν. Είναι αληθινοί, σας λέω. Και οι υπήκοοι και η Κόμισσα. Την είδα μέσω μιας εξ αυτών. Είναι υπέροχη γυναίκα. Κατοικεί στο σκοτάδι, αιώνια. Θέλει να μας σώσει από την θνητότητά μας, να ζούμε για πάντα χάρη στο αίμα της».

«Μα τι λέει;» ρώτησε ο Σούκε τον Φάμπιαν. «Τι είναι αυτά που μας αραδιάζει;»

«Μας επιβεβαιώνει αυτό που φοβόμασταν, λοχαγέ. Όμως, παραδέχεται και κάτι άλλο». Ο Φάμπιαν ρώτησε τον Στεφάν «Σε έκαναν βρικόλακα, Οσμοκέσκου;»

«Όχι ακόμα. Αλλά μου έδωσαν λίγη δύναμη. Ένα δαγκωματάκι και άρχισα να νιώθω πολύ καλύτερα. Νεώτερος κατά είκοσι χρόνια, θα μπορούσες να πεις».

«Δηλαδή, είσαι δικός τους;»

«Ναι» απάντησε δυνατά ο Στεφάν, σαν να είχε ακούσει κάτι που ήταν ευνόητο. «Φυσικά. Και εσείς πρέπει να γίνετε. Και θα γίνετε, σας το λέω».

Ο Σούκε, ο Σέκερες και ο στρατιώτης έμειναν να κοιτάνε τον Στεφάν, αμίλητοι.

«Εσύ δεν ήσουν που ήθελες να καλέσετε τις Αρχές;» ρώτησε ο Φάμπιαν. «Εσύ έστειλες δύο γράμματα στο Μπρασώφ, για να κινητοποιηθούν η πολιτοφυλακή και το Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα. Και τώρα λες όλα αυτά;»

Ο Στεφάν κούνησε το κεφάλι του. «Τότε δεν ήξερα» απάντησε. «Δεν ήξερα ότι έκανα λάθος και ότι εκείνοι είναι οι καλοί της υπόθεσης».

Αυτό το τελευταίο σχόλιο ο Φάμπιαν δεν θα το συζητούσε καν, ειδικά με αυτόν, που το μυαλό του είχε δηλητηριαστεί. «Γιατί σε άφησαν εδώ;» ρώτησε.

«Για να ξέρουν τι γίνεται. Μπορώ να τους λέω ποιον συναντάω, τι βλέπω. Επικοινωνώ μαζί της, μέσω του μυαλού. Εξαιρετική δύναμη, σε διαβεβαιώνω!»

«Μαζί της; Με ποια, δηλαδή;»

«Θα μάθεις σύντομα».

Ο Φάμπιαν έβρισε μέσα του. Ο Στεφάν Οσμοκέσκου ήταν ένας γαμημένος κατάσκοπος και τώρα οι άλλοι, οι βρικόλακες, ήξεραν για το απόσπασμα. Γαμώτο!

Ο Κάρτερ ρώτησε τον Φάμπιαν «Τι είπε ο παπάς;»

«Ότι υπάρχουν βρικόλακες στο Μπραν. Και ότι αυτός έγινε δούλος τους. Και ότι δεν είναι πια παπάς. Και ότι πλέον δεν είναι κάτοικος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, αλλά ένας εχθρός» απάντησε ο Φάμπιαν, εκνευρισμένος. Πλησίασε και έσκυψε προς τον ηλικιωμένο. Τον κοιτούσε κατάματα. «Ευχαριστώ, αλλά θα πρέπει να αρνηθώ την προσφορά της και όλων όσων εξουσιάζει». Σηκώθηκε και έκανε πίσω. «Δεκανέα, εσύ και ο στρατιώτης θέλω να κρατήσετε τα χέρια του, όσο εγώ και ο λοχαγός θα απομακρύνουμε την γυναίκα. Στεφάν Οσμοκέσκου, είσαι υπό κράτηση».

«Μάλιστα, κύριε» απάντησαν ο Σέκερες και ο ορειβάτης τυφεκιοφόρος. Πέρασαν τα Μάνλιντσερ στον ώμο και πήγαν δεξιά και αριστερά του Στεφάν. Έπιασαν τα χέρια του και τα τράβηξαν από την Ντανιέλα.

«Μην κάνετε ανοησίες» είπε ο Στεφάν. «Θα το μετανιώσετε».

Ο Φάμπιαν και ο Σούκε έπιασαν την γυναίκα, ο μεν από τις μασχάλες και ο δε από τα πόδια, την σήκωσαν και την ακούμπησαν σε έναν τοίχο, έτσι ώστε να φαίνεται ότι κάθεται σε ορθή γωνία. Το κεφάλι της κρέμασε, αλλά κανένα άλλο σημείο του κορμιού της δεν κουνήθηκε.

«Δεκανέα» είπε ο Φάμπιαν «έχεις μαζί σου χειροπέδες, σωστά;»

«Μάλιστα, κύριε».

Ο Φάμπιαν είπε «Δέσε τα χέρια του Οσμοκέσκου και μετακίνησέ τον προς την έξοδο. Αλλά μη βγείτε. Στρατιώτη, εσύ έχε το όπλο σου ανά χείρας. Αν κάνει τίποτα ο κρατούμενος, ακινητοποίησε τον».

Οι άντρες υπάκουσαν και απομάκρυναν τον Στεφάν.

«Ταγματάρχη» ρώτησε ο Σούκε «είπατε, όχι αιχμάλωτοι. Οπότε γιατί να τον κρατήσουμε αυτόν, εφόσον τον θεωρούμε ένοχο;»

«Τυπικά, δεν είναι ένοχος, λοχαγέ. Όχι ακόμα. Μόνο ύποπτος». Ο Φάμπιαν γύρισε προς τον Κάρτερ. «Μαξ, στάσου δεξιά από την γυναίκα και έχε το όπλο σου στραμμένο προς αυτήν».

«Εντάξει». Ο Κάρτερ μετακινήθηκε και την σημάδεψε.

«Τι κάνουμε;» ρώτησε ο Σούκε, που έβγαλε κι αυτός το Μάνλιντσερ και το έστρεψε προς την Ντανιέλα.

«Ένα πείραμα» απάντησε ο Φάμπιαν. Έπειτα, έδειξε στον Σούκε πού να σταθεί, στα αριστερά της γυναίκας. Ύστερα, ο ίδιος έσκυψε και έμεινε γονατισμένος κοντά της. Το δέρμα του λαιμού της ήταν κρύο σαν πέτρα και άσπρο σαν το χιόνι και στο φως του φαναριού έμοιαζε σαν να είναι πλασμένο από κερί. Με το φανάρι του, έλεγξε το στήθος της, αν ανεβοκατεβαίνει –τίποτα. Πήρε τον σφυγμό της –είχε.

Όχι που θα ήταν νεκρή, σκέφτηκε.

Θυμήθηκε ότι η Ιούλια Τσομπάνου τού είχε επιβεβαιώσει ό,τι του είχαν πει πρωτύτερα οι άλλοι χωρικοί, πως οι βρικόλακες τρέφονται με αίμα. Επίσης, είχε δει τι έκανε ο Στεφάν με το χέρι του. Έτσι, έβγαλε από την τσέπη του το σουγιά του, άφησε στην άκρη το φανάρι του και, δίχως να πάρει τα μάτια του από την γυναίκα, έξυσε λίγο το δέρμα του δείκτη του αριστερού του χεριού. Μια στάλα αίμα φούσκωσε από την πληγή.

«Φάμπιαν, είναι καλή ιδέα αυτό που κάνεις;» ρώτησε ο Κάρτερ.

«Δεν ξέρω, Μαξ. Απλά, θέλω να μάθω». Ο Φάμπιαν έσφιξε τη λαβή του σουγιά του με το δεξί χέρι και σήκωσε το αριστερό προς το κατεβασμένο πρόσωπο της γυναίκας. Πίεσε το δέρμα κοντά στην πληγή, για να βγει λίγο ακόμα αίμα.

«Κύριε ταγματάρχη, για πόση ώρα θα συνεχίσουμε;» ρώτησε ο Σούκε, που ένιωθε ναι ιδρώνει από το άγχος. Δεν του άρεσε που ο ανώτερός του ασχολιόταν έτσι με ένα πτώμα. Ή μήπως δεν είναι πτώμα; αναρωτήθηκε. Μήπως ο ταγματάρχης;…

Ο Φάμπιαν τον κοίταξε. «Για όσο πάρει, λοχ…»

«ΦΑΜΠΙΑΝ, ΠΡΟΣΕΞΕ!» ούρλιαξε ο Κάρτερ.

Ο Φάμπιαν γύρισε την στιγμή που η γυναίκα μούγκριζε και σήκωνε το βλέμμα της, με τα μάτια σα σφαίρες, και άνοιγε το στόμα της, με τα σκυλόδοντα που είχαν αντικαταστήσει τα ανθρώπινα, και γύρεψε το πολύτιμο υγρό που είχε μυρίσει. Το εντόπισε αμέσως και έριξε μπροστά το κεφάλι της, έτοιμη να πιει.

Όμως, ο Κάρτερ πρόλαβε και όπλισε και την πυροβόλησε, ρίχνοντας το κρανίο της πλάγια, προς τα δεξιά, προς την μεριά του Σούκε, ο οποίος έβγαλε ένα αγκομαχητό και πυροβόλησε κι αυτός, με τον θόρυβο μέσα στην εκκλησία να γίνεται εκατονταπλάσιος, ανοίγοντας μια τρύπα στο κέντρο του στήθους της.

«Όχι! Μην την πυροβολείτε!» είπε ο Στεφάν. «Σας παρακαλώ!»

«Σκάσε!» του είπε ο στρατιώτης, σημαδεύοντάς τον.

Η γυναίκα μούγκρισε πιο δυνατά και έψαξε τρόπο να φύγει, αδιαφορώντας για την τροφή της. Κάρφωσε τα χέρια της στον τοίχο και ανασηκώθηκε.

Ο Φάμπιαν, όμως, τη γράπωσε από το φόρεμα και την τράβηξε κοντά του. Τα αυτιά του βούιζαν ακόμη από τις κοντινές ριπές, αλλά δεν θα την άφηνε να φύγει. Κατάφερε να την ρίξει ξανά στο δάπεδο. Γρήγορα, ανέβηκε στην πλάτη της, με τα γόνατά του να αγγίζουν το πάτωμα, καθηλώνοντάς την. Αλλά το ον που κάποτε ήταν η Ντανιέλα Οσμοκέσκου σπαρταρούσε σαν λιοντάρι και δυσκόλευε τον Φάμπιαν, που δυο τρεις φορές παραλίγο να πέσει και να το αποδεσμεύσει.

«Μαξ! Λοχαγέ! Πιάστε τα χέρια της! ΤΩΡΑ!» φώναξε.

Ο Σούκε και ο Κάρτερ έβαλαν τα όπλα τους στην θέση τους και όρμησαν και έπιασαν την μαινόμενη γυναίκα.

«Να πάρει, είναι πολύ δυνατή, Φάμπιαν» είπε ο Κάρτερ. «Δεν θα μπορέσουμε να την κρατήσουμε».

«Θα μπορέσουμε» είπε ο Φάμπιαν. Έφυγε από πάνω της, αλλά τύλιξε τα χέρια του στον λαιμό της. Μαζί με τους άλλους δύο, την σήκωσαν όρθια. Ο Φάμπιαν ήρθε μπροστά της και την κοίταξε. Αίμα έβγαινε από τις δύο πληγές που της είχαν προκαλέσει ο Σούκε και ο Κάρτερ. Η γυναίκα δεν έδειχνε να πονάει. Περισσότερο φαινόταν ότι θέλει να φύγει από κοντά τους, γιατί είναι πιο πολλοί και οπλισμένοι, κι αυτή μόνη της δεν θα κατάφερνε να τους σκοτώσει.

«Κύριε» είπε ο Σέκερες «θέλετε βοήθεια;»

«Όχι, δεκανέα. Μείνετε στην θέση σας, κι εσύ και ο στρατιώτης». Ο Φάμπιαν γύρισε και έριξε μια ματιά στον Στεφάν. Ο πρώην παπάς κοιτούσε έντρομος, χωρίς κανένα χαμόγελο στα χείλη.

Ο Φάμπιαν στράφηκε προς την γυναίκα ξανά. Εμφάνισε τον ξύλινο σταυρό που του είχε δώσει η Ιούλια Τσομπάνου και τον έφερε εμπρός στα μάτια της γυναίκας.

Εκείνη μούγκρισε τρομοκρατημένη. Προσπάθησε να ξεφύγει πιο έντονα από πριν, ενώ έκλεισε και τα μάτια της.

«Φάμπιαν, νομίζω ότι πρέπει να σταματήσουμε τα παιχνίδια» είπε ο Κάρτερ, με σφιγμένη φωνή.

«Ναι. Έχεις δίκιο» συμφώνησε ο Φάμπιαν, βάζοντας τον σταυρό σε άλλη τσέπη. Έπιασε το κεφάλι του βρικόλακα και, πριν οι ορειβάτες τυφεκιοφόροι ή ο Στεφάν προλάβουν να το συνειδητοποιήσουν, τράβηξε το υπηρεσιακό σπαθί του και διαπέρασε το φόρεμα, το δέρμα και την καρδιά του τέρατος.

«ΟΧΙ!» ούρλιαξε ο Στεφάν και τώρα προσπάθησε να διαφύγει. Και θα τα είχε καταφέρει, αν ο στρατιώτης δεν τον χτυπούσε στο μέτωπο με τον υποκόπανο του Μάνλιντσερ, σωριάζοντάς τον στη λαβή του Σέκερες.

Η γυναίκα, αιμορραγώντας από τις πληγές που της είχαν ανοίξει αλλά και από το στόμα, γονάτισε. Άνοιξε τα μάτια της. Ήταν και πάλι ανθρώπινα. Με ασπράδι και κόρη. Ήταν ξανά η Ντανιέλα. Είδε τον Φάμπιαν και είπε «Πονάω. Δεν θέλω να πεθάνω».

«Λυπάμαι, κυρία μου» της είπε ο Φάμπιαν.

Η Ντανιέλα γύρισε προς τον Στεφάν. Δάκρυσε και είπε «Στεφάν μου».

Και, προς έκπληξη όλων των άλλων πλην του Στεφάν, έγινε σκόνη.

Ο Κάρτερ και ο Σούκε έμειναν για μερικά δευτερόλεπτα ακόμα στην θέση τους, μη μπορώντας να δεχτούν ότι πια δεν κρατούσαν τον βρικόλακα.

Ο Σέκερες και ο στρατιώτης σταυροκοπήθηκαν.

Ο Φάμπιαν καθάρισε την λεπίδα του σπαθιού του και το έβαλε στην θήκη του. Όπως και οι άλλοι, ήταν συγκλονισμένος, νιώθοντας όπως οι ήρωες στις ιστορίες που του διάβαζε η Έμιλυ: αδύναμος να συνειδητοποιήσει ότι είχε βιώσει μια υπερφυσική κατάσταση. Ότι είχε δει με τα μάτια του και είχε σκοτώσει με το όπλο του ένα τέρας που αναφερόταν από δεισιδαίμονες ηλικιωμένους χωρικούς.

Είναι αλήθεια, σκέφτηκε. Όλα είναι αλήθεια. Όλα όσα μας είπαν. Αυτοί, οι κάτοικοι του Μπραν. Όχι οι πολιτοφύλακες, όχι οι άλλοι στρατιωτικοί. Κανένας άλλος, πέραν των χωρικών. Και της Έμιλυ, που μου είπε ότι υπάρχουν φήμες για τούτα τα μέρη. Κι εγώ δεν είχα σκοπό να την ακούσω, γιατί ήμουν ηλίθιος. Ούτε τον Μαρτίν άκουγα, γιατί ήμουν ηλίθιος. Ο κόσμος είναι γεμάτος θαύματα, μα και κατάρες, αγαπητέ Φάμπιαν. Γεμάτος αγγέλους, και διαβόλους. Ποτέ δεν ξέρεις ποιος είναι τι. Έτσι μου είχε γράψει, σαν αφιέρωση σε εκείνο το βιβλίο, την Καρμίλα. Κι εγώ απλά… Απλά, ήμουν ένας ξεροκέφαλος γραφειοκράτης στρατιωτικός, που να πάρει!

«Φάμπιαν» τον πλησίασε ο Κάρτερ και άγγιξε τον ώμο του. «Είσαι καλά;»

«Ναι, Μαξ» τον διαβεβαίωσε ο Φάμπιαν. «Ναι. Πλέον, ξέρουμε στα σίγουρα. Οι βρικόλακες υπάρχουν. Οι φήμες είναι αληθινές».

«Μου το είπε η Έμιλυ, Φάμπιαν. Δεν σου ανέφερα τίποτα, γιατί…»

«Ξέρω. Δε χρειάζεται να απολογείσαι. Εγώ έκανα λάθος». Ρούφηξε την μύτη του και φόρεσε ξανά το καπέλο του. Πήγε και σήκωσε το φανάρι του. «Ώρα να αναλάβουμε δράση».

«Δηλαδή;»

«Θα σου πω». Ο Φάμπιαν πλησίασε τον Σούκε και μαζί πήγαν ως τον Σέκερες και τον στρατιώτη και τον Στεφάν, που δεν έκλαιγε, αλλά έμενε αμίλητος. «Δεκανέα, εσύ και ο στρατιώτης θα κρατήσετε τον Οσμοκέσκου εδώ, για λίγο. Θα σας στείλω άλλον έναν».

«Μάλιστα, κύριε ταγματάρχη».

«Μπορείτε να τον κρατήσετε, έτσι δεν είναι;»

«Μάλιστα, κύριε».

«Αν δοκιμάσει κάτι, να σας ξεφύγει ή και να σας βλάψει, έχετε την άδεια να χρησιμοποιήσετε βία. Ακόμα και να τον σκοτώσετε».

«Μείνετε ήσυχος, κύριε ταγματάρχη».

«Εντάξει». Ο Φάμπιαν έλεγξε τον χώρο. «Δεκανέα, θα τον κρατήσετε εκεί, σε μια καρέκλα. Θα κλείσουμε λίγο την πόρτα, καθώς θα φεύγουμε».

Ο Σέκερες και ο στρατιώτης ένευσαν και μετέφεραν τον Στεφάν.

Ο Φάμπιαν, ο Σούκε και ο Κάρτερ βγήκαν από την εκκλησία και σχεδόν τη σφράγισαν.

«Γιατί τα κάνατε όλα αυτά, ταγματάρχη;» ρώτησε ο Σούκε.

«Άκουσες τι είπε ο Οσμοκέσκου; Μπορεί να επικοινωνεί με τους βρικόλακες, κι ας μην είναι αυτοί εδώ κοντά. Δεν θέλω να ξέρουν τι ετοιμάζουμε».

«Έχετε δίκιο. Έξυπνη ιδέα, κύριε». Ο Σούκε καθάρισε τον λαιμό του. «Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω όσα ζήσαμε και είδαμε».

«Και κάτι μου λέει πως θα έχουμε συνέχεια. Πρέπει να οχυρωθούμε. Μας περιμένει δύσκολη νύχτα». Μετέφρασε τα ίδια λόγια και στον Κάρτερ.

«Ναι, πρέπει να προετοιμαστούμε» απάντησε εκείνος, βάζοντας μία σφαίρα στην άδεια θαλάμη.

«Λοχαγέ, βρες έναν στρατιώτη και πες του να έρθει στην εκκλησία, να φυλάει μαζί με τους άλλους τον Οσμοκέσκου. Όταν τελειώσουμε, θα τους πούμε να τον φέρουν στο μεγάλο σπίτι». Στον Κάρτερ «Μαξ, μαζί μου. Έχουμε πολλή δουλειά».

Ο Κάρτερ, κοιτώντας για μια στιγμή την εκκλησία, ρώτησε «Φοβήθηκε τον σταυρό, σωστά; Εκείνη η γυναίκα;»

«Ναι» απάντησαν ο Φάμπιαν με τον Σούκε.

Ο Κάρτερ τούς κοίταξε. «Ο οποίος σταυρός είναι χριστιανικό σύμβολο. Όμως, ήμασταν μέσα σε ναό. Σε χριστιανικό ναό. Πώς αυτή ζούσε εκεί; Δεν θα έπρεπε να βρει οποιοδήποτε άλλο μέρος, εκτός από μια εκκλησία;»

Ο Φάμπιαν το σκέφτηκε. «Υποθέτω ότι, επειδή ο ναός ήταν κατεστραμμένος και είχε υποστεί πολλές και σημαντικές φθορές, πλέον δεν έχει τη δύναμη να κρατήσει μακριά τα τέρατα». Αναστέναξε. «Μόνο αυτό μπορώ να σκεφτώ».

Ο Κάρτερ και ο Σούκε δεν μίλησαν. Ήταν μια απάντηση που κάλυπτε εν μέρει την ερώτηση του πιστολέρο, αλλά, από την άλλη, τους ανησυχούσε.

  Πώς τα φέρνει η ζωή, ε; θυμήθηκε και πάλι ο Φάμπιαν την ατάκα του αμαξά, του Ντέακ. Ένας θεός ξέρει τι μας περιμένει ακόμα.

Μιας και κανείς δεν είπε τίποτα άλλο, ξεκίνησαν τις προετοιμασίες, ώστε να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν την επερχόμενη απειλή.

 

*

 

10 μετά μεσημβρίας

2 ώρες πριν την Πολιορκία του Μπραν

 

*

 

Κάστρο του Μπραν

Την ώρα που το απόσπασμα ετοιμαζόταν για μια πιθανή επίθεση, τα τέκνα της Κόμισσας ξυπνούσαν από τον λήθαργό τους. Ένας-ένας ή δύο-δύο, ανέβηκαν τα σκαλιά από τα κατώτερα επίπεδα, εκεί όπου δε φτάνει το φως του ήλιου, και συγκεντρώθηκαν στην τραπεζαρία, απέναντι ή δίπλα στη Ρεβέκκα. Όσοι δεν χώραγαν (οι βρικόλακες που θύμιζαν περισσότερο ζώα, παρά ανθρώπους) έμειναν στο διάδρομο, μιας και δεν επρόκειτο να χρησιμεύσουν σε κάτι (ούτε μιλούσαν, ούτε μπορούσαν να σκεφτούν). Ο Νικολάι, ο Βασίλι, η Έλενα κάθονταν μαζί στη μια μεριά, στα αριστερά της Ρεβέκκα, πίσω από την οποία στέκονταν η Ροζάλια και η Ραλούκα, η τσιγγάνα που είχε αλλάξει στις αρχές της ημέρας που όδευε προς τη φέξη της.

Ήξεραν. Ήξεραν ότι είχαν έρθει κι άλλοι στρατιωτικοί. Ο πρώην παπάς είχε μεταδώσει την γνώση του στην Ρεβέκκα και τους άλλους ανώτερους βρικόλακες. Δεν ήταν πολλοί, σίγουρα λιγότεροι από αυτούς, αλλά ήταν αποφασισμένοι να παλέψουν. Ήταν συγκεντρωμένοι στο σπίτι των Τσομπάνου, το οποίο οχύρωναν όπως-όπως.

«Όλοι μαζί» σχολίασε ο Νικολάι. «Σαν πρόβατα που έχουν κλειστεί στο μαντρί τους. Μάλλον, είναι πιο ηλίθιοι από τους προηγούμενους. Εκείνοι, τουλάχιστον, είχαν τη φρόνηση να χωριστούν».

«Όντως» συμφώνησε η Ροζάλια. «Αλλά κάνουν το έργο μας πιο εύκολο, οπότε γιατί να διαμαρτυρηθούμε;»

«Σωστά όλα αυτά» είπε η Ρεβέκκα. «Δεν θα αργήσουμε να τους ξεφορτωθούμε. Δεν θα τους αλλάξουμε. Αυτή τη φορά, μόνο σκοτώνουμε».

«Δηλαδή, δεν θα γευτούμε καν λίγο αίμα;» ρώτησε η Ροζάλια, χαϊδεύοντας τον ώμο της αγαπημένης της. Όπως την προηγούμενη βραδιά, πριν ξαπλώσουν. Όταν οι δυο τους και η καινούρια, η Ραλούκα, έκαναν έρωτα.

Η Ρεβέκκα χαμογέλασε. «Φυσικά και θα πιούμε από αυτούς. Αλλά δεν θα τους αλλάξουμε. Απλά, θα δειπνήσουμε και θα τους σκοτώσουμε».

«Ωραία» σχολίασε η Ραλούκα, που, σαν νέα βρικόλακας, αδημονούσε για το επόμενο γεύμα της. «Ωραία. Θα ήταν κρίμα να πάνε χαμένα τόσα θηράματα».

«Θα πάνε χαμένα» είπε ο Νικολάι «αλλά όχι για εμάς». Γέλασε, όπως έκαναν και οι τρεις ερωμένες.

Από τους ανώτερους, μόνο ο Βασίλι δεν μίλησε, ούτε γέλασε. Είχε στα χέρια του το αριστερό χέρι της αδερφής του και το χάιδευε όπως συνήθιζε όταν ήταν ακόμα άνθρωποι -τότε που, όταν εκείνη φοβόταν, αυτός αναλάμβανε να γαληνέψει την ταραγμένη ψυχή της. Δεν έλεγε κάτι, γιατί του φαινόταν ότι κάτι τους διαφεύγει. Κάτι σημαντικό.

Η Ρεβέκκα, που τον κοιτούσε ενίοτε, είχε καταλάβει ότι είναι προβληματισμένος, αλλά δεν ήξερε αν θέλει να τον ακούσει. Από τους ανώτερους, ήταν ο πιο μίζερος, αυτός που συνήθως τσακωνόταν με τους άλλους. Ο Βασίλι και η κατώτερη αδερφή του ήταν από τις πιο ατυχείς επιλογές της Κόμισσας, κατά την γνώμη της Ρεβέκκα, που όμως δεν ήταν τόσο σημαντική γνώμη, όσο της Κόμισσας. Οπότε τα τέκνα της έπρεπε να τον ανεχτούν. «Βασίλι;» τον ρώτησε η Ρεβέκκα «θες να μας πεις κάτι;»

Οι άλλοι σταμάτησαν να γελούν και στράφηκαν προς αυτόν.

Ο Βασίλι είπε «Ναι. Θέλω. Νομίζω ότι δεν πρέπει να γελάμε και να χαιρόμαστε από τώρα».

«Εσύ δεν γελάς, ούτε χαίρεσαι. Μόνο γκρινιάζεις» του είπε η Ροζάλια.

Ο Βασίλι δεν της έδωσε σημασία, παρά συνέχισε να απευθύνεται προς την Ρεβέκκα. «Νομίζω ότι πρέπει να είμαστε περισσότερο προσεχτικοί, απ’ ό,τι νομίζετε εσείς. Ο παπάς είναι χρήσιμος, αλλά δεν ξέρω αν πρέπει να του έχουμε τυφλή εμπιστοσύνη. Δεν τον έχουμε αλλάξει εντελώς. Παραμένει άνθρωπος, ως ένα σημείο. Δηλαδή, και ηλίθιος, μα και πιθανός εχθρός μας. Μπορεί να μας παραπλανά, αυτό νομίζω».

«Ανοησίες» είπε η Ροζάλια. «Δεν είναι τόσο πονηρός. Θα το είχαμε καταλάβει αν δοκίμαζε να μας κοροϊδέψει».

«Επίσης, έχει μαγευτεί από τη φύση μας» πρόσθεσε ο Νικολάι. «Είδε τι μπορούμε να κάνουμε και τι θέλει η Κόμισσα να προσφέρουμε στους θνητούς. Και νομίζει ότι θα δώσουμε και στον ίδιο τις δυνάμεις μας και ότι θα γίνει πιο σημαντικός, απ’ ό,τι είναι τώρα ή απ’ ό,τι ήταν ποτέ. Πράγμα που δεν θα κάνουμε».

Όλα αυτά τα είχε σκεφτεί και ο Βασίλι, όμως δεν είχε πειστεί για το κατά πόσο αξιόπιστος είναι ο Στεφάν. Είπε «Και πάλι, θεωρώ ότι πρέπει να προσέχουμε».

«Δηλαδή» ρώτησε η Ρεβέκκα «τι θεωρείς ότι μπορεί να μη μας λέει; Πώς μας παραπλανά;» Δεν θα είχε δώσει παραπάνω σημασία στις ανησυχίες του Βασίλι, αλλά αφενός, η Κόμισσα τής είχε επιστήσει την προσοχή για θηράματα που ίσως αποδεικνύονταν έξυπνα, και αφετέρου, δεν ήθελε να την απογοητεύσουν ξανά. Οπότε, ακόμα και αν ο Βασίλι είχε μια φαινομενικά ανόητη σκέψη -και ήταν ανόητος ο συλλογισμός του ότι ο Στεφάν μπορεί να τους πει ψέματα και να τον πιστέψουν-, η Ρεβέκκα, ως αρχηγός, όφειλε να την ακούσει και να την κρίνει.

Ο Βασίλι δεν απάντησε αμέσως, παρά τους κοίταξε όλους τους, ανώτερους και κατώτερους. Δεν έψαχνε κάτι ή κάποιον, αλλά ένιωθε την επίκριση των ανωτέρων προς αυτόν και αναζητούσε την -έστω και μη ηθελημένη- συμπάθεια των κατωτέρων. Εν τέλει, στράφηκε ξανά προς τη Ρεβέκκα, που τον περίμενε καρτερικά. Απάντησε «Μπορεί ο αριθμός των θηραμάτων να είναι μεγαλύτερος από αυτόν που μας έδωσε ο παπάς».

«Και λοιπόν;» ρώτησε εκείνη, χαμογελαστή. «Τι είκοσι να είναι, τι πενήντα, τι εκατό… Θυμήσου ότι οι χωριάτες ήταν πολύ περισσότεροι από εμάς και η αντίστασή τους ήταν ανύπαρκτη. Τους υποτάξαμε μέσα σε μια νύχτα».

«Αλλά είχαμε μία απώλεια». Ο Βασίλι την είδε να σοβαρεύει, καθώς θυμόταν ότι η Μαγκνταλένα είχε πεθάνει εκείνη τη βραδιά. «Και οι χωριάτες δεν ήταν στρατιώτες».

«Ήρθαν και στρατιώτες» είπε ο Νικολάι. «Τους ξεπαστρέψαμε και αυτούς. Με μία απώλεια, μονάχα».

«Ήταν λίγοι. Πιο λίγοι από αυτούς που ήρθαν τώρα. Και» είπε δυνατά ο Βασίλι, για να μην αφήσει κανέναν άλλο να μιλήσει, «πρέπει να σκεφτούμε πως τα νέα θηράματα μπορεί να είναι καλύτερα προετοιμασμένα από τα προηγούμενα». Έδειξε την Ρεβέκκα. «Εσύ είπες ότι η Κόμισσά μας σου είπε να προσέξουμε, μην τυχόν υπάρχει κάποιος άντρας που “να έχει μια στάλα μυαλό”».

Η Ρεβέκκα αμφέβαλλε αν υπήρχε ένας τέτοιος άντρας, αλλά, εφόσον η αφέντρα της ήθελε να λάβουν υπ’ όψιν τους αυτή την πιθανότητα, εκείνη δεν θα πήγαινε ενάντια στην θέληση της Κόμισσας. Χαμογέλασε ξανά. «Και να υπάρχει» είπε «ένας άντρας που να ξέρει τι του γίνεται σε κάποια θέματα, ωστόσο, για εμάς, παραμένει ηλίθιος και θήραμα. Γιατί ήρθε στο Μπραν. Αυτό ήταν τεράστιο λάθος. Και θα το πληρώσει. Αποζημιώνοντάς μας, μάλιστα, με το ίδιο του το αίμα. Όπως και όλοι όσοι τον ακολούθησαν». Έγειρε το κεφάλι της προς τα δεξιά και η Ροζάλια σήκωσε το χέρι της και η Ρεβέκκα της το φίλησε. «Μη φοβάσαι, Βασίλι. Η εντολή της Κόμισσας θα εκπληρωθεί».

 

*

 

Μπρασώφ

Τα παιδιά της Σορίνα κοιμόντουσαν, κι έτσι η ίδια, ο σύζυγός της και οι δύο Βλαντιμιρέσκου κάθονταν στο σαλόνι –τα δύο αδέρφια δίπλα-δίπλα και οι Καρντέι απέναντί τους. Η Στεφανία, ο αδερφός της και η Σορίνα έπιναν τσάι, ενώ ο σαρανταπεντάρης Ματέι έπινε καφέ. Είχαν ανάψει τα κεριά στα κηροπήγια του τραπεζιού μπροστά τους. Οι γυναίκες φορούσαν νυχτικό, την στιγμή που οι άντρες δεν είχαν βγάλει ακόμα το πουκάμισο και το παντελόνι τους. Τα τελευταία δέκα λεπτά, δεν μιλούσαν, παρά έμοιαζαν σαν να ήταν συγγενείς συγκεντρωμένοι γύρω από το φέρετρο του νεκρού που είχαν χάσει και ξαγρυπνούσαν για αυτόν.

Η Σορίνα και οι δύο Βλαντιμιρέσκου ήταν ανήσυχοι. Ο Ματέι, όχι ιδιαίτερα, γιατί, αν και του είχαν πει κάποια πράγματα για το στρατιωτικό απόσπασμα και το Μπραν, ωστόσο δεν του είχαν πει τα πάντα –δεν του είχαν πει τίποτα για τους βρικόλακες. Ο ίδιος ήξερε από τα κουτσομπολιά και τα όσα έγραφε η τοπική εφημερίδα ότι κάτι συμβαίνει σε εκείνο το χωριό, όμως αφενός δεν γινόταν λόγος πουθενά για τέρατα και αφετέρου το τελευταίο που θα σκεφτόταν ο Ματέι είναι πως στην υπόθεση είχαν εμπλακεί υπερφυσικά όντα. Ως άνθρωπος που είχε σπουδάσει, θεωρούσε ότι οι παλιές δεισιδαιμονίες έπρεπε να ξεχαστούν, γιατί δεν είχαν καμία λογική βάση, πέραν του εγγενώς ανθρώπινου φόβου για όσα δεν είχαν ανακαλυφτεί και εξηγηθεί ακόμα.

Όταν γύρισε από το σχολείο και βρήκε τους άλλους προβληματισμένους και ρώτησε και η Στεφανία του είπε ότι είχαν έρθει εκπρόσωποι των Αρχών και ρώτησαν εκείνη και τον Σάντου σχετικά με το Μπραν, ο Ματέι αρχικά κατάλαβε ότι οι Βλαντιμιρέσκου και η Σορίνα ήταν λυπημένοι, γιατί τους υπενθύμισαν ότι αγνοούνται δικοί τους άνθρωποι, αλλά και γιατί έμμεσα τους έλεγαν ότι δεν είχαν βρει κανέναν. Αυτός είχε σπεύσει να αγκαλιάσει την γυναίκα του, που είχε τα παιδιά τους γύρω της, ενώ είχε πει στην Στεφανία και στον Σάντου να έχουν εμπιστοσύνη στις Αρχές και ότι θα τα κατάφερναν. Ότι ήταν θέμα χρόνου να βρουν τους υπαίτιους και να τους συλλάβουν, αλλά και να φέρουν σώους τους κατοίκους του Μπραν που δεν είχαν φύγει από το χωριό –κάτι που, όταν το είχε μάθει, του φάνηκε παράξενο, αλλά η δικαιολογία που του έδωσαν τότε, ότι οι ενήλικοι δεν έφυγαν για να καθυστερήσουν τους κακούς, του είχε φανεί ως ένα βαθμό λογική.

Όμως, όπως και πριν από επτά ώρες, περίπου, έτσι και τώρα τα λόγια του δεν είχαν καταφέρει να αλλάξουν την στάση των άλλων. Δεν τους είχε ηρεμήσει, όπως ήλπιζε. Αντίθετα, λεπτό με το λεπτό, έδειχναν να ανησυχούν όλο και πιο πολύ. Το οποίο δεν το αντιλαμβανόταν πλήρως. Δηλαδή, ναι, να φοβούνται για την τύχη των δικών τους, αλλά για τους στρατιωτικούς; Δεν τους ήξεραν. Η Στεφανία και ο Σάντου είχαν μιλήσει με κάποιους, για λίγο, αλλά τι μ’ αυτό; Τόσο πολύ τους είχαν συμπαθήσει; Και η Σορίνα; Δεν τους είχε δει καν. Δεν ήταν ότι ο Ματέι θέλει να πάθουν κάτι, αλίμονο, αλλά πόσο να φοβάται ο ίδιος ή οποιοσδήποτε πολίτης για την τύχη ανθρώπων που είχαν εκπαιδευτεί για τέτοιες καταστάσεις και είχαν αποδεχτεί τους κινδύνους που αυτές συνεπάγονταν; Κι άλλωστε, το πρόβλημα δεν πρέπει να ήταν πολύ μεγάλο, γιατί δεν είχε επεκταθεί πέραν του Μπραν. Για παράδειγμα, δεν είχαν χαθεί χωρικοί από άλλα μέρη της Τρανσυλβανίας. Τουλάχιστον, δεν είχε ακουστεί ή γραφτεί κάτι σχετικό. Απ’ ό,τι καταλάβαινε ο Ματέι, ήταν τοπικό ζήτημα, αφορούσε μόνο το Μπραν. Η στρατιωτική παρουσία στο Μπρασώφ είχε αυξηθεί, βέβαια, αυτό το ήξερε, αλλά αυτό πρέπει να ήταν προληπτικό μέτρο. Το ίδιο είχε γίνει και σε άλλες περιοχές, οι στρατιώτες είχαν βγει από τα στρατόπεδά τους και περιπολούσαν, όμως και αυτό συνηγορούσε στο ότι οι Αρχές απλά φρόντιζαν να μην ξεφύγει η κατάσταση από τον έλεγχό τους, ώσπου να λύσουν την υπόθεση. Δηλαδή, έκαναν σωστά τη δουλειά τους. Οπότε γιατί η Σορίνα και οι δύο Βλαντιμιρέσκου σχεδόν έτρεμαν για το απόσπασμα και αυτόν τον Αυστριακό ταγματάρχη, τον Φάμπιαν Άσπελ; Όσο καλός και να είχε φανεί μαζί τους -και, κρίνοντας από τον τρόπο που είχαν μιλήσει για αυτόν, πρέπει να ήταν καλός άνθρωπος και εργατικός στρατιωτικός-, ήταν ένας άγνωστος. Τον Ματέι δεν τον απασχολούσε το ότι τα παιδιά είχαν συμπαθήσει αυτόν τον άνθρωπο και το απόσπασμα που διοικούσε, αλλά το ότι έβλεπε τους δικούς του ακόμα περισσότερο λυπημένους απ’ ό,τι τις προηγούμενες μέρες. Λες και ο ταγματάρχης είχε φέρει μόνο δυσάρεστα νέα –κάτι που, από τα λεγόμενά τους, δεν ίσχυε.

«Τώρα θα είναι εκεί» είπε κάποτε η Στεφανία. «Στο Μπραν». Όπως και η Σορίνα, είχε ρίξει στους ώμους της ένα φθηνό μαύρο γιλέκο με γούνα προβάτου. Το έσφιξε πάνω της, σαν να ήταν τα χέρια του συζύγου της κι αυτή ήθελε να τυλιχτεί στην αγκαλιά του. «Ίσως κοιμούνται».

«Σίγουρα, θα θέλουν να ξεκουραστούν, Στεφανία» συμφώνησε ο Ματέι, πίνοντας μια γουλιά καφέ. «Άλλωστε, δεν νομίζω να θέλουν να κάνουν έρευνες μες στην κρύα νύχτα. Δεν είναι κατάλληλες οι συνθήκες».

Η Σορίνα ένευσε, χωρίς να μιλήσει.

Ο Σάντου είπε «Πρέπει να προσέχουν».

«Είμαι σίγουρος ότι προσέχουν, Σάντου».

«Πρέπει. Αλλιώς…» Ο Σάντου κούνησε το κεφάλι του και ήπιε λίγο από το τσάι του. Δεν είπε κάτι άλλο.

Ο Ματέι έμεινε για λίγο να τον κοιτάζει με περιέργεια. Έπειτα, περίμενε μερικά δευτερόλεπτα, μήπως κάποια από τις γυναίκες ήθελε να μιλήσει. Όταν σιγουρεύτηκε ότι ήταν ο μόνος που είχε κάτι να πει, ρώτησε «Τι συμβαίνει; Θέλω να μου πείτε προς τι όλη αυτή η αγωνία. Μου φαίνεται ότι κάτι μου διαφεύγει. Ότι κάτι δεν μου λέτε. Και δεν μου αρέσει αυτό. Ειδικά εσύ, Σορίνα, το γνωρίζεις καλά. Σας ρωτώ, λοιπόν, όλους ευθέως, τι δεν ξέρω;»

Η Στεφανία και ο Σάντου αλληλοκοιτάχτηκαν και μετά στράφηκαν αλλού, για να μην κοιτάνε απευθείας τον Ματέι.

Η Σορίνα, από την άλλη, έπιασε το χέρι του άντρα της και του χαμογέλασε αδύναμα. «Ό,τι ξέρεις, ξέρουμε, καλέ μου» είπε. Πράγμα που, κατά μία έννοια, ήταν αλήθεια. Ήξεραν ότι κάτι κακό συνέβαινε στο Μπραν, ήξεραν ότι αγνοούνταν πολλοί κάτοικοι, ήξεραν για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Μπρασώφ και σε άλλες περιοχές κλπ. Όμως, πρακτικά, αποδεδειγμένα, δεν ήξεραν ποιοι είναι οι υπαίτιοι. Κατ’ ουσίαν, υπέθεταν, με βάση τα όσα είχαν ακούσει για το παρελθόν και τις τωρινές επιθέσεις.

«Δεν νομίζω ότι αυτό είναι αλήθεια, Σορίνα. Εσείς συμπεριφέρεστε σαν να ξέρετε ήδη τι επρόκειτο να γίνει. Σαν να έχετε καλύτερη ενημέρωση και από τις Αρχές».

Έχουμε, ήθελε να πει ο Σάντου, αλλά δεν το έκανε. Δεν θα είχε νόημα. Όπως και η αδερφή του, έτσι και αυτός είχε καταλάβει ότι ο Ματέι είναι άνθρωπος που βασίζεται μονάχα στη λογική, σε όσα βλέπει, ακούει κλπ. Και πάλι, όμως, αν ερχόταν αντιμέτωπος με κάτι υπερφυσικό, θα έκανε κάθε άλλη σκέψη πέραν της προφανής: ότι κάποια πράγματα δεν εξηγούνται παρά μόνο μέσα από γραφές και διαδόσεις ηλικιωμένων. Ο Σάντου μπορούσε να φανταστεί τον Ματέι να βλέπει ένα βρικόλακα να πίνει αίμα από το θύμα του και να δικαιολογεί το τέρας αποκαλώντας το παράφρονα, άρρωστο, και όχι αυτό που είναι στ’ αλήθεια. Ο Ματέι πρέπει να ήταν λιγότερο ανοιχτόμυαλος ακόμα και από τους στρατιωτικούς –ειδικά, από τον ταγματάρχη.

«Μην λες ανοησίες, καλέ μου Ματέι» είπε η Σορίνα. «Πώς θα μπορούσαμε να ξέρουμε τι θα γίνει;»

«Δεν ξέρω. Αλλά…»

«Ανησυχούμε για τους ανθρώπους μας. Αυτό είναι όλο. Μην μας πιέζεις άλλο. Σε παρακαλώ».

Ο Ματέι είδε στο κουρασμένο πρόσωπο της αγαπημένης του την ελπίδα να μην την ζορίσει περισσότερο. Τον πλήγωνε αυτή η εικόνα που παρουσίαζε από τότε που ήρθαν εδώ οι Βλαντιμιρέσκου –αλλά δεν κρατούσε κακία στα παιδιά, γιατί ήξερε πως δεν ήθελαν να προκαλέσουν προβλήματα, αλλά απλά να μείνουν με οικεία τους πρόσωπα, ώσπου να επιλυθεί η υπόθεση του Μπραν. Αναστέναξε και της χαμογέλασε με τρυφερότητα. «Εντάξει» είπε. «Εντάξει». Ήπιε τον υπόλοιπο καφέ του, σηκώθηκε, τη φίλησε και καληνύχτισε τα παιδιά. Και πήγε στην κρεβατοκάμαρα.

Τότε μόνο μπόρεσαν οι δύο γυναίκες να αφήσουν τα δάκρυά τους να κυλήσουν. Ο Σάντου, από τη μεριά του, σκεφτόταν πόσο άδικο είναι που δεν πήγε στο Μπραν, για να εκδικηθεί για… τους γονείς του και… τον πατέρα Στεφάν και… την… κυρία Ντανιέλα… οι οποίοι μάλλον… μάλλον… είχαν…

Τελικά, έκλαψε και ο Σάντου.

 

Στο σπίτι της Τάρα Μπούνεα, η Ιούλια περίμενε τις μικρές εγγονές της, την Λία και την Αντελίνα, να κοιμηθούν, προτού η ίδια αποχωρήσει για το δικό της κρεβάτι. Τα κορίτσια είχαν καταλάβει ότι η επίσκεψη των στρατιωτικών είχε ταράξει την γιαγιά τους, καθώς για αρκετές ώρες μετά έμενε αμίλητη και αγκάλιαζε τα κορίτσια, σαν να επρόκειτο να της φύγουν. Την είχαν ρωτήσει πολλές φορές τι έχει και τι της είπαν οι κύριοι, αλλά δεν τους έλεγε. Τελικά, γύρω στις οκτώ, απάντησε, λέγοντας ότι αυτοί οι άντρες «θα πάνε στον παππού, στον μπαμπά και στην μαμά, για να δουν αν είναι καλά». Η Λία ρώτησε αν εκεί θα έβρισκαν και την κακιά, την Μαγκνταλένα, «που ήθελε να μπει στο δωμάτιό μας». Η Ιούλια είπε πως μπορεί να ήταν και αυτή εκεί.

Η Τάρα, πλέον, έμενε απέξω από αυτές τις κουβέντες. Είχε κι αυτή αντιληφθεί την ανησυχία της Ιούλια, γνωρίζοντας φυσικά και για τα όσα συνέβαιναν στο Μπραν, και στο μυαλό της έβλεπε πολλές δυσοίωνες εικόνες της κόρης της που ερχόταν αντιμέτωπη με φοβερά τέρατα, αλλά είχε επιλέξει να μην ενοχλεί τις Τσομπάνου, ειδικά την Ιούλια, που ήταν αυταρχική. Η Τάρα είχε το δικό της καημό, που προτιμούσε να τον σκέφτεται, παρά να τον συζητάει, κλαίγοντας, στο κρεβάτι της. Όπως έκανε και αυτό το βράδυ.

Όταν οι εγγονές της Ιούλια κατάφεραν να κοιμηθούν, έχοντας απασχολήσει την γιαγιά τους με διάφορες ερωτήσεις («Πώς να είναι η μαμά και ο μπαμπάς και ο παππούς;»… «Γιατί η Μαγκνταλένα έγινε κακιά;»… «Πότε θα γυρίσουμε στο χωριό;»…), για τις οποίες πήραν απαντήσεις («Ελπίζω, καλά, καρδιά μου»… «Γιατί τη βρήκαν μερικά τέρατα»… «Δεν ξέρω. Ίσως σύντομα»…) που δεν τις ικανοποίησαν πολύ, εκείνη έμεινε δύο λεπτά κοντά τους. Στο σκοτεινό δωμάτιο, άφησε τα δικά της δάκρυα ελεύθερα, αλλά συγκρατώντας τον εαυτό της, ώστε να μην την ακούσουν. Η Ιούλια φοβόταν ότι εκείνοι οι στρατιωτικοί δεν θα έβρισκαν κανέναν ζωντανό. Ούτε τον Ντράχοσλαβ, ούτε τον Βέλκαν, ούτε την Εμιλιάνα, ούτε τον πατέρα Στεφάν και την γυναίκα του… Κανέναν. Οι βρικόλακες θα είχαν ρημάξει τον τόπο. Το μόνο το οποίο έπρεπε να εύχεται πια η Ιούλια ήταν να τους είχαν σκοτώσει αμέσως, χωρίς να τους αλλάξουν, κάνοντάς τους κι αυτούς τέρατα. Επίσης, παρακαλούσε τον Θεό να λυπηθεί την ψυχή και του ταγματάρχη Φάμπιαν Άσπελ, καθώς και όσων τον ακολουθούσαν, γιατί θα καλούνταν να αντιμετωπίσουν δυνάμεις του Διαβόλου που τους ξεπερνούσαν.

Η Ιούλια φίλησε στο μέτωπο τις εγγονές της και πήγε στο δωμάτιό της. Εκεί στάθηκε μπροστά σε μια εικόνα της Παναγίας που κρατά τον μικρό Ιησού στην αγκαλιά της. Ήταν ακουμπισμένη σε ένα μικρό ξύλινο τραπέζι, με ένα κηροπήγιο και ένα αναμμένο καντήλι. Η Ιούλια προσευχήθηκε για όλους εκείνους που χάθηκαν και για αυτούς που θα έκαναν ό,τι μπορούσαν για το καλό των ιδίων και των λοιπών κατοίκων της Τρανσυλβανίας.

Έμεινε για πέντε λεπτά εκεί και μετά ξάπλωσε με κόπο, γιατί την πονούσαν τα πόδια και η μέση της. Έκλεισε τα μάτια της, ενώ η σιγαλιά του σπιτιού έμοιαζε να έχει αποκτήσει μια ανατριχιαστική χροιά. Η Ιούλια, πριν αποκοιμηθεί -με τη σκέψη του ευγενούς ταγματάρχη που θα κινδύνευε να την τυραννά- αναρωτήθηκε αν ήταν έτσι και τα σπίτια στο Μπραν: σκοτεινά και ήσυχα, σαν μαυσωλεία.

 

«Όχι! Όχι, δεν μου λέτε την αλήθεια. Δεν μπορεί να το εννοείτε. Δεν… Μα γιατί;»

Ο πολιτοφύλακας Χενρίκ θα ήθελε να πει στην σύζυγο του συναδέλφου του, του Σέκερες, ότι ναι, ήταν ηλίθιος, γιατί είχε όρεξη για βραδιάτικα παιδικά παιχνίδια και πως ο άντρας της θα ερχόταν σύντομα, καθότι τελείωσε η βάρδιά τους, όμως είχε αναλάβει να της μεταφέρει το γράμμα του. Έτσι, βρέθηκε να στέκεται με το χέρι τεντωμένο προς την γυναίκα, η οποία αρνιόταν να το πάρει.

«Λυπάμαι» της είπε για πέμπτη φορά. «Αλλά ήδη πρέπει να είναι στο Μπραν. Διαβάστε όσα σας έγραψε. Είμαι σίγουρος ότι θα καταλάβετε».

Η γυναίκα τον παρατήρησε λίγο ακόμα, χωρίς να πάρει το γράμμα, αλλά τελικά, καταλαβαίνοντας ότι όντως βίωνε αυτή την καταραμένη στιγμή, το παρέλαβε και το άνοιξε. Από τις πρώτες γραμμές που διάβασε, άρχισε να κλαίει και να βρίζει τον Σέκερες, μα και να εύχεται στον Θεό να τον προστατεύει.

Ο Χενρίκ έβαλε ξανά το κράνος του και χαιρέτισε την γυναίκα. Απομακρύνθηκε λίγα βήματα, αλλά γύρισε και της είπε «Αν σας βοηθάει αυτό, σας λέω ότι ούτε εγώ ήθελα να πάει στο Μπραν. Όμως, αν δεν πήγαινε, δεν θα ησύχαζε ποτέ. Αποδείχτηκε πιο άξιος από όλους εμάς που μένουμε πίσω».

Τότε, εμφανίστηκαν δύο από τα παιδιά της οικογένειας και η γυναίκα έσπευσε να σκουπίσει τα δάκρυά της και να τους πει ό,τι μπορούσε να τους αποκαλύψει, ενώ ο Χενρίκ περιπλανήθηκε στο νυχτερινό Μπρασώφ, μέχρι να φτάσει στο σπίτι του.

 

 

*

 

11 μετά μεσημβρίας

1 ώρα πριν την Πολιορκία του Μπραν

 

*

 

Βουδαπέστη

Ο μπράβος του Τζούρτζου ξύπνησε τον φίλο του, που κοιμόταν στο εσωτερικό της άμαξας που ανήκε στο αφεντικό τους. Ο άλλος ενοχλήθηκε και έβρισε, αλλά σηκώθηκε και κοίταξε προς την πολυκατοικία όπου έμεναν οι Άσπελ. Είδαν τους δύο άντρες που κατέβηκαν από μια άμαξα, πλήρωσαν τον οδηγό και μπήκαν στο κτίριο.

«Ήρθαν τέτοια ώρα;» αναρωτήθηκε αυτός που ήταν ξύπνιος όταν ήρθαν οι άλλοι. «Περίεργο δεν είναι;»

«Ναι» απάντησε ο άλλος. «Είναι περίεργο. Τέτοιες επισκέψεις από άντρες σε μια γυναίκα που μένει μόνη, ενώ ο αντρούλης της λείπει…»

«Μένει και η κόρη της μαζί της».

«Ακόμα καλύτερα. Ή χειρότερα, για αυτούς και αυτές».

Οι δύο μπράβοι αντάλλαξαν μια ματιά. Μετά, γέλασαν. Γιατί το ότι είχαν έρθει εδώ οι συνάδελφοι του Άσπελ μπορεί να σήμαινε ότι κάτι είχε πάει στραβά με την αποστολή. Μπορεί ο λεγάμενος να είχε πεθάνει επιτέλους. Ή μπορεί αυτοί να «κανόνιζαν» μάνα και κόρη -κι η μικρή θα ήθελε το κατιτίς της, γυναίκα ήταν- κι ας έλεγε το αφεντικό ότι δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ή μπορεί η Αυστροουγγαρία να είχε μπλέξει σε κάναν πόλεμο με καμιά πολύ μεγαλύτερή της δύναμη –αν και αυτό ήταν το λιγότερο πιθανό σενάριο, και το ήξεραν.

«Θα χρειαστούμε κι άλλο καφέ» είπε ο αγουροξυπνημένος. «Πήγαινε να φέρεις».

«Εγώ είμαι εδώ, για να κοιτάζω ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει από την πολυκατοικία. Πήγαινε εσύ, που περισσεύεις».

Τσακώθηκαν για μερικά λεπτά, αλλά εν τέλει πήγε αυτός που προ ολίγου κοιμόταν.

 

Ο Βολφ και ο Ράινχελ κάπνιζαν και έπιναν από το τσάι που είχε φτιάξει η Έμιλυ και περίμεναν ώσπου εκείνη να σιγουρευτεί πως η Ορέλια κοιμόταν, να γυρίσει και να καθίσει κοντά τους, στην κουζίνα, που φωτιζόταν από μερικά κεριά. Τότε, της είπαν για το γράμμα του Φάμπιαν, εστιάζοντας αρχικά στο ότι είναι καλά και έπειτα στο κωδικοποιημένο μέρος.

«Έμιλυ, έχεις καμιά ιδέα για ποιον Ολλανδό μάς λέει;» ρώτησε ο Ράινχελ.

«Ναι. Πιστεύω ότι ξέρω σε ποιον αναφέρεται». Η Έμιλυ το σκέφτηκε λίγο. Έπειτα, κοίταξε τους δύο άντρες. «Πριν σας πω για αυτόν, όμως, να σας ρωτήσω εγώ κάτι: θυμάστε που απορήσατε για την επιμονή μου να πάει ο Μαξ στο Μπραν και να συμβάλλει στις προσπάθειες του αποσπάσματος;»

«Πίστεψέ με» απάντησε ο Βολφ «δεν θα μπορούσαμε να το ξεχάσουμε, όσο και αν το θέλαμε».

«Κατανοώ την ενόχληση και των δυο σας, Θίοντορ. Αλλά υπάρχει λόγος που το ζήτησα». Η Έμιλυ σταμάτησε, γιατί αναρωτήθηκε αν έχει κάποιο νόημα να τους αποκαλύψει τους φόβους της για το τι υπήρχε στο Μπραν. Δεν μπορούσε να ξεχάσει κάποιες αντιδράσεις τους, όπως του Βολφ τότε που ο Κάρτερ μίλησε για τον θρυλικό πιστολέρο Λούκυ Λουκ, λέγοντας ότι πυροβολεί πιο γρήγορα και από την σκιά του. Ο λοχαγός είχε χαμογελάσει σαν να άκουσε κάποιο καλό αστείο. Ουσιαστικά, είχαν την ίδια άποψη με τον Φάμπιαν όσον αφορά τους μύθους: πολύ απλά, δεν τους πίστευαν. Δεν έχω διαβάσει όσο εσύ, έτσι είχε δικαιολογηθεί ο Βολφ. Η Έμιλυ συμφωνούσε ότι η μελέτη κειμένων που περιείχαν υπερφυσικά όντα ή άλλες καταστάσεις βοηθούσε στο να δέχεται να σκεφτεί ο αναγνώστης τι μπορεί να ισχύει στον κόσμο και τι όχι. Κρίνοντας απ’ τα όσα ήξερε για τους συναδέλφους του Φάμπιαν, η Έμιλυ αμφέβαλλε αν είχαν διαβάσει σχετικά διηγήματα ή δοκίμια. Αν είχαν διαβάσει γενικά οτιδήποτε δεν σχετιζόταν με τη δουλειά τους. Αλλά δεν θα είχαν ακούσει ως παιδιά από τους δικούς τους, γονείς, παππούδες, δασκάλους, κάποιες φήμες περί μαγισσών, λυκανθρώπων, φαντασμάτων κλπ;

Η Έμιλυ ήπιε λίγο από το τσάι της, πριν μιλήσει. Ξέροντας ποια θα ήταν η αντίδρασή των δύο αντρών, τους ρώτησε «Θίοντορ. Τζόνας. Έχετε ακούσει ποτέ για τον Κράμπους, που έρχεται μαζί με τον Άγιο Νικόλαο και τιμωρεί τα άτακτα παιδιά; Έχετε ακούσει για τους φοβερούς στρατιώτες Φεξτ, που έδρασαν κατά τη διάρκεια του Τριακονταετούς Πολέμου ανάμεσα σε χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, και οι οποίοι πέθαιναν μόνο από γυάλινες σφαίρες; Ή σας είπαν ποτέ για την κακάσχημη γριά Σουίτσα που έχει κέρατα ελαφιού και εμφανίζεται όταν είναι να πέσει μεγάλη αρρώστια ή πείνα ή να γίνει πόλεμος;»

«Για τον Κράμπους και για τους Φεξτ, ναι» απάντησαν.

«Αλλά όλοι ξέρουμε ότι είναι λαϊκές δοξασίες και τίποτα περισσότερο» συνέχισε ο Βολφ.

«Τι άλλο θα μπορούσαν να είναι, άλλωστε;» ρώτησε ο Ράινχελ, με χαμόγελο.

«Σωστά. Αλλά πώς σχετίζονται με την υπόθεσή μας και αυτόν τον Ολλανδό;»

Η Έμιλυ δεν μίλησε. Απλά, τους κοιτούσε, κρατώντας το ποτήρι της.

Οι δύο άντρες, που επίσης την κοιτούσαν και την περίμεναν να πει κάτι, παραξενεύτηκαν. Για μια στιγμή, όμως. Έπειτα, και αφού στράφηκαν ο ένας προς τον άλλο για να σιγουρευτούν ότι και αμφότεροι είχαν καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα, γύρισαν προς την Έμιλυ.

«Θα μας πεις ότι στο Μπραν υπάρχουν φανταστικά τέρατα, έτσι δεν είναι, Έμιλυ;» ρώτησε ο Βολφ.

Εκείνη ένευσε. «Ναι, Θίοντορ. Αυτό θα σας πω. Στο Μπραν, υπάρχουν τέρατα. Βρικόλακες, έτσι τα ονομάζουν. Νεκροζώντανα ανθρωπόμορφα όντα που βγαίνουν από τους τάφους τους, για να πιουν αίμα. Μόνο που δεν είναι φανταστικά, αλλά υπαρκτά. Τουλάχιστον, αυτό πιστεύω εγώ».

«Για όνομα του Θεού, Έμιλυ» είπε ο Ράινχελ, γέρνοντας προς τα πίσω. «Δεν μπορεί στ’ αλήθεια να λες τέτοια πράγματα».

«Κι όμως, Τζόνας. Αυτή είναι η γνώμη μου. Πιστεύω ότι ο Φάμπιαν και το απόσπασμα θα κυνηγήσουν βρικόλακες». Κοίταξε το μαύρο τσάι που γέμιζε κατά το ήμισυ το ποτήρι της. «Ούτε για εμένα είναι εύκολο να το αποδεχτώ, σας το εγγυώμαι. Μετανιώνω για τις ιστορίες με βρικόλακες που διάβαζα και μου άρεσαν και που μετά καθόμουν και έγραφα κι εγώ παρόμοιες. Ακόμα, μετανιώνω που δεν έκανα ό,τι μπορούσα για να μεταπείσω τον Φάμπιαν, ώστε να μην πάει εκεί πέρα. Το να ξέρω ότι θα έρθει αντιμέτωπος με τέτοια φρικιαστικά τέρατα…»

«Μα δεν το ξέρεις!» πετάχτηκε ο Βολφ, νιώθοντας πως το κεφάλι του έβραζε. Παραλίγο να κοπανήσει το τραπέζι, αλλά τελευταία στιγμή συγκρατήθηκε. Όμως, δεν μπορούσε να ακούει τέτοιες… τέτοιες μαλακίες. «Δεν ξέρεις το παραμικρό, Έμιλυ. Συγνώμη που στο λέω έτσι, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Δεν ξέρεις. Εδώ δεν ξέρουν η πολιτοφυλακή και το Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα, που φυλάνε το Μπρασώφ και έχουν ερευνήσει το Μπραν. Πώς θα μπορούσες να ξέρεις εσύ, που μένεις τόσο μακριά; Είναι παράλογο!»

«Ησύχασε, λοχαγέ» τον παρότρυνε ο Ράινχελ, ακουμπώντας το χέρι του.

Ο Βολφ δυσανασχέτησε. Ρούφηξε και έβγαλε καπνό. Ήπιε και από το τσάι του.

«Για αυτό δεν σας είπα τίποτα, κύριοι» είπε η Έμιλυ, που παρέμενε ψύχραιμη, αν και μέσα της αισθανόταν πληγωμένη. «Επειδή δεν θα δεχόσασταν να με ακούσετε. Όπως δεν ήθελε να ακούσει και ο Φάμπιαν».

«Μα πώς να ήθελε, Έμιλυ; Πώς να θέλουμε εμείς; Πώς να θέλει ο οποιοσδήποτε;» τη ρώτησε ο Ράινχελ. «Όλα αυτά τα περί βρικολάκων τα λένε οι χωρικοί, που σπάνια ακολουθούν τις νέες ανακαλύψεις και τις αλλαγές στον τρόπο σκέψης. Για να είμαι ειλικρινής, δεν θα περίμενα ποτέ να δέχεσαι εσύ τις αντιλήψεις των κατοίκων του Μπραν, Έμιλυ. Δηλαδή ναι, διαβάζεις και γράφεις για τέτοια πράματα, αλλά να τα πιστεύεις με την ψυχή σου;» Ανασήκωσε τους ώμους του και ρουθούνισε. «Μου φαίνεται αδιανόητο».

«Δηλαδή, Έμιλυ» είπε ο Βολφ, χωρίς ξεσπάσματα, «να υποθέσω ότι είπες στον Μαξ για αυτή την ανησυχία σου και εκείνος δέχτηκε να πάει στο Μπραν, πιστεύοντας ότι θα κυνηγήσει βρικόλακες; Αυτό μας λες;»

«Ναι, Θίοντορ. Όσο παράξενο και αν σου φαίνεται, αυτό ακριβώς συνέβη. Του είπα τι πιστεύω και εκείνος δέχτηκε την θεωρία μου. Σε αντίθεση με εσάς, σε αντίθεση με τον αγαπημένο μου σύζυγο, ο Μαξ Κάρτερ αποφάσισε ότι έχω δίκιο και ξεκίνησε να πάει να βρει τον αδερφό του και να παλέψουν μαζί ενάντια στα τέρατα». Η Έμιλυ ήπιε κι άλλο από το τσάι της. Χαμογέλασε θλιμμένα. «Όποια κι αν είναι η φύση τους» ολοκλήρωσε τη σκέψη της.

«Γιατί, όμως, να το πιστέψει;» ρώτησε ο Ράινχελ.

Πριν απαντήσει η Έμιλυ, μίλησε ο Βολφ. «Λόγω εκείνου του πιστολέρο που έχει στο σήμα του. Του Λούκυ Λουκ. Σωστά, Έμιλυ;»

«Έτσι υποθέτω και εγώ, Θίοντορ».

«Ποιου πιστολέρο; Τι λέτε;»

Ο Βολφ τού εξήγησε.

Ο Ράινχελ έμεινε αμίλητος. Διερωτήθηκε μόνο αν είχαν πράξει σωστά που έστειλαν τον Κάρτερ στο Μπραν. Μπορεί να του έλειπε η λογική, κι αυτό ενδεχομένως να ήταν πρόβλημα.

Τότε, η Έμιλυ σηκώθηκε και πήγε ως την κρεβατοκάμαρα, πήρε αυτό που ήθελε και επέστρεψε. Άφησε πάνω στο τραπέζι το βιβλίο με το πράσινο εξώφυλλο και τον τίτλο Καρμίλα. Το άνοιξε στην πρώτη λευκή σελίδα, όπου υπήρχαν μερικές χειρόγραφες αράδες. «Θέλετε να μάθετε ποιον Ολλανδό σάς ζήτησε να βρείτε ο Φάμπιαν. Νομίζω πως από αυτή την αφιέρωση θα καταλάβετε πολλά για αυτόν τον άνθρωπο».

Ο Βολφ και ο Ράινχελ, που κόντευαν να πειστούν ότι η Έμιλυ δεν ήταν η αξιότιμη και έξυπνη γυναίκα που πάντα νόμιζαν, έφεραν αργά-αργά στο τραπέζι, ανάμεσά τους, το μικρό βιβλίο και διάβασαν:

 

Στον καλό μου φίλο, Φάμπιαν Άσπελ

Ο κόσμος είναι γεμάτος θαύματα, μα και κατάρες, αγαπητέ Φάμπιαν. Γεμάτος αγγέλους, και διαβόλους. Ποτέ δεν ξέρεις ποιος είναι τι. Όσο για μένα, μπορείς να με σκέφτεσαι ως ένα καλό φίλο που αναζητά τις αλήθειες αυτού του κόσμου.

 

Με εκτίμηση,

Μαρτίν Χόουνεχ

 

Για λίγο, δεν είπε κανείς τους τίποτα.

Η Έμιλυ έβλεπε τους συναδέλφους του Φάμπιαν να κοιτούν ακόμα τις λίγες γραμμές που είχε σημειώσει ο Μαρτίν και να προβληματίζονται κι άλλο. Δεν τους αδικούσε, όμως. Τα χτυπήματα που υφίστατο η λογική πλευρά της συνείδησής τους ήταν πολλά και μέσα στην ίδια μέρα. Μέχρι πρόσφατα, ζούσαν νομίζοντας πως οι μόνοι εχθροί που πολεμούσαν είναι «κοινοί άνθρωποι» όπως οι ίδιοι, και ότι δεν υπήρχαν τα υπερφυσικά όντα, για τα οποία τους είχαν μιλήσει οι δικοί τους. Και ούτε είχαν δει ή ακούσει ποτέ κάτι σχετικό για κάποια από τις υποθέσεις τους. Τα μόνα τους προβλήματα ήταν οι άλλοι κατάσκοποι, οι άλλοι στρατιωτικοί και πολιτικοί, οι φόροι, η ασφάλεια/ευημερία της οικογένειάς τους κλπ. Τώρα, έπρεπε να αναθεωρήσουν. Όμως, η Έμιλυ πίστευε ότι, και να έκαναν ό,τι τους διέταξε ο Φάμπιαν, και να έβρισκαν τον Μαρτίν, πάλι θα παρέμεναν δύσπιστοι. Γιατί δεν θα έχουν κάποια χειροπιαστή απόδειξη μπροστά τους, μία από εκείνες που γίνονται δεκτές σε δικαστήριο, καθότι δύσκολα αμφισβητούνται με λογικά επιχειρήματα. Λογική. Αυτή ήταν η λέξη-κλειδί για τον Βολφ και τον Ράινχελ, μα και για τον Φάμπιαν.

Η Έμιλυ ήλπιζε πως ο άντρας της, από τα όσα θα συναντούσε εκεί που πήγαινε και από τις συζητήσεις του με τον Μαξ, θα άλλαζε γνώμη. Ειδικά, αυτός. Προτού να είναι αργά. Διαφορετικά…

Χάιδεψε τα μάγουλά της, σκουπίζοντας τα ανυπότακτα δάκρυα που συγκρατούσε, αλλά τελικά είχαν κυλήσει. Δεν ήθελε να σκέφτεται τι θα γινόταν αν ο Φάμπιαν παρέμενε ξεροκέφαλος.

Ο Βολφ και ο Ράινχελ αλληλοκοιτάχτηκαν. Από την πλευρά τους, συνειδητοποιούσαν ότι αυτή η υπόθεση, με κάθε νέα ανακάλυψη, ξέφευγε από την όποια εκπαίδευση είχαν λάβει και ως αξιωματικοί και ως κατάσκοποι, κι αυτό τους προκαλούσε νευρικότητα. Σαν να είχαν ξυπνήσει μια μέρα και η Βουδαπέστη που ήξεραν είχε μετατραπεί σε έναν σκουπιδότοπο από πτώματα και κατεστραμμένα κτίρια, εξαιτίας των βομβών και την ριπών πάμπολλων εχθρών, κι εκείνοι δεν είχαν καταλάβει ούτε πότε και γιατί ξεκίνησε όλο αυτό, ούτε πώς έφτασαν εδώ τα πράγματα. Τι θα έκαναν σε μια τέτοια περίπτωση; Τι είχε αξία να κάνουν, όταν όλα έδειχναν πως είχαν χάσει σε επίπεδο, μα και σε πνευματικό επίπεδο –γιατί θα τρελαίνονταν, το ήξεραν;

Αυτό που σκέφτηκαν, από ελαφρώς διαφορετική σκοπιά ο καθένας τους, ήταν αυτό που τους είχε πει ο ανώτερός τους και φίλος τους. Να βρουν αυτόν τον Ολλανδό, τον Μαρτίν Χόουνεχ, όποιος κι αν ήταν, ό,τι κι αν αναζητούσε. Ο Φάμπιαν, ως συνήθως, θα είχε τους λόγους του, για να τους το ζητήσει. Μπορεί εκείνοι να μην τους κατανοούσαν, αλλά πρώτον, εμπιστεύονταν τον Φάμπιαν, και δεύτερον, αυτός ήταν στο Μπραν -πρέπει να είχε φτάσει πια- και εκείνοι εδώ. Θα είχε δει ή γενικά μάθει κάτι που τον ανάγκαζε να καλέσει αυτόν τον (άγνωστό τους και άσχετο με την υπόθεση) «φίλο του». Και αυτόν. Γιατί υπήρχε και ο Κάρτερ, που ήταν αδερφός του, βέβαια, αλλά ήταν ένας ξένος που αναμείχθηκε σε μια περίπτωση εκτός της δικαιοδοσίας του. Με ό,τι κι αν καταπιανόταν ο κύριος Χόουνεχ, ο Φάμπιαν έκρινε πως σχετίζεται με το Μπραν και ότι πιθανώς θα βοηθούσε το στρατιωτικό απόσπασμα στην αποστολή του. Άρα, εκείνοι, όπως περίπου έκαναν και με τον Κάρτερ, όφειλαν να ακολουθήσουν τις εντολές τους: ήτοι να βρουν πρώτα τον αδερφό του Χόουνεχ, έπειτα τον ίδιο, ενώ ταυτόχρονα θα του ετοίμαζαν τα χαρτιά του, για να έχει ασφαλή δίοδο ως το Μπραν. Αυτή ήταν, επί του παρόντος, η δική τους αποστολή.

«Έμιλυ» είπε ο Βολφ, σηκώνοντας το βλέμμα προς την γυναίκα, «πες μας ό,τι ξέρεις για αυτόν τον Χόουνεχ. Για αρχή, για ποιο λόγο πρέπει να βρούμε πρώτα τον αδερφό του και έπειτα αυτόν;»

«Αρχίσατε να αλλάζετε γνώμη, Θίοντορ;»

«Δεν έχει σημασία η γνώμη μας, Έμιλυ» είπε ο Ράινχελ. «Ο Φάμπιαν μάς ζήτησε κάτι και εμείς θα το κάνουμε, ανεξάρτητα από τις προσωπικές μας απόψεις. Θα βρούμε τον Χόουνεχ και θα τον στείλουμε στο Μπραν. Το τι πιστεύουμε για αυτόν ή για όσα μας είπες περί βρικολάκων ή για αυτά που λέει ο Χόουνεχ στην αφιέρωση δεν θα πρέπει να μας απασχολούν. Προέχει το Μπραν».

Η Έμιλυ αναστέναξε και ήπιε το υπόλοιπο τσάι της, που πλέον είχε γίνει χλιαρό. «Εντάξει, Τζόνας, θα σας πω ό,τι γνωρίζω για τον Μαρτίν. Αλλά, και είμαι σίγουρη για αυτό, θα αλλάξετε γνώμη. Θα χρειαστεί να επανεξετάσετε τις απόψεις σας. Το μόνο που εύχομαι είναι να σταματήσετε έγκαιρα να αντιμετωπίζετε τα πράγματα μόνο με βάση την λογική και να καταλάβετε πως υπάρχουν κι άλλοι κόσμοι εκεί έξω. Κόσμοι που κανείς μας δεν ξέρει, όχι εντελώς, δηλαδή. Εκτός από τον Μαρτίν. Είμαι πεπεισμένη ότι αυτός ο άνθρωπος γνωρίζει πάρα πολλά».

Ο Βολφ και ο Ράινχελ δεν μίλησαν, παρά άκουσαν όσα τους είπε η Έμιλυ. Κι όταν έφυγαν από το διαμέρισμα, δεν είπαν τίποτα άλλο από μια υπόσχεση ότι θα συναντηθούν στον σταθμό του Evidenzbureau. Και χώρισαν, για να επιστρέψουν στις οικογένειές τους, με το μυαλό του καθενός να έχει χωριστεί σε δύο στρατόπεδα (Λογική – Μπραν) και το ένα να παλεύει με το άλλο.

 

Την ίδια ώρα που ο Βολφ και ο Ράινχελ προσπαθούσαν να καταλάβουν αν ο προϊστάμενός τους είχε παρασυρθεί από τις δεισιδαίμονες αντιλήψεις της γυναίκας του και μάθαιναν για τον Μαρτίν Χόουνεχ, ο Χάραλαμπ Τζούρτζου κατευθυνόταν με την άμαξά του προς την 8η Συνοικία, για μια ακόμα νύχτα όπου θα διέφθειρε ένα τέκνο μιας εκ των κακόφημων περιοχών της Βουδαπέστης. Μαζί του, είχε δύο μπράβους, έχοντας αφήσει τον έναν να παραφυλάει την πολυκατοικία των Άσπελ.

Δεν ήξερε τι μπορεί να σήμαινε αυτή η καινούρια επίσκεψη των συναδέλφων του Άσπελ, αλλά δεν του άρεσε. Κάτι σκάρωναν αυτοί. Δε δεχόταν την άποψη των δικών του -ότι γαμούσαν κάποια από τις κυράτσες του μαλάκα, πόσο μάλλον και τις δύο-, γιατί παρίσταναν τους ηθικούς χριστιανούς, αλλά σίγουρα δεν πήγαιναν μόνο για να δουν αν αυτές είναι καλά. Κάτι άλλο συνέβαινε. Κάτι που ο Τζούρτζου ήθελε να μάθει, χωρίς όμως να το ξέρουν εκείνοι. Άρα, δίχως να τις βλάψει ή γενικά να αντιληφθούν τον ίδιο ή τους συνεργάτες του. Κάπως αλλιώς έπρεπε να μάθει. Πώς, δεν ήξερε.

Κι ήταν και το άλλο: ο Άσπελ δεν είχε πεθάνει ακόμα. Οπότε ο ηλίθιος, ο Σούκε, δεν είχε κάνει τη δουλειά που τον είχαν βάλει να κάνει. Αλλά ο Τζούρτζου δεν κατηγορούσε τον Ορμπάν για τη φαεινή του ιδέα. Κατηγορούσε τον εαυτό του, που τον είχε εμπιστευτεί. Όσο χρήσιμος ήταν για όλες τις πληροφορίες που του έδινε, άλλο τόσο άχρηστος αποδεικνυόταν σε αυτή την κρίσιμη υπόθεση. Ο Τζούρτζου κάτι έπρεπε να κάνει με δαύτον, όταν τέλειωναν με τον Άσπελ. Δεν θα μπορούσε να τον εμπιστευτεί ξανά.

Αλλά, όταν είδε την σκοτεινή αποθήκη, παραμέρισε όλες τις άλλες έγνοιες και χαμογέλασε. Δεν έβλεπε την ώρα να γνωρίσει το σημερινό του αθώο θύμα.

 

*

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook