Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 3

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Οι άρρενες Τσομπάνου, οι τέσσερις Ούγγροι, καθώς και οι δέκα άντρες που είχαν ταχθεί στο πλευρό τους μαζεύτηκαν στις δέκα και μισή το πρωί στο ισόγειο, κοντά στο τζάκι. Είχαν ζητήσει από τα παιδιά και τις μανάδες τους να πάνε σε άλλα δωμάτια του σπιτιού, «για να μη διασπάται η προσοχή των αντρών» όπως είπε ο Ντράχοσλαβ. Οι υπηρέτες τούς έφεραν καφέ, τσάι και φρέσκα γλυκίσματα για πρωινό, και μετά κρύφτηκαν στην κουζίνα. Το δάπεδο του σαλονιού, προσωρινά, είχε ξεγυμνωθεί από τις κουβέρτες, πάνω στις οποίες είχαν κοιμηθεί οι φιλοξενούμενοι.

  Οι περισσότεροι από τους παρόντες κατοίκους του χωριού ήταν σε υπερένταση. Έκαναν νευρικές κινήσεις, έτριβαν τα χέρια και τα γόνατά τους. Ο λιγοστός και ταραχώδης ύπνος που είχαν κάνει φαινόταν και με το παραπάνω στο χασμουρητό και στα μισόκλειστα μάτια τους. Είχαν ανταλλάξει ελάχιστες κουβέντες από τη στιγμή που ξύπνησαν, μισόλογα χωρίς νόημα, χωρίς να νοιάζεται κανείς για το τι λέει ο συνομιλητής του, εφόσον δεν ήταν ο Βέλκαν, ο Ντράχοσλαβ ή κάποιος από τους δυσπρόσιτους Ούγγρους. Ό,τι κι αν είχε γίνει την προηγούμενη βραδιά δε φαινόταν να επηρέασε την εμπιστοσύνη των δέκα αντρών προς το πρόσωπο των ιδιοκτητών του σπιτιού και των σωματοφυλάκων τους. Όπως υπέθεταν οι πρώην στρατιωτικοί, ο λόγος ήταν ότι η παρολίγον εισβολή είχε γίνει από βρικόλακα, κάτι που δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μάλλον κανένας.

  Παραμύθια, σκέφτονταν οι Ούγγροι. Πιθανώς. Βασικά, ό,τι κι αν είναι εμάς μας βολεύει. Είχαν μιλήσει με τα αφεντικά τους πριν την τωρινή συνάντηση και τους είχαν εκφράσει τη δυσπιστία τους για το αν έπρεπε να γίνει η οποιαδήποτε επίθεση στο κάστρο. Όμως, οι Τσομπάνου δεν άλλαξαν γνώμη.

  Ο Ντράχοσλαβ και ο Βέλκαν έβραζαν από θυμό και αγανάκτηση. Είχε πληγεί ο εγωισμός και η αξιοπιστία τους. Αν οι υπόλοιποι είχαν κοιμηθεί ελάχιστα, τότε οι δύο Τσομπάνου απλά είχαν κλείσει για λίγο τα μάτια τους, ίσα-ίσα για να επικεντρώσουν στους σκοτεινούς, φανταστικούς εχθρούς τους, εκείνα τα απροσδιόριστης μορφής τέρατα (ανθρωπόμορφα ή μη) που εμφανίζονται μόνο όταν έχεις ανάγκη λίγη ξεκούραση, το μένος που τους κατέτρωγε. Είχαν χάσει δύο σκυλιά, δύο αγαπημένα κατοικίδια και φύλακες του σπιτιού και των ενοίκων του. Για τον Ντράχοσλαβ, αυτό ήταν το χειρότερο που είχε συμβεί χθες. Τα εκτιμούσε πολύ αυτά τα ζωντανά. Ήταν δυνατό να του καταλογίσει κανείς οποιαδήποτε κατηγόρια, αλλά θα έπρεπε να αναγνωρίσει ότι υπήρχαν το λιγότερο δύο άλλα όντα -εκτός του εαυτού του και της συζύγου του, της Ιούλια- για τα οποία ο Ντράχοσλαβ Τσομπάνου έτρεφε αισθήματα αγάπης. Και χθες, κάποια του τα πήρε για πάντα. Ο ηλικιωμένος είχε μεγαλώσει με συγκεκριμένες αρχές, και μία από αυτές είχε να κάνει με την εκδίκηση. «Οφθαλμός αντί οφθαλμού», που θα έλεγε και ο πατήρ Στεφάν, σκέφτηκε με πικρία. Ο Θεός να του δώσει λίγη φώτιση, μπας και καταλάβει ποιο είναι το συμφέρον του Μπραν. Αλλά και να μη συνέβαινε αυτό, και να επέμενε ο ιερέας στην θέση του, ο Ντράχοσλαβ και η ομάδα του θα έκαναν το καθήκον τους. Το μόνο που λυπούσε τον ηλικιωμένο ήταν το γεγονός ότι δεν είχε τις δυνάμεις να συμμετέχει πιο ενεργά στην υπόθεση. Θα ήθελε ο ίδιος να βρεθεί απέναντι στην Μπενγκέσκου και να τη βασανίσει όπως της άρμοζε. Δεν είχε χρειαστεί να εφαρμόσει ποτέ σε συγχωριανό του τις βάναυσες αρχές του, παρά μόνο σε ορισμένους αντιπάλους του στο Μπρασώφ και το Σιμπίου. Η Μπενγκέσκου θα ήταν η πρώτη χωριάτισσα που θα την πάθαινε τόσο άσχημα από έναν Τσομπάνου. Κρίμα που δεν θα είμαι εγώ, αναστέναξε. Αλλά τον παρηγορούσε η σκέψη αφενός ότι βοηθούσε εμψυχώνοντας την ομάδα και αφετέρου πως υπήρχε ένας «εκπρόσωπος» της οικογένειας που θα αναλάμβανε αυτό το καθήκον.

  Ο Βέλκαν, από τη δική του σκοπιά, ακολουθώντας ένα παράλληλο με του πατέρα του μονοπάτι, είχε μεν κατά νου ότι είχαν χάσει τον Φέρκα και τον Σάντα, αλλά η σκέψη ότι οι δύο του κόρες βρέθηκαν μια ανάσα από τον θάνατο, ή ό,τι άλλο χειρότερο περίμενε το θύμα ενός βρικόλακα, τον τρέλαινε. Κάτω από τα κλειστά βλέφαρά του, λίγες ώρες πριν, είχε δει την Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου να είναι δεμένη σε μια καρέκλα, γυμνή, όχι μόνο από ρούχα, αλλά και από την ίδια της τη σάρκα και από την νεανική της ομορφιά. Έφτυνε όσο αίμα είχε, όχι μόνο το δικό της, αλλά και όσο είχε πιει από τα άτυχα θύματά της. Ο ίδιος στεκόταν από πάνω της με ένα μαχαίρι και άκουγε με ευχαρίστηση τα παρακάλια της. Της φώναζε πώς της φαινόταν που είχε φανεί τόσο ηλίθια, ώστε να προκαλέσει την οργή του. Μόνο να την έπιανε στα χέρια του, αυτό ήθελε.

  Ο καφές, το τσάι και τα γλυκά αρτοσκευάσματα άρχισαν να επιδρούν στον οργανισμό των παριστάμενων, ανανεώνοντας τις σκέψεις τους και τη διάθεσή τους, προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Ο χώρος είχε γεμίσει από τις ευωδίες των λιχουδιών και των πιοτών.

  Η συζήτηση ξεκίνησε μετά από πέντε λεπτά.

  Μετά τα τυπικά, δηλαδή μια μικρή επανάληψη για τα όσα είχαν συμβεί την προηγούμενη νύχτα, ο Βέλκαν συνέχισε, λέγοντας «Όπως καταλαβαίνετε, αν η Μαγκνταλένα είναι βαμπίρ, τότε θα πρέπει να υποθέσουμε ότι έχουν γίνει και οι υπόλοιποι. Αυτό σημαίνει ότι, αν τους βρούμε, θα πρέπει να τους σκοτώσουμε και όχι να τους σώσουμε». Το σκέφτηκε καλύτερα και είπε «Αν και μπορούμε να πούμε ότι και αυτή είναι μια μορφή σωτηρίας. Δεν είναι πλέον άνθρωποι, αλλά τέρατα. Ουσιαστικά, χάρη θα τους κάνουμε».

  Οι άλλοι άντρες κατένευσαν, με αναστεναγμούς λύπης και προβληματισμένη έκφραση στο πρόσωπό τους. Συμπαθούσαν τις Μπενγκέσκου και τους Μολντοβάνου. Είχαν κλάψει για τον χαμό του Μιχαήλ, του πατέρα της Μαγκνταλένα και συζύγου της Μαριάννα. Με τον Νάντρου είχαν εργαστεί στα χωράφια, είχαν κυνηγήσει αγριογούρουνα δίπλα-δίπλα και είχαν μεθύσει στον Καφενέ. Το τελευταίο που θα μπορούσαν να σκεφτούν γι’ αυτούς τους ανθρώπους ήταν να τους σκοτώσουν.

  Αλλά δεν είναι άνθρωποι.

  Θα έπρεπε να το θυμούνται αυτό.

  «Όμως» είπε ο Βέλκαν, βγάζοντας τους πάντες από τις οδυνηρές σκέψεις τους, «απ’ ό,τι φαίνεται, θα πρέπει να αναβάλουμε για άλλη μέρα την επίθεσή μας. Όπως με ενημέρωσαν οι σωματοφύλακές μας, το χιόνι δεν θα βοηθήσει την αποστολή μας, αλλά μάλλον θα μας δυσκολέψει».

  Έκανε νόημα σε έναν Ούγγρο κι αυτός πήρε το λόγο. Ίσιωσε το κορμί του και καθάρισε τη φωνή του. «Το κρύο είναι εχθρός μας. Τα άλογα θα ξεπαγιάσουν μέχρι να ανέβουν στην κορυφή του λόφου. Το οποίο πρόβλημα θα μπορούσαμε να το παρακάμψουμε, να πούμε ότι δεν μας νοιάζει για τα άλογα, αφού η ανάβαση είναι δύσκολη ενώ η κατάβαση όχι τόσο, αλλά πρέπει να σκεφτούμε την πιθανότητα μιας άτακτης φυγής. Τι θα γίνει αν χρειαστεί να φύγουμε γρήγορα και τα άλογα είναι νεκρά ή πολύ αδύναμα για να τρέξουν; Δεν μας συμφέρει να πάρουμε ένα τέτοιο ρίσκο. Η τοποθέτηση του δυναμίτη επίσης θα είναι δύσκολη και επικίνδυνη, αν δε βλέπουμε καθαρά –και η μέχρι τώρα ομίχλη δεν μας αφήνει πολλά περιθώρια για παράλογα ρίσκα. Ένας λανθασμένος χειρισμός και θα ανατιναχτούμε όλοι». Κούνησε το κεφάλι του αριστερά και δεξιά, κοιτώντας όλους τους άλλους με σοβαρότητα. «Είναι και άλλα δύο πράγματα που πρέπει να συζητήσουμε».

  Κανείς δεν μίλησε.

  «Το πρώτο» συνέχισε ο Ούγγρος «έχει να κάνει με τα μετόπισθεν. Με το δικό μας κάστρο». Έδειξε το χώρο γύρω του. «Θα μείνουν οι οικογένειές σας εδώ. Αν λείπουμε όλοι οι μάχιμοι άντρες, ποιος θα είναι στο σπίτι για να προστατεύσει τα γυναικόπαιδα; Γιατί κάποιος πρέπει να μείνει εδώ. Δυστυχώς, στη χθεσινή επίθεση χάσαμε και τα δύο σκυλιά-φύλακες».

  Οι άλλοι αντάλλαξαν βλέμματα απορίας. Δεν το είχαν σκεφτεί αυτό και τώρα τους τρόμαζε η ιδέα ενός αφύλαχτου κάστρου, μέσα στο οποίο έμεναν προσωρινά οι δικοί τους άνθρωποι.

  «Η ιδέα που είχαν οι καλοί μας σωματοφύλακες» είπε ο Ντράχοσλαβ, απευθυνόμενος στους άλλους δέκα συγχωριανούς του, «ήταν να φέρουμε άλλα σκυλιά στον κήπο. Δικά σας σκυλιά». Ήταν προφανές ότι τον ενοχλούσε η προοπτική αυτή. Έσφιγγε την μαγκούρα του, νιώθοντας τα χέρια του να μυρμηγκιάζουν. Ήθελε να χτυπήσει κάποιον. Κάποια. Την Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου. Η καταραμένη! Τον είχε αναγκάσει να δει τα σκυλιά του σφαγμένα.

  «Ακριβώς» συμφώνησε ο Ούγγρος. «Και όχι ένα ή δύο, αλλά τουλάχιστον έξι. Ιδανικά, θα θέλαμε σκυλιά που γνωρίζονται μεταξύ τους και δεν θα αλληλοτρώγονται, αλλά θα προσέχουν το σπίτι. Ακόμα, πάνω στο θέμα της φύλαξης» έβηξε, νιώθοντας ανόητος με αυτό που ετοιμαζόταν να πει, «εφόσον μάλλον έχουμε να κάνουμε με… βρικόλακες… Εμ, θα βάλουμε στις πόρτες και στα παράθυρα σκόρδα και… σταυρούς. Αν έχετε, θα ήταν καλό να φέρετε». Ένιωθε το ειρωνικό βλέμμα των τριών συναδέλφων του, που, ήταν σίγουρος, κρυφογελούσαν –και όντως, αυτό έκαναν. Η ιδέα περί σταυρών και σκόρδων ήταν της Ιούλια Τσομπάνου, που την είχε αναφέρει πρωτύτερα.

  Δεν χρειάστηκε να το ξαναπεί. Όλοι συμφώνησαν και προθυμοποιήθηκαν να φέρουν όλα τους τα σκυλιά και τους σταυρούς και ό,τι άλλο μπορεί να χρειαζόταν. «Όλα για τα παιδιά, τις γυναίκες και τους γονείς μας» τόνισε ένας κάτοικος.

  «Ωραία» σχολίασε ο Ούγγρος. «Το δεύτερο που πρέπει να συζητήσουμε. Έχει να κάνει με την προετοιμασία της ομάδας. Μια επίθεση σαν αυτή που θέλουμε να κάνουμε είναι ήδη πολύ επικίνδυνη. Οι εχθροί μας, δε, απ’ ό,τι φαίνεται, είναι πολύ ισχυροί. Πρέπει να προσπαθήσουμε να γίνουμε κι εμείς όσο πιο ισχυροί μπορούμε».

  Καμία αντίδραση. Περίμεναν να συνεχίσει.

  «Εφόσον αναβλήθηκε η σημερινή επίθεση, με την πρώτη ευκαιρία, δηλαδή με το που θα βελτιωθεί ο καιρός, πάλι δεν θα επιτεθούμε, αλλά εγώ ή κάποιος από τους συναδέλφους μου θα εξετάσει το κατά πόσον μπορείτε να χειριστείτε τα όπλα που διαθέτουν ο κύριος Ντράχοσλαβ και ο κύριος Βέλκαν. Για εμάς τους πέντε -συμπεριλαμβάνω και τον κύριο Βέλκαν-, ξέρουμε ότι μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε. Πρέπει να δούμε, όμως, τι μπορείτε να κάνετε και εσείς».

  «Αν δεν μπορούμε;» ρώτησε ένας.

  «Το έχουμε σκεφτεί. Όλοι έχετε καραμπίνες ή μουσκέτα, σωστά;»

  Κατένευσαν.

  «Τότε θα τα έχετε μαζί σας, ανεξάρτητα του τι θα καταφέρετε με τα άλλα όπλα. Είναι βασικός κανόνας για έναν στρατιώτη, να χρησιμοποιεί το όπλο που ξέρει καλύτερα. Αλλά, αν τα πάτε καλά και με άλλο, θα το κουβαλήσετε και αυτό. Ο καθένας θα πρέπει να έχει σίγουρα ένα πυροβόλο, σφαίρες ή σκάγια και ένα μαχαίρι ή και σπαθί. Όσον αφορά το δυναμίτη, αυτόν θα τον αναλάβουμε εγώ και οι τρεις συνάδελφοί μου».

  Κοίταξε τα αφεντικά του, νεύοντας πως είχε πει όσα ήθελε.

  «Τα όπλα» ξεκίνησε κάποιος και όλοι τον κοίταξαν. «Θα… θα σκοτώσουν τους βρικόλακες; Γιατί, απ’ ό,τι έλεγαν οι παππούδες μας, χρειάζεσαι αγιασμό και ένα ξύλινο παλούκι, για να το καρφώσεις στην καρδιά του βρικόλακα. Επίσης, πρέπει να τον αποκεφαλίσεις. Δεν είχαν πει κάτι για μουσκέτα ή… οτιδήποτε άλλο».

  Σωστά. Παραμύθια. Ο Ούγγρος κοίταξε τον τύπο. Πόσο να ’ταν, τριάντα πέντε χρονών; Σκέφτηκε πως, έτσι όπως είχε μαζευτεί ο ντόπιος και κοιτούσε με παρακλητικό ύφος, έμοιαζε με φοβισμένο κατσίκι που αγωνιά μην το πάνε για σφάξιμο. Κι είχε και δύο παιδιά. Ο Ούγγρος αναρωτήθηκε γιατί ο Θεός επέτρεπε σε τέτοια θλιβερά ανθρωπάκια να έχουν απογόνους. «Υποθέτω ότι ένα σπαθί ή μαχαίρι θα κάνει τη δουλειά» είπε. «Αν δεν κάνουν τίποτα τα πυροβόλα και ο δυναμίτης, δηλαδή».

  «Α. Ναι, μάλλον».

  «Άλλη ερώτηση;»

  «Ναι» πετάχτηκε ο Σεραφείμ Καρατζιάλε. «Με τις περιπολίες τι θα γίνει;»

  «Θα απαντήσω εγώ» είπε ο Ντράχοσλαβ και ο Ούγγρος επέστρεψε κοντά στους συναδέλφους του. «Θα τις συνεχίσουμε και σήμερα. Μήπως και δεήσουν και έρθουν και άλλοι στην ομάδα μας. Μπας και καταλάβουν ότι καμιά κυβερνητική μονάδα δεν θα έρθει και μόνο αν πάρουμε στα χέρια μας την κατάσταση θα έχουμε ελπίδες απέναντι στα τέρατα. Μην το ξεχάσετε ποτέ αυτό, κύριοι. Ό,τι κάνουμε εμείς. Η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία δεν θα έρθει, όσα γράμματα κι αν στείλει ο πατήρ Στεφάν». Χτύπησε την μαγκούρα του με δύναμη στο χαλί. Ο γδούπος ήταν υπόκωφος, αμελητέος για κάποιον που μπορεί να καθόταν ακόμα και δίπλα του. Αλλά ο Ντράχοσλαβ ήξερε τι έκανε. Τον κοιτούσαν όλοι. Ήθελε να δουν την κίνηση, όχι να ακούσουν το χτύπημα. «Εμείς θα δώσουμε λύση στο πρόβλημα. Έχουμε τα όπλα και τους κατάλληλους ανθρώπους. Τα φρικιά θα πεθάνουν όπως τους αρμόζει: σαν άρρωστα γουρούνια. Θα ξεριζώσουμε μια για πάντα αυτό το Κακό που ταλαιπωρεί τον τόπο μας. Εμείς, οι γενναίοι άντρες του Μπραν, κανένας άλλος».

  Πάλι συμφώνησαν όλοι.

 Δεν υπήρχε κάτι άλλο να ειπωθεί. Το μόνο που έμενε ήταν μια μικρή πρόποση, για το ηθικό και την τόλμη των ανδρών που θα συμμετείχαν στην επίθεση. Έτσι, ύψωσαν τα ποτήρια τους και ήπιαν τον καφέ και το τσάι τους. Ο Βέλκαν συνειδητοποίησε ότι οι υπηρέτες δεν είχαν φέρει τη βότκα. Τους φώναξε και τους διέταξε να φέρουν αμέσως ένα μπουκάλι.

  Σε λιγότερο από μισή ώρα, είχαν πιει και την τελευταία σταγόνα. Το περισσότερο το ήπιαν οι δύο Τσομπάνου. Υπήρχε μια πολύ δύσκολη υποχρέωση που έπρεπε να φέρουν εις πέρας. Είχαν χάσει δύο πιστούς φίλους και φύλακες. Και τώρα έπρεπε να τους θάψουν.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

2 σκέψεις στο “Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 3”

  1. Τάκης Κομνηνός
    Τάκης Κομνηνός

    Γεια σας! Σας ευχαριστώ που το διαβάσατε και που είπατε την άποψή σας. Το συγκεκριμένο απόσπασμα στην τρίτη σελίδα είναι απλά ένας τρόπος για να προετοιμάσω το “έδαφος” ότι η κατάσταση θα κορυφωθεί. Θεώρησα ότι θα ήταν μια διαφορετική και ίσως και ενδιαφέρουσα ‘πινελιά’ στο κείμενο. Για τα υπόλοιπα αποσπάσματα, πρέπει να σκεφτούμε ότι βλέπουμε την άποψη/συμπεριφορά κλπ πολλών χαρακτήρων, δίνοντας όμως βάση σε ορισμένους. Οπότε, θα βγει και το κείμενο πιο εκτενές, απ’ ό,τι αν εστίαζα μονάχα σε δυο τρεις, για παράδειγμα. Θα λάβω υπ’ όψιν, όμως, το σχόλιό σας, για τα επόμενα κεφάλαια.

  2. Avatar
    Μαρία Παπαδογιαννάκη

    Με μεγάλο σεβασμό και αγάπη σε ένα συγγραφέα που εκτιμώ.
    Το κείμενο είναι πολύ φλύαρο και η τρίτη σελίδα εντελώς άχρηστη.
    Λυπάμαι πολύ αν είμαι απότομη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook