Η Εντολή Της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 2

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μπραν, Τρανσυλβανία

Φεβρουάριος 1897 μ.Χ.

Τέσσερις άντρες κυκλοφορούσαν στους δρόμους του Μπραν. Αγνοούσαν το αφιλόξενο σκοτεινό τοπίο και το χιόνι που έπεφτε από το απόγευμα και πάγωνε την ατμόσφαιρα και τους ίδιους. Είχαν ντυθεί με βαριά πανωφόρια και είχαν αρματωθεί με κλεμμένα στρατιωτικά, πυροβόλα όπλα. Οι δύο εξ αυτών δεν ήταν ντόπιοι, αλλά είχαν την εκπαίδευση που χρειαζόταν το Μπραν. Ωστόσο, δεν ενδιαφέρονταν πραγματικά για τους κατοίκους του χωριού, με εξαίρεση την οικογένεια που τους πλήρωνε για να προσέχουν -οι ίδιοι και άλλοι δύο συνάδελφοί τους, που είχαν μείνει στο σπίτι της οικογένειας- τα μέλη και την περιουσία της. Είχαν φύγει από τον στρατό της χώρας τους με το που τους παρουσιάστηκε μια καλύτερη ευκαιρία, δηλαδή ένας εργοδότης που πλήρωνε περισσότερα και που τους παρείχε μια αξιοπρεπή στέγη και όχι τις σκηνές, τις παράγκες ή τα σάπια διαμερίσματα που παραχωρούσε ο στρατός στους άντρες που τον υπηρετούσαν. Είχαν έρθει εδώ, σε αυτό το μικρό μέρος και είχαν την ησυχία τους. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν πλέον ήταν να φυλάνε νυχθημερόν τον εργοδότη και τους συγγενείς του, αρχικά, και την κινητή και ακίνητη περιουσία του μετέπειτα. Μικροπράγματα, αν σκεφτεί κανείς ότι στον στρατό διακινδύνευαν την ζωή τους όλη την ώρα, για ψίχουλα. Εδώ επικρατούσε ηρεμία και γαλήνη. Οι απειλές ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτες. Οι ντόπιοι ήταν κάτι αγρότες που κατά βάση κοιτούσαν τη δουλειά τους. Δεν είχαν εχθρικές βλέψεις αναμεταξύ τους, ενώ προς τους ξένους ήταν σχετικά φιλικοί. Οπότε οι πρώην στρατιώτες είχαν ένα εύκολο έργο να φέρουν εις πέρας.

  Όλα αυτά, όμως, μέχρι να μάθουν ότι, όσο έλειπαν με τους εργοδότες τους, κάτι είχε συμβεί στο Μπραν. Κάποιοι είχαν χαθεί και ο κόσμος ήταν αναστατωμένος. Αυτή τη στιγμή, υπήρχαν δύο ερημωμένα σπίτια, ενώ και τα ζωντανά των εν λόγω αγνοουμένων είχαν επίσης εξαφανιστεί.

  Υπό άλλες συνθήκες, οι πρώην στρατιώτες δεν θα έδιναν μεγάλη σημασία, πέραν από το να αυξήσουν τη φύλαξη των εργοδοτών τους. Αλλά εκείνοι είχαν δώσει συγκεκριμένες εντολές. Οι τέσσερις σωματοφύλακές τους θα περιπολούσαν μαζί με δύο ντόπιους ανά δίωρες βάρδιες, πλήρως εξοπλισμένοι. Οποιαδήποτε ύποπτη παρουσία κυκλοφορούσε στο Μπραν, δηλαδή οποιοσδήποτε άντρας ή οποιαδήποτε γυναίκα δεν ήταν ντόπιος ή ντόπια, θα συλλαμβανόταν πάραυτα και θα οδηγούνταν σε έναν στάβλο, όπου θα έμενε εκεί ως το την επόμενη μέρα, οπότε και θα ανακρινόταν.

  Οι σωματοφύλακες είχαν συμφωνήσει, αλλά διαφώνησαν με μια άλλη συμφωνία που είχαν κάνει οι εργοδότες τους με κάποιους από τους ντόπιους. Όμως, δεν είχαν εισακουστεί και πλέον, οι δύο που έμεναν πίσω, στην οικία των εργοδοτών, έπρεπε να φυλάνε και τους συγκεκριμένους φιλοξενούμενους ντόπιους με τις δικές τους οικογένειες. Περισσότερη αγγαρεία, δηλαδή.

  Αλλά, όταν το σκέφτηκαν καλύτερα, αποφάσισαν πως εντέλει δεν υπήρχε ιδιαίτερο πρόβλημα. Θα ήταν για μία νύχτα μόνο. Γιατί την επόμενη, οι εργοδότες, οι άρρενες ντόπιοι που έμεναν μαζί τους και οι σωματοφύλακες θα αναλάμβαναν να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση με τις εξαφανίσεις και την υπαίτια αυτών. Διότι υπήρχε μια ύποπτη γυναίκα, που όλοι την αποκαλούσαν Κόμισσα. Υπήρχε αυτή και ένα μέρος απ’ όπου μπορούσαν να ξεκινήσουν τις έρευνές τους.

  Προς το παρόν, όμως, είχαν κολλήσει με αυτούς τους δύο ντόπιους, που έτρεμαν σε κάθε βήμα που έκαναν και που οι σωματοφύλακες όφειλαν να τους κρατήσουν ζωντανούς. Αγγαρεία. Αλλά σαφώς προτιμότερη από τη διάλυση πλήθους που εξεγειρόταν επειδή δεν ήθελε η χώρα του να είναι μέρος μιας μεγάλης αυτοκρατορίας. Ή από το να καθαρίζουν τις τουαλέτες της μονάδας.

  Οι δύο κάτοικοι του Μπραν, που είχαν αναλάβει την συνοδεία στην τωρινή περιπολία, άφηναν τους ξένους να προπορεύονται. Άλλωστε, εκείνοι είχαν υπάρξει στρατιώτες και επιπλέον ήξεραν τους δρόμους του χωριού, μετά από σχεδόν δέκα χρόνια υπηρεσίας εδώ. Επίσης, αν και αυτό δεν θα το έλεγαν στους ξένους, φοβούνταν για το τι μπορεί να συναντούσαν. Οι φήμες που κυκλοφορούσαν από παλιά, αλλά και όσα ειπώθηκαν σήμερα, είχαν εντείνει τον τρόμο τους. Είχαν συμφωνήσει, βέβαια, να αντιμετωπίσουν την απειλή που έβλαπτε το Μπραν, όμως το να κυκλοφορούν τώρα, μες στην νύχτα… Μόνο τέσσερα άτομα… Δε βοηθούσε και πολύ στο να αναθαρρήσουν.

  Ακόμα, οι άλλοι ήξεραν από όπλα και μάχες. Βασικά, αυτό αρκούσε για τους δύο ντόπιους.

  Η περίπολος συνέχισε για μια ώρα ακόμα. Έκαναν κύκλους, αναζητώντας οτιδήποτε ύποπτο. Κοιτούσαν τα σπίτια, τους δρόμους, τις περιουσίες των κατοίκων του Μπραν. Την εκκλησία. Τον Καφενέ. Παντού επικρατούσε ησυχία. Καμιά κίνηση μέσα (όσο φαινόταν) ή έξω από τα κτίσματα. Είχαν τα όπλα έτοιμα, αν και, όπως το έβλεπαν οι σωματοφύλακες, δεν θα γινόταν τίποτα. Απλά θα έχαναν τον χρόνο και τον ύπνο τους, έχοντας για παρέα δύο άσχετους, οι οποίοι θα χρειάζονταν μονάχα για αναγνώριση αυτού ή αυτής που ίσως έβρισκαν. Γιατί όσον αφορά οποιαδήποτε ένοπλη σύγκρουση… Απίθανο να κατάφερναν κάτι. Μάλλον θα έτρεχαν με την ουρά στα σκέλια. Και που κυνηγούσαν ζώα; Τι μ’ αυτό; Δεν γίνεσαι στρατιώτης σκοτώνοντας ελάφια ή αγριογούρουνα ή πουλιά.

  Οι τέσσερις άντρες προχωρούσαν αμίλητοι, σκεπτόμενοι διαφορετικά πράγματα και καταστάσεις. Έτοιμοι, θεωρητικά, για να επέμβουν αν παρουσιαζόταν κάποια άγνωστη απειλή.

  Αλλά δεν θα γινόταν τίποτα.

  Αυτό πίστευαν οι δύο πρώην στρατιωτικοί.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook