Η Εντολή Της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 2

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Νωρίτερα, την ίδια μέρα

Η ώρα είχε πάει δέκα το πρωί όταν οι πρώτες πόρτες άνοιξαν δειλά-δειλά. Άντρες με προτεταμένα όπλα εμφανίστηκαν και κάλυψαν με το βλέμμα τους την περιοχή γύρω από το σπιτικό τους, τη στιγμή που πίσω τους περίμεναν οι γυναίκες, οι ηλικιωμένοι συγγενείς τους ή και τα παιδιά τους, κρατώντας από ένα σταυρό και ελπίζοντας να έχει τελειώσει το κακό της προηγούμενης νύχτας.

  Η ανάσα των κατοίκων έβγαινε ζεστή, για να μετατραπεί αμέσως μετά σε παγωμένη σκόνη. Ο καιρός είχε αλλάξει ξανά, απ’ ό,τι φαινόταν. Το χιόνι έπεφτε στο χωριό σε νιφάδες, σαν μικρές σφαίρες φτιαγμένες από μαλλί προβάτου. Ο δρόμος, όπως και οι σκεπές των κτιρίων, είχε παγιδευτεί κάτω από τη λευκή, συμπαγή λάσπη.

  Οι άντρες αντάλλαξαν ματιές και κούνησαν το κεφάλι ο ένας στον άλλο, ρωτώντας και ταυτόχρονα απαντώντας στην ίδια ερώτηση: Πέρασε ο κίνδυνος; Ναι. Αυτό υπέθεταν, δηλαδή, αν έκριναν από την ησυχία που επικρατούσε. Ήταν και πάλι ασφαλείς. Τουλάχιστον, μέχρι να νυχτώσει.

  Τα όπλα, όμως, δεν κατέβηκαν, ούτε τοποθετήθηκαν ξανά στην θέση τους. Πρώτα, έπρεπε να γίνουν οι απαραίτητες έρευνες στα χωράφια και στα ζωντανά που είχαν οι κάτοικοι. Αν μη τι άλλο, ήξεραν πως δεν είχαν χαθεί μόνο οι Μπενγκέσκου, αλλά και τα σκυλιά, οι κότες, τα λίγα αιγοπρόβατα και τα άλογά τους. Από την κάθε οικογένεια, λοιπόν, ένας άντρας και ο μεγαλύτερος γιος του (αν είχε) προχώρησαν με την κουκούλα να καλύπτει το κεφάλι και τα όπλα τους δεσμευμένα στις γροθιές τους. Το έδαφος δυσκόλευε την πορεία τους, μα εκείνοι δεν είχαν σκοπό να σταματήσουν. Έκαναν μικρά και αργά βήματα, με το κάθε πόδι να υψώνεται με κόπο και να κατεβαίνει σαν να έπεφτε από την κορυφή του καμπαναριού της εκκλησίας. Ή από τον πιο ψηλό πύργο του κάστρου, σκέφτηκαν μερικοί.

  Όσο γίνονταν οι έρευνες, πίσω στα σπίτια οι εναπομείναντες συγγενείς είχαν κλείσει τις πόρτες και είχαν μαζευτεί όλοι σε ένα δωμάτιο, αγκαλιασμένοι και με μερικά κεριά να φωτίζουν το χώρο και να τους παρέχουν λίγη ζεστασιά. Ανέμεναν με αγωνία να επιστρέψουν οι άνθρωποί τους σώοι και τα σκυλιά να παραμείνουν ήρεμα. Δεν μιλούσαν. Οι μόνοι ήχοι προέρχονταν από τα παιδιά που προσπαθούσαν να κουνηθούν, να ξεφύγουν από έναν χώρο που ασφυκτιούσε από κόσμο -ειδικά στα σπίτια που είχαν πάνω από δύο παιδιά και μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους- και να παίξουν. Επίσης, από τα μωρά που είτε τρέφονταν από την μητέρα τους, είτε έκλαιγαν μέχρι να ταϊστούν και να κοιμηθούν ξανά.

  Ο χρόνος περνούσε, όλοι το ήξεραν, και αυτοί που ήταν έξω και όσοι είχαν μείνει στην ασφάλεια των κατοικιών, αλλά την ίδια στιγμή τους φαινόταν λες και είχε επηρεαστεί και αυτός από την κρύα ατμόσφαιρα. Στο νου αρκετών έμοιαζε με τραυματισμένο ελάφι που προχωράει με δυσκολία, αναζητώντας απεγνωσμένα καταφύγιο ή άλλα ελάφια.

  Όταν το ρολόι στην εκκλησία σήμανε μισή ώρα μετά τις δέκα, οι περισσότεροι από τους κατοίκους του Μπραν γνώριζαν λίγο-πολύ όσα είχαν διαπιστώσει και την προηγούμενη μέρα: πως τα ζωντανά τους ήταν ασφαλή και πως δεν υπήρχαν ίχνη από άλλα ζώα. Άρα, ό,τι και να είχε συμβεί δεν είχε επηρεάσει τις έστω και μικρές περιουσίες τους, ούτε τους ίδιους. Οπότε δεν συνέτρεχε και λόγος ανησυχίας.

  «Έτσι δεν είναι, πάτερ;» ρώτησε η Στεφανία Βλαντιμιρέσκου, που, μετά από άδεια των γονιών της, είχε σπεύσει να πει τα νέα στον πατέρα Στεφάν και στην Ντανιέλα. Κάθονταν και οι τρεις στην κουζίνα του σπιτιού, με το τσάι να αχνίζει και να ευωδιάζει. Η κοπέλα κοιτούσε μια τον ιερέα και μια την σύζυγό του, σαν να περίμενε να της εκπληρώσουν την πιο μύχια επιθυμία της.

  «Ναι. Έτσι φαίνεται. Ο Θεός μάς προστάτευσε» απάντησε η Ντανιέλα, αντί του Στεφάν. Το χαμόγελό της, σε σχέση με αυτά που είπε, θα φαινόταν παράταιρο σε κάποιον άλλο, πιο υποψιασμένο, όμως η Στεφανία ήθελε -ή, πιο σωστά, είχε ανάγκη– να πιστέψει πως δεν θα ζούσε για όλη την υπόλοιπη μέρα μες τον τρόμο.

  Δεν έτρεφαν αυταπάτες. Όπως και όλοι όσοι είχαν ζήσει για πάνω από τριάντα χρόνια στο Μπραν. Η αναστάτωση των σκυλιών δεν ήταν τυχαία. Το ότι συνέβαινε μόνο βράδυ ήταν εξίσου ύποπτο. Η εξαφάνιση των Μπενγκέσκου συνέβαλε κι αυτή στην ιστορία που είχε ξεκινήσει να εκτυλίσσεται στον τόπο τους.

  «Στεφανία» είπε ο ιερέας «μπορείς να πεις σε όλους ότι θέλω να βρεθούμε στον ναό;»

  «Ναι, πάτερ, θα πάω».

  «Πες τους να έρθουν στις δώδεκα».

  «Εντάξει». Κινήθηκε προς την πόρτα, αλλά σταμάτησε. «Πάντως, χαίρομαι που είμαστε καλά. Είναι τόσο ωραίο».

  Δεν της απάντησαν λεκτικά, παρά κατένευσαν.

  Όταν έφυγε η μικρή, ο Στεφάν είδε την Ντανιέλα να έχει καρφώσει την ματιά της στην εικόνα του αγίου Φανουρίου, που είχαν κρεμάσει στον ένα τοίχο, δίπλα από την εικόνα με τον Μυστικό Δείπνο. Την άφησε να συλλογιστεί καλά αυτό που θα έλεγε στη συνέχεια, ενώ ο ίδιος αναρωτιόταν τι θα μπορούσε να πει όχι μόνο στην ίδια του τη σύζυγο, αλλά και στον κόσμο που θα ήθελε από αυτόν έναν λόγο παρηγοριάς, στήριξης και, πάνω απ’ όλα, ελπίδας. Γιατί αυτά θα περίμεναν από τον εκπρόσωπο του Θεού, να είναι εκεί, δίπλα τους, για να τους καθοδηγήσει.

  Πώς να ξεκινούσε την ομιλία του άραγε; Ο Θεός θα είναι δίπλα μας. Δεν θα μας αφήσει μόνους σε αυτή τη δύσκολη στιγμή. Θα μας δώσει τη δύναμη να αντιμετωπίσουμε το Κακό που…

  «Στεφάν;» διέκοψε τον ειρμό των σκέψεών του η Ντανιέλα.

  … Μην ανησυχείτε, αγαπητοί μου και αγαπητές μου. Έχουμε τις ευλογίες Του. Είμαστε χριστιανοί, προσευχόμαστε σε Αυτόν. Μας ακούει, να μην αμφιβάλλετε ως προς αυτό. Είναι εδώ, μαζί μας. Πάντα κοντά στους πιστούς και τις πιστές Του. Δεν εγκαταλείπει το ποίμνιό Του. Το Μπραν…

  «Είναι ακόμα όλοι εδώ; Στο σπίτι τους; Μήπως επέστρεψαν και οι Μπενγκέσκου;»

  … Το Μπραν… δεν θα… χαθεί.

  «Στεφάν;»

  Την κοίταξε. Είδε στο βλέμμα της την αδυναμία που κατέβαλλε το σώμα και την ψυχή της. Άλλωστε, τα ένιωθε και ο ίδιος. Από τη στιγμή που άκουσε τα σκυλιά να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, πριν πολλές ώρες. Από τότε που είδε τον Λούκα και τον γιο του και όλους τους άλλους να τρέχουν μες στο σκοτάδι. Και, κυρίως, από την ώρα που, λίγο πριν κοιμηθεί, δεν έλαβε (πάλι) κανενός είδους απάντηση από τον Κύριο στις προσευχές του.

  Αλλά θα έχω απάντηση. Όλοι θα έχουμε. Ο Κύριος απαντάει. Αργά ή γρήγορα, θα μάθουμε.

  «Τι νομίζεις;» ρώτησε η Ντανιέλα με βραχνιασμένη φωνή. «Ήταν όλοι ασφαλείς χθες;»

  Ελπίδα. Παρηγοριά. Ακόμα και αν ξέρει βαθιά μέσα του ο άνθρωπος πως κάτι άσχημο θα έχει συμβεί, έχει την ικανότητα να απομακρύνει αυτή τη σκέψη, να  μειώσει την αξία και την επίδρασή της σε αυτόν.

  «Το ελπίζω, Ντανιέλα» απάντησε ο Στεφάν. «Το ελπίζω».

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook