Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 3

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Την ώρα που στο σπίτι των Τσομπάνου γινόταν η σύσκεψη, η Ντανιέλα Οσμοκέσκου καθόταν στην κουζίνα του σπιτιού και παρακολουθούσε την νεαρή Στεφανία να φτιάχνει το φαγητό και το τσάι του πατέρα Στεφάν. Στο μικρό οίκημα επικρατούσε ησυχία, με εξαίρεση το βράσιμο της σούπας και τις μικρές μετακινήσεις της Στεφανία. Οι δύο γυναίκες είχαν ανταλλάξει λίγες κουβέντες απ’ όταν ήρθε η μικρή, γύρω στις εννιά. Όπως αποκάλυψε στην Ντανιέλα, οι γονείς της και ο αδερφός της δεν συμφωνούσαν με τους Τσομπάνου, αλλά με τον ιερέα. Τους φαινόταν πιο πιθανό να έχουν τη στήριξη των στρατιωτών της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, παρά να τα καταφέρουν μόνοι τους.

  «Μας ξέρει όλους ο μπαμπάς. Και η μαμά, εδώ που τα λέμε» τόνισε η Στεφανία. «Ξέρει ότι εμείς δεν κατέχουμε από μάχες. Αυτό που πρότεινε ο κύριος Ντράχοσλαβ είναι πάρα πολύ επικίνδυνο».

  «Ναι, καλή μου, το ξέρω. Προσπάθησε να το εξηγήσει και ο Στεφάν, αλλά δεν τον άκουσαν. Δυστυχώς, δεν τον άκουσαν».

  «Μμμ, ναι. Το βράδυ κυκλοφορούσαν μερικοί άνδρες στο χωριό. Το ξέρετε;»

  «Όχι. Τι εννοείς, ποιοι άνδρες;»

  «Απ’ ό,τι έμαθα, ήταν εκείνοι οι Ούγγροι, των Τσομπάνου. Κυκλοφορούσαν στους δρόμους του χωριού με τα όπλα τους. Είχαν μαζί και ντόπιους άντρες. Τους είδε ο αδερφός μου, ο Σάντου, όταν σηκώθηκε για να πιει νερό».

  «Αλήθεια; Τι ήλπιζαν να πετύχουν με αυτό;» αναρωτήθηκε η Ντανιέλα.

  «Δεν ξέρω. Ο μπαμπάς λέει ότι μάλλον θα ήταν μονάδα περιπολίας. Ότι προστάτευαν το Μπραν». Η Στεφανία ανασήκωσε τους ώμους της. «Ίσως να έκαναν αυτό».

  Η Ντανιέλα προσπάθησε να θυμηθεί αν το βράδυ είχε ακούσει γαβγίσματα σκυλιών. Ήταν πολύ κουρασμένη, αλλά θα έπαιρνε όρκο ότι δεν είχε αντιληφθεί κάτι δυσοίωνο. Δεν συνέβη κάτι. Άρα τι, το σχέδιο του Ντράχοσλαβ είχε αρχίσει να καρποφορεί από την πρώτη κιόλας νύχτα; Αν το έβλεπαν έτσι και οι άλλοι κάτοικοι, ίσως αποφάσιζαν να ταχθούν υπέρ του εξωφρενικού σκοπού του.

  «Κάποιο άλλο νέο, Στεφανία; Χάθηκε κανείς ή;…»

  «Όχι, τίποτα». Η νεαρή ξεροκατάπιε και ρούφηξε τη μύτη της. «Αλλά πάλι μπορεί και να έγινε κάτι. Όπως με τις Μπενγκέσκου και τους Μολντοβάνου, που μάθαμε αργότερα ότι εξαφανίστηκαν».

  «Πράγματι». Η Ντανιέλα κοίταξε την εικόνα του Αγίου Φανουρίου και σιώπησε, αφήνοντας την Στεφανία στις δικές της σκέψεις. Μετά από κάνα δεκάλεπτο, η κόρη του Λούκα Βλαντιμιρέσκου πήγε το τσάι του πατέρα Στεφάν στο κρεβάτι, καθότι εκείνος ένιωθε εξάντληση και δεν είχε σηκωθεί.

  Όταν επέστρεψε στην κουζίνα, η Ντανιέλα τής ζήτησε να πάει και να πει στους γονείς και στον αδερφό της να έρθουν στο σπίτι του ιερέα, γύρω στη μία το μεσημέρι. Ήθελε να συζητήσουν ένα πολύ σημαντικό θέμα.

  «Απλά, θύμισέ μου, ο αδερφός σου είναι άτομο εμπιστοσύνης, σωστά;»

  «Ναι» απάντησε η Στεφανία. Χαμογέλασε. «Θέλω να πω, συχνά φέρεται σαν πολύ μικρό παιδί, όπως κάνουν όλοι οι άντρες, απ’ ό,τι λέει η μαμά, αλλά τις δουλειές που του αναθέτουν τις κάνει σωστά».

  Η Ντανιέλα ένευσε και η Στεφανία αποχώρισε.

Ο Στεφάν άκουσε την πόρτα που άνοιξε και έκλεισε και για μια στιγμή νόμισε πως κάποιος συγχωριανός, ίσως ο Νάντρου Μολντοβάνου, θα έμπαινε στο σπίτι φουριόζος και θα διατυμπάνιζε πως δεν υπήρχε κανένα κάστρο και καμιά Κόμισσα. Ότι όλοι οι κάτοικοι του Μπραν ήταν στις οικίες ή τις δουλειές τους και ότι εκείνος, ο ιερέας του χωριού, δεν είχε καμιά επείγουσα αποστολή εναντίον δεισιδαιμονιών ή πολεμοχαρών πλουσίων σαν τον Ντράχοσλαβ.

  Αναστέναξε μέσα στο σκοτεινό του δωμάτιο. Αυτά δεν θα συνέβαιναν ποτέ στην πραγματικότητα, το γνώριζε πολύ καλά πια. Το βάρος που είχε επωμιστεί δεν θα λησμονιόταν τόσο εύκολα.

  Τράβηξε τα σκεπάσματα ως το γενειοφόρο πιγούνι του. Είχε ζητήσει από την αγαπημένη του Ντανιέλα να αφήσουν κλειστά τα παράθυρα του δωματίου και να ανάψουν μόνο ένα κερί στο κομοδίνο δίπλα του. Ήθελε να νιώσει ξανά την παρουσία του Κυρίου. Χρειαζόταν λίγη απομόνωση και ξεκούραση, όπως συνήθιζε ανέκαθεν σε δύσκολες περιστάσεις, πόσο μάλλον τώρα που ήταν και ηλικιωμένος.

  Δεν μισούσε τον Ντράχοσλαβ, ούτε τον Βέλκαν. Όσο και αν τον είχαν εκνευρίσει. Αυτή ήταν η πρώτη του σκέψη. Ο Βέλκαν ήταν ουσιαστικά υποχείριο του Ντράχοσλαβ, σχεδόν όπως και οι Ούγγροι σωματοφύλακές τους. Σίγουρα, είχε μια κάποια αυτονομία, αλλά ο γέρος τον ήλεγχε σαν σκυλί που το κρατάς από το λουρί. Κι αυτό ήταν το πρόβλημα: αφού δεν μπορούσε ο γιος να πείσει τον πατέρα, πώς θα το κατάφερνε ο Στεφάν; Απλά, δεν γινόταν. Η ξεροκεφαλιά του Ντράχοσλαβ ήταν χειρότερη κι απ’ των Εβραίων, που δεν έλεγαν να καταλάβουν ότι ο Μεσσίας είχε έρθει στην Γη και είχε θυσιαστεί για τους ανθρώπους.

  Αλλά δεν του κρατούσε κακία. Όχι μόνο επειδή κάτι τέτοιο θα ήταν ενάντια στις εντολές του Θεού, μα κυρίως επειδή ο γέρος Τσομπάνου ήθελε να βοηθήσει το Μπραν και τον ίδιο του τον εαυτό. Είχε μεγαλώσει κι εκείνος με τον τρόμο που υποτίθεται πως ενέδρευε στο κάστρο. Ό,τι κι αν έλεγε, όσο δυναμικός κι αν ήθελε να φανεί, ο Ντράχοσλαβ κατά βάθος φοβόταν και αυτό ακριβώς ήθελε να αποτινάξει μια και καλή. Κι ο μόνος τρόπος που ήξερε ήταν ο πιο άμεσος και αυτός που εξυπηρετούσε τις προσωπικές του φιλοδοξίες, αγνοώντας όμως άλλες παραμέτρους, τις οποίες είχε τονίσει ο Στεφάν στην συνάντηση.

  Οπότε τι έπρεπε να κάνει; Να τα παρατήσει ή να εμπιστευθεί το ένστικτο του Ντράχοσλαβ και να παροτρύνει και τους υπόλοιπους κατοίκους να συνδράμουν στην αποστολή του; Αυτές οι δύο φαίνονταν να είναι οι μόνες άλλες επιλογές που είχε, πέραν αυτής που είχε σκεφτεί ο ίδιος. Όμως, ούτε η μία ούτε η άλλη θα είχαν καλή κατάληξη, το ήξερε. Μέσα του, το ήξερε. Αν άφηνε το χωριό χωρίς καθοδήγηση, οι κάτοικοι δεν θα ήξεραν τι να κάνουν και θα έχαναν την πίστη τους στον Θεό και στον αγαπημένο τους ιερέα. Και χωρίς πίστη, δεν θα είχαν το σθένος να τα βάλουν με κανένα τέρας, όποια μορφή κι αν είχε.

  Όσον αφορά τη δεύτερη λύση, δεν τη λάμβανε καν υπ’ όψιν του. Την είχε αναλύσει αρκετά, για να της δώσει περαιτέρω σημασία. Υπήρχε στο πίσω μέρος του μυαλού του μεν, αλλά ήταν κλειδωμένη, δεμένη και φιμωμένη, σαν αμετανόητος φονιάς που τον κρατούν σ’ ένα υπόγειο, απομονωμένο κελί.

  Τι έμενε, λοιπόν;

  Ο στρατός. Η πολιτοφυλακή. Κάποιος από την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, τέλος πάντων. Αλλά θα ερχόταν κανείς; Ο Ντράχοσλαβ δεν είχε τελείως άδικο όταν έλεγε ότι μάλλον δεν θα ενδιαφέρονταν για το Μπραν. Το πιο πιθανό ήταν να μην θυμούνταν καν την ύπαρξή του, παρότι βρισκόταν κοντά στα σύνορα με τη Βλαχία. Αλλά, αφού πλήρωναν τους φόρους, δεν θα έπρεπε να νοιάζονται κιόλας;

  Ο Στεφάν άκουσε τον άνεμο να σφυρίζει στους δρόμους του Μπραν, σαν ερωτευμένος νεαρός που καλεί την αγαπημένη του με το συνθηματικό τους. Γύρισε πλευρό προς τη μεριά του κεριού, σφίγγοντας τα δόντια από τον πόνο που γρονθοκόπησε τα κόκαλά του. Η μικρή κιτρινωπή φλόγα δημιουργούσε σκιές, οι οποίες κινούνταν γύρω της, σαν μέλισσες που συγκεντρώνονται πλησίον της βασίλισσας τους. Στο κέντρο των υγρών ματιών του ιερέα, καθρεφτιζόταν το φως του κεριού. Ζέσταινε το πρόσωπο του Στεφάν, κάνοντας το δέρμα του να αναρριγήσει και το μυαλό του να ταξιδέψει μακριά από το σήμερα, σαν έφηβος που μπαρκάρει με το πρώτο πλοίο που βρίσκει, χωρίς να πάρει την άδεια των γονιών του. Δίχως καμιά προειδοποίηση, ανοίχτηκαν διάφορα σεντούκια της μνήμης του ιερέα, μέσα στα οποία υπήρχαν πολλοί θησαυροί, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν ήταν μόνο δικοί του: στιγμές της πρότερης ζωής του, από τα μικράτα του ως την γνωριμία του με την Ντανιέλα, τον γάμο τους, τα ταξίδια τους, τα λουλούδια που έβρισκαν και μάζευαν. Τους χορούς που είχαν κάνει και τις ανομολόγητες στιγμές που είχαν μοιραστεί σαν ζευγάρι. Άλλα πρόσωπα πετάχτηκαν έξω από τα σεντούκια, μικρά, μεγάλα, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Πρόσωπα χαμογελαστά, χαρούμενα. Συνάνθρωποί του που είχε βοηθήσει και η θύμηση της ευτυχίας των οποίων ομόρφαινε και τη δική του ζωή.

  Τότε ο Στεφάν κατάλαβε πως κάποιος δαίμονας προσπάθησε να ανοίξει και άλλα σεντούκια, με παλιότερες δυστυχίες που είχε κληθεί να αντιμετωπίσει, αλλά ο ιερέας τον εξόρκισε, επικαλούμενος τον Θεό.

  Όμως, το κακό είχε γίνει. Η προσοχή του είχε επανέλθει στην πραγματικότητα, στο σκοτεινό δωμάτιο και την ησυχία που επικρατούσε εκεί. Η καλή του η Ντανιέλα θα ήταν μόνη της, με τις δικές της σκέψεις να την ταλανίζουν. Είχε την τύχη, ή την ατυχία, να βρίσκεται στο πλευρό του σε αυτόν τον αγώνα και να υπομένει τα τωρινά βάσανα που τους κατέτρεχαν. Χθες είχε καθίσει δίπλα του και τον είχε υποστηρίξει σε μια φιλονικία που δεν θα έπρεπε να συμβεί ποτέ. Αυτές τις δύσκολες ώρες θα έπρεπε να είναι όλοι μονιασμένοι και ενωμένοι, όχι παραταγμένοι σε δύο αντίπαλες ομάδες, ενώ ο εχθρός τους ήταν κοινός και τους απειλούσε.

  Η φλόγα συνέχισε να σαλεύει μόλις μερικά εκατοστά από τον Στεφάν. Ο εχθρός, σκέφτηκε. Ποιος είναι στ’ αλήθεια ο εχθρός μας; Ήταν κάποιοι κακόβουλοι άνθρωποι, ο σκοπός των οποίων, μέχρι τώρα, ήταν άγνωστος στους κατοίκους του Μπραν; Ή μήπως ήταν ένας δαίμονας που «έπαιζε» μαζί τους το διαβολικό του παιχνίδι; Δεν μπορούσε να καταλήξει ποια εκδοχή ήταν η σωστή, αυτή δηλαδή που ίσχυε. Σαν υπηρέτης του Θεού, όφειλε να παραδεχτεί ότι υπήρχαν τέρατα, ψυχές που τις είχαν καταραστεί να τριγυρίζουν και να βασανίζουν τους ζώντες. Είχε δει και ακούσει για γυναίκες που επιτίθονταν με τα νύχια τους και παιδιά που έδιωχναν μετά μανίας τους ανθρώπους τους και σε πολλές περιπτώσεις είχαν φτάσει κοντά στο να βλάψουν χωρίς λόγο την μητέρα, τον πατέρα ή τα αδέρφια τους. Οι δαίμονες ήταν μια πραγματική απειλή για τους πιστούς, αλλά και για τους απίστους.

  Όμως, εδώ στο Μπραν δεν είχε συναντήσει καμιά τέτοια περίπτωση. Οι άνθρωποι ήταν κατά βάση ήσυχοι και κοντά στην εκκλησία, ενώ τα παιδιά τους έρχονταν στο κατηχητικό. Εγκλήματα δεν είχαν γίνει, τουλάχιστον από τότε που είχαν έρθει με την Ντανιέλα –και απ’ όσο ήξεραν, φυσικά. Οι δαίμονες που θα περίμενε να αντιμετωπίσει δεν είχαν επισκεφτεί το χωριό.

  Αλλά οι ερωτήσεις παρέμεναν άλυτες.

  Ποιος είναι ο εχθρός; Τι μας απειλεί;

  Και τι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό;

  Κάπου στον απέναντι τοίχο, ένιωσε το βλέμμα του Ιησού, που τον παρακολουθούσε από την εικόνα που είχε φτιάξει αγιογράφος της Μητρόπολης. Κάποτε θα ένιωθε δέος, θα εμπνεόταν από την ανώτερη εκείνη δύναμη που υπήρχε παντού γύρω του. Όμως, αυτές τις μέρες η πίστη του πληττόταν κάθε ώρα και στιγμή. Ο Ιησούς δε φαινόταν μέσα στο σκοτάδι, το φως του κεριού δεν έφτανε για να αποκαλύψει τη μορφή Του. Αλλά ήταν εκεί κι ο Στεφάν είχε ανάγκη να πιστέψει ξανά ότι ο Υιός του Θεού δεν ήταν μονάχα ένα εικόνισμα στο δωμάτιό του.

  Ο Στεφάν έκλεισε τα μάτια του, για να κυριευθεί από το δικό του σκοτάδι. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μετά είπε «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με το δούλο Σου τον αμαρτωλό. Χρειάζομαι την καθοδήγησή Σου, Κύριε. Σε χρειαζόμαστε. Τώρα. Σε παρακαλώ».

  Περίμενε. Μιαν απάντηση. Μια κουβέντα, μια κίνηση. Οτιδήποτε. Ο ίδιος δεν μιλούσε, δεν κουνιόταν, παρά το ότι είχε την παρόρμηση να σηκωθεί, να πιάσει το κερί, να πλησιάσει στην εικόνα, να γονατίσει και να προσευχηθεί. Αλλά παρέμεινε στην θέση του. Κοιτούσε προς την μεριά που ήξερε ότι ήταν η εικόνα. Περίμενε.

  Αλλά η μόνη απόκριση που έλαβε ήταν της Ντανιέλα, που ήρθε περπατώντας αργά-αργά. «Πώς είσαι, Στεφάν μου;» τον ρώτησε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Αν υπήρχε περισσότερο φως στο δωμάτιο, ο Στεφάν δεν θα έβλεπε τον Ιησού, παρά μόνο αν έγερνε προς τα αριστερά ή τα δεξιά.

  «Δεν ξέρω. Πονάω, όμως δεν είναι αυτό που με απασχολεί πια. Σκέφτομαι το Μπραν».

  «Καταλαβαίνω».

  «Πού είναι ο Θεός, Ντανιέλα; Γιατί δεν μας βοηθάει; Γιατί αγωνίζομαι τόσο πολύ να νιώσω ότι είναι δίπλα μας;»

  «Δοκιμαζόμαστε, Στεφάν. Είναι δύσκολες οι ώρες που περνάμε. Αλλά δεν πρέπει να χάνουμε την πίστη μας. Ο Κύριος θα μας καθοδηγήσει».

  «Το εύχομαι. Ειλικρινά, το εύχομαι όσο τίποτα άλλο».

  Η Ντανιέλα άλλαξε θέμα, αναφέροντας στον Στεφάν όσα της είχε αποκαλύψει η νεαρή.

  «Καλοσύνη του του Ντράχοσλαβ» σχολίασε ο ιερέας. Εκείνος προσπαθεί. Εγώ, όμως…

  «Νομίζω πως ήρθε η ώρα να κάνουμε και εμείς κάτι για το Μπραν, παπά. Από σένα, ειδικά, περιμένουν τα πάντα».

  «Το ξέρω. Μου τα είχε πει και ο επίτροπος όταν ήρθαμε. Αλλά τώρα τι μπορώ να κάνω; Κοίτα εδώ κατάσταση. Είμαι γέρος και αδύναμος. Τι μπορώ;…»

  «Ζήτησα από την Στεφανία να φέρει τους δικούς της στο σπίτι μας, για να φάμε το μεσημέρι και να μιλήσουμε» τον διέκοψε η Ντανιέλα, μιλώντας με ήρεμο, αλλά και απόλυτο τόνο.

  Ο Στεφάν κοίταξε το γερασμένο πρόσωπο της αγαπημένης του συζύγου. Υπό το φως του κεριού, το μοναδικό στο δωμάτιο, είχε αποκτήσει μια απόκοσμη μορφή. Αν δεν είχε γαλήνια έκφραση, χωρίς θυμό ή φονική διάθεση, θα μπορούσε να είναι πολύ τρομακτική. Ο Στεφάν, σαν παιδί, φοβόταν τους μισοσκότεινους ναούς. Δεν ήθελε να πηγαίνει βράδυ στην εκκλησία ή πολύ νωρίς το πρωί, πριν καν γεμίσει με κόσμο. Γιατί τα ελάχιστα κεριά στο μανουάλι έκαναν τις μορφές στις εικόνες να μοιάζουν με οτιδήποτε άλλο, εκτός από αγίους, αναγκάζοντας την μητέρα του μικρού Στεφάν να έχει τα χέρια της γύρω από τον γιο της. Ακόμα και ο παπάς που έβγαινε από το ιερό έμοιαζε σαν να ξεπηδούσε από κάποια σπηλιά. Είχαν χρειαστεί πολλές ώρες κατήχησης για να αποβάλει το φόβο του, το οποίο έγινε τελικά και τον βοήθησε μετέπειτα στο να μπορεί να διαχειριστεί τις αντίστοιχες παράλογες ανησυχίες άλλων παιδιών.

  Αλλά με τους ενήλικες, δεν τα καταφέρνω και τόσο καλά, σκεφτόταν με πικρία κάθε μέρα που κάποιος κάτοικος του χωριού τού επαναλάμβανε τον τρόμο του για το κάστρο και την Κόμισσα, ενώ ο Στεφάν τού είχε εξηγήσει ξανά και ξανά ότι δεν είχε κάτι να φοβάται.

  «Μπορείς να κάνεις κάτι, παπά» τον έβγαλε από τις σκέψεις του η Ντανιέλα. «Μαζί με τους Βλαντιμιρέσκου, εμένα και πάνω απ’ όλους τον Θεό, θα κάνεις κάτι για το Μπραν».

  Όταν ο Λούκα άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και ο ίδιος με τα μέλη της οικογένειάς του εισήλθαν, βρήκαν τους ηλικιωμένους να κάθονται στην κουζίνα, το τραπέζι να είναι στρωμένο και το φαγητό έτοιμο.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

2 σκέψεις στο “Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 3”

  1. Τάκης Κομνηνός
    Τάκης Κομνηνός

    Γεια σας! Σας ευχαριστώ που το διαβάσατε και που είπατε την άποψή σας. Το συγκεκριμένο απόσπασμα στην τρίτη σελίδα είναι απλά ένας τρόπος για να προετοιμάσω το “έδαφος” ότι η κατάσταση θα κορυφωθεί. Θεώρησα ότι θα ήταν μια διαφορετική και ίσως και ενδιαφέρουσα ‘πινελιά’ στο κείμενο. Για τα υπόλοιπα αποσπάσματα, πρέπει να σκεφτούμε ότι βλέπουμε την άποψη/συμπεριφορά κλπ πολλών χαρακτήρων, δίνοντας όμως βάση σε ορισμένους. Οπότε, θα βγει και το κείμενο πιο εκτενές, απ’ ό,τι αν εστίαζα μονάχα σε δυο τρεις, για παράδειγμα. Θα λάβω υπ’ όψιν, όμως, το σχόλιό σας, για τα επόμενα κεφάλαια.

  2. Avatar
    Μαρία Παπαδογιαννάκη

    Με μεγάλο σεβασμό και αγάπη σε ένα συγγραφέα που εκτιμώ.
    Το κείμενο είναι πολύ φλύαρο και η τρίτη σελίδα εντελώς άχρηστη.
    Λυπάμαι πολύ αν είμαι απότομη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook