Η Εντολή Της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 2

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μισή ώρα πριν τα μεσάνυχτα

Η περίπολος είχε αλλάξει και πλέον στους δρόμους του Μπραν κυκλοφορούσαν οι άλλοι δύο Ούγγροι με άλλους ντόπιους. Ξεκίνησαν από το σπίτι των Τσομπάνου και κατευθύνθηκαν βόρεια, όπου θα έστριβαν στο σπίτι των Μολντοβάνου και θα πήγαιναν νοτιοανατολικά, περνώντας έξω από την εκκλησία και άλλα οικήματα και χωράφια.

  Η νοοτροπία ήταν η ίδια. Μπροστά οι πρώην στρατιωτικοί, πίσω οι ντόπιοι, όλοι με τα όπλα περασμένα στον ώμο και τη ζώνη τους. Για δύο ώρες, θα σάρωναν κάθε σπιθαμή του χωριού. Κάτι που είχαν συνηθίσει μόνο οι Ούγγροι, καθώς οι άλλοι δύο, όπως κάθε κάτοικος του Μπραν, δεν έβγαιναν συχνά μες τη νύχτα. Αλλά η συμφωνία ήταν συγκεκριμένη και θα έκαναν το καθήκον τους, όπως όφειλαν.

  Για δύο ώρες.

  Μετά, θα γυρνούσαν στην ασφάλεια του τεράστιου σπιτιού του Ντράχοσλαβ Τσομπάνου. Όπου αυτή τη στιγμή έμεναν πάνω από είκοσι άτομα, μεταξύ των οποίων και δύο πρώην στρατιώτες, και είχαν και σκυλιά, για να φυλάνε μην μπει κανείς.

  Έτσι νόμιζαν.

Η Λία ήταν αυτή που άνοιξε τα μάτια της και είδε την γυναίκα στο παράθυρο του μπαλκονιού. Στην αρχή, δεν κατάλαβε αν είχε δει σωστά, οπότε ανασηκώθηκε, παραμέρισε τις ξανθές μπούκλες της και έτριψε τα μάτια της. Όχι, δεν είχε κάνει λάθος. Υπήρχε όντως μια γυναίκα που στεκόταν κοντά στο τζάμι. Φορούσε μακρύ μαύρο φόρεμα, το οποίο ερχόταν σε μεγάλη αντίθεση με το κατάλευκο πρόσωπό της. Το χιόνι έπεφτε πίσω από την μορφή της, μικρά χνούδια που εμφανίζονταν σαν αστέρια στον σκοτεινό ουρανό.

  Η μικρή Τσομπάνου έσφιξε στην αγκαλιά της το παιχνίδι της, μια κούκλα που την αποκαλούσε Γιολάντα. Σκέφτηκε να ξυπνήσει την αδερφή της, που κοιμόταν στο απέναντι κρεβάτι, προς την μεριά της ντουλάπας. Κι όχι να την ξυπνήσει φωνάζοντάς τη, αλλά να σηκωθεί και να σπεύσει στο κρεβάτι της και να την ταρακουνήσει.

  «Έι. Μικρούλα».

  Η Λία κοίταξε την γυναίκα. Είχε κατεβάσει την κουκούλα της και τα μαύρα μαλλιά της είχαν ελευθερωθεί, ενώ χαμογελούσε κιόλας. Έτσι όπως την έβλεπε, της ήταν αόριστα γνωστή.

  «Μπορείς να έρθεις εδώ, σε παρακαλώ;»

  Και η φωνή ήταν γνωστή. Ποια είναι αυτή η κυρία; αναρωτήθηκε η Λία. Κοίταξε ξανά την αδελφή της, που κοιμόταν βαθιά. Έξυσε το κεφάλι της. Να την ξυπνούσε;

  «Έι, Λία. Η Λία είσαι, σωστά;»

  Η Λία γύρισε προς το παράθυρο. Κατένευσε.

  «Εγώ είμαι η Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου. Με θυμάσαι, Λία;»

  Η μικρή συμφώνησε. Θυμήθηκε που είχε δει μια δυο φορές την κοπέλα με μια μεγαλύτερη κυρία, που ήταν η μητέρα της, στο δρόμο. Η δική της μαμά είχε χαιρετίσει την άλλη και η Μαγκνταλένα είχε σχολιάσει πόσο όμορφες ήταν η Λία και η Αντελίνα, κάνοντας τις δύο μικρούλες να χαμογελάσουν και να κοκκινίσουν. Την είχε συμπαθήσει την Μαγκνταλένα, γιατί και η μαμά την συμπαθούσε.

  «Λία, μπορείς να έρθεις, να σου πω κάτι;»

  Η Λία κοίταξε την Γιολάντα. Να πάω; τη ρώτησε με τη σκέψη της, όπως συνήθιζε όταν αμφέβαλλε για κάτι. Ή όταν φοβόταν. Και τώρα και αμφέβαλλε και φοβόταν. Δεν ήξερε τον λόγο, μιας και η κοπέλα στο παράθυρο ήταν και γνωστή και συμπαθητική, αλλά η Λία έτσι ένιωθε. Ίσως έφταιγε το σκοτάδι και το ότι δεν μπορούσε να καταλάβει πώς μπόρεσε η Μαγκνταλένα να ανέβει στο μπαλκόνι. Ή και γιατί να το κάνει, όταν μπορούσε να έρθει από την πόρτα.

  «Λία; Σε παρακαλώ; Κρυώνω». Η Μαγκνταλένα είχε σταυρώσει τα χέρια της και έτριβε τα μπράτσα της, κάνοντας έναν αστείο μορφασμό, όπου φούσκωνε τα μάγουλά της και μετά τα ξεφούσκωνε, θολώνοντας λίγο το τζάμι. «Σε παρακαλώ, Λία».

  Η Λία παραμέρισε τα σκεπάσματα και φόρεσε τα πασούμια της. Έσαξε το νυχτικό της και, μαζί με την Γιολάντα, περπάτησε ως το παράθυρο. Στάθηκε ακριβώς απέναντι από την Μαγκνταλένα, η οποία γονάτισε για να είναι και οι δύο στο ίδιο ύψος και να κοιτιούνται κατάματα.

  «Πώς ανέβηκες;» ρώτησε η μικρή.

  «Σκαρφάλωσα, καλή μου. Η πόρτα ήταν κλειστή και εγώ κρυώνω πολύ. Θα μπορούσες να ανοίξεις το παραθυρόφυλλο, για να μπω;»

  Θα μπορούσε. Σίγουρα. Ήξερε τον τρόπο. «Γιατί δεν χτύπησες; Κάτω κοιμούνται πολλοί. Φιλοξενούμε κι άλλους ανθρώπους».

  «Αλήθεια; Γιατί;»

  Η Λία ανασήκωσε τους ώμους της. «Δεν ξέρω. Δεν μου είπαν. Ούτε στην αδερφή μου είπαν. Αλλά έτσι είναι».

  «Ω. Κατάλαβα». Η Μαγκνταλένα κοίταξε γύρω της και μέσα στο δωμάτιο. «Λία μου, σε παρακαλώ, άνοιξε. Θα ξεπαγιάσω εδώ έξω».

  Κάτι άλλο προβλημάτισε την Λία. «Είδες τον Σάντα και τον Φέρκα;»

  «Τι; Ποιοι είναι αυτοί;»

  «Τα σκυλιά που έχουμε».

  «Α». Η Μαγκνταλένα χαμογέλασε. «Ναι. Τα είδα, μικρή μου. Χαριτωμένα σκυλάκια».

  Ήταν όντως χαριτωμένα, αλλά όχι πάντα. Όχι με τους ξένους. «Τι κάνουν; Κοιμούνται;»

  «Ω, ναι, Λία». Κάτι τρεμόπαιξε στα μάτια της Μαγκνταλένα, ενώ και η φωνή της είχε αλλοιωθεί. «Κοιμούνται. Σαν μωράκια κοιμούνται».

  Η Λία κοίταξε την Γιολάντα. Κοιμούνται. Ο Σάντα και ο Φέρκα; Που ξυπνάνε αν ακούσουν γάτα να κυκλοφορεί στον κήπο; Ο παππούς ήταν αυτός που διατυμπάνιζε ότι είχαν τα καλύτερα σκυλιά. Κι αυτά… κοιμούνται. «Μάλλον πρέπει να φωνάξω τον μπαμπά» είπε, στο τέλος.

  «Όχι, όχι, δεν χρειάζεται. Γιατί να τον ξυπνήσεις; Αφού με ξέρεις. Και εκείνος με ξέρει. Είμαστε συγχωριανοί, δεν υπάρχει πρόβλημα. Όταν με δει, θα καταλάβει».

  «Καλύτερα να φωνάξω τον μπαμπά» επανέλαβε η Λία και σήκωσε το κεφάλι της.

  Για μια στιγμή, είδε απλά την Μαγκνταλένα που ήξερε.

  Μετά, είδε δύο σκοτεινά μάτια να την ατενίζουν και ένα στόμα να ανοίγει και δύο σειρές δοντιών ζώου να της χαμογελάνε.

  Η Λία γούρλωσε τα μάτια. Πάγωσε στην θέση της.

  Τότε το ον γρύλισε και έκανε μια απότομη κίνηση, σηκώνοντας τα χέρια, σαν να ήθελε να αρπάξει την Λία.

  Η μικρή έβαλε τις φωνές και στράφηκε να φύγει.

  Η Αντελίνα ξύπνησε και είδε πρώτα την αδερφή της να πέφτει πάνω της και έπειτα κάτι να εξαφανίζεται στο παράθυρο.

  Φωνές και ποδοβολητά ακούστηκαν από τους άλλους χώρους.

  Στο δωμάτιο όρμησαν πρώτα οι δύο Ούγγροι με τα τουφέκια τους και στη συνέχεια ο Βέλκαν με την Εμιλιάνα. Οι σωματοφύλακες έλεγξαν το δωμάτιο, ενώ, βλέποντας την Αντελίνα να δείχνει προς το παράθυρο, έσπευσαν να δουν αν υπήρχε εκεί κάτι ή κάποιος.

  «Τι έγινε;» ρώτησε ο Βέλκαν, καθώς γονάτιζε κοντά στις κόρες του.

  Οι μικρές έκλαιγαν και δεν του απάντησαν.

  «Λία; Αντελίνα; Σας ρώτησα κάτι».

  «Ηρέμησε, Βέλκαν» είπε η Εμιλιάνα, που κρατούσε τις δίδυμες στην αγκαλιά της. «Τις τρομάζεις».

  «Δεν υπάρχει τίποτα, κύριε» είπε ο ένας Ούγγρος.

  Ο Βέλκαν έδωσε μερικά δευτερόλεπτα στον εαυτό του, πριν ξαναρωτήσει τις κόρες του.

  Όταν βγήκε από το δωμάτιο, είδε τον Ντράχοσλαβ να έχει σηκωθεί κι αυτός, όπως και οι φιλοξενούμενοι, και να στέκεται στο διάδρομο. «Τι έγινε, γιε μου;» ρώτησε ο πρεσβύτερος Τσομπάνου.

  «Η Λία. Είδε την Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου να στέκεται στο μπαλκόνι. Συνομίλησαν. Η Μπενγκέσκου ήθελε να μπει μέσα στο σπίτι».

  «Μήπως το φαντάστηκε η μικρή; Μην είδε κάναν εφιάλτη;»

  «Όχι, γιατί και η Αντελίνα είπε ότι είδε κάτι σαν παλτό να πέφτει από το μπαλκόνι».

  Ο Ντράχοσλαβ το συλλογίστηκε. Κοίταξε τον γιο του. «Βέλκαν, είναι μικρές. Μπορεί…»

  «Όχι! Μη διανοηθείς να το πεις. Οι κόρες μου ξέρουν τι είδαν. Η Λία δεν είχε ποτέ τόσο ζωντανούς εφιάλτες. Ούτε η Αντελίνα. Και την Μπενγκέσκου ζήτημα ήταν αν την έχουν δει πάνω από τρεις φορές στην ζωή τους. Δεν είδαν εφιάλτη».

  Ο Ντράχοσλαβ κατένευσε. Αλλά δεν μίλησε.

  «Ήταν εδώ. Η καταραμένη ήταν εδώ. Μια ανάσα από τις κόρες μου. Ήθελε να τις σκοτώσει. Ή χειρότερα. Αλλά οι κόρες του Βέλκαν δεν είναι ηλίθιες. Εκείνη, όμως, ήταν ηλίθια. Γιατί το έκανε προσωπικό το ζήτημα. Θα τη βρω και θα την σκοτώσω, Ντράχοσλαβ. Αν έχουν γίνει όλοι σαν την Κόμισσα, θα τους σκοτώσουμε όλους. Αλλά την Μπενγκέσκου θα την αναλάβω προσωπικά. Το ορκίζομαι».

  «Το καταλαβαίνω, γιε μου. Το καταλαβαίνω».

  Ο Βέλκαν πέρασε δίπλα από τον πατέρα του, κινούμενος προς τη σκάλα που οδηγούσε στο ισόγειο, όταν ο Ντράχοσλαβ ρώτησε: «Γιε μου; Μπορείς να ελέγξεις τα σκυλιά;»

  Ο νεώτερος Τσομπάνου χρειάστηκε μια στιγμή, για να καταλάβει τι υπονοούσε ο πατέρας του. Όχι! Όχι, όχι, όχι! Κατέβηκε τα σκαλοπάτια με γρήγορα άλματα και έτρεξε προς την εξώπορτα. Βγήκε στο κρύο και κίνησε για τα σπιτάκια που είχαν φτιάξει για τον Φέρκα και τον Σάντα.

  Είδε τους τέσσερις άντρες της περιπόλου να στέκουν πάνω από τα ακίνητα ζώα.

  «Λυπάμαι, κύριε» είπε ο ένας Ούγγρος. «Λυπάμαι πολύ».

  Τα αγαπημένα σκυλιά του Ντράχοσλαβ ήταν νεκρά, με τους λαιμούς τους κομμένους. Το αίμα τους είχε απλωθεί γύρω από το κεφάλι και το λαιμό τους και είχε σχηματίσει  ένα μικρό μέρος ενός κόκκινου τοίχου.

  «Καταραμένη» είπε ο Βέλκαν. «Θα μετανιώσεις για αυτό. Θα μετανιώσεις για όλα».

Συνεχίζεται…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook