Η Εντολή Της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 2

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Στις έντεκα και δέκα, κοντά στα σαράντα λεπτά από τη στιγμή που το χωριό άρχισε να αποκτά ξανά ζωντάνια, τον κεντρικό δρόμο του Μπραν διέσχισαν δύο άμαξες. Τα άλογα προχωρούσαν στο χιόνι με άνεση, ενώ οι άντρες που τα χειρίζονταν, τέσσερις Ούγγροι πρώην ουσάροι και νυν σωματοφύλακες, είχαν μια βλοσυρή έκφραση στο πρόσωπό τους που φανέρωνε τις προθέσεις τους προς οποιονδήποτε πιθανό εχθρό. Δίπλα τους είχαν στερεώσει ένα τουφέκι Μάνλιντσερ, ενώ στην ζώνη τους είχαν ένα πιστόλι Γκάσερ και το σπαθί τους.

  Στο εσωτερικό της πρώτης άμαξας, επενέβαιναν τα μέλη της οικογένειας του Βέλκαν Τσομπάνου, δηλαδή η γυναίκα του, οι δίδυμες κόρες του και οι γονείς του, ενώ στη δεύτερη είχαν τοποθετήσει τις αποσκευές τους. Η οικογένεια επέστρεφε από το πατρικό σπίτι της Εμιλιάνα Τσομπάνου στο Μπρασώφ, όπου είχαν πάει για να επισκεφτούν την μητέρα της, η υγεία της οποίας είχε κλονιστεί από τον θάνατο του συζύγου της. Έμειναν για τριάντα μέρες, οι οποίες ήταν ιδιαίτερα ψυχοφθόρες για όλους, με τα παιδιά, την Λία και την Αντελίνα, να επηρεάζονται πιο πολύ, καθώς έβλεπαν την μητέρα και την γιαγιά τους να σωριάζονται σε μια καρέκλα ή να ξαπλώνουν και να κλαίνε και να είναι δυστυχισμένες, τη στιγμή που η μητέρα του Βέλκαν, η Ιούλια, προσπαθούσε να παρηγορήσει την Εμιλιάνα και τις μικρές, αλλά και να πενθήσει κι αυτή. Από την άλλη, ο ίδιος ο Βέλκαν και ο πατέρας του, ο Ντράχοσλαβ, ήταν δίπλα στις γυναίκες μεν, αλλά κράτησαν και τις αποστάσεις τους, «γιατί αυτό κάνουν οι άντρες», όπως έλεγε ο Ντράχοσλαβ. «Συμπάσχουν, χωρίς να παρασυρθούν. Οι υπερβολές είναι για τις γυναίκες». Ο Βέλκαν, έχοντας «μαθητεύσει» για τέσσερις δεκαετίες κοντά στον πατέρα του, είχε υιοθετήσει σε μεγάλο βαθμό τις απόψεις του.

  Η επιστροφή στο Μπραν ήταν για όλους τους η αλλαγή που χρειάζονταν: η Ιούλια, η Εμιλιάνα και οι μικρές θα ησύχαζαν, αφού δεν θα κατοικούσαν πλέον σε ένα σπίτι που θα τους θύμιζε συνεχώς τον νεκρό, ενώ ο Βέλκαν και ο Ντράχοσλαβ θα ήλεγχαν από κοντά τα κτήματα και την περιουσία τους συνολικά. Όσο έλειπαν είχαν αφήσει τον Σεραφείμ Καρατζιάλε να επιβλέπει τους εργάτες και να προσέχει μην μπει κανένας στο σπίτι. Του είχαν εμπιστοσύνη, «αλλά», σύμφωνα με τον πρεσβύτερο Τσομπάνου, «ο καθένας πρέπει να κάνει ο ίδιος κουμάντο στο κτήμα του».

  Καθώς οι άμαξες περνούσαν από τον κεντρικό δρόμο, η δεκάχρονη Λία παραμέρισε την κουρτίνα του παραθύρου και κοίταξε έξω. Είδε λίγους ανθρώπους να στέκουν ή να περπατάνε γρήγορα, σαν να έπαιζαν και να βιάζονταν να κρυφτούν. Κάποιοι, κυρίως άντρες, κρατούσαν από ένα όπλο, ενώ οι γυναίκες κρατούσαν κοντά στο σώμα τους τα παιδιά τους.

  «Μαμά, γιατί κάνουν έτσι;» ρώτησε η Λία.

  Η Εμιλιάνα έριξε απλώς μια ματιά. Το μόνο που είδε ήταν μερικές κινούμενες σκιές, χωρίς εμφανή χαρακτηριστικά. «Δεν ξέρω, καρδιά μου» απάντησε και έσφιξε το πανωφόρι της γύρω από τους ώμους της. Αν την έβλεπε κάποιος για πρώτη φορά χωρίς το μαντήλι που στεφάνωνε την κόμη της, θα πρόσεχε αμέσως τις γκρίζες τρίχες των ξανθών μαλλιών της και το πρόωρα γερασμένο πρόσωπό της, και θα έλεγε ότι πρέπει να ήταν κοντά στα πενήντα, ενώ η Εμιλιάνα ήταν τριάντα εφτά χρονών. Μαύροι κύκλοι υπήρχαν κάτω από τα γαλάζια μάτια της, τη στιγμή που η μπλούζα, η μακριά φούστα και το γιλέκο της φαίνονταν πολυκαιρισμένα.

  Η Αντελίνα έσπευσε κι αυτή να δει. Έσπρωξε την αδερφή της, η οποία διαμαρτυρήθηκε.

  «Κορίτσια» είπε ο Ντράχοσλαβ. «Ηρεμήστε. Τώρα». Παρέμενε ακόμα ένας δυνατός άντρας, με τον ίδιο αυταρχικό χαρακτήρα που είχε χτίσει από παιδί. Ασχολιόταν μόνο με όσα «έχουν σημασία», δηλαδή την ασφάλεια των μελών της οικογένειας και την προστασία της περιουσίας «από τον άντρα του σπιτιού». Συνήθως, φορούσε φαρδύ παντελόνι, μαύρη ζώνη, λευκό πουκάμισο, μαύρο γιλέκο και μπότες, ενώ στο κεφάλι είχε το αγαπημένο του μαύρο τσόχινο καπέλο σε σχήμα κώνου. Τα ρούχα του ήταν κατά βάση ατημέλητα, αφού ο ίδιος ο Ντράχοσλαβ θεωρούσε πως οποιαδήποτε περαιτέρω περιποίησή τους θα ήταν περιττή, αν όχι «γυναικεία».

  «Μα, παππού, δεν μ’ αφήνει να δω» είπε η Αντελίνα.

  «Δεν υπάρχει κάτι να δείτε, μικρή. Σωπάστε».

  Η Αντελίνα απευθύνθηκε στον πατέρα της «Μπαμπά, πες στην Λία να μ’ αφήσει κι εμένα. Θέλω να δω».

  Ο Βέλκαν γύρισε θυμωμένος προς τα κορίτσια. Είπε «Λία, κάνε στην άκρη. Και μην ακούσω άλλη λέξη από τις δυο σας μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι».

  Οι κόρες του τον υπάκουσαν. Γιατί ήξεραν τι θα γινόταν αν τον εκνεύριζαν κι άλλο.

  «Τις κακομαθαίνεις, Βέλκαν. Δεν πρέπει να τους κάνεις όλα τα χατίρια. Σίγουρα, όχι τα ανούσια» σχολίασε ο Ντράχοσλαβ. Περίμενε από την Εμιλιάνα να παρέμβει, να πάρει το μέρος των κοριτσιών, αλλά εκείνη δεν μίλησε.

  «Το έχω υπόψη μου, πατέρα».

  «Αλήθεια, γιε μου; Μακάρι. Μακάρι».

Κανείς δεν σταμάτησε τις άμαξες, ούτε χαιρέτισε τους Ούγγρους ή τις μικρές Τσομπάνου που κοιτούσαν με περιέργεια από το παράθυρο. Άφησαν τα άλογα να πορευθούν, κατ’ ουσίαν αδιαφορώντας γι’ αυτά ή για τους επιβάτες που κρύβονταν στο εσωτερικό της μιας άμαξας. Το αυτό ίσχυε και για τον Βέλκαν και τους συγγενείς του, αλλά για διαφορετικούς λόγους.

Στο μεταξύ, η Στεφανία είχε πάει με την οικογένειά της στην εκκλησία, για να την προετοιμάσουν για την επικείμενη συνάντηση. Καθάρισαν το χώρο, έφτιαξαν τις καρέκλες και άναψαν μερικά κεριά, για να υπάρχει μια υποτυπώδης ζεστασιά. Φυσικά, δεν παρέλειψαν να προσευχηθούν στους αγίους και στον Θεό, ζητώντας τη βοήθειά τους.

  Για την νεαρή κόρη του Λούκα και της Κορνέλια Βλαντιμιρέσκου, ήταν απορίας άξιο που ο Μεγαλοδύναμος, η Παναγία και οι άγιοι δεν ανταποκρίνονταν την ίδια στιγμή που κάποιος προσευχόταν σε αυτούς. Της φαινόταν και λίγο αγενές, αλλά αυτό είχε πάψει να το λέει. Μόνο το σκεφτόταν ενίοτε. Γιατί, όταν το είχε αναφέρει στον πατέρα Στεφάν, εκείνος της είχε πει ότι ήταν αμαρτία να σκέφτεται έτσι. «Αλλά είναι κατανοητή αμαρτία» σχολίασε μετά. «Είσαι παιδί, είναι λογικό να σκέφτεσαι με αυτό τον τρόπο. Να ξέρεις, καλή μου Στεφανία, πως ο Θεός πάντα απαντάει. Πάντα. Όχι όπως απαντάω εγώ σε εσένα τώρα, αλλά με τον δικό Του τρόπο, όποτε κρίνει ότι έχει έρθει η κατάλληλη στιγμή».

  Η Στεφανία δεν το είχε πει στον ιερέα, ούτε τότε, ούτε άλλη φορά, αλλά και πάλι θεωρούσε πως θα έπρεπε ο Θεός να απαντάει αμέσως στο κάλεσμα των πιστών Του. Δεν είναι ευγενικό να μην μιλάς στον άλλο ενώ ζητάει κάτι από εσένα, σκεφτόταν κάπου-κάπου.

  Πόσω μάλλον τώρα, που κάτι συμβαίνει στο Μπραν. Τώρα χρειαζόμαστε απαντήσεις. Η κοπέλα κοίταξε την μητέρα και τον αδερφό της, που είχαν γονατίσει μπροστά στην εικόνα της Μεταμορφώσεως του Κυρίου. Μετά, γύρισε προς τον πατέρα της που έστεκε κοντά στην κλειστή πόρτα του ναού, με το τουφέκι του περασμένο στον ώμο, τα χέρια σφιγμένα σε μία γροθιά και τα μάτια κλειστά, σαν να ήταν μαθητής που συγκεντρωνόταν για να απαντήσει στο δάσκαλό του. Η Στεφανία ένιωθε καλά που οι δικοί της και όλοι οι κάτοικοι του Μπραν και τα ζωντανά τους δεν είχαν πάθει κάτι από… ό,τι συνέβη την προηγούμενη νύχτα.

  Όλοι; Είναι όλοι καλά;

  Τότε, στο μυαλό της ήρθαν η Μαριάννα και η Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου και το σπίτι τους, όπως και τα λιγοστά ζωάκια που τους είχε αφήσει αμανάτι ο αποθανών Μιχαήλ. Η Στεφανία κάθισε σε μια καρέκλα, νιώθοντας μια παράλογη κάψα να απλώνεται στο στήθος της. Όλοι τους αγνοούνταν. Το σπίτι ήταν έρημο. Εκείνο το ωραίο και γερό κάρο, εξαφανισμένο. Τι είχε συμβεί, κανείς δεν ήξερε να πει με σιγουριά. Είχε ακούσει, βέβαια, κάποιους συνωμοτικούς ψιθύρους, κυρίως από τους γονείς της, τα ξημερώματα, που εκείνοι νόμιζαν ότι η Στεφανία και ο αδερφός της, ο Σάντου, επιτέλους είχαν κοιμηθεί.

  Το κάστρο. Η πυργοδέσποινά του, την οποία είχαν αποκαλέσει Κόμισσα, σαν να ήταν αυτό το όνομα και το επώνυμό της. Και το αίμα, μια «παλιά κατάρα που δεν θα έσβηνε ποτέ». Έτσι είχε πει ο Λούκα και η Κορνέλια είχε ψελλίσει «Μην λες τέτοια. Σε παρακαλώ. Δεν αντέχω στη σκέψη πως μπορεί εκείνη η μάγισσα να κυνηγήσει κάποιον από εμάς. Και ειδικά, τα παιδιά».

  Η Κόμισσα που ζούσε στο κάστρο από παλιά ήταν «μάγισσα». Η Στεφανία, κρυμμένη στο διάδρομο που συνέδεε το καθιστικό και τα υπνοδωμάτια, είχε αναρωτηθεί αν οι γονείς της σοβαρολογούσαν. Όμως, αργότερα το πρωί, καθώς περιφερόταν από πόρτα σε πόρτα για να πει σε όλες τις οικογένειες για την συνάντηση στην εκκλησία, άκουσε και άλλους να μιλάνε για αυτή την κατάρα του Μπραν.

  Άραγε, τι να πιστεύει ο πατήρ Στεφάν γι’ αυτή την ιστορία;

  Μετά, ξανά η ίδια ερώτηση: Είναι όλοι καλά;

  Πλέον, δεν μπορούσε να το πει αυτό. Γιατί, εκτός από τις Μπενγκέσκου, δεν είχαν ανοίξει την πόρτα ούτε οι Μολντοβάνου. Όσο κι αν είχε επιμείνει, όσο κι αν φώναζε και να χτυπούσε, δεν είχε δει ή ακούσει ούτε τον Νάντρου, ούτε την Ροζάλια, ούτε τον Αρσένιε.

  Κοίταξε προς το τέμπλο του ναού. Πάνω από το βήμα της Ωραίας Πύλης, μέσα σε ένα τριγωνικό σχήμα υπήρχε ζωγραφισμένο ένα μάτι, ενώ γύρω του είχαν σχεδιαστεί κίτρινες γραμμές, σαν ηλιοφώτιστες ράβδοι. Έπειτα, είδε τις εικόνες του Χριστού, της Παναγίας, του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.

  Ανάσανε και σκούπισε το μέτωπό της από τον ιδρώτα της, ενώ έσαξε και το μαντήλι της που είχε μουσκευτεί.

  Είναι… όλοι… καλά;

  Περίμενε.

  Καμιά κίνηση.

  Καμιά φωνή.

  Καμιά απάντηση.

Όσο οι Βλαντιμιρέσκου ήταν στον ναό και η Στεφανία προβληματιζόταν για τις οικογένειες των Μπενγκέσκου και Μολντοβάνου, αλλά και για την πίστη της, οι άμαξες των Τσομπάνου έφτασαν στο μοναδικό σπίτι του χωριού που είχε πρώτο όροφο, κήπο με περίφραξη και δύο σκυλιά για φύλακες, και ήταν φτιαγμένο με σκυρόδεμα –εξαιρουμένης της εκκλησίας, που είχε ανακαινιστεί πριν μερικά χρόνια. Οι δύο από τους τέσσερις Ούγγρους πήραν τα κλειδιά και το τουφέκι και μπήκαν στον περιβάλλοντα χώρο του οικήματος και κατευθύνθηκαν προς την πόρτα. Τα αγαπημένα σκυλιά του Ντράχοσλαβ έσπευσαν να τους μυρίσουν και, αφού τους αναγνώρισαν, να τους καλωσορίσουν, όμως οι άντρες τα παραμέρισαν. Μπήκαν στο σπίτι και το έψαξαν όλο, για να σιγουρευτούν ότι δεν υπήρχε κάποια απειλή. Δεν περίμεναν να βρουν κάτι, αλλά ο Ντράχοσλαβ είχε πείσει τον γιο του να παίρνει κάθε δυνατή προφύλαξη, «γιατί ο Σατανάς βάζει πονηρές ιδέες στους ανθρώπους. Ειδικά, σε όσους δεν έχουν πού την κεφαλήν κλίναι». Ο Βέλκαν δεν συμφωνούσε και πολύ σε αυτό, δεν είχε δει κανένα σημάδι στους συγχωριανούς τους ότι θα έκαναν κάτι κακό στον οποιονδήποτε, αλλά ο Ντράχοσλαβ είχε πει ότι «ή κάνεις ό,τι λέω ή μένεις σε δικό σου σπιτικό. Λοιπόν, τι λες, μικρέ;»

  Αφού βγήκαν ξανά στον κήπο οι δύο Ούγγροι και είπαν πως δεν υπήρχε κίνδυνος, οι συνάδελφοί τους βοήθησαν τους Τσομπάνου να κατέβουν από την άμαξα και κουβάλησαν τις αποσκευές. Ο ένας από τους Ούγγρους έμεινε έξω από το σπίτι, για να προσέχει τις άμαξες.

  Τα κορίτσια έτρεξαν αμέσως στο δωμάτιό τους, με την μητέρα και την γιαγιά τους να πηγαίνουν με πιο αργά βήματα στο δικό τους. Ο Βέλκαν και ο Ντράχοσλαβ έριξαν λίγο νερό στο πρόσωπό τους και μετά, ακολουθούμενοι από δύο σωματοφύλακες, έφυγαν για να ελέγξουν τα χωράφια και τα ζώα που διέθεταν. Συνάντησαν μερικούς συγχωριανούς τους, οι οποίοι τους χαιρέτισαν, αλλά φαίνονταν πολύ βιαστικοί.

  «Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε έναν ο Ντράχοσλαβ.

  «Έχουμε συνάντηση στην εκκλησία. Στις δώδεκα».

  «Αλήθεια; Γιατί;»

  Ο άντρας ξεροκατάπιε και κοίταξε γύρω του, ανήσυχος. Έπειτα, ψιθύρισε «Έχουν χαθεί οι Μπενγκέσκου. Ξέρετε, η Μαριάννα και η Μαγκνταλένα. Τη νύχτα που χάθηκαν, τα σκυλιά γάβγιζαν σαν να είχε κατέβει ο ίδιος ο Διάβολος. Το ίδιο έγινε και χθες, κακός χαμός για πολλές ώρες».

  Ο Βέλκαν με τον Ντράχοσλαβ αντάλλαξαν μια ματιά, καταλαβαίνοντας πού το πήγαινε ο χωρικός, ενώ οι Ούγγροι σωματοφύλακες ήρθαν πιο κοντά στα αφεντικά τους.

  «Χάθηκε κανείς άλλος χθες;» ρώτησε ο Βέλκαν.

  «Α, δεν ξέρω. Αλλά πιστεύω ότι θα το πουν στην συνάντηση. Εγώ πάντως, καλού-κακού, κουβαλάω πάντα μαζί μου το μαχαίρι του παππού μου και το βράδυ έχω δίπλα μου το τσεκούρι μου. Και προσεύχομαι στον Ύψιστο. Έχω γυναίκα και παιδιά, τρέμω μην μου πάθουν τίποτα».

  Οι Τσομπάνου ευχαρίστησαν τον άντρα και προχώρησαν προς το σπίτι των Καρατζιάλε. Ήθελαν να έρθει μαζί τους ο Σεραφείμ, ούτως ώστε να τους πει και να τους αποδείξει ότι όλα ήταν εντάξει όσο έλειπαν ή, αν κάτι είχε γίνει λάθος, να φροντίσουν να δουν πώς θα δικαιολογηθεί. «Γιατί» σύμφωνα με τον Ντράχοσλαβ «όταν αναλαμβάνεις μια υποχρέωση, πρέπει να την κάνεις σωστά. Αλλιώς θα πρέπει να υποστείς τις συνέπειες».

  Την πόρτα άνοιξε η γυναίκα του Σεραφείμ, η Βιολέτα, που, στα σαράντα της παρέμενε όμορφη και λυγερή, όπως την είχε παντρευτεί κάποτε ο Καρατζιάλε. Από το εσωτερικό, έρχονταν διάφορες μυρωδιές φαγητού που έβραζε. «Ω, γεια σας! Κύριε Ντράχοσλαβ, κύριε Βέλκαν» είπε και προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά ήταν φανερό πως δεν θα το κατάφερνε. «Καλώς ήρθατε στα πάτρια εδάφη».

  «Καλώς σας βρήκαμε, Βιολέτα. Είναι εδώ ο σύζυγός σου;» είπε ο Βέλκαν.

  «Ναι, εδώ είναι».

  «Τον φωνάζεις, σε παρακαλώ; Θέλουμε να του μιλήσουμε».

  «Ναι, ναι, φυσικά». Γύρισε και φώναξε τον άντρα της.

  Ο Σεραφείμ, ένας παχύς άντρας με πρόσωπο μονίμως κοκκινισμένο, εμφανίστηκε μετά από λίγο. Στη ζώνη του παντελονιού του είχε ένα μαχαίρι και το πιστόλι που του είχαν δώσει οι Τσομπάνου την πρώτη μέρα που ανέλαβε υπηρεσία. Το δικό του χαμόγελο ήταν λιγότερο συγκρατημένο και αμιγώς ειλικρινές. «Αγαπητοί μου κύριοι, καλώς ήρθατε!» είπε.

  «Καλώς σας βρήκαμε, Σεραφείμ. Πάμε προς τα χωράφια και θέλουμε να έρθεις μαζί μας, για να μας ενημερώσεις».

  «Ω» έκανε ο άντρας έκπληκτος. «Εμ, ξέρετε, έχουμε συνάντηση σε λίγο, στην εκκλησία. Ετοιμαζόμασταν να φάμε και να πάμε εκεί».

  «Θα είμαστε πίσω πριν την συνάντηση» είπε ο Ντράχοσλαβ. «Μπορείς να φας μετά. Είσαι μεγάλος άντρας. Θα αντέξεις».

  Ο Σεραφείμ κατάλαβε ότι ο πρεσβύτερος Τσομπάνου δεν είχε διάθεση για να συζητήσει οποιοδήποτε άλλο ενδεχόμενο, πέραν από αυτό που ήθελε. Και τον είχε δει εκνευρισμένο, πώς αντιδρούσε, τι έλεγε –τι διαταγές έδινε στους Ούγγρους, αν απογοητευόταν. Ο Σεραφείμ την ήθελε αυτή τη δουλειά. Όσο σκληροί άνθρωποι και να ήταν οι Τσομπάνου -τουλάχιστον, οι άρρενες, γιατί η Εμιλιάνα, η Ιούλια και οι μικρές δεν συμπεριφέρονταν έτσι-, όφειλε να παραδεχτεί ότι πλήρωναν καλά και ένιωθε τυχερός που είχαν διαλέξει αυτόν. Οπότε κατένευσε –άλλωστε, δεν είχε και τίποτα να κρύψει ή να φοβηθεί, μιας και οι δουλειές είχαν πάει εξαιρετικά. «Ναι, φυσικά». Είπε στην γυναίκα του ότι δεν θα αργούσε και βγήκε από το σπίτι.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook